Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment rejecting a nullity complaint due to procedural inadmissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the first-instance judgment that rejected her nullity complaint. The appellant argued procedural errors regarding her summons and the court's assessment of her employment status, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that such arguments do not constitute valid cassation grounds under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 554, 560 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a first-instance judgment rejecting a nullity complaint is admissible only if the court committed specific errors listed in Article 560; other procedural violations or factual disputes regarding summons or employment status are inadmissible grounds for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1558 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1558/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Λ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Σαγιάκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Έφη Χίου - Γιαννίκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/1/2019 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 6221/2022 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/7/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε το άρθρο 554 του ιδίου κώδικα, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνον αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος του να ασκήσει ανακοπή. Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση, εφόσον υπάρχει κάποιος βάσιμος λόγος κατ' αυτής (ΑΠ 44/2022, ΑΠ 816/2020, ΑΠ 197/2020, ΑΠ 1289/2018).
2. Στην προκείμενη υπόθεση, η κρινόμενη από 20.7.2022 αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών την 28.7.2022, στρέφεται κατά της υπ' αριθμό 6221/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 13664/2018 απόφασης, του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας, κατά της υπ'αριθμ.3464/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, λόγω της ερημοδικίας της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 495, 552, 553, 554, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ].
Συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν λόγους [άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ].
3. Το άρθρο 124 του ΚΠολΔ ορίζει στην παρ. 1, ότι η επίδοση επιτρέπεται οπουδήποτε βρεθεί το πρόσωπο προς το οποίο πρόκειται να γίνει, στη δε παρ. 2 ότι αν το πρόσωπο έχει στον τόπο που πρόκειται να γίνει η επίδοση κατοικία, κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, είτε μόνο του είτε με άλλον ή εργάζεται εκεί ως υπάλληλος, εργάτης ή υπηρέτης, η επίδοση σε άλλο μέρος δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συναίνεσή του. Κατά δε το άρθρο 129 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, αν ο παραλήπτης της επίδοσης δε βρίσκεται στο κατάστημα, το γραφείο ή το εργαστήριο, που προβλέπει το άρθρο 124 παρ. 2, το έγγραφο παραδίδεται στα χέρια του διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σε έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες, εφόσον έχουν συνείδηση των πράξεών τους και δε συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του παραλήπτη της επίδοσης. Γραφείο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 124 παρ. 2 και 129 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι ο χώρος στον οποίο εκείνος που αφορά η επίδοση ασκεί το επάγγελμά του ή προσφέρει πράγματι, κατά το χρόνο της επιδόσεως, τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος, εργάτης ή υπηρέτης (ΟλΑΠ 3/2001).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι το άρθρο 129 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και όταν το πρόσωπο, προς το οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση, εργάζεται ως υπάλληλος σε γραφείο ή κατάστημα που ανήκει σε άλλον, ιδιώτη, φυσικό ή νομικό πρόσωπο (ΑΠ 707/1994). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 130 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο παραλήπτης της επίδοσης ή τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 128 και 129 του αυτού Κώδικα αρνηθούν να παραλάβουν το έγγραφο ή να υπογράψουν την έκθεση επίδοσης ή δεν μπορούν να την υπογράψουν, το όργανο της επίδοσης επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας, του γραφείου, του καταστήματος ή του εργαστηρίου, παρουσία ενός μάρτυρα. Από την τελευταία, ως άνω διάταξη, προκύπτει ότι ο περιγραφόμενος σ` αυτήν τρόπος επίδοσης τηρείται αν ο προς ον γίνεται η επίδοση και σε περίπτωση απουσίας του, τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 128 και 129 του αυτού Κώδικος, αρνούνται την παραλαβή του εγγράφου, ή την υπογραφή της σχετικής έκθεσης ή αδυνατούν να πράξουν τούτο. Για την εγκυρότητα δε της εν λόγω θυροκόλλησης πρέπει να βεβαιώνεται στην έκθεση επίδοσης η άρνηση των παραπάνω προσώπων να παραλάβουν το έγγραφο ή να υπογράψουν την έκθεση ή η αδυναμία τους να πράξουν τούτο (ΑΠ 617/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 501 του ΚΠολΔ, ανακοπή κατά της απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 501 του ΚΠολΔ, περιέχει κανόνα δικονομικού δικαίου, με εξαίρεση την περίπτωση της ανώτερης βίας (ΑΠ 302/2007), αφού ανήκει σε εκείνες που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, οι οποίες ρυθμίζουν και την άσκηση και διασφάλιση του κατοχυρωμένου από το άρθρο 20 του Συντάγματος ουσιαστικού δικαιώματος της ακρόασης του διαδίκου. Ο αναιρετικός έλεγχος της παραβίασης της διάταξης αυτής, όταν το δικαστήριο, παρότι συντρέχουν οι περιπτώσεις που η διάταξη αυτή προβλέπει, δεν ακυρώνει την ερημοδικία του διαδίκου που άσκησε ανακοπή ερημοδικίας, επιτυγχάνεται με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ λόγο της, παρά το νόμο, μη κήρυξης ακυρότητας (ΑΠ 484/2010,ΑΠ 237/2006).
Ωστόσο, εάν ο αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια αυτή, έστω και αν εσφαλμένα επικαλείται στο αναιρετήριο ότι αυτή εμπίπτει στον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος, υπάγοντας αυτεπαγγέλτως τα περιστατικά που περιέχονται στο αναιρετήριο στον προσήκοντα λόγο αναίρεσης, ερευνά την επικαλούμενη πλημμέλεια ως λόγο που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, εφόσον στο αναιρετήριο εκτίθενται με πληρότητα όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης νόμου που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, εάν οι αμφιβολίες δημιουργούνται ως προς το εάν σωστά εφαρμόσθηκαν ή παραβιάσθηκαν διατάξεις δικονομικού δικαίου(ΑΠ 484/2010).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 559 και 560 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, μόνο αν το δικαστήριο υπέπεσε σε κάποια από τις περιοριστικά απαριθμούμενες στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ πλημμέλειες.
Άλλες αιτιάσεις, δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 298/2020, ΑΠ 1321/2020, ΑΠ 74/2019).
Τέλος, στους περιοριστικά διαλαμβανόμενους στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ, (όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το Ν.4842/2021), λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, δεν διαλαμβάνονται αντίστοιχοι λόγοι των αριθ.10 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 241/2023,ΑΠ 1233/2020).
4. Η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (αντίστοιχο αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ), προσάπτει στο ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο την αιτίαση, ότι απέρριψε την ένδικη ανακοπή ερημοδικίας, δεχόμενο χωρίς αιτιολογία ότι αυτή (αναιρεσείουσα) είχε κλητευθεί νόμιμα για να παραστεί στο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της εφέσεώς της. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι αφορά στην παραβίαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 501,124,129 και 130 του ΚΠολΔ, τις οποίες εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ούτε μπορεί να ερευνηθεί η επικαλούμενη πλημμέλεια ως λόγος που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ, διότι τέτοιος λόγος δεν ιδρύεται όταν πρόκειται για απόφαση του πρωτοδικείου που εκδίδεται σε έφεση κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, όπως στην προκείμενη περίπτωση.
5. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, ενώ δίκασε την ένδικη ανακοπή ερημοδικίας κατά την τακτική διαδικασία, πιθανολόγησε ότι η Μ. Κ. παρέμεινε υπάλληλός της και κατά την ημερομηνία της επίμαχης επιδόσεως στις 25-5-2017, αντί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια αφορά στην εκ πλαγίου παραβίαση δικονομικών περί την απόδειξη διατάξεων.
6. Κατ'ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, από την αναιρεσείουσα, παραβόλου, κατά το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της (αρθρ.106,176, 183, 189 αρ.1,191 αρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Απορρίπτει την από 20.07.2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6221/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
- Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παράβολου.
- Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ