Supreme Court dismisses appeal against final first-instance judgment on property dispute, upholding evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Single First Instance Court regarding a property dispute. The court found the lower court's reasoning sufficient and its assessment of evidence within its discretionary power, rejecting claims of contradictory logic. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is admissible only if the first-instance decision is final and the appellant failed to exercise the right of appeal within the statutory period or waived it, and the appeal must be based on errors of law or procedural violations, not on the re-evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1562 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1562/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Θ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φαίδρα Παύλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χας Δ. Ε., κατοίκου ..., ατομικά και ως πλησιέστερης συγγενούς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος στις 10-3-2018 Δ. Ε. του Ν. και 2) Ν. Ε. του Δ., ως πλησιέστερου συγγενούς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος στις 10-3-2018 Δ. Ε. του Ν., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γεωργόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 389/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-11-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτουν τα εξής: Αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των τελεσίδικων αποφάσεων, δηλαδή εκείνων που, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με τα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Η τελεσιδικία, της οποίας η ύπαρξη ερευνάται αυτεπάγγελτα, πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που ασκείται η αναίρεση, δηλ. κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση. από την άσκηση της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 5/2001, ΟλΑΠ 9/1996, ΑΠ 318/2017).
Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, αν ο διάδικος που δικάσθηκε διαμένει στην Ελλάδα. Οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που υπόκειται, κατ' αρχήν, σε έφεση μπορεί να προσβληθεί με αίτηση αναίρεσης από εκείνον τον διάδικο που έχασε το δικαίωμα να ασκήσει έφεση, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη, μετά την επίδοση, η προθεσμία για άσκηση έφεσης κατ' αυτής, είτε γιατί παραιτήθηκε, έστω και σιωπηρά, από αυτό.
Τέτοια παραίτηση, με εξαίρεση τις διαφορές του άρθρου 592 του νέου ΚΠολΔ, ενέχει η άσκηση εκ μέρους του αναίρεσης, ενώ διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, υπό την προϋπόθεση ότι ο δικηγόρος που υπογράφει την αναίρεση έχει σχετική ειδική πληρεξουσιότητα ή ότι εκ των υστέρων εγκρίθηκε, κατά διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 544 αριθ. 4 του ΚΠολΔ, η άσκηση αναίρεσης από τον αναιρεσείοντα, όπως συμβαίνει όταν ο τελευταίος παρίσταται αυτοπροσώπως στον Άρειο Πάγο για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή παρέχει πληρεξουσιότητα σε δικηγόρο για τη συζήτησή της, δεδομένου ότι η σιωπηρή αυτή παραίτηση είναι επιτρεπτή και χωρίς τη τήρηση του κατά το άρθρο 297 του ΚΠολΔ τύπου, αφού ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά τη παραίτηση από το δικόγραφο ή από το δικαίωμα ένδικου μέσου που έχει ήδη ασκηθεί.
Το αποτέλεσμα της παραίτησης, δηλαδή η τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης, ανατρέχει στο χρόνο άσκησης της αναίρεσης, έστω και αν η επίδοση του δικογράφου της έγινε σε μεταγενέστερο χρόνο (Ολ.ΑΠ 17/2013, AΠ 1907/2024, ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 1147/2021, ΑΠ 221/2020, ΑΠ 470/2017, ΑΠ 318/2017). Υπό τα δεδομένα αυτά, η υπό κρίση, από 28-11-2021 (αριθ. έκθ.
κατάθ. 95657/177/30-11-2021), αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων με αριθ.389/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών μεταξύ ιδιοκτητών κατ'ορόφων ( αρθ.647 παρ.2 ,648 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), ασκήθηκε παραδεκτά, παρά το ότι δεν προκύπτει ότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση έφεσης, ( αφού η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης με επιμέλεια της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας έλαβε χώρα στις 1-11-2021, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ. ...-2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Ε.
Π. , και η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 30-11-2021 ), καθόσον από την απευθείας άσκηση της αναίρεσης συνάγεται (σιωπηρή) παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικαίωμά της να ασκήσει έφεση. Η παραίτησή της αυτή, για την οποία δεν παρασχέθηκε στην πληρεξούσια δικηγόρο της Φαίδρα Παύλου, η απαιτούμενη, κατ' άρθρ. 98 περ.
β' του ΚΠολΔ, ειδική πληρεξουσιότητα, εγκρίθηκε σιωπηρά από αυτή και έτσι θεραπεύτηκε η έλλειψη, όπως αυτό προκύπτει από τη μεταγενέστερη, με το προσκομιζόμενο με αριθ. ...-2022 έγγραφο του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Β.- Ι. Φ., πληρεξουσιότητα που παρασχέθηκε, εκ μέρους της αναιρεσείουσας, στην πιο πάνω δικηγόρο να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Η έγκριση, ενεργώντας αναδρομικά, ισχυροποίησε τη παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης έφεσης, από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης κατά τα προαναφερόμενα. Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 του Α.Κ. συνάγεται ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών.
Η υπαιτιότητα εμφανίζεται με τη μορφή είτε δόλου (άμεσου ή ενδεχόμενου), ο οποίος υπάρχει όταν ο δράστης θέλει ή αποδέχεται την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος, είτε αμέλειας (ενσυνείδητης ή ασυνείδητης), η οποία υπάρχει όταν ο δράστης προξενεί το επιζήμιο αποτέλεσμα από έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλε να καταβάλει ο μετρίως συνετός κοινωνικός άνθρωπος στη θέση του, ευρισκόμενος υπό τις αυτές βιοτικές και λοιπές περιστάσεις.
Ζημία είναι η προς το χειρότερο προξενούμενη μεταβολή (βλάβη) των έννομων αγαθών του προσώπου, που αφήνει ένα έλλειμμα (μία διαφορά) μεταξύ της νέας καταστάσεως που έχει παραχθεί και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς το επιζήμιο γεγονός. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ικανή και μπορεί αντικειμενικά να επιφέρει, με την κανονική και συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (Α.Π. 135/2018).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ και των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 54 του εισαγωγικού του Νόμου, συνάγεται σαφώς ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή (διαιρεμένη) κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως κατ' ανάλογη μερίδα στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση Ο προσδιορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων αυτών μερών γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας σύμβαση ,είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών κατά τα άρθρα 4 § 1, 5 και 13 του ν.3741/1929 ( AΠ 470/2023, ΑΠ 605/2023, ΑΠ 1633/2003).
Εκτός από τις κατασκευές και εγκαταστάσεις που ενδεικτικά στο νόμο 3741/1929 (άρθρο 2 παρ. 1) και στον ΑΚ (άρθρο 1117) αναφέρονται ως κοινά μέρη της οικοδομής, είναι δυνατόν και άλλες, σύμφωνα με το κριτήριο της χρήσης, να αποτελέσουν αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας (αφού θα χρησιμεύουν στην κοινή χρήση των ιδιοκτητών).
Έτσι, αποτελούν κοινόκτητο και κοινόχρηστο πράγμα οικοδομής και οι εγκαταστάσεις παροχής και αποχέτευσης νερού, ηλεκτρικού ρεύματος αφού όπως είναι πρόδηλο, παρέχουν χρησιμότητα σε όλους τους δικαιούχους της οριζόντιας ιδιοκτησίας ( ΑΠ 470/20323, ΑΠ 406/1996). Αναφορικά, με τις υποχρεώσεις των ιδιοκτητών από την αποκλειστική ιδιοκτησία, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3741/1929, συνάγεται ότι ο κύριος χωριστής ιδιοκτησίας έχει υποχρέωση να τη διατηρεί σε τέτοια κατάσταση, ώστε να μην μπορεί να προκύψει από αυτή βλάβη στη χρήση των λοιπών διαιρετών ιδιοκτησιών.
Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής γεννάει ενοχική αξίωση των λοιπών ή του βλαπτόμενου τρίτου να ζητήσουν αποζημίωση. Αν η πιο πάνω παράλειψη του συνιδιοκτήτη είναι και υπαίτια, δικαιούται ο βλαπτόμενος να στραφεί κατά του ζημιώσαντος με βάση τις διατάξεις για την αδικοπραξία και να ζητήσει πλήρη ικανοποίηση.
Εξάλλου, σε σχέση με τις υποχρεώσεις από την αναγκαστική συνιδιοκτησία πάνω στα κοινά πράγματα, κατά το άρθρο 5 εδάφ. β' και γ' του πιο πάνω νόμου 3741/1929, καθένας από τους συνιδιοκτήτες συμμετέχει υποχρεωτικά στη συντήρηση και επισκευή των κοινών μερών της οικοδομής και ευθύνεται ατομικά ή και παράλληλα με τους λοιπούς συνιδιοκτήτες για την επισκευή τους, κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας του. Για κάθε δε υπαίτια ζημιογόνο παράλειψη των άνω συνιδιοκτητών ή του διαχειριστή εντολοδόχου τους σε σχέση με τις ανατεθείσες κατ` άρθρα 4 και 13 του ως άνω νόμου από τον Κανονισμό υποχρεώσεις του, για συντήρηση και επισκευή των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, ο βλαπτόμενος ιδιοκτήτης ή τρίτος έχει αξίωση αποζημιώσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 926, 932,714, 297, 298 ΑΚ ( ΑΠ 470/2023,ΑΠ 605/2023,ΑΠ 914/2005).
Συνεπώς ο ιδιοκτήτης διαμερίσματος, βλαπτόμενος από τη χρήση κοινού πράγματος της οικοδομής έχει δικαίωμα να αξιώσει την κατάλληλη επισκευή αυτού προς άρση της προσβολής του, είτε από όλους τους λοιπούς συνιδιοκτήτες ,είτε από ένα ή ορισμένους από αυτούς κατά την προτίμησή του (ΑΠ 680/2021, ΑΠ 462/2017, ΑΠ 406/96).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017,ΑΠ 462/2017, ΑΠ 597/2015).
Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επιδίκου εννόμου σχέσεως ή εννόμου συνέπειας (δικαιώματος-υποχρεώσεως).
Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α του Κ.Πολ.Δ., νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επιδίκου εννόμου σχέσεως (ΑΠ 46/2020). Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017).
Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελιώσεως της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ..
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη ( ΑΠ 470/2023,ΑΠ 46/2020, ΑΠ 106/2015).
Από τις διατάξεις, των άρθρων 914, 297, 298, 330 του Α.Κ. σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος, ήτοι περιγραφή των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης, η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημιώσεως, στο δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης, και, τέλος, η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας ( ΑΠ 470/2023,ΑΠ 46/2020, ΑΠ 1817/2017, ΑΠ 853/2017, ΑΠ 93/2016, ΑΠ 1513/2014).
Με τον πρώτο και δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του λόγους αναίρεσης από τον αριθμό 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ,η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ( κατ'εκτίμηση μόνο την πλημμέλεια από το αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον η επίκληση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφορά μόνο την νομική αοριστία της αγωγής, η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω),διότι απέρριψε ως αόριστο το αγωγικό κονδύλιο με το οποίο ζητούσε αποζημίωση ,για την ζημία ποσού 780 ευρώ , την οποία υπέστη λόγω της παράνομης από τους εναγόμενους σύνδεσης της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος της οριζόντιας ιδιοκτησίας της με τους κοινόχρηστους χώρους , με συνέπεια την επιβάρυνση της ιδιοκτησίας της με την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος των κοινοχρήστων χώρων.
Από την, παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου , επισκόπηση του δικογράφου της κρινόμενης αγωγής, και κατά το ενδιαφέρον για τον αναιρετικό έλεγχο αντίστοιχο τμήμα της , προκύπτει ότι η ενάγουσα ( ήδη αναιρεσείουσα) , ισχυρίστηκε τα ακόλουθα : "... Ότι τυγχάνει κυρία της περιγραφόμενης υπό στοιχείο Β1 οριζόντιας ιδιοκτησίας - διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου της πολυκατοικίας, που βρίσκεται στο Δήμο Αχαρνών Αττικής στη θέση "ΛΥΚΟΤΡΥΠΑ" επί της οδού ..., την οποία απέκτησε δυνάμει του αναφερόμενου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Ότι οι εναγόμενοι δυνάμει του με αριθμό .../1989 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αχαρνών Ε. Τ., που έχει μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο Αχαρνών στον τόμο 559 με α.α. 183, κατέστησαν συγκύριοι σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του επί της ως άνω οδού οικοπέδου, στο οποίο ανεγέρθηκε η επίδικη οικοδομή. Ότι η ανωτέρω πολυκατοικία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ δυνάμει της με αριθμό .../1990 πράξης συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στο υποθηκοφυλακείο Αχαρνών στον τόμο 577 με α.α. 279, όπως αυτή τροποποιήθηκε δυνάμει της με αριθμό ....2010 πράξης τροποποίησης της σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.
Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια βιβλία μεταγραφών στον τόμο 969 με α.α. 476. Ότι στις 3 Ιουνίου 2013 διαπίστωσε ότι η παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος που τροφοδοτεί την ιδιοκτησία της ήταν, ήδη από την αγορά του διαμερίσματος από τους εναγομένους και τον υιό τους, συνδεδεμένη και ηλεκτροδοτούσε παρανόμως όλους τους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, μεταξύ των οποίων και το γκαράζ του 1ου ορόφου και των αποθηκών των εναγομένων.
Ότι η ίδια απευθύνθηκε στη ΔΕΔΔΗΕ, ωστόσο, παρά την υπόδειξη της ως άνω Υπηρεσίας, ο πρώτος εναγόμενος στις 11-9- 2013 προέβη σε νέα παράνομη επανασύνδεση τροφοδότησης του πίνακα κοινοχρήστων στην παροχή που ηλεκτροδοτεί τη δική του ιδιοκτησία. Ότι εξαιτίας των ανωτέρω η ιδιοκτησία της ενάγουσας επιβαρύνθηκε με το συνολικό ποσό των 780 ευρώ (20 δίμηνα Χ 39 ευρώ), το οποίο αντιστοιχεί στην κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος των κοινόχρηστων χώρων και των χώρων αποκλειστικής χρήσης τω εναγομένων για το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2010 (ημερομηνία αγοράς του διαμερίσματος) μέχρι και τον Οκτώβριο του 2013, οπότε έγινε αίτηση κοινόχρηστης παροχής.
Ζητούσε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας να της καταβάλουν ως αποζημίωση το ποσό των 780 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 20-6-2013, οπότε όχλησε τους εναγομένους, άλλως από την επίδοση της αγωγής...". Το Μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών , όπως προκύπτει από την παραδεκτή (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, δέχθηκε ακόλουθα: " Η αγωγή ως προς το κονδύλιο των 780 ευρώ για την επιβάρυνση της ιδιοκτησίας της ενάγουσας με την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος των κοινόχρηστων χώρων, είναι απορριπτέα ως αόριστη, καθώς η ενάγουσα δεν προσδιορίζει με σαφήνεια το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η ηλεκτροδότηση των κοινόχρηστων χώρων και των χώρων αποκλειστικής χρήσης των εναγομένων γινόταν από τη δική της παροχή.
Πιο συγκεκριμένα, η ενάγουσα αναφέρει ότι από τον Ιούνιο του 2010, οπότε αγόρασε το σπίτι έως τον Οκτώβριο του 2013 η κατανάλωση γινόταν από τη δική της παροχή, ωστόσο, σε άλλο σημείο της αγωγής της αναφέρει ότι, όταν στις 3-6-2013 διαπίστωσε τα ανωτέρω, απευθύνθηκε στην ΔΕΔΔΗΕ, η οποία συνέταξε σχετικό έγγραφο, ενώ παρά την υπόδειξη της τελευταίας, ο πρώτος εναγόμενος στις 11-9-2013 επανασύνδεσε τον πίνακα κοινοχρήστων στην παροχή της δικής του ιδιοκτησίας.
Επομένως, η ενάγουσα αφενός δεν προσδιορίζει αν και πότε διακόπηκε η ηλεκτροδότηση των κοινόχρηστων χώρων και χώρων των εναγομένων, δεδομένου ότι κάνει λόγο για επανασύνδεση στις 11-9-2013, αλλά ζητά το ποσό που αντιστοιχεί σε όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, αφετέρου, ενώ εκθέτει ότι στις 11-9-2013 ο πρώτος εναγόμενος επανασύνδεσε την παροχή στην παροχή της δικής του ιδιοκτησίας, στη συνέχεια αναφέρει ότι από τον Ιούνιο 2010 μέχρι τον Οκτώβριο 2013 η ηλεκτροδότηση των ανωτέρω χώρων γινόταν από τη δική της ιδιοκτησία...".
Σύμφωνα δε και με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Δικαστήριο, απορρίπτοντας ως αόριστο το ως άνω αγωγικό κονδύλιο ποσού 780 ευρώ , στο οποίο ανέρχεται η ζημία της αναιρεσείουσας, από την παράνομη ηλεκτροδότηση των κοινοχρήστων χώρων και των χώρων αποκλειστικής χρήσης των εναγομένων, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεδομένου ότι η ενάγουσα δεν προσδιορίζει επακριβώς το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο έλαβε χώρα η παράνομη ηλεκτροδότηση ,σε βάρος της ιδιοκτησίας της , καθόσον υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή , " ενώ αναφέρει ότι από τον Ιούνιο 2010 μέχρι τον Οκτώβριο 2013 , η είχε λάβει χώρα παράνομη ηλεκτροδότηση των ανωτέρω χώρων από την ιδιοκτησία της, σε άλλο σημείο της αγωγής αναφέρει ότι στις 11-9-2013 έλαβε χώρα επανσύνδεση της παροχής, χωρίς να αναφέρει αν και πότε διακόπηκε η παράνομη ηλεκρτροδότηση και στη συνέχεια έγινε εκ νέου επανασύνδεση, η οποία διήρκησε μέχρι τον Οκτώβριο 2013".
Κατόπιν όλων αυτών, ο προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του , η αναιρεσείουσα προβάλλει, επίσης, την από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, έκρινε ως αόριστο το αγωγικό κονδύλιο ποσού 2.444,96 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η ζημία της για την αποκατάσταση των φθορών της ιδιοκτησίας της που υπέστη από τους σκουριασμένους σωλήνες απαγωγής καπνού, που παράνομα είχαν εγκαταστήσει οι εναγόμενοι.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ),και κατά το ενδιαφέρον για τον αναιρετικό έλεγχο αντίστοιχο τμήμα της, εκτίθενται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "...Ότι περαιτέρω, οι εναγόμενοι προέβησαν σε ενέργειες κατά παράβαση του κανονισμού και της πράξης σύστασης της οροφοκτησίας, όπως αυτή τροποποιήθηκε και συγκεκριμένα:
α) είχαν εγκαταστήσει σωλήνες απαγωγής καπνού της σόμπας τους στον κοινόχρηστο χώρο, οι οποίοι σωλήνες είχαν σκουριάσει και είχαν καταστρέψει τα μάρμαρα, τα πλακάκια, τους εξωτερικούς τοίχους και τα κάγκελα του μπαλκονιού του σαλονιού της ενάγουσας[..]. Ότι για την αποκατάσταση των φθορών της ιδιοκτησίας της από τους σκουριασμένους σωλήνες απαγωγής καπνού η ενάγουσα δαπάνησε τα ακόλουθα ποσά: 37,54 ευρώ για καθαρισμό μαρμάρων, 701,10 ευρώ για το χρωματισμό των κιγκλιδωμάτων και των εξωτερικών τοίχων, 123 ευρώ νια αυτοψία και σύνταξη έκθεσης αυτοψίας, 20,86 ευρώ, για αγορά υλικών, 389,83 ευρώ για αγορά πλακιδίων, κόλλας, στόκου και σταυρών, 198 ευρώ για υλικά τοποθέτησης πλακιδίων, 39,80 ευρώ για αγορά διαφόρων υλικών, 799,50 ευρώ για ξήλωμα πλακιδίων, τσιμεντοκονίας, νέα τσιμεντοκονία και τοποθέτηση πλακιδίων και 135,30 ευρώ για αποκομιδή υλικών κατεδαφίσεως και συνολικά το ποσό των 2.444,96 ευρώ.
Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζητούσε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 2.444,96 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 20-6-2013, οπότε όχλησε τους εναγομένους, άλλως από την επίδοση της αγωγής.". Το Μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών , όπως προκύπτει από την παραδεκτή (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, δέχθηκε ακόλουθα: " ...Αόριστη και απορριπτέα ως τέτοια είναι η αγωγή και ως προς το κονδύλιο των δαπανών, στις οποίες η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι προέβη, καθώς δεν προσδιορίζονται ειδικότερα και ξεχωριστά τα υλικά που αγοράστηκαν κατά είδος και ποσότητα ούτε οι επιμέρους εργασίες που απαιτήθηκαν...".
Σύμφωνα δε και με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Δικαστήριο, απορρίπτοντας ως αόριστο το ως άνω αγωγικό κονδύλιο ποσού 2.444,96 ευρώ , στο οποίο ανέρχεται η ζημία της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, από την παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων οι οποίοι, αντίθετα με όσα ήταν υποχρεωμένοι να πράττουν από τον κανονισμό της πολυκατοικίας και τα οριζόμενα στο ν. 3741/1929 περί των υποχρεώσεων των συνιδιοκτητών επί οριζοντίου ιδιοκτησίας, αλλά και τις διατάξεις Αστικού Κώδικα περί γειτονικού δικαίου, είχαν εγκαταστήσει σωλήνες απαγωγής καπνού της σόμπας τους στον κοινόχρηστο χώρο ,οι οποίοι σωλήνες είχαν σκουριάσει και προξένησαν φθορές στην ιδιοκτησία της ενάγουσας, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεδομένου ότι η ενάγουσα δεν προσδιορίζει στην αγωγή ειδικότερα και ξεχωριστά τη αξία κάθε επιμέρους υλικού (κατά είδος, ποσότητα και ποιότητα), ούτε τις επιμέρους εργασίες που απαιτήθηκαν (αριθμός, ειδικότητα προσωπικού και ημέρες απασχόλησης), για την αποκατάσταση των επίδικων φθορών.
Κατόπιν όλων αυτών, το δικάσαν δικαστήριο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του, και, συνεπώς, ο προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020).
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).
Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, για την εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 914, 297,298 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 1,2,3 παρ.1,4 παρ.1, 5 περ. β του Ν. 3741/1929, με την αιτίαση, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, και συγκεκριμένα ότι:
Α) αν και το παρεπόμενο αίτημα περί απειλής προσωπικής κράτησης και χρηματικής ποινής κρίθηκε νόμιμο μόνο ως προς την υποχρέωση των εναγομένων να απόσχουν από τη ρίψη σκουπιδιών από τον εξώστη και από την εναπόθεση σκουπιδιών στους κοινόχρηστους χώρους, τελικά δεν επιδικάσθηκε, παρότι από τις προσκομιζόμενες αποδείχθηκε η εναπόθεση σκουπιδιών στους κοινόχρηστους χώρους.
Β) η προσβαλλόμενη απόφαση αν και δέχεται αρχικά ότι ο σωλήνας απαγωγής καπνού διέρχεται σε κοντινή απόσταση από το μπαλκόνι της ενάγουσας, σε άλλο σημείο δέχεται ότι ο σωλήνας διέρχεται σε αρκετή απόσταση. Γ) ενώ δέχεται ως αληθείς τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες που δείχνουν τις σκουριές και την διέλευση του σωλήνα, στη συνέχεια δέχθηκε ότι οι σκουριές δεν συνδέονται με τον σωλήνα, Δ) η προσβαλλόμενη απόφαση ενώ δέχθηκε ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι οι εναγομένοι είχαν εναποθέσει άχρηστα αντικείμενα στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, αντιθέτως δέχεται ως αληθείς τις φωτογραφίες που είχε προσκομίσει η ενάγουσα και στις οποίες απεικονίζεται η εναπόθεση σκουπιδιών και άχρηστων αντικειμένων στους κοινόχρηστους χώρους.
Το Μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, δέχθηκε ακόλουθα: "...Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) είναι κυρία της με στοιχεία Β-1 οριζόντιας ιδιοκτησίας-διαμερίσματος στο δεύτερο όροφο οικοδομής που βρίσκεται στο Δήμο Αχαρνών Αττικής επί της οδού ..., την οποία απέκτησε δυνάμει του με αριθμό ....2010 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.
Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αχαρνών στον τόμο 970με α.α. 436. Η δεύτερη εναγομένη και ο ήδη αποβιώσας πρώτος εναγόμενος, ήταν συγκύριοι σε ποσοστό 14 εξ αδιαιρέτου ο καθένας της υπό στοιχεία Α1 ιδιοκτησίας-διαμερίσματος του πρώτου ορόφου της ίδιας οικοδομής. Το οικόπεδο επί του οποίου κτίστηκε η ως άνω οικοδομή είχε περιέλθει στους εναγομένους σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα δυνάμει του με αριθμό .../1989 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αχαρνών Ε.
Τ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο 559 με α.α. 183. Η οικοδομή υπήχθη στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ δυνάμει του με αριθμό .../1990 συμβολαίου της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στα ανωτέρω βιβλία στον τόμο 577 με αα. 279, με το οποίο έγινε σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας και μεταβιβάστηκε προς τον Ν.
Ε. λόγω γονικής παροχής η ψιλή κυριότητα των 400/000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, τα οποία αντιστοιχούσαν στο δικαίωμα ανεγέρσεως της με στοιχ. Β1 ιδιοκτησίας, που στη συνέχεια αγόρασε η ενάγουσα. Ακολούθως, δυνάμει του με αριθμό ....2010 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αχαρνών Κ. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα ανωτέρω βιβλία μεταγραφών στον τόμο 969 με α.α. 476, τροποποιήθηκε η αρχική συστατική της οροφοκτησίας πράξη και καταρτίστηκε κανονισμός της πολυκατοικίας.
Συγκεκριμένα ορίστηκε ότι ο χώρος της πυλωτής επιφάνειας 25,60 τ. μ. ανήκει στην αποκλειστική χρήση του εκάστοτε κυρίου του με στοιχεία Β1 διαμερίσματος (δηλαδή της ενάγουσας), ενώ ο χώρος της πυλωτής και του ακάλυπτου οικοπέδου, επιφάνειας 129,20 τ.μ., στον οποίο περιλαμβάνεται και ο χώρος της ανοικτής θέσης στάθμευσης με τα στοιχεί Ρ1, επιφάνειας 12 τ.μ., θα ανήκει στην αποκλειστική χρήση του εκάστοτε κυρίου του υπό στοιχεία Α1 διαμερίσματος και του δικαιώματος ανεγέρσεως περαιτέρω ορόφων πέραν του δεύτερου πάνω από την πυλωτή ορόφου (ιδιοκτησία των εναγομένων).
Μετά από αυτούς τους ορισμούς απέμειναν ως κοινόχρηστοι χώροι της πυλωτής η είσοδος της οικοδομής και το κλιμακοστάσιο που συνδέει τους ορόφους, επιφάνειας 17,65 τ,μ, και το υπόλοιπο τμήμα του ελεύθερου χώρου της πυλωτής, επιφάνειας 2,86 τ.μ. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι οι εναγόμενοι έχουν εγκαταστήσει κατά μήκος του κοινόχρηστου εξωτερικού τοίχου της οικοδομής παράπλευρα από το μπαλκόνι του σαλονιού της ιδιοκτησίας τους προς τον ακάλυπτο χώρο και κατά μήκος του τοίχου μέχρι την ταράτσα σωλήνα απαγωγής καπνού της θερμάστρας τους (σόμπας), ο οποίος διέρχεται σε κοντινή απόσταση από το μπαλκόνι του σαλονιού της άνωθεν ιδιοκτησίας της ενάγουσας.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο σωλήνας αυτός είναι σκουριασμένος, εξαιτίας δε τούτου έχουν προκληθεί φθορές στον τοίχο και στα πλακάκια δαπέδου του μπαλκονιού της. Ο ισχυρισμός της αυτός δεν αποδείχθηκε, αντιθέτως αποδείχθηκε ότι πρόκειται για ανοξείδωτο σωλήνα, ο οποίος είναι τοποθετημένος δίπλα και κατά μήκος του κοινόχρηστου σωλήνα κεντρικής θέρμανσης της οικοδομής, σε αρκετή απόσταση από το μπαλκόνι της ενάγουσας, οι δε επικαλούμενοι λεκέδες σκουριάς, τους οποίους, άλλωστε η ενάγουσα δεν προσδιορίζει περαιτέρω, ως προς το σημείο και την έκταση, στην οποία βρίσκονται, δεν αποδείχθηκε ότι συνδέονται με τον ανωτέρω σωλήνα.
Περαιτέρω, οι εναγόμενοι έχουν προβεί σε επέκταση του μπαλκονιού του σαλονιού τους, η οποία αποτελείται από ψηλά μεταλλικά κάγκελα κατά μήκος όλου του μπαλκονιού και πέραν τούτου, στην οποία τοποθετούν κυρίως γλάστρες με φυτά. Η εν λόγω κατασκευή αφενός έρχεται σε αντίθεση με τον κανονισμό της πολυκατοικίας, κατά τον οποίο απαγορεύεται στους συνιδιοκτήτες να προβαίνουν σε κατασκευές και μεταβολές στην πρόσοψη της πολυκατοικίας και στους κοινόχρηστους χώρους, αφετέρου προσβάλλουν την ιδιοκτησία της ενάγουσας, καθώς πρόκειται για εμφανή και ογκώδη κατασκευή, κατ'επέκταση των ορίων του εξώστη των διαμερισμάτων, η οποία μάλιστα διευκολύνει την πρόσβαση προς την άνωθεν ιδιοκτησία της ενάγουσας σε διαρρήκτες.
Ενόψει λοιπόν της προσβολής της ίδιας της ιδιοκτησίας της ενάγουσας, αλλά και του δικαιώματος της συνιδιοκτησίας της στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής και της αντίθεσης της ως άνω ενέργειας των εναγομένων στον κανονισμό της οικοδομής, το αίτημα περί καθαίρεσης αυτής πρέπει να γίνει δεκτό. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι οι εναγόμενοι εναποθέτουν ακαθαρσίες και άλλα άχρηστα αντικείμενα στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, ήτοι στον κοινόχρηστο κήπο, στο πλατύσκαλο και το κλιμακοστάσιο προς την ταράτσα.
Μετά αϊτό αυτά, η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να υποχρεωθούν η δεύτερη εναγομένη ατομικά και ως κληρονόμος του πρώτου εναγομένου, καθώς και ο Ν. Ε., επίσης ως κληρονόμος του αρχικού εναγομένου, να προβούν στην αφαίρεση της σιδηροκατασκευής (προέκτασης) που έχουν εγκαταστήσει κατά μήκος και πέραν του μπαλκονιού του σαλονιού τους πάνω από τον κήπο της οικοδομής...".
Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεχόμενο εν μέρει δεκτή ως κατ'ουσία βάσιμη την από 18-6-2015 αγωγή της ενάγουσας, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτή την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα.
Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί αντιφατικών αιτιολογιών απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Στην πραγματικότητα η αναιρεσείουσα, με την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστή ουσίας (άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. (ΑΠ 605/2023, ΑΠ 680/2021, ΑΠ462/2017).
Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε 'του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).
Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την, από 28-11-2021 (αριθμ. καταθ. 95657/177/30-11-2021), αίτηση, για αναίρεση της με αριθμ. 389/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών.
Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αιτήσεως, παραβόλου.
Επιβάλλει, σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου