Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds and lack of attorney of record at hearing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a dispute between the appellant and various charitable organizations. The appellant argued that the lower court misapplied the Code of Lawyers and failed to consider specific evidence, but the court found these grounds insufficient. The decision was rejected because the appeal failed to clearly state the factual premises accepted by the lower court and did not explicitly define the legal error in interpreting the statutes.
Legislator headnote
AI generatedArticles 104, 559, 559(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal must clearly state the factual premises accepted by the court of first instance and the specific legal error regarding the interpretation of the law, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 75 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 75/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..... , Δικηγόρου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Ν.Π.Δ.Δ. υπό την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ ΑΡΓΟΣΤΟΛΙΟΥ", που εδρεύει στο Αργοστόλι Κεφαλληνίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.Ορφανοτροφείου υπό την επωνυμία "ΣΩΤΗΡ" που εδρεύει στο Αργοστόλι Κεφαλληνίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 3.Σωματείου υπό την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4.Ιδρύματος υπό την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5.Ιδρύματος υπό την επωνυμία "ΟΡΦΑΝΟΤΡΟΦΕΙΟ ΘΗΛΕΩΝ Ι. και Μ. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΥ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο, 2ο και 5ο εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Δήμα, το 3ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Σταθακοπούλου, ενώ το 4ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στρατή Σταρόγιαννη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6468/1998 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/12/2000 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 8/11/2001 έκθεση του Αρεοπαγίτη Θεόδωρου Τζέμου, ο οποίος έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, σύμφωνα με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της κρινόμενης αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των παρόντων αναιρεσίβλητων ζήτησαν την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ορίζει: 1) στο άρθρο 94 παρ. 1 ότι στα πολιτικά Δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) στο άρθρο 96 παρ. 1 ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, 3) στο άρθρο 104 ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της, 4) στο άρθρο 576 παρ. 1 ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι και 5) στο άρθρο 576 παρ. 2 ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν η κλήση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω δικονομικών διατάξεων προκύπτει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία για κάποιο από τους διαδίκους παρίσταται στον Άρειο Πάγο δικηγόρος χωρίς πληρεξουσιότητα, ο διάδικος αυτός, είτε επισπεύδει τη συζήτηση είτε όχι, δικάζεται ερήμην, αν έχει κληθεί νομίμως, ενώ αν δεν έχει κληθεί νομίμως, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση.
Στην προκείμενη περίπτωση, για το πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ ΑΡΓΟΣΤΟΛΙΟΥ" παρέστη κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση ο δικηγόρος Σταύρος Δήμας, στον οποίο όμως δεν είχε χορηγηθεί νομίμως πληρεξουσιότητα για να το εκπροσωπήσει στη δίκη (το 8889 πληρεξούσιο ενώπιον της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Στάμως Τσιλιμίδου, που προσκομίσθηκε, έχει συνταχθεί στις 7 Δεκεμβρίου 2006, δηλαδή μετά τη συζήτηση της αιτήσεως για αναίρεση και δεν παρέχει στον παραπάνω δικηγόρο δικαίωμα εκπροσωπήσεως στη δίκη του πρώτου αναιρεσιβλήτου).
Όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες 8350 και 8351/16-12-2005 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας ..... , το πρώτο αναιρεσίβλητο έχει κληθεί με επίσπευση του αναιρεσείοντος να παραστεί κατά την παραπάνω δικάσιμο και επομένως, η συζήτηση της αιτήσεως για αναίρεση πρέπει να προχωρήσει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, παρά την απουσία του.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ΄ ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Τέλος, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη, κατά τη διαδικασία των άρθρων 677 και επ. Κ.Πολ.Δ. (άρθρα 681 και 671 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., αν αυτές είχαν προσκομισθεί και είχε γίνει επίκλησή τους.
Όταν όμως οι ένορκες βεβαιώσεις έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο αλλά απλά έγγραφα, που εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 περ.
γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, ούτε για συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου από αυτές, τις 17696/12-9-1995 και 17697/12-9-1995 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις οποίες είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για την απόδειξη της αγωγής του και ειδικότερα του ισχυρισμού του για ύπαρξη σχέσεως έμμισθης εντολής μεταξύ αυτού ως δικηγόρου και των αναιρεσιβλήτων και οι οποίες αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο.
Επίσης, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αληθώς από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 του Κ.Πολ.Δ. και όχι αυτή του άρθρου 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., την οποία επικαλείται ο αναιρεσείων και με την οποία δεν εισάγεται ιδιαίτερος λόγος αναιρέσεως πέραν αυτών του άρθρου 559, αλλά αυτή αναφέρεται σε όλους τους λόγους του ανωτέρω άρθρου, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και άλλα έγγραφα που προσκόμισε νομίμως για την απόδειξη του ίδιου ισχυρισμού του και ειδικότερα την από 30-7-1995 αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, το από 13-9-1995 σημείωμα (προτάσεις), τα από 17-8-1995 και 13-9-1995 πρακτικά συνεδριάσεως της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, την 60/1995 απόφαση του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, τις 14418/4-12-1995, 14420/4-12-1995 και 14421/4-12-1995 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ..... , την από 5-11-1995 έφεση, τις από 20-12-1995 προτάσεις -σημείωμα και τα από 20-12-1995 πρακτικά συνεδριάσεως της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών.
Οι πιο πάνω όμως ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όπως προβάλλει ο αναιρεσείων και γι' αυτό δεν ήταν απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, γιατί είχαν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης, δύο έτη πριν και την πρωτόδικη δίκη και εκτιμήθηκαν από το Εφετείο ως δικαστικά τεκμήρια.
Εξάλλου, από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα και επομένως, οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 556 παρ. 1, 577 παρ.3 και 578 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι στο λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα, ως προς τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, δεν αρκεί να μνημονεύονται ή και να παρατίθενται οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, καθώς και η νομική κρίση του δικαστηρίου για την έννοια αυτών, αλλά απαιτείται επί πλέον να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (οι παραδοχές του) και σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου.
Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος, η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η παραβίαση από το Εφετείο των διατάξεων των άρθρων 1, 39, 46, 49, 91 παρ. 1, 92 παρ. 1, 167 και 168 του ν.δ. 3026/1954 "περί του κώδικος των δικηγόρων" και συγκεκριμένα η εσφαλμένη ερμηνεία τους.
Στο αναιρετήριο, όμως, δεν εκτίθενται τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά από το Εφετείου, δηλαδή οι παραδοχές του, παρά μόνο απόσπασμα αυτών, ούτε αναφέρεται σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως περί την ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, όπως πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1473/28-12-2000 αίτηση του ..... για αναίρεση της 6468/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα σε πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (πλην του πρώτου), τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ για κάθε αναιρεσίβλητο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ