Legislator Case Law & Legislation
560/2016 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on land ownership dispute, remanding case due to insufficient evidence of good faith.

Case Number 560/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the State's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a land ownership dispute. The State argued that the defendants' repeated litigation attempts after a rejected application demonstrated bad faith, violating Article 281 of the Civil Code. The Court agreed that the defendants' conduct met the legal requirements for bad faith, but found the lower court erred in demanding excessive evidence regarding the causal link to the State's interests. Consequently, the decision was remanded for retrial by a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code; Article 576 of the Code of Civil Procedure: The court established that repeated litigation following a rejected claim constitutes bad faith sufficient to justify a claim for damages, provided the lower court does not impose an undue evidentiary burden regarding the causal connection to the opposing party's interests.

Keywords

AI generated
bad faith litigation repeated appeals land ownership dispute Article 281 Civil Code remand for retrial State liability procedural economy

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 560 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 560 /2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Των αναιρεσίβλητων: 1α) Ε., χήρας Φ. Κ., το γένος Σ. Σ., κατοίκου ... β) Μ. Κ. Ρ. του Φ., κατοίκου ... γ. Κ. Έ. Κ. του Φ., κατοίκου ..., 2)Ε. Κ. χήρας Κ., κατοίκου ... 3) Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ... 4) Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ...3) 5) Δ. Κ. του Θ., κατοίκου ... 6) Ζ. Κ. συζύγου Ν., το γένος Θ. Κ., κατοίκου ..., ... 7) Μ. Ο. συζύγου Γ. το γένος Θ. Κ., κατοίκου ... (..., 8) Γ. Κ. χήρας Θ., το γένος Σ. Σ., κατοίκου ..., ... 9)Ν. Τ. του Χ., κατοίκου ... 10) Ε. Σ. συζύγου Μ., το γένος Β. Χ., κατοίκου ...,... 11) Θ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 12)Ν. Κ. του Θ., κατοίκου ... ... 13)Κ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ... 14)Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ... 15)Σ. Α. του Λ., κατοίκου ... 16) Χ. Α. του Λ., κατοίκου ... 17) Σ. Α. του Λ., κατοίκου ..., 18) Ε. συζ. Α., το γένος Ν. Ν., κατοίκου ... 19) Κ. Γ., το γένος Ν. Ν., κατοίκου ... 20)Χ. Ν. του Ν., κατοίκου ... 21) Δ. Ν. του Σ., κατοίκου ... 22) Χ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., 23) Α. Τ. του Ε., κατοίκου ... 24) Θ. Ρ. του Μ. 25)Ε. Ρ. του Μ. 26) Γ. Ρ. του Μ. ..., οι οποίοι άπαντες οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-10-2006 προσφυγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων μη μετεχόντων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 35347/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης η οποία απέρριψε την προσφυγή, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Ασκήθηκε έφεση από τους προσφεύγοντες και εκδόθηκε η 1582/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που παρέπεμψε την υπόθεση στο καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο. Μετά τη συζήτηση εκδόθηκε η 12275/2010 απόφαση του καθ’ ύλην αρμόδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Κατά της τελευταίας ασκήθηκαν οι από 6-5-2010 και 15-4-2011 εφέσεις που συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκε η 2084/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον, με την από 27-6-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 6-9-2016 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο ‘ Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην δε περίπτωση αυτή, αν δηλαδή κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου κατά το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26-6/10.7.1944, που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του Ν 4306/2014 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου". "1.Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ κάθε ενδίκου βοηθήματος και κάθε ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου δύναται να γίνει α) στους αντιδίκους ή στον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους.

Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μέρα μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ, το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο δικόγραφο.

Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στο προηγούμενο εδάφιο θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Από τη διάταξη αυτή που κατά το περιεχόμενο και τα αποτελέσματά της ως προς την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου και ως αντικλήτου ταυτίζεται με το άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔικ και όπως τούτο έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016, προκύπτει ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε κατά τον τύπο του άρθρου 96 του ΚΠολΔικ, είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για την επίδοση του ασκηθέντος κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως ενδίκου μέσου, καθώς και για την παραλαβή της κλήσεως για τη συζήτησή του.

Τέλος από τη μνεία στη δικαστική απόφαση ( στο προεισαγωγικό τμήμα της) ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ’ αυτήν πληρεξούσιος δικηγόρος του (ή ότι παρέστη "μετά" του δικηγόρου του) και η στο κύριο σώμα της (απόφασης) βεβαίωση ότι το δικαστήριο δίκασε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, παρέχει πλήρη απόδειξη για το διορισμό εκείνου ως δικαστικού πληρεξουσίου, εφόσον για δίκες που αφορούν το Δημόσιο δεν έχει γίνει η αναφερόμενη στο άρθρο 6Α του παραπάνω διατάγματος γνωστοποίηση ή για τις λοιπές δίκες, εφόσον ο δικηγόρος δεν έχει νομίμως παραιτηθεί ή αντικατασταθεί και γνωστοποιηθεί τούτο στους λοιπούς διαδίκους (άρθρ. 100,102 και 143 παρ. 1 ΚΠολΔικ).

Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ’ αριθμ. .../15.2.2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Η. Κ. Τ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης, καθώς και κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων, δικηγόρο Θεσσαλονίκης Δημήτριο Λατίδη, ο οποίος εφόσον τους εκπροσώπησε κατά την ενώπιον του Εφετείου δίκη, όπως τούτο προκύπτει αυτό το προεισαγωγικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, αυτοδικαίως και αντίκλητός τους, για την παραλαβή του προαναφερθέντος ενδίκου μέσου και της κλήσεώς του για συζήτηση, δεδομένου του ότι δεν προκύπτει κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη νομότυπη παραίτηση ή αντικατάσταση του εν λόγω πληρεξουσίου.

Ενόψει τούτων ή συζήτηση θα προχωρήσει παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων.

Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ),συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔικ.

Πλην όμως ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 8 δεν ιδρύεται στην εκουσία δικαιοδοσία, όπου ισχύει το ανακριτικό σύστημα (άρθρο 744 ΚΠολΔικ), που καταλαμβάνει τις γνήσιες και μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία.

Εξάλλου η κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα (ΒΔ της 29.10/6.12.1949 αρθ. 246 παρ 1 και 5) ασκουμένη, κατά τις διατάξεις της εκουσίας δικαιοδοσίας προσφυγή κατά της απόφασης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, προς αναγνώριση της κυριότητάς του προσφεύγοντας στο περιληφθέν στην οριστική διανομή, ως ξένο, δικό του ακίνητο, οφείλει για το ορισμένο της προσφυγής, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις και εκείνες του άρθρου 742 παρ. 2 ΚΠολΔικ, να επικαλεσθεί τα πραγματικά περιστατικά κτήσης της κυριότητας στο απαλλοτριωθέν ακίνητο, δεδομένου ότι αφενός η διαδικασία αυτή για αναγνώριση της κυριότητάς του είναι αποκλειστική και αφετέρου αν γίνει δεκτή η προσφυγή και ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, τότε το δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει και την κυριότητα ή μη του προσφεύγοντος.

Αντικείμενο της δίκης αποτελεί η αναγνώριση της κυριότητας του προσφεύγοντος. ‘ Ετσι η προσφυγή που είναι αντίστοιχο της αγωγής εισαγωγικό δικόγραφο, αν θεμελιώνεται στην έκτακτη χρησικτησία του προσφεύγοντος, είτε κατά το Β.Ρ.Δ είτε κατά τον ΑΚ, πρέπει να επικαλείται τη νομή αυτού και αν είναι αναγκαίο εκείνη του δικαιοπαρόχου του (ΑΚ 1051) πρόσθετα δε και καλή πίστη μέχρι της ισχύος του ΑΚ (23.2.1946), καθορίζοντας ταυτόχρονα τις μερικότερες εμφανείς υλικές πράξεις πάνω στο ακίνητο, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση των παραπάνω διατάξεων των αριθμών 1,14 και 8 εδ α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ως ορισμένη την αγωγή, κατά την περί αποκτήσεως από έκτακτη χρησικτησία κυριότητας βάση της, απορρίπτοντας τον οικείο περί αοριστίας ισχυρισμό του καθού η προσφυγή αναιρεσείοντος, αρκεσθέν ως προς το ορισμένο της προσφυγής σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος και δεχθέν στοιχεία που δεν αναφερόντουσαν, ενώ προσέτι δεν περιείχε σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελίωναν την από την προαναφερθείσα αιτία απόκτηση της κυριότητας του προσφεύγοντος επί των επιδίκων και ειδικότερα δεν προσδιόριζε τις πράξεις νομής των προσφευγόντων και των δικαιοπαρόχων τους.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσφυγής (άρθρ 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) προκύπτει ότι οι προσφεύγοντες ως προς την επίμαχη και κριθείσα ορισμένη περί πρωτότυπου τρόπου αποκτήσεως κυριότητας, από έκτακτη χρησικτησία βάση της προσφυγής, επικαλούνται ότι οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί τους από το 1915 και εντεύθεν μέχρι την οριστική διανομή 1962-1964 και μέχρι την άσκηση της προσφυγής ασκούσαν διανοία κυρίου νομή και μάλιστα με καλή πίστη μέχρι τις 23-2-1946 και έκτοτε με διάνοια κυρίου, πράξεις εξουσίασης και εποπτείας που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό των ενδίκων ακινήτων.

‘ Εχοντας το περιεχόμενο αυτό η προσφυγή, περιείχε τα κατά το άρθρο 216 παρ. 1β ΚΠολΔικ, για το ορισμένο της στοιχεία, αφού η επίκληση της εποπτείας και εξουσίασης είναι πράξεις νομής, που η εξειδίκευσή τους θα προκύψει από τις αποδείξεις, ενώ δεν απαιτείται ο ημερολογιακός προσδιορισμός των πράξεων αυτών μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ούτε ο προσδιορισμός των μερικοτέρων πράξεων που κάθε συννομέας διενεργούσε.

Ενόψει τούτων η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καθώς και η από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου αιτίαση, καθόσον το Εφετείο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από τις περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεις, ενώ η από τον αριθμό 8 εδ α του ίδιου άρθρου αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον η ένδικη προσφυγή εκδικάστηκε, ως μια γνήσια υπόθεση εκουσίας δικαιοδοσίας, κατά τις διατάξεις της διαδικασίας αυτής, που κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν πλήττεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο.

Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος τρίτος λόγος αναιρέσεως και ως προς όλες τις αιτιάσεις του, πρέπει να απορριφθεί. Επειδή κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔικ δεδικασμένο, το οποίο κατ’ άρθρο 322 ΚΠολΔικ λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζοντας το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες, ακόμη και αν είναι εσφαλμένες.

Το δεδικασμένο, κατά τα άρθρα 322 παρ. 1,324,330 και 331 του ΚΠολΔικ, καλύπτει, ως ενιαίο όλο ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση και συγκεκριμένα: α)το δικαίωμα που κρίθηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά, γ)την ιστορική αιτία που αποτελείται από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης και δ) τα αναγκαία παρεμπίπτοντα ζητήματα, εφόσον το δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφασίσει γι’ αυτά.

Το δεδικασμένο δεσμεύει τόσο τους διαδίκους, ανεξάρτητα από τυχόν μεταβολή της διαδικαστικής θέσης του καθενός που όταν από ενάγων γίνεται εναγόμενος, όσο και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔικ, όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν ότι έχει ήδη κριθεί (άρθρα 324,332 ΚΠολΔικ).

Το δεδικασμένο ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, (στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο, είτε ως προδικαστικό, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση) οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά με την έννοια ότι απαγορεύεται η άσκηση νέας αγωγής για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο (ΝΕ BIS IN IDEM), η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 321,322,324 και 544 παρ. 1,8 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι, εάν εκδόθηκαν δύο ή περισσότερες δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες παράγουν δεδικασμένο, αφορούν την ίδια έννομη σχέση και τους ίδιους διαδίκους και αντιφάσκουν μεταξύ τους, δεν καθίστανται ανενεργείς αυτοδικαίως, αλλά ισχύει κατ’ αρχάς το δεδικασμένο που προέρχεται από τη νεώτερη απόφαση, με βάση την ημερομηνία έκδοσης, εφόσον αυτή δεν υπόκειται πλέον σε αναίρεση ή αναψηλάφηση, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 544 αριθ 1, 545 παρ. 3α και 549 παρ. 2, που ορίζουν αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση αναψηλάφησης προς εξαφάνιση της δεύτερης απόφασης.

Από την ανωτέρω αρχή, κατά την οποία υπερισχύει το δεδικασμένο που πηγάζει από τη νεώτερη απόφαση, δικαιολογείται παρέκκλιση, όταν από τη διαμόρφωση της διαδικασίας, η προγενέστερη απόφαση, παρουσιάζει περισσότερα εχέγγυα ορθότητας, οπότε αυτή πρέπει να υπερισχύει. Τέτοια υπερισχύουσα εγγύηση ορθής κρίσης γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και στην περίπτωση που η αρχική τελεσίδικη απόφαση εκδόθηκε από το Εφετείο, ενώ η αντίθετη νεώτερη από το Μονομελές ή Πολυμελές Πρωτοδικείο ή όταν το κρίσιμο ουσιαστικό ζήτημα εξετάστηκε στη νεώτερη απόφασή ως παρεμπίπτον, ενώ στην παλαιότερη ως κύριο ή αν η απόφαση εκδόθηκε κατά διαδικασία που παρέχει τα εχέγγυα μείζονος ορθότητας.

Περαιτέρω στην εκουσία δικαιοδοσία δεν είναι, ούτε επιτρέπεται να είναι αντικείμενο της δίκης η δεσμευτική διάγνωση ιδιωτικών δικαιωμάτων, αλλά σκοπός αυτής είναι η λήψη ρυθμιστικών μέτρων (πχ η διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων κ.α). Η εκουσία δικαιοδοσία συνίσταται στη διάπλαση ορισμένης έννομης σχέσης, καθώς και στη σιωπηρή αυθεντική διάγνωση της διάπλασης αυτής, χωρίς προηγούμενη αυθεντική αναγνώριση ιδιωτικού δικαιώματος όχι δηλαδή η δεσμευτική διάγνωση της ισχύος ή μη ισχύος κάποιου ιδιωτικού δικαιώματος.

Ακόμη και όταν, η εξέταση ιδιωτικού δικαιώματος αποτελεί προδικαστικό ζήτημα για τη λήψη του ζητουμένου ρυθμιστικού μέτρου εκούσιας δικαιοδοσίας, η παρεμπίπτουσα εξέταση του προδικαστικού αυτού ζητήματος από το δικαστήριο δεν εξοπλίζεται με δεδικασμένο.

Συνεπώς, εφόσον στην εκουσία δικαιοδοσία δεν κρίνονται δικαιώματα, η διάγνωση των οποίων αποτελεί υπόθεση της δημιουργίας δεδικασμένου, οι αποφάσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν αναπτύσσουν δεδικασμένο, ούτε ως προς το κύριο, ούτε ως προς το προδικαστικό ζήτημα, γι’ αυτό και δεν έχουν εφαρμογή σ’ αυτήν(εκουσία δικαιοδοσία) τα άρθρα 322,324 και 331 ΚΠολΔικ. Αν όμως πρόκειται για γνήσια ιδιωτική διαφορά, η οποία παραπέμπεται από νόμο στην ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, η απόφαση που εκδίδεται γι’ αυτήν, γίνεται δεκτό ότι αναπτύσσει δεδικασμένο που δεν υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 778 του ΚΠολΔικ, γιατί αλλιώς η παρεχόμενη σε τέτοια διαφορά προστασία θα ήταν ασυμβίβαστη με τη φύση της, φαλκιδευμένη και αναιμική, με συνέπεια την αντίθεση της προστασίας αυτής στα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Εξάλλου κατά τη διάταξη του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο ως προς το ζήτημα της δεσμευτικότητας από το αντιφατικό δεδικασμένο των εκδοθεισών, ως προς την κυριότητα των προσδιοριζομένων ενδίκων ακινήτων, περισσοτέρων αποφάσεων δέχθηκε τα ακόλουθα:

"Περαιτέρω για τα τεμάχια 1617,1678,1801,1672, 1673 υφίστανται τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις με αντιφατικό δεδικασμένο. Ειδικότερα, με τη με αριθμ. 1958/5.11.1969 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας, κρίνοντας επί γνήσιας ιδιωτικής διαφοράς, και, συγκεκριμένα, επί της προσφυγής της Κ.

Κ. και• ήδη προσφεύγουσας, της Σ. χήρας Ν. Ν. και των δικαιοπαρόχων των λοιπών προσφευγόντων (άμεσοι ή - και - απώτεροι, κατά τα ως άνω), κρίθηκε ότι αυτοί δεν κατέστησαν κύριοι των παραπάνω τεμαχίων, με παράγωγο ή με πρωτότυπο τρόπο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία), ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος τους Θ. Κ. του Χ.

δεν είχε γίνει κύριος, με το σκεπτικό ότι τα ανωτέρω ακίνητα δεν ήταν αστικά, οι πωλητές ήταν ανταλλάξιμοι Τούρκοι, ότι τα ακίνητα μη δεκτικά χρησικτησίας, ότι το με αριθμ. .../9.4.1995 συμβόλαιο ήταν άκυρο και η μεταβίβαση της κυριότητας ως μη γενομένη. Το δεδικασμένο από την απόφαση αυτή, λόγω μη επέλευσης μεταβολής του νομοθετικού πλαισίου και του κρίσιμου μέχρι την οριστική διανομή πραγματικού θεμελίου, δεσμεύει όλους τους προσφεύγοντες, καθώς η 13η αιτούσα - 15η προσφεύγουσα και η 17η αιτούσα ήταν διάδικοι στη δίκη εκείνη, και οι λοιποί αιτούντες (προσφεύγοντες) κατέστησαν καθολικοί διάδοχοι μετά την έκδοση της προαναφερθείσας δικαστικής απόφασης, ενώ στην κυριότητα των δικαιοπαρόχων τους στηρίζεται και η επικαλουμένη κυριότητα αυτών, αφού μετά την οριστική διανομή η κυριότητα εξακολουθεί να υφίσταται, τα ακίνητα βρίσκονται σε νόμιμη επίταξη, το Ελληνικό Δημόσιο είναι απλός κάτοχος ενεργών ως αντιπρόσωπος του κυρίου - νομέα, ο οποίος εξακολουθεί να έχει τη νομή, και τα ακίνητα δεν είναι δεκτικά χρησικτησίας από τρίτα πρόσωπα.

Υπέρ της κυριότητας, με έκτακτη χρησικτησία, όλων των αιτούντων που ήταν διάδικοι στις δίκες για τις οποίες εκδόθηκε η με αριθμ. 2253/1996 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, υπάρχει δεδικασμένο, από την απόφαση αυτή, για τα τεμάχια ... της οριστικής διανομής ... του Δήμου Συκεών, με την οποία κρίθηκε ότι τα ακίνητα ως αστικά δεν ενέπιπταν στην, απαγόρευση διάθεσης, ότι οι πωλητές δεν ήταν ανταλλάξιμοι μουσουλμάνοι, ότι τα ακίνητα ήταν δεκτικά χρησικτησίας, και ότι κατέστησαν συγκύριοι, κατά τα ως άνω, με έκτακτη χρησικτησία.

Υπέρ της κυριότητας της 17ης αιτούσας Σ. χήρας Ν. Ν., η οποία είναι δικαιοπάροχος των ήδη 19ηs, 20ης, 21ου και 22ου προσφευγόντων, με έκτακτη χρησικτησία, στα με αριθμ. τεμάχια 1617 και 1678 της οριστικής διανομής ... του Δήμου Συκεών υπάρχει από τη με αριθμ. 1254/1981 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε ότι ότι τα ακίνητα ως αστικά δεν ενέπιπταν στην απαγόρευση διάθεσης, ότι οι πωλητές δεν ήταν ανταλλάξιμοι μουσουλμάνοι, ότι τα ακίνητα ήταν δεκτικά χρησικτησίας, ότι το με αριθμ ..../9.4.1915 ήταν έγκυρο, και ότι η δικαιοπάροχος τους Σ.

χήρα Ν. Ν. κατέστη συγκυρία κατά ποσοστό 64/240 ή 12,80/48 εξ αδιαιρέτου, και με έκτακτη χρησικτησία. Υπέρ της κυριότητας της 13ης - 15ης προσφεύγουσας, Κ. Χ. Κ., της Σ. χήρας Ν. Ν., 17η αιτούσα, και των προσφευγόντων 1ou, 2ης, 3ης, 4ou, 5ou, 6ης, 7ης, 8ης, 9ου,10ης, 11ης, 12ου, 13ου, 14ου,16ης, 17ης και 18ου, αποφάνθηκαν οι με αριθμ. 14980/1996 και η με αριθμ. 18633/1996 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για τα τεμάχια 1617 και 1678, αντίστοιχα, κρίνοντας επί αγωγής των 1ου, 2ης, 3ης, 4ου, 5ου, 6ης,7ης, 8ης, 9ου, 10ης, 11ης, 12°u, 13°u, 14ou, 15ης, 16ης, 17ης και 18ου, προσφευγόντων, της Σ.

χήρας Ν. Ν., όπως αναλύεται παραπάνω, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, κρίνοντας ότι τα ακίνητα ως αστικά δεν ενέπιπταν στην απαγόρευση διάθεσης, ότι οι πωλητές δεν ήταν ανταλλάξιμοι μουσουλμάνοι, και ότι τα ακίνητα ήταν δεκτικά χρησικτησίας, καταστάντες, έτσι, συγκύριοι κατά τα ως άνω ποσοστά, και με έκτακτη χρησικτησία.

Δεδικασμένο υπέρ του Ε. Τ., των 23ου και 24ου προσφευγόντων υπάρχει για τα ακίνητα 1617 και 1678, καθώς οι προαναφερθέντες δεν ήταν μεν διάδικοι στις δίκες αυτές, όμως, με τις προαναφερθείσες με αριθμ.14980/1996 και η με αριθμ. 18633/1996 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κρίθηκε ότι τα ακίνητα ως αστικά δεν ενέπιπταν στην απαγόρευση διάθεσης, ότι οι πωλητές δεν ήταν ανταλλάξιμοι μουσουλμάνοι, και ότι τα ακίνητα ήταν δεκτικά χρησικτησίας, και κυρίως και ότι οι δικαιοπάροχοι στην προσμέτρηση νομής αυτών Χ.

Κ., Σ. χήρα Χ. Κ., και Π. Τ., κατέστησαν συγκύριοι και με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να έχει επέλθει μεταβολή ιστορικής και νομικής αιτίας, επί των οποίων στηρίζουν, με προσμέτρηση καθολικής διαδοχής στη νομή, την ίδια αυτών συμπλήρωση της έκτακτης χρησικτησίας, με τις αυτές πράξεις διανοία κυρίου, εξουσίαση και εποπτεία αυτών.

Οι παραπάνω δικαστικές αποφάσεις είναι τελεσίδικες και δεν υπόκεινται στα ένδικα μέσα της αναίρεσης και της αναψηλάφησης. Κατά την πλειοψηφούσα άποψη του Δικαστηρίου αυτού, για τα τεμάχια ... κρίνεται ότι υπερισχύει το δεδικασμένο που παράγεται από τις με αριθμ. 1254/1981 και 2235/1996 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης και τις με αριθμ. 14580/1996 και 18633/1996 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είναι νεότερες αποφάσεις της με αριθμ. 1958/5.11.1969 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το ανωτέρω υπερισχύον δεδικασμένο ενισχύεται από το γεγονός ότι οι εφετειακές αποφάσεις, με τις οποίες εναρμονίζονται, τόσο κατά το πραγματικό όσο και νομικό μέρος, και οι άνω αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως αναλύεται παραπάνω, παρέχουν, συγχρόνως, και τa μεγαλύτερα εχέγγυα απόδοσης του δικαίου.

Τα ανωτέρω εχέγγυα απόδοσης του δικαίου αυτού ενισχύονται και από τις παρακάτω μη παράγουσες δεδικασμένο πολιτικές αποφάσεις, οι οποίες εκδόθηκαν χωρίς να υφίσταται ταυτότητα των διαδίκων, με αριθμ. 1418/1994 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με αριθμ. 16648/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώ η σχετική έφεση και αναίρεση απορρίφθηκαν με τη με αριθμ. 3088/1998 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και 935/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, με αριθμ. 3041/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αριθμ.23158/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και τέλος, από τη με αριθμ. 930/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, για μη επίδικο ακίνητο (τεμάχιο ...

της αυτής διανομής),ενώ η σχετική έφεση και αναίρεση απορρίφθηκαν με τη με αριθμ. 2308/1992 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και 510/1994 απόφαση του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα. Το παραπάνω δεδικασμένο ισχύει θετικά και λαμβάνεται αυτό ως αμάχητη αλήθεια, καθώς δεν έχει μεταβληθεί το πραγματικό και νομοθετικό θεμέλιο, στο οποίο στηρίχθηκε η διάγνωση της κυριότητας και τον συμπεριλαμβανόμενο ενδιάμεσο χρόνο της οριστικής διανομής, ενώ και η εντεύθεν κυριότητα, με έκτακτη χρησικτησία, κυριότητα στηρίζονταν με διαδοχή (προσμέτρηση) στη νομή και την προαναφερθείσα κυριότητα, κατά το χρόνο οριστικής διανομής.

Συνεπώς, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, οι αιτούντες της από 22.1.2003 αίτησης είναι συγκύριοι, κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά, των 1672,1673,1678 και 1801 τεμαχίων και κατ’ αρχήν και του τεμαχίου 1617, και συνακόλουθα και οι προσφεύγοντες". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι υπερισχύον δεδικασμένο από τις ένδικες αντιφατικές αποφάσεις που εκδόθηκαν με βάση το ίδιο νομοθετικό πλαίσιο και με ισάξια κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη διαδικασία είναι οι μεταγενέστερες αποφάσεις του Εφετείου και οι με αυτές εναρμονιζόμενες του Μονομελούς Πρωτοδικείου, του παρείχαν και τα μεγαλύτερα εχέγγυα, ως εκδοθείσες οι Εφετειακές από ιεραρχικά ανώτερο δικαστήριο και ως ενισχυομένης της κρίσης και των τεσσάρων αυτών αποφάσεων από τις επικαλούμενες και μη παράγουσες για την ένδικη υπόθεση δεδικασμένο δικαστικές αποφάσεις. Ενόψει τούτων δεν παραβιάστηκαν οι περί δεδικασμένου διατάξεις και ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος θεωρείται ως καταχρηστική, πλην άλλων, και όταν η προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τότε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν δικαιολογούν επαρκώς και καθιστούν μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικές αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου τη μεταγενέστερη άσκησή του, από την οποία αντιθέτως, προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.

Ειδικότερα στην περίπτωση της μακροχρόνιας αδράνειας του δικαιούχου, υπάρχει τέτοια κατάχρηση εφόσον επιπρόσθετα, συντρέχουν περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσον αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννιέται στον τελευταίο (υπόχρεο) και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ’ αυτού, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες.

Το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζονται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να έχουν επέλθει εις βάρος του δικαιούχου, από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 5/2011). Τέλος και το δικαίωμα άσκησης αναγνωριστικής αγωγής είναι ουσιαστικό, αφού τέμνει τη διαφορά, γι’ αυτό εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 281 ΑΚ και η καταχρηστικά ασκούμενη αναγνωριστική αγωγή.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, τούτο δε συμβαίνει αν για την εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο ως προς την υποβληθείσα από το καθού η προσφυγή αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω το καθού η προσφυγή ..............

ισχυρίστηκε ότι οι προσφεύγοντες καταχρηστικά άσκησαν την αίτηση και την προσφυγή για την αναγνώριση της συγκυριότητας, στα τεμάχια 1672,1673,1678,1801 και στα άνω λοιπά τμήματα του τεμαχίου 1617 της οριστικής διανομής 1962-1964 και συμπληρωματικής διανομής 1969-1970, με την αποκλειστική διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 246 και 242 παρ. 1 του Αγροτικού Κώδικα τριάντα και πλέον έτη μετά την αμετάκλητη απόρριψη της ιδίας αίτησης και της προσφυγής τους, και αφού απέκρυψαν την έκδοση της απορριπτικής με αριθμ. 1958/5.11.1969 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, πέτυχαν, με δικαστικό αγώνα, κατά την τακτική διαδικασία την έκδοση των προαναφερθεισών νεότερων δικαστικών αποφάσεων, που υπερισχύουν κατά το δεδικασμένο της ανωτέρω 1958/5.11.1969 απόφασης, επανήλθαν στην αναγνώριση της κυριότητας επ’ αυτών με την άνω αποκλειστική διαδικασία με βάση τις νεότερες αποφάσεις και ενώ κατά την διάρκεια όλου αυτού του χρονικού διαστήματος δημιουργήθηκε εύλογα η πεποίθηση στις αρμόδιες υπηρεσίες της Διεύθυνσης Πολιτικής Γης, Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και Επιτροπής Απαλλοτρίωσης Θεσσαλονίκης, ότι διαχειρίζονται δημόσια ακίνητα τα οποία ώφειλαν κατά δέσμια αρμοδιότητα να διαθέσουν κατά τον προορισμό τους, με συνέπεια, μετά την παρέλευση πολλών ετών, να καλείται το καθού η προσφυγή να καταβάλλει υπέρογκες αποζημιώσεις και να οδηγείται σε σωρεία δικών με τους αιτούντες - προσφεύγοντες και τρίτους ως ελκόντων δικαιώματα απ’ αυτούς.

Κατά την πλειοψηφούσα γνώμη η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, διότι και αληθή υποτιθέμενα τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος, καθώς δεν τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά των αιτούντων - προσφευγόντων, αφού ο υπόχρεος - καθού η προσφυγή ήταν διάδικος στις πολιτικές δίκες ενώ και, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, η διαχείρηση των ως άνω ακινήτων θα γίνονταν με διάθεσή τους, κατά τη φύση τους, στην οριστική διανομή του αγροκτήματος ..., ανεξάρτητα αν ήταν ξένα ή μη".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε την προδιαληφθείσα ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ καθόσον ως προς τη νομική πληρότητα της ενστάσεως και προσέτι ως προς την αιτιώδη σχέση της συμπεριφοράς των προσφευγόντων με την επίπτωση που αυτή είχε στα συμφέροντα του καθενός αναιρεσιβλήτου απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος.

Ειδικότερα τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά πληρούν επαρκώς το πραγματικό της επίμαχης διατάξεως, όπως τούτο αναλύθηκε στη νομική σκέψη, καθόσον η επικαλούμενη συμπεριφορά των δικαιούχων, που πληρούν επαρκώς το πραγματικό της επίμαχης διατάξεως, όπως τούτο αναλύθηκε στη νομική σκέψη, καθόσον η επικαλούμενη συμπεριφορά των δικαιούχων, που αποκρύπτοντας την έκδοση απορριπτικής επί ομοίας προσφυγής τους, αποφάσεως επανέφεραν προς κρίση όμοια προσφυγή, επικαλούμενοι αντίθετες αποφάσεις εκδοθείσες κατά την τακτική διαδικασία, ως προς την κριθείσα με την προγενέστερη προσφυγή κυριότητά τους, καθώς και η επίκληση των συνεπειών που θα έχει στα συμφέροντα του υποχρέου-αναιρεσείοντος η αποδοχή της προσφυγής, του οποίου τα όργανα καλόπιστα πίστευαν ότι οι προσφεύγοντες δεν θα επανέλθουν δικαστικά με άσκηση νέας προσφυγής, είναι επαρκή για το νόμω βάσιμο της εν λόγω ενστάσεως (λαμβανομένου υπόψη και του ότι η αμέλεια του παθόντος να ελέγξει το βάσιμο των ψευδώς αποσιωπουμένων δεν αίρει την αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του αποσιωπούντος όπως συμβαίνει και επί απάτης, όπου η ανάλογη αμέλεια του παθόντος δεν αίρει το αξιόποινο της συμπεριφοράς του εξαπατούντος).

Ενόψει τούτων ο από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Κατόπιν τούτων πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος (και δη ως προς την ένσταση του 281 ΑΚ) η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ).

Οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους (άρθρο 183 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/1982 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.1.1993) που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 2084/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των 300 Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ