Legislator Case Law & Legislation
1543/2022 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal against lower court's acceptance of taxpayer's abuse of rights claim.

Case Number 1543/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's decision to accept a taxpayer's claim of abuse of rights. The taxpayer argued that the State's thirty-year inaction and multiplication of demands violated good faith principles, while the State contended the lower court erred in characterizing the facts as abuse of rights. The court ruled that the taxpayer's arguments and requests sufficiently established the abuse of rights under Article 281 of the Civil Code, making the lower court's decision correct.

Legislator headnote

AI generated

Articles 262, 269, 281 of the Civil Code; Article 559, No. 8 of the Code of Civil Procedure: The court must examine whether the factual circumstances presented by the party constitute an abuse of rights, and if so, the party must also request the rejection of the opposing claim as abusively exercised.

Keywords

AI generated
abuse of rights good faith principle tax collection procedural admissibility civil code provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 356/1974
Article 2 of Law 356/1974
Article 262 of the Code of Civil Procedure
Article 269 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 559, No. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 577, Para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, Para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1543 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1543/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και τον Διοικητή της που εδρεύει στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Π. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Τσεκούρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2016 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 307/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4593/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-3-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 11/3/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 4593/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης: Με την από 15/12/2016 ανακοπή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε την ακύρωση των προσβαλλόμενων με αυτήν πράξεων.

Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 307/2018 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία την απέρριψε ως εκπροθέσμως ασκηθείσα. Κατά της ως άνω απόφασης ο ανακόπτων άσκησε την από 25/5/2018 έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 4593/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η οποία δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και δικάζοντας επί της ουσίας έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις.

Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 του Ν.Δ. 356/1974 περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ) "η είσπραξη των εκ πάσης αιτίας δημοσίων εσόδων ενεργείται κατά τας διατάξεις του παρόντος νομοθετικού διατάγματος" (παρ. 1) και "ως δημόσια έσοδα θεωρούνται και οι απαιτήσεις ων κατέστη δικαιούχον το Δημόσιον εκ καθολικής ή ειδικής διαδοχής" (παρ. 2).

Περαιτέρω στο άρθρο 2 παράγραφοι 1, 2 και 3 του ιδίου ΝΔ (όπως αυτές τροποποιήθηκαν με το άρθρο 7 παρ. 1 και 2 Ν. 4224/2013 και εφαρμόζονται στη κρινόμενη περίπτωση, κατά την διάταξη του άρθρου 22 του νόμου αυτού), προσδιορίζονται τα όργανα είσπραξης και ο απαιτούμενος για την είσπραξη νόμιμος τίτλος, τέτοιον δε αποτελούν α) τα έγγραφα, στα οποία οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τον οφειλέτη, το είδος, το ποσό και την αιτία της οφειλής, β) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή και γ) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κ.

Πολ. Δ., στο άρθρο 4 προβλέπεται η μετά την καταχώριση του χρέους ως δημοσίου εσόδου έκδοση και αποστολή στον οφειλέτη και στα συνυπόχρεα πρόσωπα ατομικής ειδοποίησης για την πληρωμή του χρέους και τέλος στο άρθρο 73 προβλέπεται ο τρόπος και η διαδικασία άσκησης ανακοπής του οφειλέτη μετά την εκδοθείσα ατομική ειδοποίηση πληρωμής, τόσο πριν από την έναρξη της εκτέλεσης, όσον και κατά της αρξαμένης εκτέλεσης.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα διοικητικά δικαστήρια. Από τις διαφορές αυτές, όσες δεν έχουν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά πρέπει να υπαχθούν υποχρεωτικά στη δικαιοδοσία τους μέσα σε πέντε έτη από την ισχύ του Συντάγματος, η προθεσμία δε αυτή μπορεί να παρατείνεται με νόμο.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, που τους ανατίθενται με νόμο. Κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983 όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που δεν είχαν μέχρι τότε υπαχθεί σ' αυτήν, μεταξύ δε των διαφορών αυτών, οι οποίες μνημονεύονται ενδεικτικά στην παρ. 2 του εν λόγω άρθρου 1, περιλαμβάνονται (και αναφέρονται ειδικά υπό στοιχεία ια') και οι αναφυόμενες κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων (ΝΔ 356/1974).

Όλες, όμως οι διαφορές που ανακύπτουν κατά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων δεν αποτελούν διοικητικές διαφορές ουσίας, διότι είναι δυνατόν να προέρχονται από έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ του Δημοσίου, ή των λοιπών προσώπων, στα οποία εφαρμόζεται ο ΚΕΔΕ, και του οφειλέτη τους, κριτήριο δε προκειμένου μία τέτοια διαφορά να θεωρηθεί ως διοικητική ή ιδιωτική αποτελεί η φύση της απαίτησης, που αποδεικνύεται από τον τίτλο του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, ο οποίος αποτελεί το θεμέλιο της διοικητικής εκτέλεσης.

Έτσι, αν η απαίτηση αυτή είναι ιδιωτικού δικαίου, τότε και η διαφορά που ανακύπτει κατά την επιδίωξη της αναγκαστικής είσπραξής της είναι ιδιωτική και η φύση της δεν μεταβάλλεται από την παρεμβολή της διοικητικής βεβαιωτικής διαδικασίας από όργανα της διοίκησης και την είσπραξή της από το δημόσιο ταμείο (ΑΕΔ 14/2003, ΑΕΔ 8/1989, ΑΠ 991/2019, ΑΠ 741/2017 ΑΠ 1919/2013).

Επομένως, στην περίπτωση που επισπεύδεται ή επίκειται αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση απαίτησης του Δημοσίου, όταν αυτή (απαίτηση) προέρχεται από έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου μεταξύ αυτού και του οφειλέτη του, τότε ο τίτλος του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, που αποτελεί το θεμέλιο της διοικητικής εκτέλεσης, αποδεικνύει ιδιωτική απαίτηση του Δημοσίου και η διαφορά που δημιουργείται φέρει τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ιδιωτικής διαφοράς, για την εκδίκαση της οποίας έχουν δικαιοδοσία και μετά την ισχύ του ν. 1406/1983 τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 991/2019, ΑΠ 1245/2010, ΣτΕ 3527/2000).

Τέτοια περίπτωση υπάρχει και όταν η απαίτηση, για την οποία εκδόθηκε η ατομική ειδοποίηση, στηρίζεται σε φερόμενη παραβίαση εκ μέρους του οφειλέτη συμβατικής υποχρέωσης του για εξόφληση δανείου, που είχε λάβει από ιδιωτική τράπεζα, την εξόφληση του οποίου είχε εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΕΔ 5/1989). Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Τούτο συμβαίνει ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτό της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή, ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και επομένως υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 218/2020). Περαιτέρω, η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος οφειλέτη μπορεί να αποκρουσθεί ως καταχρηστική, αφού άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ελέγχεται για κατάχρηση, αποτελεί και η επιδίωξη του δανειστή να ικανοποιήσει με αναγκαστική εκτέλεση την απαίτησή του κατά του οφειλέτη του (ΟλΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 2/2018, ΟλΑΠ 16/2006, Ολ.

ΑΠ 42/2005). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ 4/2005, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 191/2018).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 4593/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Το Ελληνικό Δημόσιο, προς ικανοποίηση απαίτησής του εξέδωσε ατομική ειδοποίηση στον ανακόπτοντα ποσού 138.542,84€, ήτοι για κεφάλαιο 34.635,71€ και για προσαυξήσεις 103.907,13€, προερχόμενη από παρασχεθείσα εγγύηση του ανακόπτοντος σε δανειακή σύμβαση.

Ειδικότερα, με την ... σύμβαση πίστωσης και την πρόσθετη πράξη αυτής, συμφωνήθηκε όπως η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." παράσχει στη συμβληθείσα πιστούχο εταιρεία με την επωνυμία "RESEL Α.Ε.", πίστωση μετά τόκων και προμήθειας με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, ο δε ανακόπτων που παρείχε με την σύζυγό του την εγγύησή του υπέρ της ως άνω πιστούχου εταιρίας, παραιτήθηκε από την ένσταση της διζήσεως.

Η ανωτέρω πίστωση εγκρίθηκε με την προσαγόμενη και επικαλούμενη υπ. αριθ. ... πράξη της Υποεπιτροπής Βιοτεχνικών Πιστώσεων, με την οποία το Ελληνικό Δημόσιο εγγυήθηκε την ανωτέρω δανειοδότητη για ποσό 7.800.000 δραχμών. Λόγω μη ανταπόκρισης της δανειολήπτριας εταιρείας στις συμβατικές της υποχρεώσεις, η τράπεζα στις 30-4-1985 έκλεισε τον δανειοδοτικό της λογαριασμό και στη συνέχεια προχώρησε νομίμως στην κατάπτωση της παρασχεθείσας εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο κατέβαλε το ποσό που αντιστοιχούσε στην εγγυημένη απαίτηση της τράπεζας (σύμφωνα με την υπ.

αριθ. 67651/2142/28-7-78 απόφαση του υπουργού Οικονομικών "περί παροχής της εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου προς τις Εμπορικές Τράπεζες για τη χρηματοδότηση της Βιοτεχνίας" που εκδόθηκε σύμφωνα με τους Α.Ν. 747/45 και 9/1967 και την υπ. αριθ. 197/3-4-1978 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής). Περαιτέρω, η δανείστρια τράπεζα (κατάστημα ...) απέστειλε στη Δ.Ο.Υ.

ΦΑΒΕ Αθηνών και στο Γ.Λ.Κ τα απαιτούμενα έγγραφα, ποσού 11.651.668 δραχμών, στο οποίο ανερχόταν η καταπεσούσα εγγύηση. Μετά ταύτα, η ανωτέρω Δ.Ο.Υ. προέβη σε βεβαίωση με την υπ. αριθ. ... ταμειακή βεβαίωση του ανωτέρω ποσού, ήτοι 11.651.668 δραχμών υπέρ του Δημοσίου και ως έσοδο του προϋπολογισμού και αφ' ετέρου υπέρ της δανείστριας Τράπεζας Ε.Τ.Ε.

ποσό 150.451 δραχμών ως έσοδο εκτός προϋπολογισμού. Η Δ.Ο.Υ. ειδοποίησε τηλεφωνικά τον ανακόπτοντα ως εγγυητή και στη συνέχεια με το υπ. αριθ. ... έγγραφο του Διευθυντή της Γενικής Γραμματείας Εσόδων (ΚΕΜΕΕΠ),του παρέδωσε τα δικαιολογητικά έγγραφα περί ληξιπρόθεσμων χρεών, με βάση τα οποία έγινε η κατάσχεση εις χείρας τρίτων, οι δε πράξεις κατάσχεσης και ο αναλυτικός πίνακας χρεών του παραδόθηκαν στις 18-11-2016.

Με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής του, ο ανακόπτων, επικαλέστηκε καταχρηστική άσκηση δικαιώματος από την πλευρά του καθ' ου η ανακοπή Ελληνικού Δημοσίου, ήτοι συμπεριφορά αντίθετη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, για το λόγο ότι επί σειρά πολλών ετών από τη σύνταξη της ταμειακής βεβαιώσεως με αριθμό 1584 την 30-9-1986, ήτοι για 30 έτη, μέχρι την τηλεφωνική ειδοποίηση και την παράδοση των σχετικών με την οφειλή εγγράφων την 21-10-2016 αλλά και έκδοση των κατασχητηρίων πράξεων προς ικανοποίηση της απαίτησης, ουδέποτε όχλησε τον ανακόπτοντα για την εξόφληση των οφειλομένων ποσών με την ιδιότητά του ως εγγυητή, με συνέπεια λόγω της μακράς αδράνειας του καθ' ου και της πραγματικής κατάστασης που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, να δημιουργηθεί στον ανακόπτοντα η εύλογη πεποίθηση ότι το καθ' ου δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του κατ' αυτού, ενώ η άσκησή του στην παρούσα χρονική στιγμή προκαλεί στον ανακόπτοντα επαχθείς συνέπειες και την επιβολή σε αυτόν προσαυξήσεων τετραπλασίων του κεφαλαίου.

Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως λόγος ανακοπής της παρ. 2 άρθρου 73 είναι παραδεκτός και νόμιμος (281 ΑΚ), καθόσον είναι επιτρεπτή η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτηση του κατ' ουσίαν βάσιμου της απαιτήσεως του Δημοσίου. Από το σύνολο της δικογραφίας, αποδείχθηκε ότι το καθ' ου η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο, ουδέποτε μετά τη σύνταξη της ταμειακής βεβαιώσεως το έτος 1986 όχλησε για την εξόφληση τον ανακόπτοντα με την ιδιότητά του ως εγγυητή του δανείου, ο οποίος είχε αποχωρήσει από την θέση του Γενικού Διευθυντή της δανειολήπτριας εταιρίας από το έτος 1985, είχε κάποια ενημέρωση περί της πορείας της εταιρίας και των δανειακών υποχρεώσεων αυτής, είχε δε την πληροφορία, ότι το έτος 1987 ή 1988 εκποιήθηκε με αναγκαστικό πλειστηριασμό ακίνητο της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας και αποσβέσθηκε η οφειλή εκ της ένδικης σύμβασης εκ του εκπλειστηριάσματος.

Για πρώτη φορά ο ανακόπτων έλαβε γνώση τηλεφωνικά και στη συνέχεια με έγγραφη παράδοση των εγγράφων που αφορούν το επίδικο χρέος τον Σεπτέμβριο 2016, με την κατάσχεση των προσωπικών τραπεζικών του λογαριασμών. Η πολύ μεγάλη αυτή καθυστέρηση στην αναζήτηση της εκπλήρωσης της οφειλής του ανακόπτοντος, έχει προδήλως επαχθείς συνέπειες σε βάρος αυτού, καθώς μετά την πάροδο τόσων ετών, οι προσαυξήσεις είναι πολλαπλές του κεφαλαίου, ενώ πρέπει σαφώς να ληφθεί υπόψη ότι τίποτε δεν εμπόδιζε το καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο να στραφεί πολύ νωρίτερα κατά του ανακόπτοντος, ώστε αυτός να μην επιβαρυνθεί με υπέρογκες προσαυξήσεις άνευ υπαιτιότητάς του, αφού ο ανακόπτων είχε παραιτηθεί από την ένσταση διζήσεως και δεν ήταν απαραίτητο να προηγηθεί η προσπάθεια ευόδωσης της εκτελεστικής διαδικασίας σε βάρος της δανειολήπτριας εταιρίας και των εκπροσώπων της, προκειμένου να στραφεί στη συνέχεια το καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο σε βάρος του εγγυητή ανακόπτοντος.

Συνεπώς, η συμπεριφορά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο μέσω της ταμειακής αυτής βεβαιώσεως προβαίνει σε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτων, ήτοι της τράπεζας EUROBANK ERGASIAS Α.Ε. και της τράπεζας ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε. του ανωτέρω οφειλόμενου μετά προσαυξήσεων ποσού, είναι αντίθετη στην καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και ως εκ τούτου καταχρηστική, με αποτέλεσμα να καθίσταται ακυρωτέα η επιδίωξη είσπραξης του ποσού αυτού από τον ανακόπτοντα, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της ανακοπής....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας επί της ουσίας έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2, 4 και 73 του ΚΕΔΕ, καθ' όσον τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την παραδοχή ως νόμιμης και ουσιαστικά βάσιμης της περιεχομένης στον δεύτερο λόγο της ανακοπής του αναιρεσίβλητου ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσείοντος να αποστείλει την επίδικη ατομική ειδοποίηση στον αναιρεσίβλητο, αφού, αφ' ενός μεν η ένδικη διαφορά αποτελεί ιδιωτικού δικαίου διαφορά από σύμβαση χορήγησης δανείου με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, για την οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και η επ' αυτής θεμελιούμενη ένσταση μπορεί να προβληθεί και με την ανακοπή του οφειλέτη κατά το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ, αφ' ετέρου δε, η αδράνεια του αναιρεσείοντος για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, και συγκεκριμένα από τη σύνταξη της ταμειακής βεβαίωσης, στις 30/9/1986, μέχρι την τηλεφωνική ειδοποίηση και την παράδοση των σχετικών με την οφειλή εγγράφων στις 21/10/2016, σε συνδυασμό με τα αποδειχθέντα, κατά τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, πρόσθετα περιστατικά, ήτοι 1) την αποχώρηση του αναιρεσίβλητου από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία ήδη από το έτος 1985, 2) την πληροφορία που είχε ότι το έτος 1987 ή 1988 εκποιήθηκε με αναγκαστικό πλειστηριασμό ακίνητο της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας και αποσβέσθηκε η οφειλή από την ένδικη σύμβαση εκ του εκπλειστηριάσματος, 3) την πρόκληση επαχθών σε βάρος αυτού συνεπειών, καθώς μετά την πάροδο τόσων ετών, οι προσαυξήσεις είναι πολλαπλάσιες του κεφαλαίου και 4) ότι το Ελληνικό Δημόσιο μπορούσε να στραφεί πολύ νωρίτερα κατά του ανακόπτοντος, ώστε αυτός να μην επιβαρυνθεί με υπέρογκες προσαυξήσεις άνευ υπαιτιότητάς του, αφού ο ανακόπτων είχε παραιτηθεί από την ένσταση διζήσεως και δεν ήταν απαραίτητο να προηγηθεί η προσπάθεια ευόδωσης της εκτελεστικής διαδικασίας σε βάρος της δανειολήπτριας εταιρίας και των εκπροσώπων της, προκειμένου να στραφεί στη συνέχεια σε βάρος του εγγυητή ανακόπτοντος, καθιστούν την μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος αντίθετη στα χρηστά ήθη, την καλή πίστη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό αυτού και συνεπώς καταχρηστική.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ. Πολ. Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τα άρθρα 2 και 4 του ΚΕΔΕ και 281 ΑΚ και έτσι έκανε δεκτή την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός του, καθόσον το άρθρο 281 Α.Κ.

εφαρμόζεται μόνο κατά την άσκηση ιδιωτικών δικαιωμάτων και όχι στην άσκηση δέσμιας διοικητικής δραστηριότητας, όπως είναι στην συγκεκριμένη περίπτωση η αποστολή της επίδικης ατομικής ειδοποίησης για εξόφληση του χρέους και, επίσης, γιατί από την καθυστέρηση στην αναζήτηση της εκπλήρωσης της οφειλής του αναιρεσίβλητου δεν μπορεί να συναχθεί παγιωμένη συμπεριφορά ή κατάσταση μη άσκησης του σχετικού δικαιώματος αναγωγής του Δημοσίου, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997).

Δεν αποτελούν πράγματα, κατά την πιο πάνω έννοια, και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης, μεταξύ άλλων, και η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).

Επομένως, πράγμα είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, σε περίπτωση δε που η ένσταση αυτή στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς ορώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, συνδεόμενα με το σχετικό αίτημα του ενιστάμενου (άρθρα 262, 269 και 527 ΚΠολΔ), αποτελούν το καθένα χωριστά "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 88/1980, ΑΠ 845/2021).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 262 παρ. 1, 269 ΚΠολΔ και 281 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι για την πληρότητα της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και το παραδεκτό, σε σχέση με το χρόνο, προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υπόθεσης, να προταθούν από τον ενιστάμενο τα πραγματικά περιστατικά, που αν αποδειχθούν αληθινά αποτελούν κατάχρηση, συνάμα δε να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αντικρουόμενης αξίωσης, ως ασκούμενης καταχρηστικά και επομένως παράνομα.

Διαφορετικά, αν δεν υπάρχει τέτοιο αίτημα, η ένσταση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Ολ. ΑΠ 472/1983, ΑΠ 761/2020).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο ανακόπτων πρόβαλε την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ ενώ στην πραγματικότητα εκείνος πρόβαλε λόγο αναγόμενο στην προσβολή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και συνεπώς το δικαστήριο επιλήφθηκε ένστασης που ουδέποτε προβλήθηκε.

Ωστόσο, τα επικαλούμενα από τον ανακόπτοντα πραγματικά περιστατικά σε συνδυασμό με το αίτημά του θεμελιώνουν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, όπως ορθά κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, ο ανακόπτων με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου της ανακοπής του επικαλέστηκε την μακροχρόνια, επί τριακονταετία, αδράνεια του Δημοσίου, που είχε ως αποτέλεσμα τον πολλαπλασιασμό της απαίτησης, συμπεριφορά που είναι αντίθετη στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, η δε προσθήκη της φράσης "αλλά και προς την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης την οποίαν ο πολίτης έχει προς το Δημόσιο και της Υπηρεσίες του" δεν αλλοιώνει ούτε διαφοροποιεί τα επικαλούμενα και συνιστώντα την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ πραγματικά περιστατικά, όπως αβάσιμα το αναιρεσείον υποστηρίζει.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένσταση του αναιρεσιβλήτου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και, ως εκ τούτου, ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11/3/2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της με αριθμό 4593//2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ