Legislator Case Law & Legislation
680/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing binding precedent and lack of new legal issues.

Case Number 680/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Athens Court of Appeal's final judgment. The appellant argued for a retrial based on new supplementary grounds, but the court found no valid legal issues requiring review. Since the Supreme Court's prior decision had already established the admissibility and merits of the original claim, the new arguments were deemed inadmissible and baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 564, 569, 577, 580, 581 of the Code of Civil Procedure; Article 5 of Law 3741/1929: When a Supreme Court decision has already resolved a legal issue bindingly, supplementary appeal grounds challenging that issue are inadmissible and baseless.

Keywords

AI generated
supplementary appeal grounds binding precedent Court of Appeal procedural admissibility legal issue resolution costs of appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 581 of the Code of Civil Procedure
Article 5 of Law 3741/1929

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 680 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 680/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Π. – Ε. Π. ΟΕ" (πρώην "Α. ΚΑΙ Γ. Π. ΟΕ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Ανδρεάτου - Λαμπροπούλου.

Της αναιρεσίβλητης: Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS ΑΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5650/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5918/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 5-6-2015 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 462/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 1568/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-6-2019 αίτησή της και τους από 2-9-2020 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 10-6-2019 με αρ.κατ.530/2019 (2η) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 1568/2019 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε με την τακτική διαδικασία, ως Δικαστήριο της παραπομπής (άρθρο 581 αρ. 2 ΚΠολΔ), μετά την έκδοση της υπ' αρ. 462/2017 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, η οποία, μετά την παραδοχή της αρχικής από 5-6-2015 ,με αρ.κατ.585/2015 (1ης ) αίτησης αναίρεσης, που απευθυνόταν κατά της αρχικά προσβαλλόμενης υπ' αρ. 5918/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, παρέπεμψε ,κατά το άρθρο 580 αρ.3 περ. β ΚΠολΔ, την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο τελευταίο αυτό Δικαστήριο, καθώς επίσης οι από 2-9-2020 (αρ. κατ. 67/2020) πρόσθετοι λόγοι της ένδικης (2ης) αίτησης αναίρεσης κατά της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (ως Δικαστηρίου της παραπομπής) έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτών (άρθρα 564, 569, 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ) και να συνεκδικαστούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 ΚΠολΔ).

Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠλΔ), αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής: Η ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία άσκησε την από 9-7-2007 (αρ.κατ. 9081/2007) αγωγή εναντίον της εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας και ήδη αναιρεσείουσας, στην οποία ισχυρίστηκε, ότι είχε συνάψει σύμβαση ασφάλισης με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία TIME CENTER AE, η οποία δραστηριοποιείται στην εισαγωγή και εμπορία ωρολογίων με έδρα επί της οδού Βουλής αρ. 14 στην Αθήνα και ότι προς τούτο είχε μισθώσει τους 1ο, 2ο και 4ο ορόφους της πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην ανωτέρω διεύθυνση, ότι η ανωτέρω ασφαλισμένη μισθώτρια, στις 4-7-2004 υπέστη ζημία στις κτιριακές εγκαταστάσεις και στα αποθηκευμένα εμπορεύματα αυτής του 1ου και του 2ου ορόφου, συνολικού ποσού 278185,78 ευρώ, εξαιτίας διάρρηξης σωλήνα ύδρευσης, που βρίσκεται εντός της οριζόντιας ιδιοκτησίας του υπερκείμενου 3ου ορόφου, κυριότητας της εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας, ότι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία και ήδη αναιρεσίβλητη , σε εκτέλεση των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου κάλυψε τις ζημίες της ασφαλισμένης της, στην οποία κατέβαλε το ποσό των 165877,10 ευρώ και έτσι υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα αυτής έναντι των τρίτων υποχρέων σε αποζημίωση ,κατά το άρθρο 14 του Ν.2496/1997.

Με το ιστορικό αυτό η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία ζητούσε να υποχρεωθεί η τότε εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα να της καταβάλει νομιμότοκα το συνολικό ποσό των 170597,10 ευρώ συμπεριλαμβανομένης της δαπάνης πραγματογνωμοσύνης, που είχε διενεργήσει η ασφαλιστική εταιρεία για τη διαπίστωση του ασφαλιστικού κινδύνου (ζημία), ως έχουσα (η εναγομένη) υποχρέωση από το νόμο ως ιδιοκτήτρια της οριζόντιας ιδιοκτησίας του 3ου ορόφου, αλλά και από την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πρόνοιας, που όφειλε να επιδεικνύει ως ο μέσος συνετός ιδιοκτήτης με δεδομένη την παλαιότητα των σωληνώσεων ύδρευσης της πολυκατοικίας, κατά τα εκτιθέμενα αναλυτικά στο αγωγικό δικόγραφο.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 5650/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία) ,η οποία έκρινε νόμιμη την αγωγή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ και άρ.6 παρ.1 του Ν.3741/1929 <περί οριζόντιας ιδιοκτησίας> και αυτές σε συνδυασμό με το άρθρο 14 του Ν.2496/1997 <περί ασφαλιστικής σύμβασης> και ,στη συνέχεια, δέχθηκε κατ' ουσίαν εν μέρει την αγωγή για το ποσό των 43481,03 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι άσκησαν εκατέρωθεν εφέσεις και ειδικότερα, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία την από 3-10-2013 (αρ.κατ. 5522/2013) έφεση και η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα την από 10-12-2012 (αρ.κατ. 6721/2010) αντίθετη έφεση. Οι αντίθετες εφέσεις συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η υπ' αρ. 5918/2014 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας και ήδη αναιρεσείουσας και δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση μόνον ως προς το κεφάλαιο της τοκοδοσίας , δέχτηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη για το ίδιο ποσό των 43481,03 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής (αρ.346 ΑΚ).

Ακολούθως, η εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία άσκησε την από 5-6-2015 (αρ. κατ. 586/2015) αίτηση αναίρεσης (1η αναίρεση), με τον 1ο λόγο της οποίας προέβαλε την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (παρά το νόμο μη κήρυξη δικονομικού απαραδέκτου λόγω αοριστίας της αγωγής) και με τον 2ο λόγο αυτής τις αναιρετικές πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914,926 σε συνδ. 481-482 ΑΚ και αυτές σε συνδ.

με το άρθρο 5 περ. β του Ν. 3741/1929. Επί της παραπάνω αίτησης αναίρεσης εκδόθηκε η υπ' αρ. 462/2017 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε τον 1ο αναιρετικό λόγο εκ του άρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, όπως θα εκτεθεί αναλυτικά παρακάτω και δέχθηκε τον 2ο αναιρετικό λόγο για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου κρίνοντας, ότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης τότε απόφασης δεν προκύπτει, αφενός μεν η εις ολόκληρον ευθύνη της αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας εκ του άρθρου 926 ΑΚ και ειδικότερα, σε ποια από τις τρεις περιπτώσεις σε ολόκληρο ευθύνης επί πλειόνων ενεχομένων εντάσσεται η υποχρέωση της ομόρρυθμης εταιρείας και αφετέρου, το είδος των προστατευτικών μέτρων, που αυτή αμέλησε να λάβει.

Στη συνέχεια, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε εξ ολοκλήρου την 1η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για να δικαστεί περαιτέρω. Με την από 24-8-2017 (αρ. κατ. 4917/2017) κλήση της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας και ήδη αναιρεσίβλητης η υπόθεση επαναφέρθηκε για να συζητηθεί ενώπιον του Εφετείου, ως Δικαστήριο της παραπομπής.

Εκδόθηκε η υπ' αρ. 1568/2019 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ήδη προσβαλλόμενη, η οποία αφού συνεκδίκασε τις δύο αντίθετες εφέσεις απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας και δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δίκασε την αγωγή ,την οποία δέχθηκε κατά το ποσό των 43481,03 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής (όπως δηλαδή και η αρχική προσβαλλόμενη απόφασή του).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ και των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 54 του εισαγωγικού του Νόμου, συνάγεται σαφώς ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή (διαιρεμένη) κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως κατ’ ανάλογη μερίδα στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση .Ο προσδιορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων αυτών μερών γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας σύμβαση ,είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών κατά τα άρθρα 4 § 1, 5 και 13 του ν.3741/1929 (ΑΠ 1633/2003).

Εκτός από τις κατασκευές και εγκαταστάσεις που ενδεικτικά στο νόμο 3741/1929 (άρθρο 2 παρ. 1) και στον ΑΚ (άρθρο 1117) αναφέρονται ως κοινά μέρη της οικοδομής, είναι δυνατόν και άλλες, σύμφωνα με το κριτήριο της χρήσης, να αποτελέσουν αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας (αφού θα χρησιμεύουν στην κοινή χρήση των ιδιοκτητών).

Έτσι, αποτελούν κοινόκτητο και κοινόχρηστο πράγμα οικοδομής και οι εγκαταστάσεις παροχής και αποχέτευσης νερού, αφού όπως είναι πρόδηλο, παρέχουν χρησιμότητα σε όλους τους δικαιούχους της οριζόντιας ιδιοκτησίας (ΑΠ 406/1996). Αναφορικά, με τις υποχρεώσεις των ιδιοκτητών από την αποκλειστική ιδιοκτησία, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3741/1929, συνάγεται ότι ο κύριος χωριστής ιδιοκτησίας έχει υποχρέωση να τη διατηρεί σε τέτοια κατάσταση, ώστε να μην μπορεί να προκύψει από αυτή βλάβη στη χρήση των λοιπών διαιρετών ιδιοκτησιών.

Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής γεννάει ενοχική αξίωση των λοιπών ή του βλαπτόμενου τρίτου να ζητήσουν αποζημίωση. Αν η πιο πάνω παράλειψη του συνιδιοκτήτη είναι και υπαίτια, δικαιούται ο βλαπτόμενος να στραφεί κατά του ζημιώσαντος με βάση τις διατάξεις για την αδικοπραξία και να ζητήσει πλήρη ικανοποίηση.

Εξάλλου, σε σχέση με τις υποχρεώσεις από την αναγκαστική συνιδιοκτησία πάνω στα κοινά πράγματα, κατά το άρθρο 5 εδάφ. β και γ του πιο πάνω νόμου 3741/1929, καθένας από τους συνιδιοκτήτες συμμετέχει υποχρεωτικά στη συντήρηση και επισκευή των κοινών μερών της οικοδομής και ευθύνεται ατομικά ή και παράλληλα με τους λοιπούς συνιδιοκτήτες για την επισκευή τους, κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας του.

Για κάθε δε υπαίτια ζημιογόνο παράλειψη των άνω συνιδιοκτητών ή του διαχειριστή εντολοδόχου τους σε σχέση με τις ανατεθείσες κατ` άρθρα 4 και 13 του ως άνω νόμου από τον Κανονισμό υποχρεώσεις του, για συντήρηση και επισκευή των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, ο βλαπτόμενος ιδιοκτήτης ή τρίτος έχει αξίωση αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 926, 932,714, 297, 298 ΑΚ (ΑΠ 914/2005).

Στην περίπτωση υποχρεώσεων από την αναγκαστική συνιδιοκτησία για συντήρηση και επισκευή των κοινών μερών, η κύρια υποχρέωση όλων των συγκυρίων συνίσταται σε επιχείρηση πράξης, η οποία ως εκ της φύσης της είναι αδιαίρετη παροχή. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 494 παρ. 1, 481 και 482 του ΑΚ, αν περισσότεροι οφείλουν αδιαίρετη παροχή, καθένας από αυτούς έχει την υποχρέωση να την εκπληρώσει ολόκληρη, ο δε δανειστής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή, κατά την προτίμησή του, από οποιονδήποτε οφειλέτη.

Συνεπώς ο ιδιοκτήτης διαμερίσματος, βλαπτόμενος από τη χρήση κοινού πράγματος της οικοδομής έχει δικαίωμα να αξιώσει την κατάλληλη επισκευή αυτού προς άρση της προσβολής του, είτε από όλους τους λοιπούς συνιδιοκτήτες ,είτε από ένα ή ορισμένους από αυτούς κατά την προτίμησή του (ΑΠ 406/96 ). Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 του Κ.Πολ.Δ., δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, δυνάμενο να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στον δικονομικό δίκαιο. Νομικό όμως ζήτημα δεν επιλύεται, αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα, για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν δεν καθιστούν εφικτή, λόγω της αοριστίας και ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό του περιεχόμενο.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε, δυνάμενο να τα εκτιμήσει διαφορετικά, υπάγοντας αυτά, σε άλλον κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφάρμοσε η αναιρεθείσα απόφαση, οπότε στην τελευταία περίπτωση, εάν το δικαστήριο υποπέσει σε σφάλμα περί την ορθή εφαρμογή και ερμηνεία της εφαρμοσθείσας ουσιαστικής διατάξεως η απόφασή του ελέγχεται αναιρετικώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

και όχι από τον αριθμό 18 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 914/2015, ΑΠ 15/2014, ΑΠ 831/2013, ΑΠ 1663/2008).

Με τον μοναδικό κύριο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.18 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ως Δικαστήριο της παραπομπής, δεν συμμορφώθηκε με τις διατάξεις της παραπεμπτικής υπ' αρ. 462/2017 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, διότι δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα ,όπως και οι λοιποί συνιδιοκτήτες όφειλαν δήθεν να προβαίνουν στον έλεγχο και τη συντήρηση των κοινοχρήστων μερών της πολυκατοικίας και ότι στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού η αναιρεσείουσα δήθεν περέλειψε από αμέλεια να επιμεληθεί για την ασφαλή φραγή του κοινόχρηστου σωλήνα, χωρίς όμως η προσβαλλόμενη απόφαση ,κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ,συγχρόνως να προσδιορίζει σύμφωνα με τις επιταγές της παραπεμπτικής ως άνω αναιρετικής απόφασης τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις ενός εκάστου συνιδιοκτήτη ξεχωριστά, μη αρκούσης για τη συμμόρφωση της γενικής αναφοράς, ότι η αναιρεσείουσα παρέλειψε τον έλεγχο και τη συντήρηση των σωληνώσεων και χωρίς την ταυτόχρονη εξειδίκευση του είδους των προστατευτικών μέτρων, που όφειλε δήθεν να λάβει η αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία.

Πιο συγκεκριμένα, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, η προσβαλλόμενη απόφαση συμμορφούμενη στην αναιρετική παραπεμπτική απόφαση όφειλε να εκθέτει Α) ότι ο υδροσωλήνας βρισκόταν σε κοινόχρηστο χώρο, Β) ότι υπεύθυνοι για τη συντήρησή του ήταν ο διαχειριστής της πολυκατοικίας, ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας και οι λοιποί συνιδιοκτήτες του κτιρίου -πολυκατοικίας, Γ) ότι η παράλειψη όλων των ανωτέρω ήταν ικανή να προκαλέσει τη ζημία, Δ) ότι ήταν αδύνατο να διακριβωθεί ποια ήταν η παράλειψη κάθε συνυποχρέου για τη συντήρηση του σωλήνα, Ε) ότι υπήρχε κανονισμός πολυκατοικίας και διορισμένος διαχειριστής, ΣΤ) ότι αξιώνοντας η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία από την αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία την καταβολή αποζημίωσης έκανε χρήση του δικαιώματος επιλογής εκ του άρθρου 926 ΑΚ σε συνδ. 482 ΑΚ και τέλος Ζ) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση όφειλε να εκθέτει το είδος των προστατευτικών μέτρων καθενός συνιδιοκτήτη και ειδικότερα της αναιρεσείουσας για τη μη χαλάρωση της τάπας του σωλήνα.

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για τις ανάγκες του ερευνώμενου κύριου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο της παραπομπής δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αναφορικά με τον ερευνώμενο 1ο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: .....""....Η ενάγουσα, δυνάμει της από 11.5.2004 ασφαλιστικής σύμβασης (υπ' αρ.

συμβολαίου ΑΤΕ-…. και πρόσθετη πράξη υπ' αριθ. …), είχε αναλάβει την ασφαλιστική κάλυψη της ανώνυμης εταιρείας εισαγωγής και εμπορίας ωρολογίων με την επωνυμία "TIME CENTER Α.Ε." (καλούμενη στο εξής για συντομία "ασφαλισμένη"), για το χρονικό διάστημα από 11.5.2004 μέχρι 11.6.2005, για τον κίνδυνο, μεταξύ άλλων, ζημιών στις κτιριακές εγκαταστάσεις και στα εμπορεύματα της ασφαλισμένης από τη διάρρηξη σωληνώσεων.

Η εν λόγω εταιρεία είχε έδρα στην πολυκατοικία επί της οδού Βουλής αρ. 14 στην Αθήνα, χρησιμοποιώντας ως μισθώτρια τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο όροφο της ίδιας πολυκατοικίας. Η εναγομένη εδρεύει στην ίδια πολυκατοικία και συγκεκριμένα στον τρίτο όροφο, ο οποίος περιλαμβάνει επτά αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες (γραφεία), που ανήκουν στην κυριότητα της εναγομένης, καθώς επίσης κοινόχρηστους χώρους και συγκεκριμένα κλιμακοστάσιο, δύο ανελκυστήρες, διάδρομο, δύο αποχωρητήρια και μικρό χώρο εναπόθεσης ειδών καθαρισμού (βλ.

τον υπ' αριθ. …/…..3.1958 κανονισμό πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Ρήγα Γαρταγάνη). Στις 4.7.2004, ημέρα Κυριακή και περί ώρα 23:00, οι νόμιμοι εκπρόσωποι των παραπάνω εταιρειών ειδοποιήθηκαν τηλεφωνικώς από τον θυρωρό της πολυκατοικίας ότι υπήρχε διαρροή υδάτων στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας και εισροή αυτών στους υποκείμενους πρώτο και δεύτερο ορόφους.

Η εν λόγω διαρροή των υδάτων αποδείχθηκε ότι προήλθε από διάρρηξη σωλήνα ύδρευσης, ο οποίος βρισκόταν εντός του κοινόχρηστου χώρου εναπόθεσης ειδών καθαρισμού του τρίτου ορόφου. Ειδικότερα, ο σωλήνας αυτός ήταν στο σημείο εκείνο φραγμένος με μία τάπα, η οποία ήταν εμφανής και εξείχε του τοίχου, όπως και η στρόφιγγα που υπήρχε δίπλα της και η οποία (τάπα) αποκολλήθηκε με αποτέλεσμα, μέσω της οπής που αποκαλύφθηκε, να ρέουν τα ύδατα στο δάπεδο του τρίτου ορόφου και στη συνέχεια στους υποκείμενους ορόφους (βλ.

προς τούτο την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και τις σχετικές φωτογραφίες του σημείου διάρρηξης του σωλήνα τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη με τις παρούσες προτάσεις της ως σχετ. 31α και 31 β). Σημειώνεται ότι οι ιδιόκτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες της εναγομένης στον ίδιο όροφο δεν διαθέτουν υδραυλική εγκατάσταση, αφού προορίζονται από την κατασκευή τους για χρήση ως γραφεία.

Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγομένη είχε, κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων, τοποθετήσει σιδερένια πόρτα στο κλιμακοστάσιο του τρίτου ορόφου που εμπόδιζε τη διέλευση των υπολοίπων ενοίκων της πολυκατοικίας και ότι έτσι η εναγομένη είχε εν τοις πράγμασιν την αποκλειστική χρήση ολόκληρου του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας.

Ωστόσο, ακόμα και αν αυτό υποτεθεί αληθές, δεν αναιρεί τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του χώρου εναπόθεσης ειδών καθαριότητας και αντιστοίχως του σωλήνα ύδρευσης που εξυπηρετεί τον ίδιο χώρο. Επομένως, η εναγομένη δεν έχει ευθύνη ως αποκλειστική ιδιοκτήτρια κατά το άρθρ. 6 παρ. 1 ν. 3741/1929, από το γεγονός της διάρρηξης του παραπάνω σωλήνα.

Ωστόσο, είναι ερευνητέα, η αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης με βάση τις υποχρεώσεις της από την αναγκαστική συνοδιοκτησία στα κοινά πράγματα, κατά το άρθρο 5 εδ. β' και γ' του ν. 3741/1929, αφού καθένας από τους συνιδιοκτήτες συμμετέχει υποχρεωτικά στη συντήρηση και επισκευή των κοινών μερών της οικοδομής και ευθύνεται ατομικά ή και παράλληλα με τους λοιπούς συνιδιοκτήτες για την επισκευή τους, κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας του, για κάθε δε υπαίτια ζημιογόνο παράλειψη των συνιδιοκτητών ή του διαχειριστή εντολοδόχου τους, σε σχέση με τις υποχρεώσεις του για συντήρηση και επισκευή των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, ο βλαπτόμενος ιδιοκτήτης έχει αξίωση αποζημίωσης (βλ.

τη μείζονα σκέψη). Συνακολούθως είναι αβάσιμοι οι δεύτερος και έκτος λόγος της έφεσης της εναγομένης, με τους οποίους ισχυρίζεται ότι παθητικώς δεν νομιμοποιείται η ίδια αλλά ολόκληρη η ένωση των συνιοδιοκτητών εκπροσωπούμενη από τον διαχειριστή αυτής..."...."Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της διάρρηξης του προαναφερόμενου κοινόχρηστου σωλήνα ύδρευσης του τρίτου ορόφου εισήλθαν ύδατα στους υποκείμενους δεύτερο και πρώτο όροφο της πολυκατοικίας, διαμέσου των διελεύσεων των σωληνώσεων του δικτύου θέρμανσης του κτιρίου, των δομικών στοιχείων αυτού και του κλιμακοστασίου κα• κατέκλυσαν τους χώρους της ασφαλισμένης όπου και (ανάλογα με την κλίση των δαπέδων) δημιούργησαν στάθμη 1-2 εκατοστών περίπου.

Στο δεύτερο όροφο (σε τμήμα αυτού) η ασφαλισμένη είχε το λογιστήριο, καθώς και τις αποθήκες της, συνολικού εμβαδού 100 τ.μ., όπου φύλασσε και το μεγαλύτερο ποσοστό (80%) των εμπορευμάτων της ωρολόγια χειρός), ενώ το υπόλοιπο ποσοστό (20%) και συγκεκριμένα τα πιο ακριβά ωρολόγια τα είχε αποθηκευμένα εντός χρηματοκιβωτίου του πρώτου ορόφου, όπου επίσης βρισκόταν τα γραφεία και το εκθετήριο αυτής, συνολικού εμβαδού 200 τ.μ....

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, ως ιδιοκτήτρια οριζόντιων ιδιοκτησιών της πολυκατοικίας και συνακολούθως συνιδιοκτήτρια των κοινόχρηστων μερών της πολυκατοικίας, ευθυνόταν αυτοτελώς, όπως και καθένας των λοιπών συνιδιοκτητών, νια τον έλεγχο και τη συντήρηση των κοινόχρηστων μερών της πολυκατοικίας, δηλαδή υπήρχε παράλληλη ευθύνη προς τούτο όλων των συνιδιοκτητών κατά τη διάταξη του άρθρ. 926 περίπτωση δεύτερη του Α Κ.

Στο πλαίσιο αυτό, η εναγομένη (όπως και καθένας των λοιπών συνιδιοκτητών) όφειλε αυτοτελώς να ελέγχει κα; να συντηρεί τακτικώς και τις κοινόχρηστες σωληνώσεις ύδρευσης της πολυκατοικίας και πολύ περισσότερο, μάλιστα, ενόψει της παλαιότητας των σωληνώσεων και της όλης πολυκατοικίας (έτους κατασκευής 1956), πλην όμως από αμέλεια παρέλειψε να πράξει τούτο, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί ότι η τάπα του σωλήνα ύδρευσης δεν ήταν επαρκώς στερεωμένη και η τελευταία να αποκολληθεί και να προκαλέσει τη διαρροή.

Αν όμως η εναγομένη (όπως και καθένας των λοιπών συνιδιοκτητών) είχε δείξει την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, θα είχε αντιληφθεί τη χαλάρωση της τάπας και θα είχε φροντίσει για την επαρκή στερέωση της και συνακόλουθα για την ασφαλή φραγή του κοινόχρηστου σωλήνα, πέραν του ότι η εναγομένη, σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσε με την πρόσληψη τεχνίτη να προβεί και σε αντικατάσταση του συγκεκριμένου τμήματος κοινόχρηστου σωλήνα..." Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο ως Δικαστήριο της παραπομπής δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι η διαρροή ύδατος προκλήθηκε από το σωλήνα ύδρευσης, που βρίσκεται σε κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας και ειδικότερα, στο χώρο εναπόθεσης των ειδών καθαριότητας του 3ου ορόφου και ότι στο σημείο της διάρρηξης αυτού ήταν φραγμένος με μία τάπα ,που ήταν εμφανής και εξείχε από τον τοίχο, όπως και η στρόφιγγα, που υπήρχε δίπλα στην ανωτέρω τάπα, ότι η τάπα είχε αποκολληθεί από τη θέση της και ότι μέσω της οπής, που αποκαλύφθηκε μετά την αποκόλλησή της από τον υδροσωλήνα τα ύδατα έρευσαν στο δάπεδο του 3ου ορόφου του κτιρίου και στη συνέχεια, στους υποκείμενους ορόφους, όπου βρίσκονται τα γραφεία και οι αποθήκες της ασφαλισμένης στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία μισθώτριας εταιρείας, με την επωνυμία TIME CENTER AE , ότι τα γραφεία του 3ου ορόφου, που ανήκουν στην ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας λόγω της χρήσης τους, δεν διέθεταν υδραυλική εγκατάσταση αποκλειομένης έτσι της πρόκλησης διαρροής εντός των χώρων αυτών, δηλαδή εντός του 3ου ορόφου, όπως υποστήριζε με την αγωγή της η ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, ότι όμως η διαρροή που προκάλεσε τη ζημία στα εμπορεύματα (ωρολόγια) της ασφαλισμένης στην αναιρεσίβλητη μισθώτρια εταιρεία, προκλήθηκε από την παράλειψη της αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας, ως συνιδιοκτήτριας στα κοινά μέρη της οικοδομής, να λάβει τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα, ενόψει και της παλαιότητας του κτιρίου και ότι η αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία ως συνιδιοκτήτρια στην πολυκατοικία και συνακόλουθα συνιδιοκτήτρια των κοινοχρήστων μερών αυτής ευθύνεται αυτοτελώς για τα κοινά βάρη, όπως άλλωστε και οι λοιποί συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας, που επίσης έχουν παράλληλη ευθύνη, σύμφωνα με το ποσοστό συνιδιοκτησίας τους, για τον έλεγχο και τη συντήρηση των κοινοχρήστων μερών, σύμφωνα με όσα ορίζει η δεύτερη περίπτωση της διάταξης του άρθρου 926 ΑΚ (παράλληλη ευθύνη ενεχομένων περισσοτέρων προσώπων για την ίδια ζημία) , που υπάρχει στο πεδίο της αντικειμενικής ευθύνης του άρθρου 5 παρ.β και γ του Ν.3741/1929.

Επίσης, το Εφετείο εξειδίκευσε τα προστατευτικά μέτρα, που η αυτοτελώς, κατά τα ανωτέρω, ενεχομένη αναιρεσείουσα όφειλε να λάβει, όπως και καθένας από τους λοιπούς παραλλήλως ενεχομένως συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας, δηλαδή να ελέγχει και να συντηρεί τακτικά τις σωληνώσεις, που από αμέλεια παρέλειψε να πράξει και έτσι δεν αντιλήφθηκε, ότι η τάπα του κοινόχρηστου υδροσωλήνα είχε χαλαρώσει και δεν ήταν επαρκώς στερεωμένη, ώστε στη συνέχεια, να φροντίσει έγκαιρα για την ασφαλή της στερέωση ή για την ασφαλή φραγή του υδροσωλήνα στο σημείο εκείνο ή για να αντικαταστήσει το συγκεκριμμένο τμήμα του υδροσωλήνα προσλαμβάνοντας προς τούτο ειδικό τεχνίτη.

Κατόπιν τούτου οι αντίθετες υπό στοιχείο Α έως Δ και Ζ αιτιάσεις του 1ου αναιρετικού λόγου πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον το Δικαστήριο της παραπομπής, καθόσον αφορά στην ευθεία παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων για τις οποίες αναιρέθηκε η προηγούμενη εφετειακή απόφαση προσδιόρισε την εις ολόκληρο ευθύνη της αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας από το άρθρο 926 ΑΚ, συνιστάμενη κατά τις παραδοχές της, στην παράλληλη ευθύνη της με τους λοιπούς συνιδιοκτήτες ενώ καθόσον αφορά στην εκ πλαγίου παραβίαση των ιδίων ουσιαστικούδικαίου διατάξεων για την οποία επίσης αναιρέθηκε η προεκδοθείσα Εφετειακή απόφαση, χωρίς όμως σύμφωνα με τη σχετική νομική σκέψη που προαναφέρθηκε να τίθεται θέμα συμμόρφωσης προς την αναιρετική απόφαση, διέλαβε πλήρεις αιτιολογίες αναφορικά με την αμελή συμπεριφορά της αναιρεσείουσας και ειδικότερα προσδιόρισε αναλυτικά τις παραλείψεις της αναιρεσείουσας.

Επίσης, η υπό στοιχείο Ε αιτίαση πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν, διότι η ύπαρξη κανονισμού πολυκατοικίας και διαχειριστή, ο οποίος εκπροσωπεί την ένωση των συνιδιοκτητών, ως εντολοδόχος αυτών (ΑΠ 778/2011, ΑΠ 1515/2018, 532/2019) δεν αίρει την ευθύνη της αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας, εφόσον αυτή ως συνιδιοκτήτρια του 3ου ορόφου συμμετέχει υποχρεωτικά στη συντήρηση και στην επισκευή των κοινών μερών της οικοδομής και ευθύνεται ατομικά ή και παράλληλα με τους λοιπούς συνιδιοκτήτες κατά το ποσοστό της συνιδιοκτησίας τους και ο βλαπτόμενος, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, ως υποκατασταθείσα στα δικαιώματα της ασφαλισμένης της βλαπτόμενης μισθώτριας εταιρείας,TIME CENTER AE, ενόψει της ατομικής αλλά και παράλληλης ευθύνης της αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας - συνιδιοκτήτριας στο κτίριο, είχε δικαίωμα να στραφεί εναντίον της τελευταίας ασκώντας το δικαίωμα προτίμησης, που της παρέχει ο νόμος ,κατά το άρθρο 926 σε συνδυασμό 494 παρ.1,481-482 ΑΚ.

Για τον ίδιο λόγο είναι ουσιαστικά αβάσιμη και η υπό στοιχείο ΣΤ αιτίαση, διότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία ασκώντας την ένδικη αγωγή κατά της αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας για την αποκατάσταση της ζημίας της, άσκησε εκ του πράγματος το ανωτέρω δικαίωμα επιλογής, με το να στραφεί εναντίον της αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία όφειλε να εκπληρώσει ολόκληρη την παροχή, έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας έχοντας στη συνέχεια, τη δυνατότητα να ασκήσει δικαίωμα αναγωγής, κατά το άρθρο 927 ΑΚ, εναντίον των λοιπών ενεχομένων συνιδιοκτητών.

Επομένως, εφόσον από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγονται με επάρκεια τα περιστατικά, που θεμελιώνουν την αυτοτελή ευθύνη της αναιρεσείουσας για τα κοινά βάρη του κτιρίου, στο οποίο είναι συνιδιοκτήτρια και περαιτέρω, εξειδικεύονται ποιες είναι οι παράνομες παραλείψεις της αναιρεσείουσας (ή και παράλληλα των λοιπών ενεχομένων σε ολόκληρο συνιδιοκτητών του κτιρίου, κατ' εφαρμογή της δεύτερης περίπτωσης της διάταξης του άρθρου 926 ΑΚ) ,τις οποίες όφειλε να λάβει ως προστατευτικά μέτρα για την αποτροπή της διάρρηξης του κοινόχρηστου υδροσωλήνα του 3ου ορόφου, ο κύριος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.18 πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως ουσία αβάσιμος.

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ, καθορίζονται στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Οι περιπτώσεις αυτές είναι τρεις α) κοινή πράξη περισσοτέρων προσώπων, β) παράλληλη ευθύνη περισσοτέρων προσώπων και γ) περιπτώσεις διαζευκτικής αιτιότητας.

Στην πρώτη περίπτωση, η ζημία προέρχεται από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ο όρος κοινή πράξη λαμβάνεται με την ευρεία έννοια της αιτιώδους συμπράξεως ή συμμετοχής - με οποιαδήποτε μορφή - στην αδικοπραξία και ειδικότερα, είτε στην τέλεση της πράξεως, είτε στην επαγωγή της ζημίας. 'Ετσι εμπίπτει στην έννοια αυτή μεταξύ άλλων, και η μορφή συμμετοχής της παραυτουργίας, δηλαδή, η περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα πραγματώνουν με τη συμπεριφορά τους ορισμένη αδικοπραξία, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους καμία συνεννόηση.

Στη δεύτερη περίπτωση της παράλληλης ευθύνης, περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται από το νόμο αυτοτελώς το καθένα, για την αποκατάσταση της ίδιας ζημίας. Η περίπτωση αυτή μπορεί να υπάρχει στο πεδίο της αντικειμενικής,(όπως συμβαίνει επί αναγκαστικής συνιδιοκτησίας), αλλά και της υποκειμενικής ευθύνης. Στην τρίτη περίπτωση η ζημία προήλθε από ανεξάρτητες πράξεις ή παραλείψεις περισσότερων προσώπων, οι οποίες αποτελούν όλες δυνατούς αιτιώδεις όρους επαγωγής της ζημίας, αλλά δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποια συγκεκριμένη πράξη προκάλεσε πράγματι τη ζημία. 'Οταν συντρέχει μια από τις πιο πάνω τρεις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 926 ΑΚ, θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη των περισσοτέρων προσώπων, δηλαδή δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ.

Προϋπόθεση όμως της εις ολόκληρον ευθύνης δεν είναι η κοινή εναγωγή από τον ζημιωθέντα περισσότερων προσώπων, φερόμενων ως συνοφειλετών, αλλά η πραγματική συνδρομή των νόμιμων όρων ευθύνης για τον κάθε συνοφειλέτη χωριστά. Εξ άλλου, στην περίπτωση που ενάγονται περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι δεν μπορούν να αντιδικούν μεταξύ τους, ούτε ως προς την ύπαρξη, ούτε ως προς την έκταση της ευθύνης τους.

Στη δίκη αποζημίωσης, αν εναχθούν περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, δεν μπορούν αυτοί να ζητήσουν από το δικαστήριο να τους προσδιορίσει με την απόφασή του, το βαθμό συμμετοχής τους στην αδικοπραξία. Αυτό θα κριθεί στα πλαίσια της δίκης αναγωγής μεταξύ των εις ολόκληρον ευθυνομένων (ΑΠ 1229/2013, ΑΠ 1685/2009).

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά ,που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 339/2020, ΑΠ174/2015, ΑΠ 198/2015,ΑΠ 1351/2011, ΑΠ 845/2012).

Με τον 1ο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως ορθά εκτιμάται την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (και όχι και εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα) ,για την εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 914, 926, 481-482 ΑΚ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 5 περ.

β του Ν. 3741/1929, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο ως Δικαστήριο της παραπομπής Α) με το να δεχθεί ότι η διαρροή των υδάτων δεν προήλθε από τη διάρρηξη του κοινόχρηστου σωλήνα, όπως δέχονται όλες οι προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις, αλλά από την αποκόλληση της τάπας του σωλήνα, που κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας είναι απρόβλεπτη, χωρίς συγχρόνως να εξειδικεύσει, αν τούτο οφείλεται σε ανθρώπινη ενέργεια ή σε τυχαίο γεγονός ,διέλαβε ασαφή και αντιφατική ατιολογία, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου , καθώς επίσης Β) διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες, διότι δεν προκύπτει α) η τέλεση ή η παράλειψη μιας ή περισσοτέρων πράξεων από ένα ή περισσότερα του ενός προσώπων, β) καθεμιά από τις ενέργειες των τυχόν περισσοτέρων προσώπων, γ) η συμπεριφορά κάθε συμμετόχου, που να πληροί το πραγματικό μιας αδικοπραξίας και δ) ότι είναι αδύνατο να εξακριβωθεί ποιος από τους συμμετόχους προκάλεσε το ζημιογόνο γεγονός.

Ο λόγος αυτός πρέπει πρωτίστως να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστή ουσίας (άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ) . Σε κάθε περίπτωση όμως ο ανωτέρω 1ος πρόσθετος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος κατ'αμφότερα τα σκέλη αυτού κατά τις εξής διακρίσεις:

Κατά το Α' σκέλος αυτού είναι αβάσιμος, διότι στα πλαίσια του άρθρου 559 αρ.18 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης ,που αναιρέθηκε και μπορεί να εκτιμήσει διαφορετικά τα πραγματικά περιστατικά. Στην ένδικη υπόθεση η υπ'αρ. 5918/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αναιρέθηκε από την υπ'αρ. 462/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, είχε δεχθεί ότι η διαρροή προκλήθηκε από τη διάρρηξη του σωλήνα, χωρίς να αναφερθεί στην επικολλημένη τάπα.

Το Εφετείο ως Δικαστήριο της παραπομπής εξειδικεύοντας την παράνομη παράλειψη της αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας δέχθηκε, ότι η διαρροή προκλήθηκε από την αποκόλληση της τάπας του υδροσωλήνα και ότι για τη διαρροή αυτή ευθύνεται η αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία, χωρίς να δεσμεύεται από τις παραδοχές της προηγούμενης εφετειακής απόφασης.

Συνακόλουθα ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ των παραδοχών της αρχικά προσβαλλόμενης απόφασης και της ήδη προσβαλλόμενης του Εφετείου ως Δικαστηρίου της παραπομπής, που είχε τη δυνατότητα να εκτιμήσει διαφορετικά τα πραγματικά περιστατικά. Κατά το Β' σκέλος, ο 1ος πρόσθετος λόγος πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμος, εφόσον το Δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με όσα αναλυτικά έχουν εκτεθεί με αφορμή τον κύριο αναιρετικό λόγο, προς αποφυγή άσκοπης επανάληψης, δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία υπέχει αυτοτελώς ως συνιδιοκτήτρια ευθύνη για τα κοινά βάρη, όπως και καθένας των λοιπών συνιδιοκτητών λόγω της παράλληλης ευθύνης τους ως πλειόνων ενεχομένων και ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία αξίωσε κατά προτίμηση από την αναιρεσείουσα,όπως είχε δικαίωμα στα πλαίσια της αδιαίρετης παροχής (άρθρα 494 παρ.1 σε συνδυασμό 481-482 και 926 ΑΚ) ολόκληρη τη ζημία την οποία υπέστη.

Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικώς ως παράβαση του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να κρίνει το σύννομο της αγωγής αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία, από όσα πράγματι ο νόμος απαιτεί ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Η τυχόν περαιτέρω ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που ανάγεται στην παράθεση στο αγωγικό δικόγραφο των πραγματικών περιστατικών, τα οποία εξειδικεύουν την ασκούμενη αξίωση και το με βάση αυτά προβαλλόμενο αίτημα, ώστε το τελευταίο, ως λογικό επακόλουθό τους, να είναι σαφές, ελέγχεται, αντίστοιχα, ως παράβαση προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμός 8 και 14 ΚΠολΔ. (ΑΠ 566/2018, ΑΠ 1592/2014 , ΑΠ 320/2016 , ΑΠ 1182/2012, ΑΠ 443/2011).

Κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο .Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης (ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 67/2015, ΑΠ 902/2008, ΑΠ 371/2008).

Με τον 2ο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο ως Δικαστήριο της παραπομπής ,με το να μην απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, παρά το νόμο δεν κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο, καθόσον, με το να δεχθεί ότι ο σωλήνας ήταν σε κοινόχρηστο χώρο και ότι η διαρροή των υδάτων προήλθε από την αποκόλληση της τάπας έλαβε υπόψη του πραγματικά περιστατικά, που αποτελούσαν προϋπόθεση για την εφαρμογή των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 914,926,297-298,330,481-482 ΑΚ και 5 περ.β Ν.3741/1929,χωρίς όμως αυτά να εκτίθενται στην ένδικη αγωγή, η οποία επομένως θα έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη.

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 9-7-2007 (αρ.κατ. 9081/2007) αγωγή, η οποία παραδεκτά επισκοπείται κατ'αρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ,για τις ανάγκες του ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε, ότι η ασφαλισμένη της ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΤΙΜΕ CENTER AE, με αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία ωρολογίων ,που εδρεύει στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην οδό Βουλής αρ. 14 ,και διατηρεί ως αποθηκευτικό χώρο και λογιστήριο τους δεύτερο και τέταρτο ορόφους της ίδιας πολυκατοικίας, τους οποίους χρησιμοποιούσε ως μισθώτρια, υπέστη, στις 4-7-2004 και περί ώρα 23:00, τις αναφερόμενες στο αγωγικό δικόγραφο ζημίες , τόσο στις κτιριακές εγκαταστάσεις του πρώτου και δεύτερου ορόφου, όσο και στα εμπορεύματα που είχε αποθηκεύσει εκεί, εξαιτίας της διάρρηξης σωλήνα ύδρευσης του υπερκείμενου διαμερίσματος του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας, που ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα της εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας και ήδη αναιρεσείουσας, ότι η διάρρηξη του υδροσωλήνα οφείλεται στην παράλειψη της εναγομένης να ελέγχει και να συντηρεί τις σωληνώσεις ύδρευσης, που βρίσκονται εντός της οριζόντιας ιδιοκτησίας του τρίτου ορόφου ,κυριότητας αυτής, όπως είχε υποχρέωση εκ του νόμου ως ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου διαμερίσματος, αλλά και εκ της ιδιαίτερης υποχρέωσης πρόνοιας που οφείλει να επιδεικνύει ο μέσος συνετός ιδιοκτήτης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 Ν. 3741/1929, με δεδομένη την παλαιότητα των σωληνώσεων ύδρευσης της ανωτέρω πολυκατοικίας, ότι επίσης, δυνάμει ρητού όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου είχε συμφωνηθεί μεταξύ της ενάγουσας και της ασφαλισμένης μισθώτριας, ότι η ασφαλιστική σύμβαση καλύπτει και τις ζημίες από διάρρηξη σωληνώσεων, ότι μετά την διαπίστωση από πραγματογνώμονα της επέλευσης του ανωτέρω ασφαλιστικού κινδύνου η ενάγουσα ανέλαβε την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών της ασφαλισμένης της και κατέβαλε σ' αυτήν το συνολικό ποσό των 165877,10 ευρώ με συνέπεια να υποκατασταθεί στα δικαιώματα της ασφαλισμένης της έναντι των τρίτων υπόχρεων.

Με το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό, πλέον 4720 ευρώ που κατέβαλε ως αμοιβή για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή. Εξάλλου, η υπ' αρ. 5918/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (αρχικά αναιρεσιβληθείσα) δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη αναφορικά με το κονδύλιο συνολικού ποσού 255.770,78 ευρώ ως αποζημίωσης λόγω της ζημίας που υπέστησαν τα, αναφερόμενα στο, δικόγραφο της εμπορεύματα της ασφαλισμένης στην ενάγουσα εταιρείας λόγω του ένδικου συμβάντος και επί της ουσίας δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία ευθύνεται με βάση την αντικειμενική της ευθύνη εκ του άρθρου 5 παρ.

β Ν. 3741/1929 καθώς και με βάση την αδικοπρακτική της ευθύνης, κρίνοντας ότι αποδείχθηκε, ότι ο υδροσωλήνας βρισκόταν σε κοινόχρηστο χώρο (όχι δηλαδή εντός του διαμερίσματος ιδιοκτησίας της του 3ου ορόφου) και ότι η ομόρρυθμη εταιρεία ως ιδιοκτήτρια του 3ου ορόφου του κτιρίου και συνιδιοκτήτρια στα κοινόχρηστα μέρη αυτού ευθύνεται αυτοτελώς με βάση τις υποχρεώσεις της από την αναγκαστική συνιδιοκτησία αλλά και την αδικοπρακτική ευθύνη της, δεδομένου ότι ο βλαπτόμενος (συνιδιοκτήτης ή τρίτος, ήτοι μισθωτής όπως και εν προκειμένω η ασφαλισμένη στην ενάγουσα εταιρεία "TIME CENTER A.E.", από τη χρήση κοινού πράγματος της οικοδομής έχει δικαίωμα να αξιώσει την επισκευή του είτε απ' όλους τους συνιδιοκτήτες είτε από έναν ή ορισμένους απ' αυτούς κατά την προτίμηση του κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών δεδομένου ότι υφίσταται εις ολόκληρον ευθύνη των συνιδιοκτητών καθώς και του τυχόν ορισθέντος διαχειριστή της, πολυκατοικίας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 926, 481 & Α482 Α.Κ.

σε συνδ. με άρθρο 5 περ. β του ν. 3741/1929 για τη μη επισκευή των κοινοχρήστων πραγμάτων της έναντι του ζημιωθέντος. Με την παραδοχή αυτή η αρχικά προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση συγκεκριμενοποίησε την αμέλεια της τότε εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας, με βάση τα ειδικότερα διευκρινιστικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν αυτά δεν συνέπιπταν πλήρως με τα εκτιθέμενα στου αγωγικούς ισχυρισμούς.

Τούτο δε, δεν αποτελούσε ανεπίτρεπτη κατ' αρ. 224 ΚΠολΔ μεταβολή της βάσης της αγωγής (ΑΠ 832/2011). Η αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία με την αρχική 1η αναίρεση είχε προβάλει επίσης την ίδια αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η αγωγή θα έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη. Ο λόγος αυτός απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 462/2017 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), που ήταν δεσμευτική ως προς τα σχετικά νομικά ζητήματα για το δικαστήριο της παραπομπής όπως και το τελευταίο δέχτηκε, με την οποία κρίθηκε αμετάκλητα ότι ως προς το ποσό των 165877,10 ευρώ, η αγωγή ήταν αρκούντως ορισμένη, διότι με βάση το ιστορικό της απευθυνόταν ατομικά κατά της εναγομένης ΟΕ και ήδη αναιρεσείουσας, με την ιδιότητά της, ως ιδιοκτήτριας του διαμερίσματος του 3ου ορόφου εντός του οποίου (κατά τα αγωγικώς εκτιθέμενα) προκλήθηκε η διάρρηξη του υδροσωλήνα ,εξαιτίας της οποίας η ασφαλισμένη της ενάγουσας, μισθώτρια εταιρεία, υπέστη ζημία, για την αποκατάσταση της οποίας ευθύνεται η εναγομένη (κατά το ιστορικό της αγωγής) σύμφωνα με την υποκειμενική ευθύνη αυτής, από την αδικοπραξία, που απορρέει από τη διάταξη του άρ.914 ΑΚ, αλλά και κατά τη διάταξη του άρ. 6 του Ν.3741/1929 περί αντικειμενικής ευθύνης ,δηλαδή ως συνιδιοκτήτριας του 3ου ορόφου του κτιρίου, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρ.14 Ν 2496/1997 (Ασφ.Ν), ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες άλλωστε ρητά ανέφερε η αγωγή (βλ.

σελ.10 αυτής) ενώ η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ (υποκειμενική ευθύνη), αν και δεν μνημονεύεται αριθμητικά το πραγματικό της προέκυπτε από το όλο περιεχόμενο του αγωγικού δικογράφου στις σελίδες 8 έως 12 αυτού ,όπως άλλωστε και του άρθρου 5 παρ. β Ν. 3741/1929 (αντικειμενική ευθύνη συνιδιοκτήτη για κοινά βάρη) και ότι επομένως, σύμφωνα με το ιστορικό της ήταν νόμιμη και επαρκώς ορισμένη και περιείχε τα στοιχεία, που ήταν αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, δεδομένου ότι η αγωγή στηριζόταν στην ατομική ευθύνη της εναγομένης ως αποκλειστικής ιδιοκτήτριας του διαμερίσματος του 3ου ορόφου της πολυκατοικίας (και συνακόλουθα, ως αναγκαίο επακόλουθο και ως συνιδιοκτήτρια στα κοινόχρηστα μέρη αυτής) ,δηλαδή, στην υποκειμενική και αντικειμενική ευθύνη αυτής, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 914 και αρ. 6 του Ν. 3741/1929, με την επί πλέον επισήμανση, ότι, κατά τα προαναφερόμενα, η ευθύνη της αναιρεσείουσας θεμελιώνεται στην αυτοτελή ευθύνη αυτής, ως συνιδιοκτήτριας του κτιρίου στα κοινόχρηστα μέρη κατ' αρ. 5 περ.

β Ν. 3741/1929, περιστατικά που προέκυπταν με επάρκεια από το όλο περιεχόμενο του αγωγικού δικογράφου. Κατόπιν τούτου, ο Άρειος Πάγος με την υπ' αρ. 462/2017 απόφαση απέρριψε τον 2ο τότε λόγο της αρχικής αναίρεσης ως αβάσιμο, κρίνοντας ότι δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.14 (παρά το νόμο μη κήρυξη απαράδεκτης της αγωγής εξαιτίας της αοριστίας αυτής), το δε Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής δέχτηκε όπως προαναφέρθηκε ότι η κρίση της απόφασης του Αρείου Πάγου ως προς τη νομιμότητα και το ορισμένο της αγωγής για τη στήριξη του αιτήματος αποζημίωσης είναι δεσμευτική, κατ' αρ. 580 αρ. 4 ΚΠολΔ, διότι αφορά νομικό ζήτημα.

Η παραδοχή αυτή του Εφετείου της παραπομπής είναι ορθή, διότι η νομιμότητα και το ορισμένο της αγωγής κρίθηκαν από την υπ' αρ. 462/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που είναι πλέον δεσμευτική για το ανωτέρω νομικό ζήτημα, που επιλύθηκε (ΑΠ 815/2019, ΑΠ 758/2018, ΑΠ 1297/2010). Επομένως, ο 2ος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί.

Κατόπιν όλων αυτών εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, κύριος ή πρόσθετος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 εδ. Βδ ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί αυτή λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, που παραστάθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και κατέθεσε προτάσεις,κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-6-2019 (αρ. κατ. 530/2019) αίτηση αναίρεσης και τους από 2-9-2020 (αρ. κατ. 67/2020) πρόσθετους λόγους αυτής κατά της υπ' αρ. 1568/2019 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (τακτική διαδικασία) ,που δίκασε ως Δικαστήριο της παραπομπής.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, που η αναιρεσείουσα έχει καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης.

ΚΑΙ

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ