Legislator Case Law & Legislation
1558/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for one party and allows it for another regarding compensation claims.

Case Number 1558/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the second appellant due to the absence of a valid power of attorney for the hearing, rendering the proceedings inadmissible. Conversely, the court rejected the appeal filed by the first appellant, who was properly represented, finding the lower courts correctly applied the statute of limitations to the compensation claim. The decision separated the two appeals, ruling that the second appellant's procedural defect precluded any review of the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 104, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The absence of a specific power of attorney for the hearing renders the proceedings inadmissible, while a properly represented appellant's appeal is subject to substantive review on merits.

Keywords

AI generated
power of attorney inadmissible appeal statute of limitations compensation claim separation of case procedural defect costs award

Cited Legislation

AI generated
Articles 94, 96, 104, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 10 of Law 2882/2001
Article 249 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1558 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1558/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Τ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αργυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) Δ. Τ. του Η., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδος, που κατοικοεδρεύει στην Λάρισα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαγιαννοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του Η. Τ. του Α., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 208/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-6-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο 1ος των αναιρεσειόντων και το αναιρεσίβλητο όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του Κ.Πολ.Δικ. ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.

γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται, ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει την συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παράστασης, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως και ο διάδικος θεωρείται, ότι δεν παρίσταται (ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1921/2014, ΑΠ 652/2014, πρβλ. ΑΠ Ολομ. 8/2009, ΑΠ Ολομ. 9/2003) και 2) σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν την συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά την συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (ΑΠ Ολομ. 4/1994, ΑΠ Ολομ. 2/1992, ΑΠ 762/2020, ΑΠ 747/2020, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 782 / 2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της υπόθεσης προκύπτει, ότι η συζήτηση για την κρινόμενη από 17-06-2020 αίτηση για αναίρεση της 57/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας επισπεύσθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων για τη δικάσιμο της 15-10-2021 (βλ. 3448Γ'/22-12-2020, 9647Ε'/15-07-2021, 1576Β'/30-12-2020 και 11656Δ'/21-07-2021 εκθέσεις επίδοσης των Δικαστικών Επιμελητών, του Εφετείου Λάρισας Δ.

Τ., του Εφετείου Λάρισας Ν. Κ., του Εφετείου Πειραιώς Γ. Θ. και του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ. Α. αντίστοιχα), κατά την οποία ματαιώθηκε και κατ' άρθρο 260 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 45298/15-10-2021 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης περί αναστολής λειτουργίας δικαστηρίων και εισαγγελιών της Περιφέρειας Αττικής την 15η -10-2021 "λόγω αιφνίδιων και εκτάκτων καιρικών φαινομένων" και την Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου προσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Η δεύτερη αναιρεσείουσα όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Περαιτέρω, από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία και συγκεκριμένα από την επισκόπηση των προσκομιζομένων πληρεξουσίων, δεν προκύπτει, ότι η απολειπομένη αναιρεσείουσα είχε επισπεύσει έγκυρα την συζήτηση, καθ' όσον δεν αποδεικνύεται ότι είχε χορηγήσει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο της πληρεξουσιότητα, με έναν από τους προαναφερόμενους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 του ΚΠολΔικ.

Εξ άλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία δεν προκύπτει, ότι η ίδια πιο πάνω αναιρεσείουσα έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον πρώτο αναιρεσείοντα, που επισπεύδει έγκυρα τη συζήτηση, ή από το αναιρεσίβλητο.

Συνεπώς, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ. β' του ΚΠολΔ πρέπει, δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων που επισκοπούνται παραδεκτώς, οι αναιρεσείοντες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν και να ερευνηθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τον παριστάμενο πρώτο αναιρεσείοντα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 2882/2001, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 126 του ν. 4070/2012 (ΦΕΚ Α` 82/10-4-2012), που ισχύει και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του ως άνω νόμου απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 του ν. 4070/2012), "1. Η αξίωση για την είσπραξη της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε προσωρινά ή οριστικά παραγράφεται μετά την παρέλευση οκταετίας από την αποδεδειγμένη κατάληψη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση δεκαετίας από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7.

Εάν η οριστική αποζημίωση καθορισθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την κατάληψη του ακινήτου, η αξίωση για την είσπραξη της τυχόν διαφοράς μεταξύ οριστικής και προσωρινής αποζημίωσης παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας από τη δημοσίευση της απόφασης που καθορίζει την οριστική τιμή".

Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 10 του ν. 2882/2001, "Η παραγραφή διακόπτεται και με την ενέργεια πράξεων του δικαιούχου της αποζημίωσης που αποβλέπουν: α) στη δικαστική ή διοικητική αναγνώριση, β) στην είσπραξη μέρους ή του συνόλου της αποζημίωσης και γ) στον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης". Εξάλλου, η αποζημίωση του ιδιοκτήτη απαλλοτριωθέντος ακινήτου για το τμήμα του ακινήτου, ως προς το οποίο θεωρήθηκε, ότι έχει υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων ή (και) αυτοαποζημίωσης κατ' εφαρμογήν του τεκμηρίου της ωφέλειας του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977, το οποίο (τεκμήριο) ήδη και νομοθετικώς ορίστηκε ως μαχητό (άρθρ. 33 του ν. 2971/2001) και το οποίο ανατράπηκε δικαστικώς, έχει ως βάση νόμιμη, κατά τις προρρηθείσες διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 653/1977 και 33 του ν. 2971/2001, ενέργεια των οργάνων του Δημοσίου, αποτελεί δε η αποζημίωση αυτή μέρος της πλήρους αποζημίωσης που κατ' εφαρμογήν της σχετικής συνταγματικής επιταγής (άρθρ. 17 παρ. 2 του Συντάγματος) οφείλεται για την απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία.

Επομένως, η προβαλλόμενη με τακτική αγωγή αξίωση για την αποζημίωση αυτή, που καθορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια μετά την ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας (ήδη άρθρου 33 του ν. 2971/2001, Ολομ. ΑΠ 10 και 11/ 2004, 11/2011), υπόκειται στην ανωτέρω δεκαετή παραγραφή της παραγράφου 1 του του άρθρου 10 του ν. 2882/2001 και δεν αποτελεί αξίωση προς καθορισμό αποζημίωσης σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, για την οποία ισχύει η γενική εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 249 του ΑΚ (ΑΠ 650/2021, ΑΠ 4/2021, ΑΠ 396/2020, ΑΠ 1338/2019, ΑΠ 982/2018, ΑΠ 816/2018, ΑΠ 601/2018, ΑΠ 452/2018, ΑΠ 260/2018, ΑΠ 631/2017, ΑΠ 198/2017).

Άλλωστε, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013, ΑΠ 386/2021, ΑΠ 601/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Μονομελές Εφετείο Λαμίας, με το να κρίνει ως ουσιαστικά βάσιμη την προβληθείσα από το τότε εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ένσταση παραγραφής της αξίωσης αποζημίωσης συνεπεία ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, που ασκήθηκε με την ένδικη από 25-05-2015 αγωγή, λόγω παρόδου δεκαετίας από την κατά το έτος 2001 συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την κατάληψη του ακινήτου, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 10 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001), αντί της ορθής διάταξης της παρ. 3 του ίδιου άρθρου σε συνδ.

με το άρθρο 249 του ΑΚ.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Λαμίας δικάζοντας την από 16-11-2017 έφεση του τότε εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κατά της εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 208/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία είχε δεχτεί την από 25-05-2015 ένδικη αγωγή των εναγόντων, που αφορούσε στην επιδίκαση αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η οποία είχε ήδη πριν από την ισχύ του ν. 2971/2001 συντελεστεί, μετά από ανατροπή του νόμιμου τεκμηρίου ύπαρξης ωφέλειάς τους από τη διάνοιξη της οδού που αφορά η απαλλοτρίωση, για το τμήμα της ιδιοκτησίας τους που αναγκαστικά απαλλοτριώθηκε, αλλά δεν τους καταβλήθηκε αντίστοιχη αποζημίωση, επειδή θεωρήθηκαν ωφελούμενοι και συνεπώς αυτοαποζημιούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), σχετικά με την κατ' άρθρο 10 παρ. 1 του Ν 2882/2001 ένσταση παραγραφής του Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσίβλητου, τα εξής: "Οι ενάγοντες με την από 25 Μαΐου 2015 (αριθμ εκθεσ.

καταθ. 784/ΤΜ/176/2015) αγωγή τους, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, ισχυρίστηκαν ότι με την υπ' αριθμ. 1125902/9641/0010/9-12-1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά και για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή της εισόδου Λαμίας, από Χ/Θ 0+000 έως Χ/Θ 2 + 741,87 έκταση συνολικού εμβαδού 38.491,91 τ.μ.

που βρίσκεται στο Νομό Φθιώτιδας, στην οποία περιλαμβάνεται και τμήμα ακινήτου τους, που ανήκει κατά ψιλή κυριότητα στους δεύτερο ενάγοντα και τρίτη ενάγουσα και κατ' επικαρπία στον πρώτο ενάγοντα. Ότι για την απαλλοτρίωση αυτή καθορίστηκε με την υπ' αριθμ. 224/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως και ότι με την υπ'αριθμ. 82/2001 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως.

Ότι από το απαλλοτριωθέν ακίνητο τμήμα αυτού 450,05 τ.μ θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενο και το εκκαλούν αρνείται να τους καταβάλει την επιδικασθείσα αποζημίωση λόγω της επελθούσας ωφέλειας του ακινήτου τους, από την κατασκευή της ως άνω εισόδου της Λαμίας, πλην όμως εσφαλμένα γιατί καμία ωφέλεια δεν είχε το ακίνητό τους, από την κατασκευή του εν λόγω έργου, αλλά αντίθετα υπέστησαν βλάβη για τους λόγους που αναλυτικά εκθέτουν στην αγωγή.

Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει ως αποζημίωση για την παραπάνω έκταση, που δεν αποζημιώθηκε, το ποσό των 112.260,47 ευρώ, με βάση την ανά τ.μ. αξία, όπως καθορίσθηκε με την σχετική απόφαση καθορισμού της οριστικής μονάδος αποζημιώσεως με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη.

Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με την κρινομένη έφεσή του, για λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της με σκοπό την απόρριψη της αγωγής. [...] Με το δεύτερο λόγο της έφεσης το εκκαλούν επαναφέρει ενώπιον το παρόντος Δικαστηρίου την ένσταση παραγραφής που είχε προβάλει στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυριζόμενο ότι η ένδικη αξίωση των εναγόντων - εφεσιβλήτων έχει υποκύψει στην δεκαετή παραγραφή, δεδομένου ότι από το χρόνο συντέλεσης της απαλλοτρίωσης (14-12-2001) που έλαβε χώρα με την ανακοίνωση στο ΦΕΚ τ.

Δ' 1051/14-12-2001 της ανακοίνωσης περί παρακατάθεσης της αποζημιώσεως των εναγόντων και την κατάληψη του ακινήτου μέχρι την άσκηση της αγωγής (επίδοση της υπό κρίση αγωγής στο Ελληνικό Δημόσιο στις 5-6-2015) έχει συμπληρωθεί η προαναφερθείσα (δεκαετής) παραγραφή. Η ένσταση αυτή είναι νόμιμη στηριζομένη στις προαναφερόμενες διατάξεις και αποδεικνύεται και ουσιαστικά βάσιμη.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες δεν προέβαλαν με αντένσταση κάποιο λόγο διακοπής της ως άνω παραγραφής.

Συνεπώς η ένδικη αξίωση των εναγόντων, για την είσπραξη της αποζημίωσης, λόγω ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας για το επίδικο ακίνητο έχει υποπέσει σε παραγραφή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε την ως άνω ένσταση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο". Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της από 25-05-2015 αγωγής, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω δεκαετούς παραγραφής.

Κρίνοντας έτσι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και ειδικότερα με το να δεχθεί, ότι η ασκηθείσα με την ένδικη αγωγή τους αξίωση των αναιρεσειόντων για την είσπραξη της αποζημίωσης, κατά την άσκηση αυτής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, είχε υποπέσει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 δεκαετή παραγραφή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστική διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 2882/2001, καθόσον αντικείμενο της συγκεκριμένης δίκης είναι η αποκατάσταση της ζημίας των εναγόντων από τη μη καταβολή της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε δικαστικά για το τμήμα του ακινήτου τους που απαλλοτριώθηκε, η οποία απαλλοτρίωση συντελέσθηκε στις 14/12/2001 με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, στο ΦΕΚ 1051 Δ'/14-12-2001, της ανακοίνωσης της παρακατάθεσης του ποσού αποζημίωσης και καταλήφθηκε το επίδικο, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου σε συνδυασμό με το άρθρο 249 του ΑΚ περί εικοσαετούς παραγραφής.

Επομένως, τα όσα αντίθετα ο πρώτος αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο της από 17-06-2020 αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο λόγος αυτός αναίρεσης. Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο πρώτος αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της Υ.Α. 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν διαλαμβάνεται διάταξη για την τύχη του παραβόλου που έχουν καταθέσει και οι δύο αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι απομένει προς έρευνα η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που ασκήθηκε από τη δεύτερη αναιρεσείουσα, ως προς την οποία η συζήτησή της κηρύχθηκε απαράδεκτη (ΑΠ 762/2020, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 838/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 17-06-2020 αίτησης (αριθμ. κατάθ. 10/23-06-2020) για αναίρεση της 57/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα.

Διατάζει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτήν.

Απορρίπτει την αναίρεση ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα.

Και

Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ