Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and rejects factual evaluation review under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment due to the appellants' failure to specify the exact legal errors alleged. The court held that vague complaints regarding the lower court's consideration of arguments or acceptance of unproven claims do not constitute valid grounds for review. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellants were ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 119, 120, 566(1), 577(3), 578, 495(1) of the Code of Civil Procedure; The grounds for appeal must clearly identify specific legal errors; vague allegations regarding the consideration of arguments or acceptance of unproven claims are inadmissible as they do not constitute 'facts' subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1559 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1559/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Τ. του Χ., 2) Σ. Μ. του Σ., 3) Χ. Τ. του Μ., 4) Φ. Τ. του Μ., 5) Χ. Τ. του Τ. και 6) Φ. Τ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Παπανώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 26-3-2018 αγωγή άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη και με την από 20-7-2018 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2966/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2113/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-9-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 120, 566 παρ.1, 577 παρ.3, 578, 495 παρ.1 ΚΠολΔ] ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται.
Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτος, ενώ η αοριστία του δεν μπορεί να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ ολ. 27/1998, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 75/2007, ΑΠ 804/2005, ΑΠ194/1998). Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ.
Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων - αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλ., αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΑΠ ολ. 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ.
η πλημμέλεια που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία και όχι μόνο το κατ' εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα.
Ειδικότερα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών, κατά την επιλογή του αναιρεσείοντος. Αντίθετα, πρέπει να αναφέρεται, έστω και συνοπτικώς, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που η απόφαση δέχθηκε και κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα. Τούτο διότι μόνο από τις ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικώς, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως [άρθρο 578 ΚΠολΔ] δηλ.
η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, ως άνω, από την ορθότητα του διατακτικού, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ ολ. 1/2016, ΑΠ ολ. 27/1998, ΑΠ 106/2020). Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού, δηλ.
στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.
ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών, λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ 109/2020). Ο κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει, κατ' άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, ως λόγο αναιρέσεως, την έλλειψη νόμιμης βάσεως "και ιδίως, αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Ως "αιτιολογίες", όμως, στο άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου. Οι νομικές διατάξεις, που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα, αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην απόφαση, που προσβάλλεται, να υφίστανται και να δικαιολογούν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 951/2013, ΑΠ 282/2010, ΑΠ 568/2008, ΑΠ 1020/2005).
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή συντρέχοντος πταίσματος (ΑΚ 300) του ζημιωθέντος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για τις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του αρθ. 559 ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της καινής πείρας αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί αντικειμενικά ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος (βλ.
ΑΠ 1912/2005). Αντιθέτως με τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 19 του αρθ. 559 ΚΠολΔ δεν πλήττεται η κρίση του Εφετείου ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκατέρου των εμπλακέντων στο ατύχημα προσώπων. Τούτο γιατί η κρίση αυτή δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ως αφορώσα εκτίμηση πραγμάτων (αρθ. 561 §1 ΚΠολΔ). Προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος είναι, επομένως, απαράδεκτος (ΑΠ 476/2011) Στην προκειμένη περίπτωση, υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 3-9-2020 (Ειδικός αρ.
κατ. 767/2020) αίτηση αναιρέσεως των αναιρεσειόντων, με την οποία με την οποία προσβάλλεται η 2113/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε κατ'ουσία τις ασκηθείσες αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, με τις οποίες προσέβαλαν την 2966/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που συνεκδίκασε (με άλλες αγωγές, μη ενδιαφέρουσες στην προκείμενη δίκη) την από 19-4-2018 (Ειδ.
αρ. δικ. 2005/2018) αγωγή των έξι (6) εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου, με την ειδική διαδικασία του άρθρου 614 παρ.6 σε συνδ. με 591 ΚπολΔ και, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Αφορούσε δε η αγωγή χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων κατά του εναγομένου λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του συγγενούς τους Τ.
Σ., στο επακριβώς αναφερόμενο στην αγωγή αυτοκινητικό ατύχημα. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των δύο (2) συνολικά λόγων της [άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ. 7 ΚπολΔ]. Οι λόγοι αναιρέσεως, περιέχουν, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 1 εδ. (α) και 19 ΚΠολΔ, τις μερικότερες αιτιάσεις ότι το δικάσαν Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, χωρίς αιτιολογία, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330β', 914 ΑΚ και 94 του ΚΟΚ, με το να δεχθεί ως αποκλειστικά υπαίτιο για τον θανάσιμο τραυματισμό του, το ίδιο το θύμα, οδηγό της ζημιογόνας δίκυκλης μοτοσικλέτας μη δεχόμενο την εμπλοκή τρίτου αγνώστου αυτοκινήτου στον ατύχημα, αλλά μόνον του ιδίου (θύματος) που στερείτο άδεια οδηγήσεως.
Κατά τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη και οι δύο λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος που με αυτούς αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμοί 1 και 19 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι, ως αόριστοι διότι οι αναιρεσείοντες α) δεν προσδιορίζουν την καταγνωσθείσα από το Εφετείο εσφαλμένη νομική συνέπεια, β) δεν αποσαφηνίζουν αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καθόλου ή περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και επί ποίων ουσιωδών για την έκβαση της δίκης ισχυρισμών, και γ) δεν αναφέρουν τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (Μονομελούς Εφετείου Αθηνών), δηλ.
το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, έστω και συνοπτικώς, τα οποία έγιναν δεκτά και ήταν θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο της αγωγής στην ουσία, ακόμη δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, πληττομένης κατά τα λοιπά απαραδέκτως της ανέλεγκτης εκτίμησης των αποδείξεων από το Εφετείο.
Επομένως, είναι απορριπτέοι.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή ισχυρισμοί θεμελιωτικοί κατά νόμο αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, που να είναι παραδεκτοί και νόμιμοι, όχι δεν και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.
Δεν αποτελούν επίσης πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κλπ ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο.
Για το παραδεκτό του λόγου αυτού ο αναιρεσείων πρέπει να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο στο αναιρετήριο τον ισχυρισμό, με την παραπάνω έννοια, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν κατα νόμο πραγματικά περιστατικά, τον νόμιμο τρόπο προβολής του στο δικαστήριο της ουσίας, όταν πρόκειται για μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, καθώς και την ουσιώδη επίδραση που αυτός ασκούσε στη δίκη.
Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή έχει το ίδιο εννοιαλογικό περιεχόμενο με τον αντίστοιχο του άρθρου 559 αρ.8 του ιδίου κώδικα, αφορά δηλαδή σε ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Επομένως δεν αποτελούν "πράγματα" τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιώδεις, παραδεκτώς προταθέντες και νόμιμοι ισχυρισμοί τους οποίους το δικαστήριο δέχτηκε ως αληθινούς χωρίς απόδειξη (ΑΠ 31/2019, ΑΠ 778/2009, ΑΠ 1828/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους ανωτέρω δύο λόγους καταλογίζουν στο Εφετείο τις προβλεπόμενες από το άρθρο 559 αρ.8 και 10 ΚΠολΔ πλημμέλειες, χωρίς όμως να καθορίζουν αφενός τον ισχυρισμό που παρά το νόμο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του, το νόμιμο τρόπο που αυτός τυχόν προβλήθηκε και την επίδραση που ασκούσε στη δίκη, όσον αφορά την πλημμέλεια εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚπολΔ και αφετέρου, χωρίς να καθορίζουν ποίους ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς δέχτηκε το Εφετείο ως αληθινούς χωρίς απόδειξη, όσον αφορά την εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚπολΔ, αποδιδόμενη πλημμέλεια.
Επομένως όλοι οι λόγοι αυτοί, ως προς τις άνω αιτιάσεις, είναι αόριστοι και γι'αυτό απορριπτέοι. Ανεξαρτήτως και πέραν αυτού, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού τα εκτιθέμενα, διηγηματικώς, στους δύο λόγους αναιρέσεως, ως πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως εκ των ανωτέρω άρθρων, δεν αποτελούν "πράγματα", αλλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων και συμπεράσματα του δικαστήριου της ουσίας, προκύψαντα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση αποδείξεων) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚπολΔ (ΑΠ 148/2011).
Επομένως, όλοι λόγοι αναιρέσεως και κατά το μέρος τους που στηρίζονται σε πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 10 ΚπολΔ , είναι απορριπτέοι κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα δεν υπάρχει, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η από 3-9-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2113/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, το οποίο κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β' β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-9-2020 αίτηση (ειδ. αρ. κατ. 767/2020) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2113/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ