Legislator Case Law & Legislation
905/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to prove substantive law violation and improper evidence assessment.

Case Number 905/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the First Instance Court's judgment in a commercial dispute. The appellant argued that the lower court violated substantive law by incorrectly assessing evidence regarding a claimed 1.5% discount on sales revenue. The court ruled that the appellant's claim actually challenged the unreviewable factual evaluation of evidence rather than a legal error. Consequently, the appeal was rejected because the alleged violation of substantive law was based on an assessment of facts that the Supreme Court cannot review.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560, para. 1, Art. 561, para. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging a violation of substantive law is inadmissible if it merely contests the lower court's unreviewable assessment of evidence under the guise of legal error.

Keywords

AI generated
substantive law violation assessment of evidence inadmissible appeal commercial dispute unreviewable facts

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 560 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 905 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 905/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στα ... Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας, διατηρεί υποκατάστημα στην Καρδίτσα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γκαραβέλα. Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στο ... χιλιόμετρο της Ε.Ο. Τρικάλων - Καλαμπάκας, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαμπάκας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-8-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. .../16.10.2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Τρικάλων Β. Ν., ακριβές αντίγραφο της από 14.8.2017 αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο της 12ης Μαρτίου 2018, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στο νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης η οποία όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να δικασθεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία της σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Επομένως, επί των αποφάσεων των προαναφερομένων κατωτέρων δικαστηρίων λόγος αναιρέσεως ότι το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο, αντίστοιχος δηλαδή του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, δεν προβλέπεται και αν προταθεί είναι απαράδεκτος.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου προβάλει αντίστοιχα τις ακόλουθες αιτιάσεις: α) Ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας ως εφετείο κατ' αποφάσεως Ειρηνοδικείου, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτες τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιόν του η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη διότι κατά παράβαση των άρθρων 118 και 119 ΚΠολΔ δεν είχε αναφέρει το ΑΦΜ αυτής και τη διεύθυνση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του πληρεξουσίου δικηγόρου της. β) Ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτους τους ισχυρισμούς της εναγομένης, που είχε προβάλει στον πρώτο βαθμό, διότι δεν τους επανέφερε παραδεκτά στο δεύτερο κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ. Και γ) ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή η οποία κατά τους ισχυρισμούς του έπασχε από την επικαλούμενη ποιοτική αοριστία. Σύμφωνα όμως και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, εφόσον με την υπό κρίση αίτηση προσβάλλεται η υπ' αριθ. 13/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που δίκασε έφεση κατά της υπ' αριθ. 5/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καλαμπάκας, οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι.

Κατά το άρθρο 424 ΑΚ, ο οφειλέτης καταβάλλοντας έχει το δικαίωμα να απαιτήσει έγγραφη εξοφλητική απόδειξη και, αν εξοφλήσει ολοσχερώς, απόδοση του χρεωστικού εγγράφου. Από την απόδοση του χρεωστικού εγγράφου τεκμαίρεται η εξόφληση του χρέους. Με τη διάταξη αυτή θεσπίζονται δύο υποχρεώσεις του δανειστή, ο οποίος δέχεται την καταβολή προς απόσβεση (ολική ή μερική) χρέους του οφειλέτη:

α) Να συντάξει, υπογράψει και παραδώσει σ' αυτόν εξοφλητική απόδειξη, δηλαδή έγγραφο με το οποίο βεβαιώνει ότι έλαβε αυτό που του καταβλήθηκε. Και β) εφόσον η εξόφληση είναι ολοσχερής, υποχρεούται, πέραν της εξοφλητικής αποδείξεως, να αποδώσει στον οφειλέτη το χρεωστικό έγγραφο. Τούτο είναι έγγραφο που φέρει την υπογραφή του οφειλέτη ή του δικαιοπαρόχου του, με το οποίο αποδεικνύεται η ύπαρξη του χρέους, αδιαφόρως αν συντάχθηκε ως συστατικό ή αποδεικτικό.

Από την ως άνω διάταξη (424 εδ. β` ΑΚ) καθιερώνεται νόμιμο, γνήσιο, δικονομικό αλλά μαχητό τεκμήριο για το πραγματικό γεγονός ότι έγινε ολοσχερής καταβολή του χρέους. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 34 εδ. α' του ν. 5960/1933 "ο πληρωτής πληρώνων την επιταγή δύναται ν' απαιτήσει όπως του εγχειρισθεί αυτή εξοφλημένη υπό του κομιστού", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "πας υπόχρεος, κατά του οποίου ασκείται αναγωγή ...

δύναται να απαίτηση κατά την πληρωμήν την προς αυτόν παράδοσιν της επιταγής...". Επομένως, η παράδοση της επιταγής από το νόμιμο κομιστή της σε άλλο υπόχρεο από αυτή πρόσωπο παράγει το τεκμήριο της καταβολής του ποσού της απ' αυτόν που την κατέχει σε εκείνον που του την παρέδωσε (ΑΠ 774/2004). Απόκειται περαιτέρω στο δανειστή να ανατρέψει το τεκμήριο αυτό, ισχυριζόμενος ότι η κατοχή του τίτλου από τον οφειλέτη δεν οφείλεται σε απόδοση λόγω εξοφλήσεως, αλλά σε άλλον λόγο (ΑΠ 1506/2006, ΑΠ 1506/2003).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο ως εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως εκ των αποδείξεων τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με διαδοχικές συμβάσεις, πώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ποσότητες αλεύρων αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος, που συνολικά ανήλθε στο ποσό των 16.521,95 ευρώ, απέμεινε δε (μετά τις μερικές καταβολές που έλαβαν χώρα) υπόλοιπο 5.731,81 ευρώ.

Επίσης, αναφορικά με την ένσταση της εναγομένης ότι κατέβαλε πλην άλλων και ποσό 4.500 ευρώ με την οπισθογράφηση ισόποσης τραπεζικής επιταγής εκδόσεως τρίτου, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Έναντι του λογαριασμού αυτού, η εναγομένη παρέδωσε στην ενάγουσα τη με αριθ. ... επιταγή της ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ποσού 4.500 ευρώ, με εκδότη τον Σ.

Β., σε διαταγή της εναγομένης, με ημερομηνία 30.05.2009, η οποία εμφανίστηκε εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Το ποσό αυτό, ήτοι 4.500 ευρώ, με τη λήψη της επιταγής από την ενάγουσα την 03.12.2008, αφαιρέθηκε από τον ανωτέρω λογαριασμό αλλά πιστώθηκε εκ νέου την 27.08.2009 λόγω μη εξόφλησης.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η επιταγή αυτή επεστράφη από την ενάγουσα στην εναγομένη, με σκοπό η τελευταία να κινηθεί δικαστικά εναντίον του εκδότη (όπως και εγένετο, καθόσον εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...25.9.2009 διαταγή πληρωμής) χωρίς, ωστόσο, αυτή να έχει εξοφληθεί, όπως προαναφέρθηκε, ανατρεπομένου του νομίμου τεκμηρίου, κατ' αρθρ. 424 εδ.

β' Α.Κ.... Η μη πληρωμή της επιταγής αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι αυτή έχει σφραγισθεί λόγω μη ύπαρξης επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό του εκδότη, επιπλέον δε δεν προσκομίσθηκε από την εκκαλούσα κάποιο έγγραφο που να υποδηλώνει ότι καταβλήθηκε το ποσό της επιταγής στην εφεσίβλητη, αλλά ούτε προσκομίζεται κάποιο τιμολόγιο εξοφλημένο που να αφορά το ποσό των 4.500 ευρώ, λαμβανομένου υπόψη ότι η εκκαλούσα έχει υπογράψει στο παρελθόν όλα τα τιμολόγια που έχουν εξοφληθεί.

Η δε κατοχή του σώματος της επιταγής από την εκκαλούσα, δε σημαίνει αυτή η καθ' εαυτή (η κατοχή), οπωσδήποτε και εξόφληση της επιταγής..., καθόσον αποδείχθηκε εν προκειμένω ότι η παράδοση της επιταγής από την εφεσίβλητη στην εκκαλούσα έγινε με σκοπό να κινηθεί η τελευταία δικαστικώς κατά του εκδότη της επιταγής, χωρίς όμως αυτή (η εκκαλούσα) να την έχει εξοφλήσει..." Ακολούθως, το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε εκ του πράγματος τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που συνιστούσε και λόγο εφέσεως αυτής, σύμφωνα με τον οποίο δια της ανωτέρω επιταγής, που πληρώθηκε, εξόφλησε κατά το αντίστοιχο ποσό την ένδικη οφειλή.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 424 ΑΚ, 36, 46 και 47 ν. 5960/1933, και συνεπώς ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ., διότι με το να δεχθεί τα ανωτέρω (ότι δηλαδή η επιστροφή και παράδοση της επιταγής από την αναιρεσίβλητη στη αναιρεσείουσα δεν είχε την έννοια είσπραξης του ποσού της επιταγής και άρα δεν επέφερε ανάλογη απόσβεση της ένδικης οφειλής) παραβίασε το συναγόμενο από την κατοχή της επιταγής τεκμήριο εξοφλήσεως, είναι αβάσιμος.

Και τούτο διότι κατά την ανέλεγκτη παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας "...η επιταγή αυτή επεστράφη από την ενάγουσα στην εναγομένη, με σκοπό η τελευταία να κινηθεί δικαστικά εναντίον του εκδότη ...χωρίς, ωστόσο, αυτή να έχει εξοφληθεί, ανατρεπομένου του νομίμου τεκμηρίου, κατ' αρθρ. 424 εδ. β' Α.Κ..." Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας (560 αριθ. 1 ΚΠολΔ) πλήττεται η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου ως προς την παραδοχή του ότι η αναιρεσείουσα δεν πλήρωσε το ποσό της επιταγής αυτής στην αναιρεσίβλητη, πρέπει κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ενώ κατά το άλλο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση και άρα είναι αβάσιμος, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως κενό ή αμφιβολία στην άνω δήλωση βουλήσεως της αναιρεσίβλητης, δηλαδή στην παράδοση της επιταγής στην αναιρεσείουσα, αφού όπως σαφώς δέχθηκε το δικαστήριο, η παράδοση αυτής έγινε με σκοπό να κινηθεί η αναιρεσείουσα δικαστικά εναντίον του εκδότη της επιταγής και όχι λόγω εξοφλήσεως.

Επίσης με τον ίδιο λόγο προβάλλεται και η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία στις συναλλαγές, αν επιστραφεί η επιταγή, ουδέποτε παραδίδεται επί πλέον και εξοφλητική απόδειξη. Ο λόγος αυτός, όσον αφορά την ως άνω προβαλλόμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι την ερμηνεία κανόνα δικαίου, οπότε και μόνο ιδρύεται αναιρετικός λόγος (ΑΠ 516/2015).

Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 19 και 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Η μη αναγραφή όμως στην απόφαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, δεν συνιστά έλλειψη νόμιμης βάσης αυτής, ούτε εμπίπτει σε κανένα από τους λοιπούς λόγους αναίρεσης που περιοριστικά αναφέρονται στα άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 1357/2010). Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα ή την παραδοχή ενστάσεως αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ (ΑΠ 176/2011).

Κατ' ακολουθίαν, ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ αιτίαση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρατίθενται οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκαν, αναφορικά με την απόρριψη της προαναφερόμενης ενστάσεως της αναιρεσείουσας περί καταβολής 4.500 ευρώ (άρθρα 46 και 47 ν. 5960/1933 και 424 ΑΚ) και ότι γι' αυτό στερείται μείζονος πρότασης και σχετικής αιτιολογίας, είναι απαράδεκτος.

Ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, μέμφεται το κατ' έφεση δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, διότι εσφαλμένα δεν δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα (αναφερόμενα εκτενώς στο αναιρετήριο) πραγματικά περιστατικά που αυτός ισχυρίστηκε με τις προτάσεις του, δηλαδή ότι μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης είχε συμφωνηθεί ότι θα δικαιούταν έκπτωση 1,5% επί του συνολικού τζίρου των πωλήσεων (84.702 ευρώ), ώστε το οφειλόμενο τίμημα να είναι μειωτέο κατά 1.270,53 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Θέμα δικαστικής δαπάνης δεν τίθεται, εφόσον η αναιρεσίβλητη λόγω της ερημοδικίας της δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Αυγούστου 2017 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 13/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ