Legislator Case Law & Legislation
778/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and procedural error regarding debt discharge contract characterization.

Case Number 778/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision, citing insufficient specificity in the grounds of appeal and a lack of procedural error. The appellant argued the lower court mischaracterized a debt discharge agreement as a settlement, but the court found the appeal's legal citations failed to meet statutory requirements for clarity. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3), 559, and 522 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the legal error with sufficient detail to identify the applicable ground, and a second-instance court may reject an appeal if it finds the first-instance judgment substantively correct despite flawed reasoning.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure grounds of appeal specificity requirement debt discharge contract procedural error legal costs second instance court

Cited Legislation

AI generated
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 522 of the Code of Civil Procedure
Article 536 of the Code of Civil Procedure
Article 534 of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 778 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 778/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Τζέλα-Αρσένη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Της αναιρεσίλητης: Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος της εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως ΑΕ" η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωγραφία Ευαγγελίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-1990 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4334/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 595/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 16-7-2002 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 741/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Το Εφετείο εξέδωσε την 595/2000 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 4-9-2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 28-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης.

Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου Αν δε το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει επί πλέον να εκτίθενται στην αναίρεση, οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε, η περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης.

Αντιθέτως, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και δη στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς.

Η έλλειψη μείζονος προτάσεως, η παράλειψη δηλαδή παραθέσεως των διατάξεων στις οποίες ευρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογήσεως των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει την καθιέρωση αντίστοιχου αναιρετικού λόγου.

Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νομίμου βάσεως "ιδίως αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ). Ως αιτιολογίες όμως νοούνται στην διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Οι νομικές διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στη προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, και η σύνδεσή του με το διατακτικό γ) η νόμιμη βάση ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με όλους τους λόγους της αίτησης αναίρεσης (1ο, 2ο, 3ο,4ο,5ο και 6ο), επικαλούμενος το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Οι λόγοι αυτοί, ως προς τις ως άνω αιτιάσεις,είναι αόριστοι, διότι ο αναιρεσείων α) δεν προσδιορίζει την καταγνωσθείσα από το Εφετείο εσφαλμένη νομική συνέπεια, β) δεν αποσαφηνίζει αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καθόλου ή περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και επί ποίων ουσιωδών για την έκβαση της δίκης ισχυρισμών, και γ) δεν αναφέρει τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου υπό τις οποίες συντελέστηκαν οι άνω προβαλλόμενες πλημμέλειες, πληττομένης κατά τα λοιπά απαραδέκτως της ανέλεγκτης εκτίμησης των αποδείξεων από το Εφετείο.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή ισχυρισμοί θεμελιωτικοί κατά νόμο αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, που να είναι παραδεκτοί και νόμιμοι, όχι δεν και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.

Δεν αποτελούν επίσης πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κλπ ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο.

Για το παραδεκτό του λόγου αυτού ο αναιρεσείων πρέπει να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο στο αναιρετήριο τον ισχυρισμό, με την παραπάνω έννοια, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν κατα νόμο πραγματικά περιστατικά, τον νόμιμο τρόπο προβολής του στο δικαστήριο της ουσίας, όταν πρόκειται για μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, καθώς και την ουσιώδη επίδραση που αυτός ασκούσε στη δίκη.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους 1ο,2ο,3ο,5ο και 6ο λόγους καταλογίζει στο Εφετείο τις προβλεπόμενες από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλειες, χωρίς όμως να καθορίζει τον ισχυρισμό που παρά το νόμο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του, το νόμιμο τρόπο που αυτός τυχόν προβλήθηκε και την επίδραση που ασκούσε στη δίκη.

Επομένως, οι λόγοι αυτοί ως προς τις άνω αιτιάσεις είναι αόριστοι.

Ο καθιερούμενος με το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει α) να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο η πλημμέλεια του δικαστηρίου, αν δηλαδή έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, β) να καθορίζονται, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, οι φερόμενες ως παρά το νόμο ληφθείσες ή μη ληφθείσες υπόψη από το δικαστήριο αποδείξεις, γ) να προσδιορίζεται το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και ο ουσιώδης ισχυρισμός, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά ελήφθησαν ή όχι υπόψη από το δικαστήριο και δ) προκειμένου για πλημμέλεια ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις, να προσδιορίζεται ο νόμιμος τρόπος που ατές προσκομίστηκαν στο δικαστήριο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους 4ο, 5ο και 6ο λόγους ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να αποσαφηνίζει αν αυτό έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ή αν έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν και χωρίς επίσης να αναφέρει ποίες είναι αυτές οι αποδείξεις αυτές Επομένως οι λόγοι αυτοί, κατά τις άνω αιτιάσεις, είναι αόριστοι.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή έχει το ίδιο εννοιαλογικό περιεχόμενο με τον αντίστοιχο του άρθρου 559 αρ.8 του ιδίου κώδικα, αφορά δηλαδή σε ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. Επομένως δεν αποτελούν "πράγματα" τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιώδεις, παραδεκτώς προταθέντες και νόμιμοι ισχυρισμοί τους οποίους το δικαστήριο δέχτηκε ως αληθινούς χωρίς απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση με τους 4ο και 6ο λόγους ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ πλημμέλεια, χωρίς όμως να καθορίζει ποίους ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς δέχτηκε το Εφετείο ως αληθινούς χωρίς απόδειξη. Επομένως οι λόγοι αυτοί, ως προς τις άνω αιτιάσεις, είναι αόριστοι.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 έως 465 ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα. Ο λόγος αυτός ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας στηρίχτηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ως παραμορφωθέν και όχι όταν το έγγραφο συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Η παραμόρφωση λαμβάνει χώρα είτε θετικώς με τη λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου, είτε αρνητικώς με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων τμημάτων του κειμένου αυτού και συνεπεία των παραδρομών αυτών προσδίδεται σ' αυτό περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το σχετικό έγγραφο.

ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, ο τρόπος που ο ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και επαναφέρθηκε στο εφετείο, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί ότι προβλήθηκε παραδεκτώς, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, και να καθορίζεται το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου και εκείνο που κατά παραμόρφωση προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους 1ο και 6ο λόγους ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, χωρίς όμως να αναφέρει ποίου εγγράφου το περιεχόμενο παραμόρφωσε, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ποίου ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού αξιοποιήθηκε το έγγραφο αυτό, ποίο το αληθινό περιεχόμενό του και ποίο προσέδωσε σ'αυτό το Εφετείο.

Επομένως οι λόγοι αυτοί, ως προς τις άνω αιτιάσεις., είναι αόριστοι. Λόγος αναίρεσης για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.18 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της παραπομπής, δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε ως προς το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, τη λύση που δόθηκε από αυτόν.

Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Δεν επιλύεται όμως νομικό ζήτημα όταν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτή δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους 4ο και 6ο λόγους ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι με το να δεχθεί πως με σύμβαση αφέσεως χρέους, μεταξύ των διαδίκων αποσβέστηκε η αγωγική αξίωση του αναιρεσείοντος, μολονότι με την παραπεμπτική υπ' αριθμ. 741/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε, κατά παραδοχή λόγων από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η προηγούμενη υπ' αριθμ. 595/2000 απόφαση του Εφετείου, που είχε δεχθεί ότι μεταξύ των διαδίκων έλαβε χώρα εξώδικος συμβιβασμός, δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Ο λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, αφού με την παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η απόφαση του Εφετείου, κατά παραδοχή λόγων από τους αριθμούς 1 και 19, δεν επιλύθηκε από τον 'Αρειο Πάγο, νομικό ζήτημα, ενώ εξάλλου όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγική αξίωση επεσβέσθη δυνάμει συμβάσεως αφέσεως χρέους και όχι συμβάσεως συμβιβασμού, όπως είχε κρίνει με την προηγούμενη (αναιρεθείσα) απόφασή του.

Επειδή, σύμφωνα με το άρθρ. 579 § 1 ΚΠολΔ μετά την αναίρεση της αποφάσεως καταργείται η συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και συνεπώς οι υποβληθείσες κατ' αυτήν προτάσεις δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικάζον την έφεση Δικαστήριο. Επομένως κατά τη νέα της υποθέσεως (εφέσεως) συζήτηση μπορούν να υποβληθούν νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων με τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, η δε κρίση του Εφετείου περί συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 269 ΚΠολΔ δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτον ενώπιον του Εφετείου είναι απαράδεκτη αν δεν συντρέχουν οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στη διάταξη αυτή, θεωρούνται νέα πραγματικά περιστατικά που δεν είχαν προβληθεί κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τείνουν στη θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και ο νομικός αυτών χαρακτηρισμός και η υπαγωγή τους στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, που γίνεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο κατά το οικείο μέρος του, ο αναιρεσείων αποδίδει κατ' εκτίμηση στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη το πρώτο προταθέντα από την αναιρεσίβλητη (εφεσίβλητη), προς υπεράσπιση κατά της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος - εκκαλούντος), ισχυρισμό (ένσταση) ότι με σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, αφέθηκε το επίδικο χρέος της πρώτης προς τον τελευταίο.

Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα αβάσιμος.

Ως προς την εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ απορρέουσα αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέκρουσε και δεν έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο την από 7.9.1995 επιστολή του ..., ο πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος, διότι, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο απέκρουσε και δεν έλαβε υπόψη το αποδεικτικό αυτό μέσο, δεχόμενο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι η επιστολή αυτή δόθηκε επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί στη δίκη.

Κατά το άρθρο 522 του Κ.Πολ.Δ., με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Κατά δε το άρθρο 536 του αυτού Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης δικάζει την υπόθεση κατ'ουσίαν.

Τέλος, κατ'άρθρο 534 του ως άνω Κώδικα, αν το αιτιολογικό της πρωτόδικης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι αν με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κατά παραδοχή σχετικής καταλυτικής ένστασης του εναγομένου και ο ηττηθείς ενάγων ασκήσει έφεση, το εφετείο δεχόμενο ότι ο νομικός χαρακτηρισμός των θεμελιούντων την ένσταση του εναγομένου πραγματικών περιστατικών, είναι διαφορετικός εκείνου που προσέδωσε σ' αυτά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έχει όμως την αυτή έννομη συνέπεια, (την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης κατ' ουσίαν), αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλουμένη.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το αναφερόμενο σ' αυτή ποσό νομιμοτόκως, δεχθέντος του δικαστηρίου την προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση, ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος αποσβέστηκε με καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού.

Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχεται ότι η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση δεν είναι σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού, αλλά άφεσης χρέους, δυνάμει της οποίας αποσβέστηκε η ένδικη αξίωση του ενάγοντος, ακολούθως δε το Εφετείο, χωρίς να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου, αντικατέστηκε τις αιτιολογίες ως προς τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της αποσβεστικής της ένδικης αξίωσης σύμβασης, και απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως αιτιάται, κατ'εκτίμηση, με τον τέταρτο λόγο κατά το οικείο μέρος του, ο αναιρεσείων και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 04.09.2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7.866/2005 απόφασης του Εφετείου Αθνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ