Supreme Court dismisses appeal claiming lack of reasoning; substantive facts suffice as grounds under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Third Instance Court of Piraeus judgment regarding property ownership. The appellants argued the lower court failed to cite specific substantive laws and lacked detailed reasoning, claiming this constituted a fatal procedural defect. The court rejected this, ruling that substantive factual assumptions alone serve as the necessary grounds for a decision under Article 559 of the Civil Procedure Code, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19 KPolD; The absence of a detailed citation of substantive legal provisions or a comprehensive reasoning of the applied rules does not render a judgment appealable if the decision rests on valid substantive factual assumptions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1567 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1567/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Φ. (F.), 2) Κ. Ν. (C. A. K.), 3) Κ. Φ.-Κ. (K. F. K.), κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ευγενία Ασημακοπούλου και Δημήτριο Τσικρικά, τον οποίο διόρισε η πρώτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γερασίμου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-1981 διεκδικητική αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 30-12-1981 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1045/1982 του ίδιου Δικαστηρίου, επί της οποίας ασκήθηκε η από 19-9-2002 ανακοπή ερημοδικίας της αρχικώς εναγομένης Μ. Ά. του Ο., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, η 1275/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου που απέρριψε την ανακοπή και τέλος η 44/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 27-7-2006 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1719/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 730/2008 εν μέρει οριστική, εν μέρει μη οριστική και 174/2019 του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-8-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 7-8-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 174/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:
Ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της εναγομένης Μ. Ά., μετά το θάνατο της οποίας το έτος 2004 υπεισήλθαν στη δικονομική της θέση και συνέχισαν τη δίκη οι εκ διαθήκης κληρονόμοι της, ήδη αναιρεσείοντες, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος ακινήτου έκτασης 1.170 τ.μ., που βρίσκεται στην Ύδρα και να υποχρεωθεί η εναγομένη, η οποία το κατέλαβε, να του το αποδώσει.
Ο ενάγων-αναιρεσίβλητος με την από 30-12-1981 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση, κάλεσε τους δικαιοπαρόχους του-πωλητές του ακινήτου με το αναφερόμενο συμβόλαιο να παρέμβουν στη δίκη υπέρ αυτού. Με την 1045/1982 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε ερήμην της εναγομένης, η οποία κλήθηκε ως αγνώστου διαμονής και ερήμην επίσης των καθών η ανακοίνωση δίκης - καθών η προσεπίκληση, έγινε δεκτή η αγωγή λόγω του τεκμηρίου από την ερημοδικία της εναγομένης.
Η τελευταία άσκησε κατά της ως άνω απόφασης την από 19-9-2002 ανακοπή ερημοδικίας, η οποία απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη με την 1275/2004 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, οι αναιρεσείοντες, ως νόμιμοι εκ διαθήκης κληρονόμοι της αρχικής εναγομένης, άσκησαν την από 2-4-2005 έφεση, καθώς και τους από 16-9-2005 πρόσθετους λόγους έφεσης, η οποία απορρίφθηκε με την 44/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Μετά την άσκηση της από 27-7-2006 αίτηση αναίρεσης, εκδόθηκε η 1719/2007 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία αναιρέθηκε η πιο πάνω 44/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Το Εφετείο Πειραιώς με την 730/2008 απόφασή του έκανε δεκτή την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους, εξαφάνισε την εκκληθείσα 1275/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και αφού εξαφάνισε στη συνέχεια και την 1045/1982 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη κατά τη βάση της που θεμελιωνόταν στην τακτική χρησικτησία με τίτλο την κληρονομική διαδοχή, ανέβαλε δε κατά τα λοιπά την οριστική του απόφαση, διατάσσοντας αποδείξεις με μάρτυρες, καθώς και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από τοπογράφο μηχανικό.
Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 174/2019 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή κατά τη βάση της με την οποία θεμελιωνόταν η κυριότητα του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου στον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 28/1997, ΟλΑΠ 30/1997).
Αντιθέτως, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς.
Εξάλλου, η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες ερείδεται το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.
Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης, "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ). Ως αιτιολογίες, όμως, νοούνται στην διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στη προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 1228/2021, ΑΠ 905/2018, ΑΠ 77/2018, ΑΠ 1020/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι ο αναιρεσίβλητος στήριξε το αίτημα της από 18-12-1981 αγωγής του για την αναγνώριση της κυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου στους ισχυρισμούς περί κτήσης κυριότητας εκ μέρους του με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα με αγορά του επιδίκου, ως τμήματος ευρύτερης έκτασης, αφενός κατά τα 15/16 εξ αδιαιρέτου από τον Π.
Θ. Κ., Α. Α. Σ., Δ. Α. Σ. και Α. Ε. Λ., δυνάμει της υπ' αριθμ. .../20-2-1980 συμβολαιογραφικής πράξης, και αφετέρου κατά το 1/6 εξ αδιαιρέτου από την Ε. χήρα Θ. Κ. δυνάμει της υπ' αριθμ. .../26-2-1980 συμβολαιογραφικής πράξης, καθώς και στους κανόνες της έκτακτης χρησικτησίας, λόγω της άσκησης πράξεων νομής επί του επιδίκου ακινήτου με διάνοια κυρίου εκ μέρους του, όπως και εκ μέρους των δικαιοπαρόχων του, για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία.
Ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου κατά παράγωγο τρόπο, χωρίς ωστόσο να αναφέρει τις σχετικές διατάξεις, στερούμενη με τον τρόπο αυτό παντελώς μείζονος προτάσεως. Ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραλείπει όχι μόνο να προσδιορίσει κατά περιεχόμενο τις εφαρμοσθείσες εκ μέρους της ουσιαστικές διατάξεις και να προβεί σε μία, έστω στοιχειώδη, ερμηνεία τους, αλλά και να κάνει μία απλή ενάριθμη αναφορά σ' αυτές, με συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση να στερείται αιτιολογιών και να στοιχειοθετείται έτσι η από το άρθρο 559 αρ. 19 αναιρετική πλημμέλεια.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ως αιτιολογίες της απόφασης νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές της, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η δε έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν και με βάση τις οποίες έγινε δεκτή η αγωγή, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-8-2019 αίτηση των 1) Σ. Φ., 2) Κ. Ν. και 3) Κ. Φ.-Κ. για αναίρεση της 174/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ