Legislator Case Law & Legislation
976/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to cite specific facts and law violations in the notice of appeal.

Case Number 976/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a private company against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding bankruptcy proceedings. The appellant argued for violations of substantive law and res judicata but failed to specify the exact facts or legal errors in the notice of appeal. The court ruled that such specific allegations are mandatory to allow for a proper review of the lower court's reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(16) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging violation of substantive law or res judicata is inadmissible if the notice of appeal fails to specify the exact facts, legal provisions, and reasoning errors constituting the alleged violation.

Keywords

AI generated
notice of appeal requirements substantive law violation res judicata inadmissible appeal specific allegations mandatory

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(16) of the Code of Civil Procedure
Article 324 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) last paragraph of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 976 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 976/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία "... Προϊόντων Μονοπρόσωπη Ι.Κ.Ε." και το διακριτικό τίτλο "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά της 910/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 106/20-5-2016 αίτηση πτώχευσης της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν η 23/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 910/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-5-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Καλλιόπη Πανά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η εκκαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολ.9/2016, 20/2005).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε τη κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μη μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 9/2016, 1/1999).

Κατά την έννοια αυτή αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

ΑΠ 15/2006, Ολ ΑΠ 9/2016, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 117/2017, ΑΠ 77/2018). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη της νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας, ποια, δηλαδή, αναγκαία στοιχεία για την επάρκειά της λείπουν και σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτουν (Ολ.

ΑΠ 32/1996, ΑΠ 638/2019, 1389/2018, 77/2018, 117/2017). Εξ άλλου, δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ. ΑΠ 27/1998, ΑΠ 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, στον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, και στον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το τέταρτο σκέλος του αποδίδονται στην προσβαλλόμενη οι πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (στον πέμπτο λόγο αληθώς από τον αριθμό 1 αντί του 19, που εσφαλμένα ο αναιρεσείων αποδίδει και αφορά την διάταξη 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ).

Ενώ αντίστοιχα, με τον πρώτο λόγο, κατά το πέμπτο σκέλος του, το δεύτερο λόγο κατά το τέταρτο σκέλος του, τον τρίτο λόγο κατά το πέμπτο σκέλος του και τον τέταρτο λόγο κατά το τέταρτο σκέλος του αποδίδονται στην προσβαλλόμενη οι πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα για αμφότερες τις παραβάσεις επικαλείται η αναιρεσείουσα: Α) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της επάρκειας της πτωχευτικής περιουσίας, που ανάγονται στο ύψος της αξίας των κινητών πραγμάτων της περιουσίας της αναιρεσείουσας, ώστε, μετά ταύτα, να ευδοκιμήσει η υπ' αριθμ. 106/20-5-2016 αίτησή της, περί κήρυξής της σε πτώχευση λόγω παύσεως της πληρωμής της (πρώτος λόγος). Β)Ότι η προσβαλλόμενη διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της επάρκειας της πτωχευτικής περιουσίας που ανάγεται στην απόδειξη του ύψους της αξίας των κινητών πραγμάτων της, δηλαδή της κινητής περιουσίας της εταιρείας. Συγκεκριμένα ότι προέβη σε εσφαλμένη νομική ερμηνεία των άρθρων 739 επομ. ΚΠολΔ και ιδίως του άρθρου 759 παρ. 3 ΚΠολΔ, αναφορικά με την εφαρμογή του ανακριτικού συστήματος (δεύτερος λόγος).

Γ) Ότι διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, εκτιμώντας τ' αποδεικτικά μέσα, σχετικά με την φερεγγυότητα του νομίμου εκπροσώπου της προβαίνει σε ατελή διατύπωση του άρθρου 1,9 παρ. 4 Ν.4335/2015, απέχει από το να απαντήσει στο νομικό ζήτημα του αν πληρούται ο σκοπός και το πνεύμα του νομοθέτη, μη προβαίνοντας σε τελολογική ερμηνεία περί εξορθολογισμού και ταχύτητας του συστήματος απονομής δικαιοσύνης με το να μη τυγχάνει εφαρμογής η υποχρέωση επαναφοράς της υπόθεσης επί διακοπείσας δίκης εντός 60 ημερών (τρίτος λόγος).

Δ) Ότι διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, εκτιμώντας τα αποδεικτικά μέσα, σχετικά με το ύψος των εξόδων της πτωχευτικής διαδικασίας, κατά παράβαση του άρθρου 2 ΠΤΚ (τέταρτος λόγος).

Ε) Ότι έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, διότι δεν διέταξε την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης σ' αυτήν, κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (πέμπτος λόγος). Όμως, οι λόγοι αυτοί, κατά το μέρος που αποδίδονται οι προαναφερόμενες αναιρετικές πλημμέλειες, είναι προεχόντως απορριπτέοι ως αόριστοι τούτο γιατί, στο αναιρετήριο εκτίθεται μόνο το κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει η ίδια στις διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν (όπου περιοριστικά αυτές αναφέρει και δη μόνο στον δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγο) και εντελώς επιγραμματικά το συμπέρασμα του δικαστηρίου, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της, χωρίς όμως να διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, επί ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσίαν απόρριψη της αίτησης πτώχευσης της αναιρεσείουσας ως αβάσιμης, ούτε εκτίθεται σε τι συνίσταται η παραβίαση, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο, με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές, οι κατά την αναιρεσείουσα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης έτσι ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή των λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Επί πλέον, όσον αφορά τον πρώτο λόγο αναίρεσης, δεν αναφέρεται η παραβιασθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου τα αναφερόμενα στην αναίρεση δεν επαρκούν ώστε να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η επικαλούμενη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των φερομένων ως παραβιασθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ. ορίζεται περαιτέρω ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 8/2005).

Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτή αναιρετικό λόγο μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ ΑΠ 8/2005, ΑΠ 79/2018, 1333/2018).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής (ΑΠ 860/2018, 208/2018, 1226/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (σκέλος 1ο), αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο τα διδάγματα της κοινής πείρας για την απόδειξη και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα οποία αν το δικαστήριο αυτό ελάμβανε υπόψη του θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι υπήρχε πληθώρα περιουσιακών στοιχείων και ιδίως ο υλικοτεχνικός εξοπλισμός της αναιρεσείουσας, από τη ρευστοποίηση του οποίου θα καλύπτονταν τα έξοδα της πτώχευσης και θα γινόταν δεκτή κατ' ουσίαν η αίτηση της.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφενός μεν διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα της κοινής πείρας δεν εφαρμόσθηκαν, ποιος είναι ο αντίστοιχος κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα αυτό, ούτε, επίσης, διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναίρεση (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).

Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (1ο και 5ο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, 4ο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, 5ο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, 4ο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης και 4ο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης), είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε πρόσφορο μέτρο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία του ενδιαφερομένου ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων.

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 Κ.Πολ.Δ. και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας, δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 522/2017, 769/2015, 236/2015).

Συνεπώς, κατά την πιο πάνω διαδικασία δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8, 11, 12 και 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 528/2017, 1392/2014, 2228/2007). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε κατά την εκουσία δικαιοδοσία, για τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 11, 12 και 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

με το 2ο και 3ο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, τα τρία πρώτα σκέλη του δεύτερου λόγου αναίρεσης, αλλά και του τρίτου λόγου, καθώς και τα τρία πρώτα σκέλη του τέταρτου και πέμπτου λόγου αναίρεσης. Όμως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν ιδρύονται οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης στην προκείμενη περίπτωση, που η υπόθεση που κρίνεται δικάστηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και ως εκ τούτου οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της.

Ειδικότερα η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (Ολ. ΑΠ 13/1995). Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον 'Αρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2β ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση στον πρώτο λόγο αναίρεσης στο τέταρτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός, κατά το άνω σκέλος, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται αντιφατικές διατάξεις της προσβαλλόμενης στο διατακτικό της, αλλά αντιφάσεις στο αιτιολογικό της (βλ.

σχετ. ΑΠ 38/2020, ΑΠ 158/2019, ΑΠ 1119/2018).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση του νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, αν πληρούν δηλαδή ή όχι τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 324 ΚΠολΔ και σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς των διαδίκων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο. Για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου πρέπει να γίνεται ρητή μνεία στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προταθεί νόμιμα και με πληρότητα στο δικαστήριο της ουσίας, συνοδευόμενος από το αίτημα αξιολόγησης του δεδικασμένου κατά την ουσιαστική έρευνα της διαφοράς, με σαφήνεια δε πρέπει να γίνεται αναφορά ότι το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτήν με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της παρούσας δίκης, οι παραδοχές του Εφετείου και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης (εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της κρίσιμης διάταξης) (ΑΠ 1685/2018, 1311/2018, ΑΠ 1371/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται το περιεχόμενο - παραδοχές της απόφασης από την οποία δημιουργείται το δεδικασμένο, ποιος ήταν ο ισχυρισμός που αφορούσε το δεδικασμένο, ο τρόπος με τον οποίο αυτό παραβιάσθηκε και αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου, ούτε, επίσης, αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Τέλος, λόγω της ήττας της αναιρεσείουσας, πρέπει να διαταχθεί από το δικαστήριο τούτο η εισαγωγή του παραβόλου που αυτή κατέθεσε κατά την άσκηση της αναίρεσής της στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 εδ. τελευταίο Κ.Πολ.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-5-2019 (αριθμ. κατάθεσης 182/2019) αίτηση για αναίρεση της 910/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ