Supreme Court dismisses appeal for missing legal basis citation, upholding labor contract termination rejection.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's rejection of his labor contract termination claim. The appellant argued the lower court failed to cite specific legal provisions, while the employer contended the dismissal was based on legitimate business restructuring. The court ruled that missing citations do not invalidate a decision if the substantive grounds are clear and sufficient for appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559(19) of the Code of Civil Procedure; Article 93(3) of the Constitution: The absence of cited legal provisions in a judgment does not render it appealable if the substantive reasoning is sufficient to allow appellate review of the correct application of law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 77 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 77/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Β. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Στυλιανού Παπανδρεόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σακαλή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2413/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4006/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 24-6-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.
Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ). Ως "αιτιολογίες" όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω κι αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Ο πρώτος συνεπώς αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσιβαλλομένη πλήττεται, επειδή δεν περιέχει μείζονα πρόταση, στην οποία να διαλαμβάνονται οι κανόνες δικαίου που εφαρμόστηκαν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η πλημμέλεια αυτή δεν εμπίπτει σε κανένα από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (AΠ 1724/2010).
2. Κατά το άρθρο 669 ΑΚ η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας είναι αναιτιώδης μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του μισθωτού και του εργοδότη. Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού από τον εργοδότη δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε αν η καταγγελία έγινε κατά κατάχρηση του οικείου δικαιώματος είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη.
Καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, και επομένως άκυρη είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου.
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, εν όψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και αν καταστεί υπερήμερος να καταβάλει τους μισθούς του, σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 ΑΚ. Εξάλλου, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση η ή κατάργηση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.(ΑΠ 261/2016)
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 121/2014, 200/2013).
4. Το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη "Στις 4 Ιουνίου 2007 ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί ως επικεφαλής του τότε τμήματος … της εναγομένης, τμήμα που με την από 24 Ιουνίου 2009 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης αναβαθμίστηκε σε Διεύθυνση υπό την εποπτεία του διευθύνοντος συμβούλου της, με αντικείμενο την ανάπτυξη υποδομών και μεθοδολογίας για την επιλογή των κατάλληλων επενδυτικών μέσων και στρατηγικών αναφορικά με τα εναλλακτικά επενδυτικά κεφάλαια, η οποία συνίστατο στην επεξεργασία στατιστικών δεδομένων των άνω κεφαλαίων και τη διενέργεια ποιοτικών και ποσοτικών αναλύσεων και ερευνών με σκοπό τον προσδιορισμό των καλύτερων επενδυτικών επιλογών στον τομέα αυτό.
Σύμφωνα με την προαναφερόμενη σύμβαση εργασίας ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως διαχειριστής χαρτοφυλακίου και αναλυτής επενδύσεων στην εναγόμενη και σε άλλα πρόσωπα, εκτός αυτής, υποδεικνυόμενα και συνεργαζόμενα με την τελευταία, τα οποία θα ανήκαν στον όμιλο εταιρειών της Τράπεζας….
Το φθινόπωρο του 2009 οι Διευθύνσεις της εναγομένης προέβησαν σε καταγραφή των λειτουργικών τους κινδύνων, δηλαδή των ζημιών που μπορούν να επέλθουν από τη μη τήρηση και την ανεπάρκεια των εσωτερικών διαδικασιών, προκειμένου οι σχετικές εκθέσεις να αποσταλούν στη Διεύθυνση Διαχείρισης Κινδύνων της εναγομένης και στη συνέχεια στη Διεύθυνση Διαχείρισης Κινδύνων της μητρικής εταιρείας με την επωνυμία " … Α.Ε.".
Ο ενάγων, ο οποίος ήταν πλέον διευθυντής της Διεύθυνσης … της εναγομένης, στην έκθεση που συνέταξε παρουσίασε ιδιαίτερα υψηλό κίνδυνο σε δύο από τις δέκα έξι διαδικασίες συνολικά της Διεύθυνσης του. Ο διευθυντής της Διεύθυνσης Διαχείρισης Κινδύνων της εναγομένης Σ. Κ. με την από 23 Δεκεμβρίου 2009 επιστολή του προς τη Διεύθυνση Κινδύνων της Τράπεζας… ενημέρωσε την τελευταία ότι έκρινε πως στη φάση εκείνη ήταν σκόπιμο να της αποστείλει την καταγραφή των διαδικασιών και στην επόμενη εφαρμογή του πλαισίου διαχείρισης λειτουργικού κινδύνου τη καταγραφή των κινδύνων της Διεύθυνσης …, διότι δεν είχαν δημιουργηθεί προϊόντα για την υλοποίηση των επενδυτικών προτάσεων της Διεύθυνσης αυτής.
Στις 28 Δεκεμβρίου 2009 ο ενάγων, αφού έλαβε γνώση του περιεχομένου της πιο πάνω επιστολής, συνέταξε εσωτερικό σημείωμα προς : α) τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης και β) προς το διευθυντή της Διεύθυνσης Διαχειριστικών Κινδύνων της εναγομένης, με την οποία, μεταξύ άλλων, εξέφρασε την αντίθεση του στην παραπάνω απόφαση του διευθυντή της Διεύθυνσης Κινδύνων της εναγομένης και κατέληξε στο ότι εάν δεν υπήρχε διορθωτική ενέργεια εντός τριών ημερών ή άλλη απάντηση με την οποία θα γινόταν καταγραφή των γεγονότων που είχαν λάβει χώρα και εάν δεν αποκαθίστατο το κύρος της Διεύθυνσης, της οποίας προΐστατο, η τελευταία θα προέβαινε σε δραστική αποκλιμάκωση των λειτουργιών της, αναμένοντας τις γραπτές οδηγίες και στόχους της Διοίκησης και της Διεύθυνσης Διαχειριστικών Κινδύνων της εναγομένης.
Την επόμενη ημέρα, στις 29 Δεκεμβρίου 2009, ο Σ. Κ., Διευθυντής της Διεύθυνσης Διαχειριστικών Κινδύνων και Διεθνών Δραστηριοτήτων της εναγομένης απέστειλε στον ενάγοντα σημείωμα, με το οποίο υπεραμύνθηκε της επιλογής του για την αποστολή στη Διεύθυνση Διαχείρισης Κινδύνων της … Τράπεζας και του Ομίλου αυτής μόνο των διαδικασιών της Διεύθυνσης …, καταλογίζοντας στον ενάγοντα υπερεκτίμηση της βαρύτητας των κινδύνων και υιοθέτηση πρακτικών που δεν ήταν εναρμονισμένες με την πολιτική του ομίλου και δεν είχαν εγκριθεί από την αρμόδια υπηρεσία του ομίλου.
Στις 30 Δεκεμβρίου 2009 ο ενάγων με από την ημερομηνία αυτή σημείωμα διαμήνυσε στον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης ότι η Διεύθυνση …, στην οποία υπηρετούσαν συνολικά τέσσερα άτομα, αδυνατεί να αντιμετωπίσει τους λειτουργικούς κινδύνους της χωρίς τη στήριξη της διοίκησης της εναγομένης, ότι αναγκάζεται να αποκλιμακώσει τη λειτουργία της και ότι αναμένει τους γραπτούς στόχους και τις οδηγίες του προέδρου.
Στη συνέχεια και μετά την ανταλλαγή και άλλων επιστολών μεταξύ του ενάγοντος και του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης Α. Κ., από τις οποίες δεν προκύπτει ότι ο τελευταίος πίεσε τον ενάγοντα να αναθεωρήσει, παραβιάζοντας τις ισχύουσες διατάξεις, τους κανονισμούς και τις οδηγίες των εποπτικών αρχών, την αξιολόγηση του, όσον αφορά τους λειτουργικούς κινδύνους της διεύθυνσης … της εναγομένης, το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης με την από 28 Ιουνίου 2010 απόφαση του κατήργησε τη Διεύθυνση …, ενώ η λειτουργία της παρατάθηκε μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2010, προκειμένου να τακτοποιηθούν οι εκκρεμότητές της.
Το ανωτέρω δε γεγονός, δηλαδή ότι καταργήθηκε πραγματικά και όχι προσχηματικά η προαναφερόμενη διεύθυνση της εναγόμενης, δεν αναιρείται από το ότι στην ηλεκτρονική διεύθυνση της εναγομένης www…..gr αναφέρεται μέχρι τις 14 Αυγούστου του 2012 ως προϊόν της οι …, διότι ο ενάγων δεν επικαλέστηκε κάποιο συγκεκριμένο προϊόν αυτής της κατηγορίας.
Στη συνέχεια ο ενάγων δεν τοποθετήθηκε ως διευθυντής : α) σε κάποια από τις λοιπές διευθύνσεις της εναγομένης, β) ούτε σε κάποια από τις διευθύνσεις των άλλων εταιρειών του ομίλου της …Τράπεζας. Ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη μπορούσε να απασχολήσει τον ενάγοντα σε θέση διευθυντή Διεύθυνσής της, αφού δεν προέκυψε ότι υπήρχε τέτοια κενή θέση.
Όσον, δε, αφορά τη δυνατότητα απασχόλησης του ενάγοντος σε διευθυντική θέση άλλης εταιρείας του ομίλου της … Τράπεζας δεν αποδείχθηκε ούτε ότι υπήρχε τέτοια κενή θέση, ούτε ότι η εναγόμενη μπορούσε να επηρεάσει καθοριστικά τις αποφάσεις των λοιπών επιχειρήσεων του ομίλου και να επιβάλει την απασχόληση του ενάγοντος σε διευθυντική θέση.
Τουναντίον η εναγόμενη, τηρώντας την αρχή ότι προτού απολυθεί εργαζόμενος, λόγω κατάργησης της θέσης εργασίας του, πρέπει να τοποθετείται σε κενή θέση εργασίας στο ίδιο ή σε άλλα τμήματα της επιχείρησης πρότεινε στον ενάγοντα να εργαστεί σε θέση υποδεέστερη αυτής που είχε μέχρι τότε και συγκεκριμένα σε υπαλληλική θέση της Διεύθυνσης Δικτύων, Πελατείας, και Marketing, με αντικείμενο εργασίας την ανάπτυξη και την παρακολούθηση της επίσημης ιστοσελίδας της εναγομένης στο διαδίκτυο, χωρίς μείωση των μέχρι τότε συμβατικών αποδοχών του, Ο ενάγων, όπως είχε δικαίωμα, αφού η προταθείσα σε αυτόν θέση ήταν υποδεέστερη της θέσης που μέχρι τότε κατείχε και το αντικείμενο της δεν περιλαμβανόταν στο γνωστικό του πεδίο, το οποίο είχε γνωστοποιήσει στην εναγόμενη από την έναρξη της συμβατικής τους σχέσης, αρνήθηκε την πρόταση αυτή.
Στη συνέχεια, στις 4 Νοεμβρίου 2010, του κοινοποιήθηκε η από την ημερομηνία αυτή έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας που είχε συνάψει με την εναγόμενη. Η καταγγελία αυτή, οποία είναι πράξη αναιτιώδης δεν αποδείχθηκε ότι έγινε από λόγους εμπάθειας και εχθρότητας της εναγομένης στο πρόσωπο του ενάγοντος, αλλά ότι υπήρξε συνέπεια της επιχειρηματικής απόφασης της εναγομένης να καταργήσει τη Διεύθυνση ….
Και αυτό διότι : α) υπήρξε ασυμφωνία του ενάγοντος με το διευθύνοντα σύμβουλο και νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης όσον αφορά το καίριο θέμα της υλοποίησης των προϊόντων της Διεύθυνσης και την αυτοαξιολόγηση των λειτουργικών της κινδύνων, με αποτέλεσμα την αδυναμία συνεργασίας τους, που όμως ήταν αναγκαία για την λειτουργία της διεύθυνσης … και β) η εναγόμενη είχε αποφασίσει για λόγους οικονομοτεχνικούς να μην προσλάβει τουλάχιστον δύο ακόμη στελέχη υψηλών προδιαγραφών για τη Διεύθυνση αυτή, μη ικανοποιώντας σχετικό αίτημα του ενάγοντος, σύμφωνα με τον οποίο οι προσλήψεις αυτές ήταν αναγκαίες για τη ανταπόκρισή της ανωτέρω διεύθυνσης στις απαιτήσεις του κανονισμού λειτουργίας της.
Οι λόγοι αυτοί οδήγησαν την εναγόμενη να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης που είχε συνάψει με τον ενάγοντα, πράξη, κατά τα προαναφερόμενα, νόμιμη, η οποία δεν μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο ως προς τη σκοπιμότητα της. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη είχε αναλάβει συμβατική δέσμευση έναντι του ενάγοντος να μην τον απομακρύνει από τη θέση του για επιπλέον δύο έως τρία χρόνια, που απαιτούνταν για την πλήρη συνταξιοδότηση του, ενώ από καμία διάταξη νόμου δεν απαγορευόταν η απόλυση του ενάγοντος για λόγους που σχετίζονται με την ηλικία του (γεννήθηκε το 1952 ), τα κινητικά προβλήματα που αντιμετώπιζε και το γεγονός ότι, όταν απολύθηκε, ήταν πατέρας ενός ανήλικου τέκνου" Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την ασκηθείσα από την εναγόμενη έφεση, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή του ενάγοντα, με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της από 19.12.2007 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, ως καταχρηστικής, Στη συνέχεια αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών -που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα- στις αναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648, 652, 656 και 349 - 351, 361 ΑΚ, 669, 281 ΑΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, ενώ ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 εδ α ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 59, 281, 288, 648, 652, 914 ΑΚ, που δεν ήταν εφαρμοστέες, αφού τέτοια βάση στην αγωγή του, δεν είχε ο ενάγων, δηλαδή ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεώς του λόγω βλαπτικής μεταβολής των συνθηκών εργασίας του.
Επομένως ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του και ο τρίτος αναιρετικός λόγος εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Στη συνέχεια το εφετείο διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων και δη α) ως προς την αβασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών ότι η καταγγελία της συμβάσεως του ενάγοντα από την εναγομένη έγινε από λόγους εμπάθειας και εχθρότητας στο πρόσωπο του ενάγοντα, που υπήρξε και η βάση της αγωγής του, β) ως προς την συνδρομή οικονομοτεχνικών λόγων για την απόλυση του, δηλαδή ότι αποτέλεσε συνέπεια της επιχειρηματικής απόφασης της εναγομένης να καταργήσει τη Διεύθυνση … για την οποία και είχε προσληφθεί ειδικώς, η οποία δεν μπορούσε να ελεγχθεί από το Δικαστήριο ως προς τη σκοπιμότητα της, παραθέτοντας στην προσβαλλόμενη, ως προς τα κρίσιμα αυτά ζητήματα, σαφείς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή τους και συνακόλουθα δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Και τούτο διότι, προκύπτουν σαφώς και με πληρότητα από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία εμφαίνεται η αβασιμότητα όλων των ανωτέρω αγωγικών ισχυρισμών. Συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-6-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 4006/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών-Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ