Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling late submission of briefs does not constitute a legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment. The appellant argued that the Second Instance Court erred by accepting late-filed briefs from the appellees, claiming this violated procedural rules requiring timely submission. The court rejected this claim, finding that the briefs were actually submitted on time and that the court's acceptance did not constitute a legal error warranting an appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 524, 528, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the late submission of briefs is inadmissible if the briefs were filed within the statutory deadline and the court properly accepted them.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 816 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 816/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Μαρία Μουλιανιτάκη -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Π. του Δ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Σιαμάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ .
Των αναιρεσίβλητων: 1.Ι. Τ. του Α., 2Α. Κ. του Θ., κατοίκων .... Ο 1ος αναιρεσίβλητος ανακάλεσε την από 27-1-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο ως δικηγόρος, η 2η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Τζιώνα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2014 αγωγή του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1314/2017 ίδιου Δικαστηρίου, 2734/2017 ερήμην του εκκαλούντος και 41/2019 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-4-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο 1ος αναιρεσίβλητος και πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε το επόμενο άρθρο 554, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνον αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος του να ασκήσει ανακοπή. Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Όσο η δίκη επί της ως άνω ανακοπής εκκρεμεί, δεν μπορεί (πολύ περισσότερο μετά την κατάργηση του άρθρου 506 του ΚΠολΔ, με το άρθρο 3 παρ. 15 του νόμου 2207/1994) να γίνει λόγος για έναρξη ή αναστολή της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην εφετειακής απόφασης, έστω κι αν στο στάδιο αυτό επιδοθεί η απόφαση αυτή, αφού δεν είναι τότε ακόμη δεκτική αναίρεσης.
Συνεπώς η επίδοση της ερήμην απόφασης κινεί μόνο την προθεσμία για την ανακοπή, και δεν αρκεί για την έναρξη της προθεσμίας της αναίρεσης. Ούτε μόνη η έκδοση της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης του εφετείου κινεί την προς αναίρεση προθεσμία. Διότι, κατά την αληθή έννοια των ως άνω διατάξεων, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 564 και 499 του ΚΠολΔ, για την έναρξη της προς αναίρεση προθεσμίας πρέπει και να επιδοθεί η απορρίπτουσα την ανακοπή απόφαση.
Η ανάγκη της επίδοσης συνάγεται και από την ουσιαστική (εσωτερική) συνάφεια των αποφάσεων αυτών, ένεκα της οποίας, αλλά και για λόγους οικονομίας της δίκης, ο νομοθέτης προέβλεψε, με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 554 του ΚΠολΔ, τη σύγχρονη άσκηση και συνεκδίκαση της συγχωρούμενης κατ' αυτών αίτησης αναίρεσης.
Επιπλέον, με την επίδοση αποτρέπεται ο αιφνιδιασμός και η παγίδευση του διαδίκου, ο οποίος διαφορετικά θα έπρεπε να επαγρυπνεί για να πληροφορηθεί πότε εκδόθηκε η ερήμην απόφαση, ώστε να μην απωλέσει την προθεσμία αναίρεσης κατ' αυτής. Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από την τελική φράση του άρθρου 554 του ΚΠολΔ "εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής", διότι η προϋπόθεση αυτή αναφέρεται στην περίπτωση που παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής κατά της ερήμην απόφασης και ο διάδικος ασκεί κατ' αυτής εκπροθέσμως ανακοπή. (Ολ Α.Π. 11/1998, ΑΠ 617/2019, 464/2018, 4/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, η οποία στρέφεται α) κατά της 41/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/νίκης, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή ερημοδικίας του αναιρεσείοντος κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσης 2734/2017 αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου και β) κατά της τελευταίας αποφάσεως, με την οποία το Εφετείο απέρριψε λόγω ερημοδικίας του αναιρεσείοντος, την ασκηθείσα από αυτόν έφεση κατά της 1314/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που επίσης, λόγω της ερημοδικίας του, απέρριψε την ασκηθείσα κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων διεκδικητική ακινήτου αγωγή του, είναι παραδεκτή και ερευνητέα ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης, η οποία έχει εκδοθεί ερήμην, επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύτηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Υπό την έννοια της διάταξης αυτής, ως ανώτερη βία νοείται κάθε τυχαίο περιστατικό, που δεν μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να προβλεφθεί και να αποτραπεί, ούτε και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (Ολ.ΑΠ 29/1992, ΑΠ 1568/2013).
Το πταίσμα όμως του δικαστικού πληρεξουσίου εξισούται με το πταίσμα του διαδίκου, συνεπώς, δεν αποτελεί λόγο ανωτέρας βίας, καθόσον η δραστηριότητα του δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου δεν θα πρέπει να αποβαίνει εις βάρος του αντιδίκου του (πρβλ. ΑΠ 465/96).Περαιτέρω, η έννοια της "ανώτερης βίας" του άρθρου 501 ΚΠολΔ είναι έννοια του ουσιαστικού δικαίου, και οι σχετικές πλημμέλειες ελέγχονται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, για να διαπιστωθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο υπόψη δικόγραφο ή αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεδειγμένα, δικαιολογούν την κρίση του ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός συνιστά ή όχι ανώτερη βία στο πλαίσιο ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτή (ΑΠ 1540/2017, 741/2016, 219/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την ένδικη ανακοπή ερημοδικίας ζήτησε να εξαφανισθεί η 2734/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε ερήμην του, και απέρριψε, ως ανυποστήρικτη, λόγω της ερημοδικίας του, την έφεσή του, επειδή δεν μπόρεσε να παραστεί από λόγο ανώτερης βίας, κατά τη δικάσιμο της 10ης Νοεμβρίου 2017, στη συζήτηση της εφέσεώς του κατά της 1314/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε, επίσης, λόγω της ερημοδικίας του, απορριφθεί η κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων διεκδικητική ακινήτου αγωγή του.
Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι η ανώτερη βία συνίσταται στο ότι: "στη δικάσιμο της 10ης Νοεμβρίου 2017 κατά την οποία συζητήθηκε η έφεσή του κατά της 1314/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και εκδόθηκε η ανακοπτόμενη 2734/2017 απόφαση δεν μπόρεσε να παρασταθεί στο Δικαστήριο, (Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης) ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, από λόγο ανωτέρας βίας, ο οποίος ναι μεν παρευρίσκονταν ήδη εντός του ακροατηρίου, που λάμβανε χώρα η συνεδρίαση, εξαιτίας, όμως, της γενικότερης αναστάτωσης και οχλαγωγίας ακριβώς μπροστά από την έδρα, στην οποία απουσίαζαν εγκαταστάσεις ενισχύσεως ήχου, δεν κατέστη αντιληπτή εγκαίρως κατά την έναρξη της συζήτησης της συγκεκριμένης υπόθεσης με τις ως επικρατούσες συνθήκες, η εκφώνηση του ονόματος του, εκ μέρους του Πληρεξουσίου Δικηγόρου του, ο ήχος της φωνής της συγκεκριμένης Εισηγήτριας και έτσι δεν μπόρεσε να δηλώσει την σχετική παράσταση, με αποτέλεσμα να συζητηθεί η έφεσή του ερήμην.
Ότι στην ως άνω κατάσταση συνέδραμε το γεγονός ότι οι υποθέσεις δεν εκφωνήθηκαν με την κανονική σειρά του πινακίου, αλλά ακανόνιστα, δηλαδή ανάλογα με την σειρά των εισηγητών δικαστών>. Το Εφετείο απέρριψε τον ως άνω περί ανωτέρας βίας λόγο με την εξής, επί λέξει, αιτιολογία: "Ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Και τούτο διότι τα όσα ο ανακόπτων εκθέτει με το περιεχόμενο της ένδικης ανακοπής του, δεν κρίνονται ικανά προκειμένου να στοιχειοθετηθεί η επικαλούμενη εκ μέρους του ανώτερα βία. Αντίθετα, αν ο ίδιος ο ως άνω δικηγόρος του, έδειχνε τη συνήθη επιμέλεια, θα μπορούσε να έχει αποτρέψει την ερημοδικία του.
Και τούτο διότι στην συγκρότηση του Β' Πολιτικού Τμήματος του Εφετείου Θεσσαλονίκης, σε συνεδρίαση του οποίου εξεδόθη η ανακοπτόμενη απόφαση συμμετέχει Πρόεδρος Εφετών και τρεις Εφέτες που είναι και οι Εισηγητές των υποθέσεων, οι οποίοι έχουν χρεωθεί τις υποθέσεις του πινακίου αρμοδιότητας Μονομελούς Εφετείου και τις συζητούν μετά την εκφώνηση των εγγεγραμμένων υποθέσεων αρμοδιότητας Τριμελούς και πάντα κατά σειρά αρχαιότητας του, και αριθμό εγγραφής τους στο πινάκιο.
Επομένως, ο πληρεξούσιος Δικηγόρος διαδίκου που επιθυμεί να συζητήσει υπόθεση που έχει εγγραφεί στο πινάκιο του παραπάνω Πολιτικού τμήματος, ευχερώς και καταβάλλοντας την απαιτούμενη επιμέλεια, δύναται να παρακολουθήσει την σειρά της υπόθεσης του κατά την εκφώνησή της, από τον Εισηγητή - Δικαστή (εκ των τριών συνολικά που υπηρετούν στο παραπάνω τμήμα) οι οποίοι και τις συζητούν ανάλογα με την αρχαιότητα τους.
Κατά την συνεδρίαση δε του Β' Πολιτικού Τμήματος του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά την παραπάνω δικάσιμο, στο πινάκιο ήταν εγγεγραμμένες συνολικά 25 υποθέσεις και εάν ο πληρεξούσιος Δικηγόρος του ανακόπτοντος ο οποίος είναι και δικηγόρος του Δ.Σ.Θ είχε εντείνει την προσοχή του, κατά την διεξαγωγή της συγκεκριμένης συνεδρίασης ακόμα και υπό τις συνθήκες που αναφέρει (οχλαγωγία -θόρυβος), θα μπορούσε να παρακολουθήσει με ευκολία την εκφώνηση της από την συγκεκριμένη Εισηγήτρια, η οποία ως αρχαιοτέρα της συνθέσεως εκφωνεί τις υποθέσεις της πρώτη στη σειρά, αμέσως δηλαδή μετά την συζήτηση των υποθέσεων του Τριμελούς, και να δηλώσει εγκαίρως την παράσταση του, όπως άλλωστε έπραξε και ο αντίδικος του, αλλά και όλοι οι πληρεξούσιοι συνήγοροι των λοιπών υποθέσεων που ήταν εγγεγραμμένες στο ίδιο πινάκιο οι οποίες και συζητήθηκαν κατά την συγκεκριμένη συνεδρίαση.
Άλλωστε όπως ο ανακόπτων αναφέρει στο περιεχόμενο της ένδικης ανακοπής του, την εκφώνηση του ονόματος του από την Εισηγήτρια της υπόθεσης αντιλήφθηκε εγκαίρως η μάρτυράς του που παρευρίσκονταν στο ακροατήριο ενόψει της επικείμενης εξέτασής της, εξαιτίας της ερημοδικίας του στον πρώτο βαθμό, αλλά όχι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, ο οποίος προφανώς αν και παρευρίσκετο στο ακροατήριο δεν παρακολουθούσε με την απαιτούμενη επιμέλεια την διεξαγωγή της συγκεκριμένης συνεδρίασης.
Ενόψει, όμως, του ότι το πταίσμα του πληρεξουσίου δικηγόρου δεν συνιστά ανώτερη βία , η ένδικη ανακοπή πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο". Με το να απορρίψει το Εφετείο ως μη νόμιμο (κατ' ορθότερο χαρακτηρισμό και όχι ως αβάσιμο, όπως αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1540/2017) τον προταθέντα με την ένδικη ανακοπή λόγο ανωτέρας βίας δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή (υπαγωγή) την προπαρατεθείσα ουσιαστικού δικαίου (ως προς την έννοια της ανωτέρας βίας) διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ.
Τούτο, διότι τα ως άνω επικαλούμενα με την ένδικη ανακοπή πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν (όπως και το Εφετείο δέχεται) λόγο ανωτέρας βίας, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στην προαναφερθείσα μείζονα πρόταση. Τα αντίθετα, λοιπόν, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων, με τον πρώτο (κατά το πρώτο σκέλος) από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο μέμφεται την προσβαλλόμενη 41/2019 εφετειακή απόφαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη ως προς την έννοια της ανώτερης βίας ,είναι αβάσιμα.
Περαιτέρω, η θεμελίωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της άνω αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του εκδώσαντος αυτήν δικαστηρίου και ελλείψεις (ατέλειες) ή αντιφάσεις στη διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του σχετικού νομικού συλλογισμού, εξαιτίας των οποίων καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγής των κρίσιμων πραγματικών διατυπώσεων στον κατάλληλο κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Δεν ιδρύεται, ως εκ τούτου, ο αναιρετικός αυτός λόγος όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε τον κρίσιμο (αυτοτελή) πραγματικό ισχυρισμό ως απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο (ΑΠολ 3/1997, ΑΠ219/2016, 1147/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, ο άνω πρώτος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην ίδια πιο πάνω 41/2019 προσβαλλόμενη απόφαση, η, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ως άνω ουσιώδες ζήτημα (της ανυπαρξίας λόγου ανωτέρας βίας) είναι απαράδεκτος και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, τον περί ανώτερης βίας λόγο ανακοπής η προσβαλλομένη απέρριψε ως νόμω αβάσιμο, χωρίς να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα, οι δε περαιτέρω διαλαμβανόμενες σ'αυτήν παραδοχές είναι πλεοναστικές και, συνακόλουθα, αλυσιτελείς.
Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο πλήττεται η με αριθμό 41/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, είναι απορριπτέος στο σύνολο του.
3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 524 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ (όπως αυτές ισχύουν, ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης, που ενδιαφέρει την κρινόμενη περίπτωση, μετά την αντικατάσταση τους με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015) και 528 ΚΠολΔ (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 παρ. 2 του Ν. 3994/2011), προκύπτει ότι ενώπιον των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από το διάδικο, που δικάσθηκε στον πρώτο βαθμό ερήμην, οπότε, με την τυπική παραδοχή της έφεσης η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, εξαφανίζεται η πρωτοδίκη απόφαση μέσα στα όρια, που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης (ΑΠ 394/2011, ΑΠ 829/2008) και αναδικάζεται η υπόθεση από το Εφετείο, ενώπιον του οποίου η συζήτηση γίνεται πλέον προφορικά.
Σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται, έως την έναρξη της συζήτησης, αφετήριο σημείο της οποίας είναι η εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, στον γραμματέα της έδρας, που βεβαιώνει με επισημείωση τη χρονολογία της κατάθεσής τους (προτάσεων), έτσι ώστε να προκύπτει αδιαμφισβήτητα η κατάθεσή τους έως την έναρξη της συζήτησης, οι εκπρόθεσμες δε προτάσεις λογίζονται κατά νόμο ανύπαρκτες, ενόψει του ότι η προθεσμία που παρέχεται προς το σκοπό αυτό, προϋποθέτει σύννομη ύπαρξη προτάσεων, δηλαδή, τέτοιων που κατατέθηκαν έως την έναρξη της συζήτησης (ΑΠ1179/2010).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παρά τον νόμο και, ιδίως ,παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται στην περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, η δε ερημοδικία δεν ήταν νόμιμη. Δεν ιδρύεται όμως ο ως άνω λόγος, αν ο διάδικος, παρόλο που κατά νόμο έπρεπε να δικασθεί ερήμην, δικάσθηκε κατ' αντιμωλία (ΑΠ 166/2011, 936/2011).
Εξάλλου, στη περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε κατ' αντιμωλία, παρά την (πλασματική) ερημοδικία του ή αν χώρησε παραδεκτά η ερήμην αυτού συζήτηση της υπόθεσης ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 2150/2014, ΑΠ 1851/2011).
Αντίθετα δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, που προϋποθέτει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αναφορικά με τις διατάξεις των άρθρων 524 παρ. 1 και 528 ΚΠολΔ, καθόσον αυτές ρυθμίζουν αποκλειστικά τον τρόπο και τη διαδικασία της, ένδικης προστασίας, όπως συνάγεται από το περιεχόμενό τους και διαλαμβάνουν κανόνες δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων δεν ελέγχεται με τον λόγο από τον αριθμό 1 (ΑΠ4/2016, 94/2015,1945/2008 ).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, επικαλούμενος τις από τους αριθμούς Ια' και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη 2734/2017 απόφασή του , που εκδόθηκε επί της από14/3/2017 εφέσεώς του κατά της 1314 /2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 524 και 528 ΚΠολΔ, καθόσον απέρριψε, ως ανυποστήρικτη, την έφεσή του, λόγω της ερημοδικίας του, ενώ έπρεπε να δικάσει ερήμην και τους εφεσιβλήτους ήδη αναιρεσιβλήτους και, ακολούθως, να κηρύξει ματαιωμένη τη συζήτηση της εφέσεως, και όχι να θεωρήσει ότι παραστάθηκαν νομίμως, καθόσον οι τελευταίοι όπως αναφέρει: "δεν προκατέθεσαν, ως όφειλαν, τις προτάσεις τους έως την έναρξη της συζητήσεως και δεν αναφέρθηκαν σ'αυτές κατά την εκφώνηση της υπόθεσης".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι, η διαλαμβανόμενη σ'αυτόν ως άνω αιτίαση, σύμφωνα και με όσα στην μείζονα πρόταση αναφέρονται, δεν συνιστά πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,, διότι οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις των άρθρων 524 και 528 ΚΠολΔ είναι δικονομικού δικαίου, ούτε συγχωρείται ο από τον αριθμό 6 του πιο πάνω άρθρου αναιρετικός λόγος.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του επικυρωμένου αντιγράφου των από 10.11.2017 προτάσεων των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αυτές κατατέθηκαν εμπρόθεσμα στο Εφετείο, κατά την έναρξη της συζήτησης της ανωτέρω έφεσης, στο τέλος δε αυτών έχει, περί της συννόμου καταθέσεώς τους, τεθεί σφραγίδα της γραμματέως της έδρας με χειρόγραφη επισημείωση και υπογραφή της ίδιας.
Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε ότι παραστάθηκαν νόμιμα και κατέθεσαν προτάσεις παραδεκτά οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα ή απαράδεκτο και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, ως προς την αιτίαση από τον αριθμ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου ,το οποίο καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ εδάφ ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.04.2019 αίτηση για αναίρεση των υπ' αριθμ. 41/2019 και 2734/2017 αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ