Supreme Court dismisses appeal against lower court's order to correct land registry entries for private owners.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's order to correct land registry entries. The lower court accepted the private owners' request to replace an erroneous 'unknown owner' entry with their names, while rejecting the State's intervention. The Court ruled that the First Instance Court had considered all evidence, including the State's submitted documents, and that the specific ground of appeal regarding unconsidered evidence is inadmissible in voluntary proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495(1), 495(4), 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 11 of Section 559 of the Code of Civil Procedure: In voluntary proceedings, an appeal ground alleging that the court failed to consider specific evidence is inadmissible if the lower court's decision explicitly states it considered all submitted documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1563 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1563/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σμαράγδα Λεκκού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Γ. ή Γ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Α. Β. του Σ. - Γ., 3) Γ. - Κ. Β. του Σ. - Γ. και 4) Α. - Α. Β. του Σ. - Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Κόντου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2016 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 22-2-2016 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2458/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5729/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-11-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 6-11-2020 (αριθ. καταθ. 8798/1039/6-11-2020), αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 5729/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της υπ'αριθμ. 2458/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αίτηση των αναιρεσίβλητων για τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής του αναφερομένου σε αυτήν ακινήτου στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου του Δήμου Ελευσίνας Αττικής και είχε διαταχθεί η διόρθωση, ώστε αντί της εσφαλμένης καταχώρισης "άγνωστος ιδιοκτήτης" να καταχωριστούν οι αιτούντες ως κύριοι του επιδίκου ακινήτου, επί πλέον δε είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η κυρία παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552 Κ. και 552, 553,556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων του Ν 2664/1998 "Περί Εθνικού Κτηματολογίου" 1 παρ. 2 εδάφ. α' και παρ. 3 περ. α', 6 παρ. 1, 2 και 3, όπως οι παρ.2 και 3 του τελευταίου αυτού άρθρου αντικαταστάθηκαν με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.3 του Ν 4164/2013, συνάγεται ότι, στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "άγνωστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα στο ακίνητο ασκεί αίτηση ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου οριστεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει διόρθωση της ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής.
Αντικείμενο της εν λόγω δίκης είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, σύμφωνα με τη διαπίστωση αυτή, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "άγνωστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του δικαιώματος που υπάρχει.
Έτσι, αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται δεν είναι η αυθεντική διάγνωση αμφισβητούμενου δικαιώματος, ανεξάρτητα από το ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου. Γι' αυτό, άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 2664/1998 αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης (αρχικής) εγγραφής, όχι, όμως, και στην αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, ενώ στην τροποποιημένη αυτή διάταξη ορίζεται ότι "εάν η αίτηση απορριφθεί ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου..." ( ΑΠ 1585/2024, ΑΠ 41/2022, ΑΠ 812/2020, ΑΠ 1020/2018, ΑΠ 208/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 591/2024, ΑΠ91/2023).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους ( ΑΠ 591/2024, ΑΠ 1036/2023, ΑΠ 950/2023, ΑΠ 15/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "....Δυνάμει της ...-1987 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Α. Δ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας στον τόμο 182 με αριθμό 437, κατακυρώθηκε υπέρ του πρώτου των αιτούντων, Σ.
Γ. ή Γ. του Ν., κατά ποσοστό 60% εξ αδιαιρέτου και του δικαιοπαρόχου των υπολοίπων αιτούντων, Γ. Β. του Σ., κατά ποσοστό 40% εξ αδιαιρέτου, ως τελευταίων υπερθεματιστών, ένα γήπεδο, έκτασης 10.139,40 τ.μ περίπου ή όσης έκτασης και αν είναι πλέον ή έλαττον, μετά του επ' αυτού κτιριακού συγκροτήματος, παραρτημάτων και παρακολουθημάτων του, αποτελούμενου από βιοτεχνικό χώρο εμβαδού 873,93 τ.μ και αποθηκευτικούς χώρους συνολικού εμβαδού 2.732,40 τ.μ, κείμενο στη θέση "Βόρο" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μάνδρας Αττικής, εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του εν λόγω Δήμου, εμφαινόμενο με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Ρ Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ στο από Ιουνίου 1976 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα και τοπογράφου μηχανικού Γ.
Π., που προσαρτάται στο .../1976 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς, Β. Π. και συνορευόμενο βόρεια, επί πλευράς μήκους 117,75 μέτρων, με ιδιοκτησία Α.Ε.Ι Α. και ιδιωτική οδό, ανατολικά, επί πλευράς μήκους 87,50 μέτρων με ιδιοκτησία της εταιρίας "Π. Α.Ε", νότια, επί πλευράς μέτρων 87,30 μέτρων, με ιδιοκτησία ομοίως της εταιρίας "Π.
Α.Ε" και δυτικά, επί πλευράς 121,50 μέτρων, με ιδιοκτησία επίσης της εταιρίας "Π. Α.Ε". Το ανωτέρω ακίνητο εκπλειστηριάστηκε με την ...-1987 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, κατόπιν επισπεύσεως του Διευθυντή του Ταμείου ΦΑΒΕ Αθηνών και ήταν ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ν.
Γ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΡΓΥΡΟΧΡΥΣΟΧΟΪΑΣ και πολύτιμων λίθων". Δυνάμει του ...-1998 συμβολαίου δωρεών εν ζωή ψιλής κυριότητας ποσοστού εξ αδιαιρέτου ακινήτου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Κ. Ν. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας στον τόμο 222 με αριθμό 466, ο Γ. Β. του Σ.
δώρησε κατ' ισομοιρία στους δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των αιτούντων, ήτοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, την ψιλή κυριότητα του ανήκοντος σ" αυτόν ποσοστού των 40/100 εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου, παρακρατώντας την επικαρπία τούτου υπέρ αυτού και εφ' όρου ζωής του. Ακολούθως, ο άνω δωρητής απεβίωσε, την 1-11-1999, με συνέπεια να ενωθεί αυτοδικαίως στο πρόσωπο των αιτούντων αυτών το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας με εκείνο της επικαρπίας, καθιστάμενος έτσι έκαστος εξ αυτών συγκύριος του επιδίκου κατά ποσοστό 13,33% (40% : 3 = 13,33%) εξ αδιαιρέτου.
Στους δικαιοπαρόχους των αιτούντων το ένδικο ακίνητο περιήλθε ως εξής: Με το .../1976 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς, Β. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Ν. Σ. Γ. ή Γ. κατά ποσοστό 51% ο Σ.-Γ. Β. κατά ποσοστό 30% και η Ο.- Ν. Γ. ή Γ. κατά ποσοστό 19% απέκτησαν με αγορά από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ι.
Μ. Α. Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Ξύλου" το επίδικο, που αποτελούσε τμήμα μείζονος έκτασης, όπως περιγράφεται. Οι ανωτέρω αγοραστές Ν. Γ. ή Γ. και η Ο. - Μ. συζ. Ν. Γ., με το .../1977 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς, Β. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασαν, λόγω πώλησης, τα μερίδιά τους προς την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Ν.
Γ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε", της οποίας ήταν μέλη. Με το .../1977 συμβόλαιο Σύστασης Ανωνύμου εταιρείας δια μετατροπής της άνω ομόρρυθμης εταιρείας και της Ατομικής επιχείρησης του ιδίου ως άνω του συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, συστάθηκε η ανώνυμη εταιρία με την . επωνυμία "Ν. Γ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΡΓΥΡΟΧΡΥΣΟΧΟΙΑΣ" στην οποία και συνεισφέρθηκε, κατά πλήρη κυριότητα, το επίδικο ακίνητο από την ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρία και τον Σ. - Γ.
Β., υπερθεματιστή του υπολοίπου 30 %. Στην απώτερο δικαιοπάροχο εταιρεία με την επωνυμία "Ι. Μ. Α. Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Ξύλου" περιήλθε το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα μείζονος έκτασης, δυνάμει του ...-1975 συμβολαίου σύστασης ανωνύμου εταιρίας του συμβολαιογράφου Αθηνών, Λ. Ν. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, με εισφορά του επιδίκου ακινήτου Ι.
Α. Στον τελευταίο η μείζονα έκταση, τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο, περιέλθει με διαδοχικές αγορές από τους αδελφούς Α. και Μ. Κ. Μ. δυνάμει των .../1970 και .../1970 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Πειραιά, Φ. Γ. Ρ., που μεταγράφηκαν νόμιμα και των .../1971 και .../1971 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων της συμβολαιογράφου Ελευσίνος, Β.
Κ. Δ., που μεταγράφηκαν νομίμως. Στον ανωτέρω πωλητή Α. Κ. Μ. περιήλθε η μείζονα έκταση με αγορά από τον Κ. Α. Μ., δυνάμει του .../1967 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ελευσίνος, Κ. Ν., που μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ στον Μ. Κ. Μ. περιήλθε η μείζονα έκταση με αγορά επίσης από τον Κ. Α. Μ. δυνάμει του .../1968 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ελευσίνος, Κ.
Ν., που μεταγράφηκε νόμιμα. Στον ανωτέρω απώτερο κοινό δικαιοπάροχο Κ. Α. Μ. περιήλθε το επίδικο ακίνητο σε μείζονα έκταση δυνάμει: α) του .../1943 συμβολαίου ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Ελευσίνας, Α. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα, με ανταλλαγή παρά του Γ. Ι. Τ. και β) εν μέρει με αγορά παρά της Μ. συζ. Λ. Ζ. το γένος Σ.
Σ. δυνάμει του .../1950 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ελευσίνας, Α. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα. Στον ανωτέρω μεν απώτερο δικαιοπάροχο Γ. Ι. Τ. είχε περιέλθει η άνω μείζων έκταση με το .../1940 συμβόλαιο δωρεάς αιτία θανάτου του συμβολαιογράφου Ελευσίνος, Α. Α., που έχει μεταγραφεί νομίμως, με δωρεά αιτία θανάτου του πατέρα του Ι.
Μ. Τ., στον οποίο είχε περιέλθει εκ κληρονομιάς του προ 50ετίας αποβιώσαντος εξ αδιαθέτου πατρός του, δηλαδή προ του έτους 1890, ενώ στην απώτερη δικαιοπάροχο Μ. συζ. Λ. Ζ. το γένος Σ. Σ. είχε περιέλθει η μείζων έκταση με το .../1941 μεταβιβαστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ελευσίνος, Α. Α., που έχει μεταγραφεί νομίμως, με μεταβίβαση κτημάτων από τον Ν.
Σ. Σ., στον οποίο είχε περιέλθει εκ κληρονομιάς του κατά το έτος 1925 αποβιώσαντος πατρός του Σ. Σ., δυνάμει της από 19 Αυγούστου 1919 ιδιόγραφης διαθήκης του και της από 21 Σεπτεμβρίου 1924 ομοίως τοιαύτης συμπληρωματικής, που δημοσιεύθηκαν νομίμως στο Πρωτοδικείο Αθηνών.
Περαιτέρω, αφού η περιοχή του Δήμου Ελευσίνας κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση με την. ...-2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος, διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού Γραφείου Ελευσίνας και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 30η Ιανουαρίου 2004.
Το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε στα οικεία κτηματολογικά βιβλία με ΚΑΕΚ γεωτεμαχίου 050495004101/0/0, φερόμενο ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", καθώς οι αιτούντες δεν υπέβαλαν δήλωση ιδιοκτησίας, σύμφωνα με το ν. 2308/1995, κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης. Το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο, λόγω του δασικού χαρακτήρα του, ανήκει στην κυριότητά του κατά τεκμήριο.
Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από κανένα προσκομιζόμενο αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ήταν δάσος κατά το χρόνο ισχύος του ΒΔ της 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", έτσι ώστε να τεκμαίρεται η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων, που αποτελούσαν δάση (ΑΠ 363/2017, ΑΠ 638/2016, 712/2015, ΑΠ 1524/2012, ΑΠ 400/2011).
Ενισχυτικό των παραπάνω είναι τα ακόλουθα: Με το 1001/20-10-1976 έγγραφο του Δασονομείου Ελευσίνας βεβαιώθηκε, κατόπιν αιτήσεως του Ν. Γ., ότι η επίδικη έκταση εμβαδού 10.132,40 τ.μ. είναι μη δασική και δεν διέπεται από τις διατάξεις της δασικής Νομοθεσίας.
Στη συνέχεια εκδόθηκε το ...-1976 έγγραφο του τότε τμήματος Δασών του Διαμερίσματος Δυτ. Αττικής της Νομαρχίας Αττικής, σύμφωνα με την οποία η έκταση δεν αποτελεί δάσος ή δασική έκταση σύμφωνα με το Ν.Δ 86/69. Κατόπιν εκδόθηκε η 5368/14-12- 1976 πολεοδομική άδεια της Νομαρχίας Αττικής για την ανέγερση εργοστασίου στο επίδικο και η Ν.Β. 7271/1976 άδεια εγκατάστασης εργοστασίου αργυροχρυσοχοϊας της Δ/νσης Βιομηχανίας Διαμερίσματος Δυτικής Αττικής της Νομαρχίας Αττικής.
Με το ...-1980 έγγραφο της Δ/νσης Δασών Δυτικής Αττικής ανακλήθηκε μεν το .../1976 έγγραφο του τότε τμήματος Δασών του Διαμερίσματος Δυτικής Αττικής της Νομαρχίας Αττικής και εκδόθηκε το .../1981 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής του Δασάρχη Αιγάλεω για το επίδικο ακίνητο. Κατόπιν ασκήσεως κατ' αυτού ανακοπής από τους Ν.
Γ., Σ. - Γ. Β. και Ο. - Μ. συζ. Ν. Γ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Δασάρχη Αιγάλεω Αττικής, εκδόθηκε η 65/1982 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας, που ακύρωσε το παραπάνω πρωτόκολλο ως προς όλες του τις διατάξεις. Σύμφωνα δε με το σκεπτικό της εν λόγω δικαστικής απόφασης, όλοι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των αιτούντων κατείχαν και ενέμοντο το επίδικο συνεχώς, αδιαταράκτως και με καλή πίστη από του έτους 1880 και εντεύθεν, ενεργώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες διακατοχικές πράξεις, ήτοι καλλιεργούσαν τα πεδινά τμήματα και έβοσκαν τα ποίμνιά τους στα βραχώδη τμήματα, όπου είχαν εγκαταστήσει και τα ποιμνιοστάσιά τους και έγιναν έτσι κύριοι του επιδίκου δια εκτάκτου χρησικτησίας.
Επιπλέον αναφέρει, ότι τμήμα της μείζονος έκτασης πέριξ του επιδίκου απαλλοτριώθηκε υπέρ των εταιριών ΠΕΤΡΟΛΑ και TITAN και την καθορισθείσα αποζημίωση εισέπραξαν ιδιώτες και όχι το Δημόσιο. Το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας και επ' αυτής εκδόθηκε η 1471/1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση, διότι, σύμφωνα με το σκεπτικό της, η επίδικη έκταση ανέκαθεν ήταν ιδιωτική και ουδέποτε στο παρελθόν το Δημόσιο προέβαλε δικαιώματα.
Με την δε ...-2013 απόφαση της Β/θμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, το επίδικο, ως τμήμα ευρύτερης έκτασης, χαρακτηρίστηκε ως "μη υπαγόμενη στη δασική νομοθεσία, καθότι έχει απολέσει νομίμως και όχι κατόπιν αυθαίρετης ή παράνομης ενέργειας το δασικό της χαρακτήρα μέχρι την 11η Ιουνίου 1975, ημερομηνία έναρξης ισχύος του Συντάγματος".
Τέλος, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι το επίδικο, ως ανήκον σε μεγαλύτερη έκταση, περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της από 09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος", άλλως ότι περιήλθε σ' αυτό βάσει του άρθρου 1 του από 3/12.12.1833 β.δ/τος ως λιβάδι ή βοσκότοπος, άλλως βάσει των διατάξεων του από 10.07.1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" ως αδέσποτη έκταση, άλλως με τακτική ή με έκτακτη χρησικτησία.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την κύρια παρέμβαση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, απορρίπτοντας ρητώς τον ισχυρισμό του περί του δασικού χαρακτήρα του επιδίκου και σιωπηρώς τους υπολοίπους ισχυρισμούς του και έκανε δεκτή ως ουσία βάσιμη την αίτηση, διαπιστώνοντας το εγγραπτέο δικαίωμα των αιτούντων, δεν έσφαλε ούτε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ούτε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζονται από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με τους συναφείς λόγους έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα...".
Με βάση τα περιστατικά αυτά το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 2458/2017 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με την οποία αυτό (πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), αφού συνεκδίκασε την από 3-1-2016 αίτηση των αναιρεσίβλητων από τα άρθρα 6§§1, 2 και 3 ν. 2664/1998, με την από 22-2-2016 κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αίτηση των αναιρεσίβλητων, με την οποία ζήτησαν τα αναφερόμενα σ' αυτήν, επικαλούμενοι ανακριβή πρώτη κτηματολογική εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, σύμφωνα με την οποία φέρεται το επίδικο ακίνητο ως ιδιοκτησία αγνώστου ιδιοκτήτη, απέρριψε την κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής.
Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ,το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις :
α) των άρθρων 6 παρ. 1, 2 και 3 του ν.2664/1998, όπως ήδη ισχύει, 496, 498, 1033, 1192, 1198 ΑΚ, β) 62 παρ. 1 του ν.998/1979, 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", γ) 1 του Β.Δ. της 3/15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", 1 του ν. ΚΘ' της 31.1/18.2.1864 "περί βοσκησίμων γαιών", 3 του ν.
ΨΝΖ της 27.3/1.4.1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λειβαδιών", δ) 16 του από 21.6/10.7.1837 νόμου "περί διοικήσεως κτημάτων", ε) της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης της 9-7-1832 "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος", των από 3 Φεβουαρίου, 4/16 Ιουνίου και 19.6/1.7.1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, και στ) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου v. 8 παρ. 1 Κωδ (7.39), ν. 9 παρ. 7 (Βας.. 50.14), ν. 2 παρ. 2 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 πανδ) (23.3), 18 και21 του ν. 21.6/10.7.1837 "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", 51 του ΕισΝΑΚ, του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου που εκδόθηκαν βάσει , αυτού και ίσχυσαν και πέραν του έτους 1926, και 21 του ν.δ.. 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης".
Με την ανωτέρω κρίση του το Εφετείο, δεχόμενο με βάση το σύνολο των παραδοχών του, ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ιδιωτική έκταση , καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι ήταν δάσος κατά τον χρόνο ισχύος του ΒΔ της 17-11-1836 " περί ιδιωτικών δασών", έτσι ώστε να τεκμαίρεται η κυριότητα του Δημοσίου, επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ,ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι η επίδικη έκταση αποτελούσε ανέκαθεν ιδιωτική έκταση την κυριότητα της οποίας απέκτησαν οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσίβλητων αλλά και οι ίδιοι (αναιρεσίβλητοι), τόσο με παράγωγο, όσο και πρωτότυπο τρόπο, κατά τα προεκτεθέντα.
Επομένως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για παραβίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις παραπάνω διατάξεις του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Ολ ΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός από αυτά, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 145/2023, ΑΠ 1277/2019, ΑΠ 1091/2019).
Από το γεγονός δε ότι γίνεται ιδιαίτερη αναφορά σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, δεν συνάγεται χωρίς άλλο ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη, αφού η απόδοση σε κάποιο αποδεικτικό μέσο από το δικαστήριο μεγαλύτερης βαρύτητας από ότι σε κάποιο άλλο ισοδύναμο με αυτό, ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου (Ολ ΑΠ 14/2005, ΑΠ 257/2023).
Εξ άλλου, για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος, απαιτείται, όχι μόνον η προσκομιδή, αλλά και η επίκληση του μη ληφθέντος υπόψη αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 510/2023). Σύμφωνα δε με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1, 240, 453, 524 παρ. 1 και 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του όσα αποδεικτικά μέσα προσκομίστηκαν νόμιμα, εφ' όσον, παράλληλα, υπάρχει σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, ώστε, να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητα τους (AΠ 363/2017). Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων σε προηγούμενη συζήτηση, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων (Ολ ΑΠ 9/2000, Ολ ΑΠ 14/2005, ΑΠ 510/2023, ΑΠ 1274/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της ένδικης αίτησης, από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του στο πλαίσιο της αποδεικτικής διαδικασίας, το υπ'αριθμ. πρωτ. ...-2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Δυτικής Αττικής και Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, το οποίο προσκόμισε και επικαλέστηκε , προς απόδειξη του ισχυρισμού του, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σχετικά με το ζήτημα του χαρακτήρα και της μορφής της επίδικης έκτασης.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την μορφή της επίδικης έκτασης, έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τα διάδικα μέρη, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το προαναφερόμενο, φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη, έγγραφο, που νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε το τότε εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.
Τέλος, ο λόγος αυτός είναι σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος ως απαράδεκτος και για το λόγο ότι κατά την εκούσια διαδικασία δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.( ΑΠ 115/2023, ΑΠ 1776/2022, ΑΠ 1187/2022,ΑΠ 976/2020, ΑΠ 528/2017, ΑΠ 560/2016, ΑΠ 769/2015). Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 5729/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος τους που προέβαλαν με τις προτάσεις τους, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6.11.2020 (αριθ. εκθ. κατ. 8798/1039/6-11-2020) αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 5729/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου