Legislator Case Law & Legislation
845/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding witness examination before presiding judge in Greek civil procedure.

Case Number 845/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's rejection of the appeal. The appellant argued that witnesses were improperly examined before the presiding judge rather than the full collegial panel. The court found no violation of law because the presiding judge, designated as the rapporteur, legally examined witnesses during the hearing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 270, 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The examination of witnesses before the presiding judge designated as rapporteur does not constitute a violation of the law requiring examination before the full collegial panel.

Keywords

AI generated
witness examination procedure presiding judge rapporteur collegial panel composition civil procedure code appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 270, paragraph 5 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 573, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 7/2006
Supreme Court Judgment 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 845 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 845/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙ.ΛΑ. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ - ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Νέο Φάληρο Πειραιώς και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σοφούλη, που ανακάλεσε την από 8/1/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Ε., 2) Ι. Μ. του Σ., 3) Α. συζύγου Γ. Τ. το γένος Σ. Μ., 4) Ι. Μ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Καρβαγιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/6/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 559/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 350/2019 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/10/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αρθμ. 350/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αρθμ. 559/2016 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε την ακυρότητα της αποφάσεως του ΔΣ της αναιρεσείουσας περί εκμεταλλεύσεως του κοινού ακινήτου από την ίδια με αντάλλαγμα για το μερίδιο των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 5.100 ευρώ μηνιαίως. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006 και 4/2005, ΑΠ 326/2018).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 24/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 931/2019, 224/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 789 ΑΚ, με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών μπορεί να καθορισθεί ο τρόπος της τακτικής διοικήσεως και εκμεταλλεύσεως που αρμόζει στο κοινό αντικείμενο. Η πλειοψηφία υπολογίζεται με βάση το μέγεθος των μερίδων. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, η απόφαση κάθε κοινωνού αφορά μόνο τη μερίδα του, η δε πλειοψηφία σχηματίζεται από το άθροισμα των επί μέρους μερίδων.

Συνεπώς, αν η απόφαση των κοινωνών για την εκμετάλλευση του κοινού δεν επιδρά, ούτε επηρεάζει την τύχη της μερίδας κάποιου από αυτούς, η τελευταία δεν συνυπολογίζεται για το σχηματισμό της πλειοψηφίας. Τούτο συμβαίνει όταν η χρήση του κοινού παραχωρείται σε έναν από τους κοινωνούς, κατόπιν συμβάσεως μισθώσεως, εντολής, χρησιδανείου κλπ, οπότε η μερίδα του, εφόσον δεν επηρεάζεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προσμετράται στο σχηματισμό της (ΑΠ 662/2018, ΑΠ 212/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 787, 789, 235, 98 ΑΚ, αφενός με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους και αφετέρου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, δεχόμενο ότι η απόφαση της πλειοψηφούσης κοινωνού για ιδιόχρηση του κοινού ακινήτου από την ίδια με καταβολή ανταλλάγματος στους λοιπούς κοινωνούς δεν αποτελεί τρόπο διοικήσεως και εκμεταλλεύσεως του κοινού κατά τον συμφερότερο για όλους τους κοινωνούς τρόπο.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρθμ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Από το περιεχόμενο της ως άνω από 27.12.2013 απόφασης του ΔΣ της εκκαλούσας, που κοινοποιήθηκε στους εφεσίβλητους στις 30.12.2013 και παρατίθεται αυτούσιο στην κρινόμενη αγωγή, αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα, ευθύς μόλις κατέστη συγκυρία επιπλέον ποσοστού 7,5%, (εξ αγοράς από τον Ε.

Μ., δυνάμει του υπ' αριθ. …/...12.2013 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Φ. Παπασταυροπούλου, νομίμως μεταγεγραμμένου) και έτσι κατέστη συγκυρία συνολικά κατά ποσοστό 57,5%, δήλωσε στους εφεσίβλητους ότι, α) ως έχουσα την πλειοψηφία των μερίδων της κοινωνίας "...δικαιούται να αποφασίζει για τη διοίκηση και χρησιμοποίηση του κοινού ακινήτου κατά τον πλέον συμφερότερο για όλους τους κοινωνούς τρόπο...", β) ότι με την από 27.12.2013 απόφαση του ΔΣ αυτής αποφάσισε τη συνέχιση της εκμετάλλευσης του ξενοδοχείου από την ίδια και γ) ότι το καταβαλλόμενο αντάλλαγμα θα ανέρχεται του λοιπού στο ποσό των 5.100 €, συμπεριλαμβανομένου και του χαρτοσήμου, θεωρουμένου ότι η μισθωτική αξία του ξενοδοχείου ανέρχεται στο ποσό των 12.000 €.

Από το περιεχόμενο της ανωτέρω δήλωσης, καθίσταται προφανές ότι α) η εκκαλούσα δεν αναφέρθηκε σε "ιδιόχρηση" του ξενοδοχείου, όπως ισχυρίζεται, (για την οποία άλλωστε, δεν απαιτείται πλειοψηφία, εφόσον δεν εμποδίζεται η χρήση από τους λοιπούς κοινωνούς, κατ' άρθρ. 787 ΑΚ), αλλά ρητά αναφέρθηκε στη διοίκηση του κοινού ακινήτου "κατά το συμφερότερο στους κοινωνούς τρόπο" ανεξαρτήτως εάν κατά περιεχόμενο η ίδια η εκκαλούσα ως έχουσα την πλειοψηφία και αντιπροσωπεύοντας έτσι και τους λοιπούς κοινωνούς της μειοψηφίας, συμμετέχει και δικαιοπρακτεί η ίδια για τον εαυτό της, καταρτίζοντας στην ουσία αυτοσύμβαση (ΑΚ 235) για την από αυτήν εκμετάλλευση και χρήση του ξενοδοχείου, δημιουργώντας σύγκρουση συμφερόντων των κοινωνών, με περαιτέρω συνέπεια την έλλειψη νομιμότητας της απόφασης με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, (Γεωργιάδης Σταθόπουλος ΕρμΑΚ, κάτω από το άρθρο 789 ΑΚ, σημ. 24, 32, σελ. 171, 172) και β) ότι η συνέχιση της εκμετάλλευσης από την ίδια, στα πλαίσια της ως άνω απόφασής της ως πλειοψηφούσας μεριδούχου, θα λάβει χώρα, καταβάλλοντας αντάλλαγμα στους εφεσιβλήτους - λοιπούς μεριδούχους, το ποσό των 5.100 € μηνιαίως, χωρίς να αναφέρεται σε απόδοση του οφέλους ή των ωφελημάτων στους λοιπούς κοινωνούς, όπως θα γινόταν εάν αποφάσιζε τη χρήση του κοινού ακινήτου στα πλαίσια του άρθρου 787 ΑΚ, οπότε θα επρόκειτο για εσωτερική πράξη μεταξύ των συγκοινωνών, (υπό την προϋπόθεση, ότι δεν προϋπήρχε απόφαση ρυθμίζουσα τον τρόπο διοίκησης και εκμετάλλευσης του κοινού).

Τέλος, η εκκαλούσα δεν αναφέρεται καθόλου στην ως άνω υπ' αριθ. 3452/2012 απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, και δεν εξηγεί γιατί θεωρεί την ως άνω απόφαση ως μη ισχύουσα, ενώ δεν έχει ανακληθεί, ή μεταρρυθμιστεί μετά από αίτηση, έστω και αν γνωστοποιεί ότι έχει καταστεί η πλειοψηφούσα μεριδούχος. Επίσης, στην ως άνω απόφαση η εκκαλούσα ρητά αναφέρεται στον τρόπο διοίκησης του κοινού, (διαχείριση για το συμφέρον όλων των κοινωνών, βλ.

Γεωργιάδης Σταθόπουλος, ΕρμΑΚ, κάτω από το άρθρο 788, σημ. 4), και όχι στον τρόπο χρήσης του κοινού, που να αποβλέπει στην απόλαυσή του αποκλειστικά από την ίδια, (Γεωργιάδης Σταθόπουλος, ΕρμΑΚ, κάτω από το άρθρο 788, σημ. 5), αφού κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασής της, αφού θέτει η ίδια ως προϋπόθεση "...τον συμφερότερο για όλους τους κοινωνούς τρόπο...".

Με βάση τ' ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι η μερίδα της εκκαλούσας δεν λαμβάνεται υπ' όψιν για το σχηματισμό της πλειοψηφίας για την ανωτέρω από 27.12.2013 απόφαση, καθώς αυτή (εκκαλούσα) δεν επηρεάζεται από τη σχετική απόφαση, δεδομένου ότι συμμετέχει και δικαιοπρακτεί για τον εαυτό της, επομένως δεν υφίσταται νόμιμη απόφαση για τον καθορισμό της χρήσης του κοινού ακινήτου, (στα πλαίσια τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης αυτού), δεν έσφαλε και ο σχετικός (1ος) λόγος της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη υπολαμβάνει ότι καταρτίστηκε σύμβαση με αυτήν (εκκαλούσα), πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 787, 789, 235 και 98 ΑΚ, από τις οποίες ορθά εφάρμοσε τις ΑΚ 235 και 98 και δεν εφάρμοσε τις ΑΚ 787 και 789, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των δύο τελευταίων διατάξεων.

Και τούτο διότι δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα με τη δήλωσή της προς τους αναιρεσιβλήτους ότι << ως έχουσα την πλειοψηφία των μερίδων της κοινωνίας δικαιούται να αποφασίζει για τη διοίκηση και χρησιμοποίηση του κοινού ακινήτου κατά τον πλέον συμφερότερο για όλους τους κοινωνούς τρόπο και ότι με την από 27-12- 2013 απόφαση του ΔΣ αυτής αποφάσισε τη συνέχιση της εκμεταλλεύσεως του ξενοδοχείου από την ίδια και το καταβαλλόμενο αντάλλαγμα θα ανέρχεται στο ποσό των 5.100 ευρώ >> δεν αναφέρθηκε σε ιδιόχρηση του ξενοδοχείου, όπως ισχυρίζεται, για την οποία άλλωστε δεν απαιτείται πλειοψηφία, εφόσον δεν εμποδίζεται η χρήση από τους λοιπούς κοινωνούς, κατ' άρθρο 787 ΑΚ, αλλά ρητά αναφέρθηκε στη διοίκηση του κοινού ακινήτου κατά τον συμφερότερο στους κοινωνούς τρόπο, ανεξαρτήτως αν κατά περιεχόμενο η αναιρεσείουσα ως έχουσα την πλειοψηφία και αντιπροσωπεύοντας έτσι και τους λοιπούς κοινωνούς της μειοψηφίας, συμμετέχει και δικαιοπρακτεί η ίδια για τον εαυτό της, καταρτίζοντας στην ουσία αυτοσύμβαση (ΑΚ 235) για την εκμετάλλευση και χρήση του ξενοδοχείου απ' αυτήν, δημιουργώντας σύγκρουση συμφερόντων των κοινωνών, με περαιτέρω συνέπεια την έλλειψη νομιμότητας της αποφάσεώς της και ότι η συνέχιση της εκμεταλλεύσεως από την ίδια ως πλειοψηφούσας μεριδούχου θα λάβει χώρα καταβάλλοντας αντάλλαγμα στους λοιπούς μεριδούχους το ποσό των 5.100 ευρώ μηνιαίως, χωρίς να αναφέρεται σε απόδοση του οφέλους στους λοιπούς κοινωνούς, όπως θα γινόταν αν αποφάσιζε τη χρήση του κοινού στα πλαίσια του άρθρου 787 ΑΚ, οπότε θα επρόκειτο για εσωτερική πράξη μεταξύ των συγκοινωνών και ότι η μερίδα της αναιρεσείουσας δεν λαμβάνεται υπόψη για τον σχηματισμό της πλειοψηφίας για την ανωτέρω απόφαση, καθόσον αυτή δεν επηρεάζεται από τη σχετική απόφαση, δεδομένου ότι συμμετέχει και δικαιοπρακτεί για τον εαυτό της και συνεπώς δεν υπάρχει νόμιμη απόφαση για τον καθορισμό της χρήσεως του κοινού ακινήτου, στα πλαίσια της τακτικής διοικήσεως και εκμεταλλεύσεως αυτού.

Επομένως, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 789 ΑΚ γιατί πρόκειται περί καθορισμού από την πλειοψηφία της διοικήσεως και εκμεταλλεύσεως του κοινού κατά τον συμφερότερο για όλους τους κοινωνούς τρόπο, είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η μερίδα της αναιρεσείουσας, εφόσον δεν επηρεάζεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως για τη διοίκηση και εκμετάλλευση του κοινού, δεν προσμετράται για τον σχηματισμό της πλειοψηφίας, ο δε συνυπολογισμός της στην προκείμενη περίπτωση καθιστά μη νόμιμη τη ληφθείσα απόφαση.

Εξάλλου, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς και επαρκείς ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.

Συνεπώς, οι ανωτέρω πρώτος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρθμ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις 173 και 200 ΑΚ, όταν, αν και διαπιστώνει ανέλεγκτα, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστεως.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Επίσης, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νομίμου βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρθμ.19 ΚΠολΔ όταν στην απόφασή του δεν διευκρινίζεται αν στη δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.

Περαιτέρω, η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας για ύπαρξη κενού στην δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στην διατύπωση αυτής και για τον λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.

Παραβιάζονται ομοίως οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ ΑΠ 26/2004,ΑΠ 387/2019, ΑΠ 84/2012, ΑΠ 493/2008, ΑΠ 254/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, μολονότι διατύπωσε αμφιβολία ως προς τη βούλησή της για ιδιόχρηση του κοινού ακινήτου εκ μέρους της, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούλησή της.

Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε πως η αναιρεσείουσα με την ένδικη δήλωσή της προς τους αναιρεσιβλήτους ρητά αναφέρθηκε στη διοίκηση του κοινού ακινήτου κατά το συμφερότερο στους κοινωνούς τρόπο και όχι σε ιδιόχρηση του ξενοδοχείου, ανεξαρτήτως του αν κατά περιεχόμενο η ίδια ως έχουσα την πλειοψηφία και αντιπροσωπεύοντας και τους λοιπούς κοινωνούς της μειοψηφίας, συμμετέχει και δικαιοπρακτεί η ίδια για τον εαυτό της, καταρτίζοντας στην ουσία αυτοσύμβαση για την εκμετάλλευση και χρήση του ξενοδοχείου απ' αυτήν, δημιουργώντας σύγκρουση συμφερόντων των κοινωνών.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν διατύπωσε αμφιβολία ως προς τη βούληση της αναιρεσείουσας, αλλά διαπίστωσε ότι η αληθινή βούλησή της, όπως αυτή διατυπώθηκε ρητά στην απόφαση του ΔΣ αυτής, ήταν η διοίκηση και χρησιμοποίηση του κοινού κατά τον πλέον συμφερότερο για όλους τους κοινωνούς τρόπο και δη η συνέχιση της εκμεταλλεύσεως του ξενοδοχείου από την ίδια έναντι ανταλλάγματος καταβαλλομένου στους λοιπούς συγκοινωνούς.

Επομένως, ο παραπάνω δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή κατ’ άρθρο 789 ΑΚ με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών δύναται να καθορισθεί ο για το κοινό αντικείμενο προσήκων τρόπος τακτικής διοικήσεως και εκμεταλλεύσεως αυτού. Η πλειοψηφία λαμβάνεται κατά το μέγεθος των μερίδων. Κατά δε το άρθρο 790 εδ. 1 ΑΚ, εφόσον η διοίκηση και χρησιμοποίηση δεν καθορίσθηκε με κοινή συμφωνία ή κατά πλειοψηφία, έκαστος των κοινωνών δικαιούται να απαιτήσει όπως το δικαστήριο κανονίσει αυτή κατά τον πιο πρόσφορο και συμφέροντα για όλους τους κοινωνούς τρόπο.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο υπό του δικαστηρίου καθορισθείς τρόπος διοικήσεως και εκμεταλλεύσεως του κοινού πράγματος ισχύει για αόριστο χρονικό διάστημα, εφόσον υφίσταται η κοινωνία και δεν τροποποιείται νομίμως με συμφωνία των μερών ή σε περίπτωση μεταβολής των συνθηκών με άλλη νεότερη δικαστική απόφαση (ΑΠ 1118/1995).

Επομένως, ο καθορισθείς με απόφαση του δικαστηρίου τρόπος διοικήσεως και χρησιμοποιήσεως του κοινού δεν δύναται να τροποποιηθεί με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών και αν ακόμη επήλθε μεταβολή συνθηκών και τούτο διότι, το μεν η διάγνωση περί επελεύσεως ή μη μεταβολής συνθηκών μετά την έκδοση της καθορισάσης τον τρόπο διοικήσεως και χρήσεως του κοινού πρώτης αποφάσεως προσήκει στο δικαστήριο, το οποίο παρέχει μείζονα από την πλειοψηφία των κοινωνών εχέγγυα ορθής και ασφαλούς περί τούτου κρίσεως, το δε η πρώτη απόφαση του δικαστηρίου αναπληρώνει τη βούληση πάντων των κοινωνών, θα εθίγοντο δε συνεπεία τούτου υπέρμετρα τα συμφέροντα της μειοψηφίας των κοινωνών αν γινόταν δεκτό ότι ο καθορισθείς από το δικαστήριο τρόπος διοικήσεως και χρήσεως του κοινού δύναται να τροποποιηθεί με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών.

Έτσι μετά τον από το δικαστήριο καθορισμό του τρόπου διοικήσεως και χρήσεως του κοινού, δεν δύναται πλέον η πλειοψηφία των κοινωνών να προβεί σε μη επιτραπείσα από το δικαστήριο εκμίσθωση αυτού προς τρίτους, αφού η δικαιοπρακτική βούληση αυτής, ένεκα της ως άνω δικαστικής αποφάσεως, δεν δύναται να εκδηλωθεί εγκύρως (ΑΠ 51/1980).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 789 και 790 ΑΚ, από τις οποίες δεν εφάρμοσε την πρώτη, η οποία ήταν εφαρμοστέα, ενώ εφάρμοσε τη δεύτερη, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα, είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, την υπ' αριθ. κατάθ. 2314/2012 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία συνεκδικάστηκε με την προφορικά στο ακροατήριο ασκηθείσα ανταίτηση των καθ'ων η αίτηση - ανταιτούντων, και ήδη εφεσιβλήτων και του Ε.

Μ., επικαλούμενη ασυμφωνία με τους καθ'ων για τη χρήση του ξενοδοχείου, ώστε να της αποδοθεί η αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση αυτού έναντι ευλόγου ανταλλάγματος 7.500 € μηνιαίως. Οι δε ανταιτούντες, ζητούσαν για τους ίδιους λόγους, τη συνεκμετάλλευση του ξενοδοχείου, άλλως επικουρικώς και στην περίπτωση που η εκμετάλλευση αποδοθεί στην αιτούσα να τους καταβάλλεται μηνιαίο αντάλλαγμα 12.000 € μηνιαίως.

Επ'αυτών, (μετά την έκδοση προσωρινής διαταγής), εξεδόθη η υπ' αριθ. 3452/18.10.2012 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας ρυθμίστηκε προσωρινά η χρήση του προαναφερθέντος ξενοδοχείου, αποδιδομένης της χρήσης και εκμετάλλευσης αυτού στην εκκαλούσα, έναντι μηνιαίως καταβαλλομένου ανταλλάγματος ποσού 10.000 €, για τη χρήση των ιδανικών μεριδίων των καθ'ων από την αιτούσα (επί του 50%).

Οι τότε καθ'ων - ανταιτούντες άσκησαν, μεταγενέστερα, την υπ' αριθ. 4248/2012 τακτική αγωγή για τον καθορισμό της χρήσης του ξενοδοχείου, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν με την ως άνω έκθεση παραίτησης, χωρίς ποτέ ν' ασκηθεί άλλη αγωγή. Επίσης μεταγενέστερα ασκήθηκε η από 9.4.2012, (υπ' αριθ. κατάθ. 3181/10.4.2012) αγωγή της εκκαλούσας, από την οποία παραιτήθηκε με την ως άνω έκθεση παραίτησης.

Συνεπώς, η υπ' αριθ. 3452/2012 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων συνέχισε να ισχύει και ν'αποτελεί την αναπλήρωση της απόφασης όλων των κοινωνών για τη διοίκηση του κοινού και όχι απλώς για τη χρήση του από έναν κοινωνό, (εν προκειμένω την εκκαλούσα), υπερτερώντας τυχόν μεταγενέστερης απόφασης πλειοψηφίας, (ΑΠ 51/1980, ΝΟΜΟΣ).

Σημειωτέον, ότι η εκκαλούσα δεν ζήτησε την ανάκληση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, κατ' άρθρ. 696 ΚΠολΔ, ούτε μετά την απόκτηση από αυτήν του επιπλέον ποσοστού 7,5%, δυνάμει του ως άνω 6279/2013 συμβολαίου αγοράς, αν και ομολογεί στις προτάσεις της παρούσας δίκης ότι με την αύξηση των μερίδων συγκυριότητας της επί του κοινού, μεταβλήθηκαν οι συνθήκες με βάση τις οποίες διατάχθηκε το ανωτέρω ασφαλιστικό μέτρο και συνεπώς θα μπορούσε να ζητήσει την ανάκληση αυτής, αλλά, ακόμη και στην περίπτωση που, όπως ισχυρίζεται, η ισχύς της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων δεν εξαρτάται από την ύπαρξη προθεσμίας προς άσκηση κύριας αγωγής, (πράγμα που δεν ισχύει στην προκειμένη υπόθεση αφού το ασφαλιστικό μέτρο διατάχθηκε πριν από την άσκηση κύριας αγωγής), ούτε και με βάση τη διάταξη του άρθρου 698 παρ. 2 ΚΠολΔ, μετά την παραίτηση από την κύρια αγωγή των εφεσιβλήτων και του Ε.

Μ. αλλά και από τη δική της αγωγή, ως άνω. Εν όψει των ανωτέρω, ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η ανωτέρω απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων ήταν ισχυρή και η από 27.12.2013 απόφαση του ΔΣ της εκκαλούσας ως πλειοψηφούσας συγκοινωνού ελήφθη ακύρως καθώς δεν μπορούσε να καταλύσει την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων αλλά χρειαζόταν η ρυθμιστική παρέμβαση του δικαστηρίου και συνεπώς, ο 2ος λόγος έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται ότι κακώς η εκκαλουμένη έκρινε ότι η ως άνω από 27.12.2013 απόφαση ήταν άκυρη, διότι μετά την έκδοση απόφασης για τον τρόπο διοίκησης του κοινού η βούληση της πλειοψηφίας των κοινωνών δεν δύναται να εκδηλωθεί εγκύρως, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Επίσης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι ο τρόπος καθορισμού της διοίκησης και εκμετάλλευσης του κοινού ακινήτου δεν μπορούσε έγκυρα να πραγματοποιηθεί με την απόφαση της εκκαλούσας ως πλειοψηφούσας κοινωνού λόγω της ύπαρξης της ισχυρής ακόμη απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, δεν έσφαλε και ορθώς το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ο σχετικός (4ος) λόγος της κρινόμενης έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται ότι, κατά την κρατούσα θέση της νομολογίας, η προσφυγή στο δικαστήριο από την πλειοψηφία είναι απαράδεκτη και θα έπρεπε η εκκαλουμένη να κρίνει επί του ποσού του ανταλλάγματος, πρέπει ν'απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι η εκκαλούσα, μπορούσε όπως προαναφέρθηκε να ζητήσει την ανάκληση ή τη μεταρρύθμιση της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων από τη χρονική στιγμή που μεταβλήθηκαν οι συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε αυτή αφού κατέστη πλειοψηφούσα κοινωνός, πράγμα που δεν έκανε, με αποτέλεσμα η ρύθμιση της διοίκησης και εκμετάλλευσης του κοινού ακινήτου να εξακολουθεί να βασίζεται στην ανωτέρω απόφαση".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, από τις οποίες ορθά έκρινε ότι δεν εφαρμόζεται η ΑΚ 789, αλλά εφαρμόζεται η ΑΚ 790, αφού τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό αυτής. Και τούτο διότι δέχθηκε ότι η υπ' αρθμ. 3452/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία ρυθμίστηκε προσωρινά η χρήση του ξενοδοχείου, αποδιδομένης της χρήσεως και εκμεταλλεύσεως αυτού στην αναιρεσείουσα, έναντι μηνιαίως καταβαλλομένου ανταλλάγματος 10.000 ευρώ για τη χρήση των ιδανικών μεριδίων των αναιρεσιβλήτων από την αναιρεσείουσα, συνέχισε να ισχύει και να αποτελεί την αναπλήρωση της αποφάσεως όλων των κοινωνών για τη διοίκηση του κοινού και όχι απλώς για τη χρήση του από έναν κοινωνό, την αναιρεσείουσα, υπερτερώντας τυχόν μεταγενέστερης αποφάσεως της πλειοψηφίας και ότι η από 27-12-2013 απόφαση του ΔΣ της αναιρεσείουσας ως πλειοψηφούσας συγκοινωνού ελήφθη ακύρως, καθόσον δεν μπορούσε να καταλύσει την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά χρειαζόταν η ρυθμιστική παρέμβαση του δικαστηρίου.

Σύμφωνα δε και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο καθορισθείς με την ως άνω απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων τρόπος διοικήσεως του κοινού ξενοδοχείου δεν μπορούσε να τροποποιηθεί εγκύρως με την παραπάνω απόφαση της αναιρεσείουσας που απέκτησε την πλειοψηφία των μεριδίων, παρά μόνο με νέα δικαστική απόφαση προς διασφάλιση των συμφερόντων της μειοψηφίας των κοινωνών.

Επομένως, ο ως άνω τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997).

Δεν αποτελούν πράγματα, κατά την πιο πάνω έννοια, και συνεπώς δεν ιδρύεται ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως, μεταξύ άλλων, και η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού.

Επομένως, πράγμα είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, κατά την έννοια του οποίου η άσκηση του δικαιώματος είναι καταχρηστική και όταν η προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή η διαμορφωθείσα εξαιτίας της, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, πραγματική κατάσταση, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση του δικαιώματος ή να επάγονται την απόσβεσή του, καθιστούν την μεταγενέστερη άσκησή του μη ανεκτή, ως τείνουσα στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρόν με επακόλουθες δυσμενείς για τον υπόχρεο συνέπειες, εφόσον από την συμπεριφορά του δικαιούχου, συναρτώμενη με εκείνη του υποχρέου, έχει δημιουργηθεί ευλόγως στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα.

Σε περίπτωση δε που η ένσταση αυτή στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς ορώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, συνδεόμενα με το σχετικό αίτημα του ενισταμένου (άρθρα 262, 269 και 527 ΚΠολΔ), αποτελούν το καθένα χωριστά "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 88/1980).

Συνακόλουθα, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εξέταση της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, παραλείπει να λάβει υπόψη και περιστατικά, που επικαλέστηκε ο ενιστάμενος, προς θεμελίωση της ενστάσεώς του αυτής, τα οποία μαζί με εκείνα, που αυτός επικαλέστηκε και έλαβε υπόψη το δικαστήριο, καθιστούν βάσιμη την ένσταση, υποπίπτει στην εκ του άνω άρθρου 559 αριθ. 8 περ.

β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια. Αλλά ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα άλλα επικληθέντα περιστατικά της ενστάσεως, όμως τα απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1080/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό που είχε προβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε με λόγο εφέσεως, ο οποίος έτεινε στην κατάλυση του αγωγικού δικαιώματος και συγκεκριμένα ότι οι αναιρεσίβλητοι με την αγωγή τους δεν αξίωσαν την ανάθεση σ'αυτούς της διοικήσεως και εκμεταλλεύσεως του κοινού, ούτε υπέδειξαν τη μίσθωσή του σε τρίτο πρόσωπο ως τον συμφερότερο τρόπο διοικήσεως και χρήσεως του κοινού, αδιαφορώντας για τον συμφερότερο τρόπο αξιοποιήσεως τούτου, με συνέπεια να καθίσταται καταχρηστική η άσκηση της αγωγής.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, με τις νομίμως προκατατεθείσες προτάσεις της η εκκαλούσα υπέβαλε παραδεκτά την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, ισχυριζόμενη ότι οι εφεσίβλητοι άσκησαν καταχρηστικά την κρινόμενη αγωγή γιατί αδιαφορούν για το συμφερότερο τρόπο αξιοποίησης του κοινού ακινήτου, αφού με τις αγωγές τους δεν ζητούν την ανάθεση σε αυτούς της χρήσης του, ούτε τη μίσθωση σε τρίτον και η τυχόν ακύρωση της από 27.12.2013 απόφασής της θα δημιουργήσει νέο κύκλο αντιπαράθεσης, γι'αυτό η άσκηση τη αγωγής τους είναι καταχρηστική και το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι ασκούν συνεχώς ένδικα μέσα εν γνώσει τους ότι είναι αβάσιμα, με σκοπό να πετύχουν την αναπροσαρμογή του ανταλλάγματος, ενώ επίσης παραιτούνται από πληθώρα αγωγών, ή ασκούν ένδικα μέσα επί απορριπτικών αποφάσεων, παραθέτουν δε αγωγές και αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων που άσκησαν οι εφεσίβλητοι, ήτοι, α) την από 19.4.2011 αγωγή έξωσης της εκκαλούσας, επί της οποίας εξεδόθη η υπ'αριθ. 66/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έκανε δεκτή την αγωγή, αλλά οι εφεσίβλητοι δεν ανέλαβαν τη διοίκηση του κοινού, αν και τότε οι διάδικοι ήταν συγκύριοι κατά 50% εκάστη πλευρά, β) την από 15.2.2012 αγωγή διανομής, από την οποία παραιτήθηκαν, γ) την από 17.5.2012 αγωγή περί καθορισμού χρήσης του κοινού από τους ίδιους, από την οποία παραιτήθηκαν, δ) την από 17.5.2012 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων από την οποία παραιτήθηκαν και ε) δύο αγωγές αναπροσαρμογής του μισθώματος, ενώ η μίσθωση είχε λυθεί.

Τα παραπάνω αναφερόμενα προς θεμελίωση της ένστασης, περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων των εφεσιβλήτων, δοθέντος ότι οι διάδικοι έχουν σταθερή και επίμονη αντιδικία, με άσκηση εκατέρωθεν αγωγών, αιτήσεων και ενδίκων μέσων, που διαμορφώνονται όχι μόνο από την άσκηση των δικαιωμάτων τους με αγωγές και αιτήσεις, αλλά και από το περιεχόμενο των εκδιδομένων αποφάσεων τις οποίες προσβάλλουν με ένδικα μέσα, χωρίς αυτό να καθιστά την άσκηση των δικαιωμάτων τους καταχρηστική.

Σημειωτέον δε ότι η επιδίωξη αποβολής της εκκαλούσας από το μίσθιο λόγω λήξης της μίσθωσης (α), δεν υποχρέωνε τους εφεσίβλητους να αναλάβουν τη διοίκηση του κοινού, εν όψει και του ότι η απόφαση κατέστη τελεσίδικη μετά από έφεση της εκκαλούσας κατά της 66/2012 ως άνω απόφασης, η εκκαλούσα παραιτήθηκε και η ίδια (β) από δική της αγωγή διανομής υπ' αριθ. 4732/2009, η οποία είχε κοινοποιηθεί 4 ημέρες πριν την κοινοποίηση άλλης αγωγής της περί αναγνώρισης διάρκειας της μίσθωσης επί του 50% του κοινού ακινήτου, ως προς την αγωγή περί καθορισμού της χρήσης του κοινού από τους ίδιους (γ) αναφέρεται στην παρούσα στο σκέλος που αφορά την ισχύ της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων λόγω παραίτησης από την κύρια αγωγή, τόσο από τους εφεσίβλητους, όσο και από την εκκαλούσα η οποία παραιτήθηκε από τη δική της σχετική αγωγή, εκδόθηκε όμως η ως άνω υπ' αριθ. 3452/2012 απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, τέλος δε από το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 1513/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, (διαδικασία μισθωτικών διαφορών), (ε) προκύπτει ότι αφορούσε αξίωση από την υφιστάμενη παλαιότερα μεταξύ των διαδίκων σχέση μίσθωσης και είναι άλλο θέμα η απόρριψή της ως νομικά αβάσιμης για τους εν αυτή λόγους.

Τέλος, το ενδιαφέρον των εφεσιβλήτων για τη δικαστική επιδίωξη των αξιώσεών τους, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αδιαφορούν για τη συμφέρουσα διοίκηση του κοινού ακινήτου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εκτίμησε πλήρως το περιεχόμενο της ανωτέρω ένστασης και απέρριψε αυτήν ως νομικά αβάσιμη, έστω και με ατελή αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται παραδεκτά με την παρούσα, (534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε και ο σχετικός λόγος έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έκρινε συνολικά επί της ανωτέρω ένστασης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος".

Από τις ανωτέρω παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αγωγής και ειδικότερα έλαβε υπόψη τους επιμέρους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί αδιαφορίας των αναιρεσιβλήτων για τον συμφερότερο τρόπο αξιοποιήσεως του κοινού ακινήτου, περί ελλείψεως αιτήματος στις αγωγές τους για ανάθεση σ'αυτούς της χρήσεως του κοινού ή της μισθώσεώς του σε τρίτο και περί ασκήσεως εκ μέρους τους πληθώρας αβάσιμων ένδικων μέσων, με σκοπό να επιτύχουν την αναπροσαρμογή του ανταλλάγματος, καθώς και τα αναφερόμενα περιστατικά για τη θεμελίωση της ενστάσεώς της αυτής, την οποία και απέρριψε ως μη νόμιμη.

Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος της αναιρέσεως από τον αρθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 2 περ.α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε νόμιμη σύνθεση. Σε περίπτωση, που εκδόθηκε για την υπόθεση απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνο όταν δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και όχι όταν υπήρξε κακή σύνθεση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε προβληθεί με λόγο εφέσεως, που απορρίφθηκε ρητά ή σιωπηρά.

Η κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, για τη νόμιμη ή μη συγκρότηση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ελέγχεται, στην περίπτωση αυτή, με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ.14 λόγο αναιρέσεως, δηλαδή για παρά το νόμο μη κήρυξη ακυρότητας (ΑΠ 1434/2007, 1498/2006). Επομένως είναι απαράδεκτος ο έκτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αρθμ. 2 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την 559/2016 απόφαση, κατά της οποίας η έφεση απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είχε νόμιμη σύνθεση, διότι κατά τη συζήτηση της αγωγής δεν έλαβαν μέρος οι δύο από τους τρεις δικαστές που αποτελούσαν τη σύνθεση του δικαστηρίου, αλλά μετά την εκφώνηση της υποθέσεως αποσύρθηκαν και η πρόεδρος του δικαστηρίου κράτησε την υπόθεση αυτή, της οποίας η συζήτηση έγινε μόνον ενώπιον της ίδιας ως εισηγήτριας.

Σε κάθε περίπτωση, εκτιμώμενου του λόγου αυτού ως στηριζόμενου στο άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, πρέπει να σημειωθούν ακόλουθα: Κατά το άρθρο 270 αρθμ. 5 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από 13-5-2012 με το άρθρο 110 παρ.20 Ν 4055/2012, οι υποθέσεις εκφωνούνται με τη σειρά τους από το πινάκιο και συζητούνται αμέσως αυτές για τις οποίες δεν θα διεξαχθεί εμμάρτυρη απόδειξη.

Αν πρόκειται να εξεταστούν μάρτυρες η συζήτηση μπορεί να διακόπτεται και για την αμέσως επόμενη δικάσιμο της ίδιας συνθέσεως, κατά την οποία και ολοκληρώνεται η συζήτηση χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, αφού προηγηθεί η εξέταση των μαρτύρων. Οι μάρτυρες εξετάζονται ξεχωριστά για κάθε υπόθεση ενώπιον του ορισμένου από τον πρόεδρο εισηγητή δικαστή.

Ο ακριβής τόπος και χρόνος διεξαγωγής των εμμάρτυρων αποδείξεων καθορίζεται κατά την αρχική δικάσιμο αμέσως μετά την εκφώνηση και διακοπή της συζητήσεως με ανακοίνωση του προέδρου, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά και επέχει θέση κλητεύσεως όλων των διαδίκων και εκείνων που δεν παρίστανται. Ο εισηγητής αποφασίζει για όλα τα σχετικά με την απόδειξη διαδικαστικά ζητήματα.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Η από 23-6-2014 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 4-3-2015, κατά την οποία η πρόεδρος του δικαστηρίου εκφώνησε την υπόθεση από τη σειρά του πινακίου.

Οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, οι οποίοι ζήτησαν την εξέταση των μαρτύρων τους. Η τήρηση των πρακτικών της συζητήσεως έγινε με φωνοληψία από τη γραμματέα του δικαστηρίου υπό τις οδηγίες της προέδρου που διηύθυνε τη συζήτηση. Οι μάρτυρες των διαδίκων εξετάστηκαν από την πρόεδρο του δικαστηρίου, η οποία είχε ορισθεί εισηγητής δικαστής.

Μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, το δικαστήριο εξέδωσε την 559/2016 οριστική απόφασή του που έκανε δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Παρεκτός του ότι από τα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της αγωγής δεν έλαβαν μέρος οι δύο από τους τρεις δικαστές της συνθέσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, νόμιμα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη ανωτέρω διάταξη του άρθρου 270 αρθμ. 5 ΚΠολΔ, οι μάρτυρες των διαδίκων εξετάστηκαν ενώπιον της προέδρου του δικαστηρίου, η οποία είχε ορισθεί εισηγήτρια της συγκεκριμένης υποθέσεως.

Επομένως, ορθώς η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε τον λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας για κακή σύνθεση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. 'Αρα το Εφετείο δεν παρέβη το νόμο μη κηρύσσοντας σχετική ακυρότητα και ο έκτος λόγος αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-10-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρθμ.350/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης)