Legislator Case Law & Legislation
761/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against inheritance ruling, rejecting arguments on public benefit status and legal costs.

Case Number 761/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a charitable foundation against a lower court's inheritance distribution decision. The foundation argued its status as a public benefit entity exempted it from certain legal cost rules, but the court found its arguments vague and its legal characterization incorrect. Consequently, the appeal was rejected, and the foundation was ordered to pay the opposing party's legal fees.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 para. 1 & 3 & 4 of Law 4182/2013; A vague argument regarding the violation of the principle of proportionality is inadmissible, and a charitable foundation is not a public law person for the purpose of reduced legal costs.

Keywords

AI generated
appeal dismissal charitable foundation public benefit status legal costs allocation public law person inheritance distribution proportionality principle

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 para. 1 of Law 4182/2013
Art. 1 para. 3 of Law 4182/2013
Art. 1 para. 4 of Law 4182/2013
Art. 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 28 para. 4 of Law 2579/1998
Art. 69 para. 2 of Law 4182/2013
Arts. 106, 176, 183, 189 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 761 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 761/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κληροδοτήματος με την επωνυμία "….", που εδρεύει στην κοινότητα ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, για το οποίο παραστάθηκε η Πρόεδρος και νόμιμη εκπρόσωπός του Ι. - Γ. Β. με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αδάμ Δήμου.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. - Χ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Παπαδέα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος (διά των προτάσεων και ενώπιον του ακροατηρίου): Υπουργού Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ασκούντος την εποπτεία επί των υπέρ κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων εν γένει καταλειπομένων περιουσιών του α.ν. 2039/1939, που εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την ασκηθείσα διά των προτάσεων πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβαση του Υπουργού Οικονομικών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 355/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4838/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-8-2018 αίτησή του και τους από 12-12-2019 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, καθώς και της πρόσθετης παρέμβασης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 1 παράγραφος 1 του ν. 4182/2013 (ΦΕΚ 185 Α'/10-9-2013) ορίζεται ότι "Κοινωφελής περιουσία είναι: Το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, που διατίθενται με κληρονομιά, κληροδοσία, ή δωρεά υπέρ του δημοσίου, ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ή για κοινωφελή σκοπό. Ως κοινωφελής περιουσία νοείται επίσης και το νομικό πρόσωπο, που τα διαχειρίζεται και εκπροσωπεί εφόσον υπάρχει".

Περαιτέρω με την παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου ορίζεται ότι: "Κοινωφελής σκοπός είναι κάθε εθνικός, θρησκευτικός, φιλανθρωπικός, εκπαιδευτικός, πολιτιστικός και γενικά επωφελής για την κοινωνία εν όλω ή εν μέρει σκοπός". Με την παράγραφο 4 ότι: "Αρμόδια αρχή είναι ο Υπουργός Οικονομικών και ο Γενικός Γραμματέας της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2, οι οποίοι ασκούν τις σχετικές αρμοδιότητες διά των οικείων διευθύνσεων".

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1, 3 του Ν. 4182/2013: Υποχρεώσεις Δημοσίου - Αρμοδιότητες: 1. Το Δημόσιο έχει την υποχρέωση να διασφαλίζει την πιστή και επακριβή εκτέλεση της βούλησης των διαθετών και δωρητών... Αρμοδιότητα του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης υφίσταται, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 και τυχόν ειδικών διατάξεων, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) Όταν ο σκοπός της περιουσίας εκπληρώνεται κατά κύριο λόγο μέσα στα όρια μιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ανεξαρτήτως του τόπου όπου βρίσκεται η περιουσία..., β)..., γ)... Κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις αρμόδιος είναι ο Υπουργός Οικονομικών. Αρμοδιότητα του Υπουργού Οικονομικών υφίσταται επίσης κατ' εξαίρεση:

α) Για την εποπτεία εκκαθάρισης και διαχείρισης περιουσιών που καταλείπονται στο Δημόσιο, β) για την εποπτεία της επιτροπής Ολυμπίων και κληροδοτημάτων και του Βαρβακείου Ιδρύματος, γ) για την εκκαθάριση και εποπτεία κοινωφελών περιουσιών που έχουν τα κύρια περιουσιακά στοιχεία στην αλλοδαπή, δ) για περιουσίες του κεφαλαίου Ε' του παρόντος κώδικα που υπάγονται στην άμεση διαχείριση του Υπουργείου Οικονομικών, ε) για την εποπτεία περιουσιών των οποίων η αξία εκτιμάται, ως ανώτερη του ποσού των 10.000.000 ευρώ ή των οποίων οι σκοποί εκτελούνται σε όλη την επικράτεια.

Περαιτέρω με τις διατάξεις του άρθρου 69 του ιδίου Νόμου ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ': ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ. Δίκες κοινωφελών περιουσιών: "1. Η αρμόδια αρχή νομιμοποιείται, πέραν των εκκαθαριστών, εκτελεστών διαθήκης και διοικητών κοινωφελών ιδρυμάτων: α) Να ασκεί αιτήσεις και αγωγές σε δικαστήρια για την αναγνώριση ή τη διεκδίκηση δικαιώματος σε κάθε περιουσία, που έχει διατεθεί για κοινωφελή σκοπό ή σε κοινωφελές ίδρυμα, β) να επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση για την ικανοποίηση των δικαιωμάτων αυτών, γ) να ζητεί τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την εξασφάλιση κάθε περιουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 682 και επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δ) να ασκεί παρέμβαση σε κάθε στάση δίκης η οποία αφορά περιουσία υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή κοινωφελών ιδρυμάτων ή αφορά το κύρος των πράξεών τους, με την υποβολή προτάσεων και χωρίς την κοινοποίηση δικογράφου παρέμβασης, ε) να ζητεί την επανάληψη της δίκης ή να καλείται για την επανάληψη της δίκης, αν επήλθε διακοπή δίκης με διάδικο ένα από τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου και για λόγους που αφορούν τα πρόσωπα αυτά. 2.

Τα εισαγωγικά δικόγραφα των δικών, που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, κοινοποιούνται στην αρμόδια αρχή, από οποιονδήποτε κι αν ασκούνται, εκτός αν ορίζεται ειδικά διαφορετικά στον παρόντα Κώδικα, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις περί δικών και προθεσμιών του Δημοσίου".

Κατά το άρθρο 82 παράγραφος 9 του αυτού πιο πάνω νόμου ορίζεται ότι "Με την επιφύλαξη των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου, κάθε παραπομπή στον αναγκαστικό νόμο 2039/1939 ή γενικά στη νομοθεσία περί Εθνικών κληροδοτημάτων νοείται από την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα ότι γίνεται στις αντίστοιχες διατάξεις του".

Τέλος το άρθρο 82 παρ. 1 ν. 4182/2013, ορίζει τα εξής: Μεταβατικές και καταργούμενες διατάξεις: 1. Όπου δεν ορίζεται διαφορετικά, οι διατάξεις του Κώδικα εφαρμόζονται και στις κοινωφελείς περιουσίες που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του, ανεξάρτητα από τον τρόπο σύστασής τους. Κοινωφελή ιδρύματα που έχουν εξαιρεθεί με ειδικές διατάξεις του α.ν. 2039/1939 εξακολουθούν να εξαιρούνται του παρόντος Κώδικα και της εποπτείας της αρμόδιας αρχής αλλά υπέχουν σε κάθε περίπτωση υποχρέωση υποβολής προς έλεγχο του προϋπολογισμού και του απολογισμού τους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 59.

Διαδικασίες που έχουν ήδη αρχίσει, δύνανται να ολοκληρώνονται και κατά την προϋφιστάμενη διαδικασία (όπως το τελευταίο εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ. 12 του άρθρου 32 ν. 4223/2013). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι μετά την ισχύ του ν. 4182/2013 (11-11/2013) σε δίκες κοινωφελών περιουσιών αρμόδια αρχή στην άσκηση εποπτείας επί των κοινωφελών ιδρυμάτων και περιουσιών που καταλείπονται για κοινωφελείς σκοπούς όταν ο σκοπός της περιουσίας εκπληρώνεται κατά κύριο λόγο μέσα στα όρια μιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ανεξαρτήτως του τόπου όπου βρίσκεται η περιουσία αποτελεί ο Γενικός Γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.

Σε διαδικασίες, όμως, που έχουν ήδη αρχίσει, δύνανται να ολοκληρώνονται κατά την προϋφιστάμενη διαδικασία και ειδικότερα, δύναται και νομιμοποείται και ο Υπουργός Οικονομικών ως ασκών την εποπτεία επί των κοινωφελών ιδρυμάτων και περιουσιών που καταλείπονται για κοινωφελείς σκοπούς να συνεχίσει δίκες που έχουν αρχίσει με την προϋφιστάμενη διαδικασία (ΑΠ 808/2019).

Περαιτέρω κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων η έλλειψη της επιβαλλόμενης από αυτές κοινοποίησης προς τον Υπουργό Οικονομικών των αναφερόμενων εισαγωγικών δικογράφων, καλύπτεται εφόσον κατά την επ` αυτών συζήτηση παρίσταται ο εν λόγω Υπουργός και δεν προβάλλει αντιρρήσεις (Ολ.ΑΠ 413/58, ΑΠ 1695/2017, AΠ 346/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με αριθμό 4838/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 5.3.2010 αγωγή του που ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθετε, ότι κατόπιν δημόσιας πλειοδοτικής δημοπρασίας, που διενεργήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 2039/1939, με το από 5.4.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον κοινωφελές ίδρυμα (κληροδότημα) το περιγραφόμενο ακίνητο, για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, αρχόμενο από της παραδόσεως του ακινήτου, αντί μηνιαίου μισθώματος 1.836.000 δραχμών ή 5.388,11 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου, με την υπογραφή δε του μισθωτηρίου χορήγησε στο εναγόμενο την ...

εγγυητική επιστολή, εκδόσεως της τράπεζας ..., ποσού 5.508.000 δραχμών ή 16.164,34 ευρώ, ως εγγύηση για την τήρηση των όρων του μισθωτηρίου συμβολαίου. Στη συνέχεια ανέφερε ο ενάγων, ότι λόγω προβλήματος που διαπιστώθηκε στη στατική ικανότητα του μισθίου, η διαχειριστική επιτροπή του εναγομένου με την 580/16.5.2001 πράξη της αποφάσισε την αντικατάσταση της στέγης εξ ολοκλήρου και των οριζόντιων φερόντων στοιχείων (πλακών) με νέες, αυτός δε (ενάγων) συμφώνησε να παραλάβει το μίσθιο ανεπιφύλακτα μετά την εκτέλεση των ως άνω εργασιών και ότι κάθε περαιτέρω εργασία επί του μισθίου θα βάρυνε τον ίδιο, πλην όμως, στις 29.7.2005, το εναγόμενο του επέδωσε, με εξώδικη δήλωση, την μελέτη του πολιτικού μηχανικού, Α.

Β., απαιτώντας να επιβαρυνθεί ο ίδιος το ήμισυ σχεδόν του κόστους έκδοσης της πολεοδομικής άδειας, περίπου 180.000 ευρώ, ισχυριζόμενο ότι το ποσό τούτο της αδείας αντιστοιχεί στις οικοδομικές εργασίες που θα πραγματοποιούσε αυτός μετά την παράδοση της χρήσης του μισθίου στον ίδιο, πράγμα που αρνήθηκε. Επικαλέσθηκε τέλος ο ενάγων, ότι μετά την άρνησή του να καταβάλλει το ως άνω ποσό, το εναγόμενο προέβη στην είσπραξη της προαναφερόμενης εγγυητικής επιστολής.

Στη συνέχεια το εναγόμενο άσκησε την από 25.4.2006 αγωγή του, με την οποία κατήγγειλε τη μίσθωση, υποστηρίζοντας κυρίως μεν ότι ο εναγόμενος με αυτή νυν αναιρεσίβλητος παρέβη ουσιώδεις όρους της μισθωτικής σύμβασης, επικουρικά δε επικαλείτο τη συνδρομή σπουδαίου λόγου για καταγγελία της μίσθωσης. Παράλληλα όμως άσκησε αγωγή και ο εναγόμενος με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι το κληροδότημα υποχρεούται να του καταβάλει ποσό 938.024 ευρώ για ζημία που υπέστη από τη μη παράδοση του μισθίου.

Επί των αγωγών αυτών που συνεκδικάσθηκαν και κατά τη συζήτηση των οποίων παρενέβη πρόσθετα υπέρ του Κληροδοτήματος ο Υπουργός Οικονομικών, εκδόθηκε η με αριθμό 649/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που τις απέρριψε. Το νυν αναιρεσείον κληροδότημα άσκησε έφεση κατά της εν λόγω απόφασης και κατά τη συζήτηση αυτής παρενέβη πρόσθετα υπέρ του ο Υπουργός Οικονομικών, εκδόθηκε δε η 177/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα ότι ο νυν αναιρεσίβλητος δεν παραβίασε οποιονδήποτε όρο της μισθωτικής σύμβασης, ούτε συνέτρεξε άλλος λόγος καταγγελίας αυτής εκ μέρους του αναιρεσείοντος και απορρίφθηκε η έφεση.

Με βάση το ιστορικό αυτό και με τη μνεία ότι το εναγόμενο αντισυμβατικά, παράνομα και εν γνώσει της αναληθείας του ισχυρισμού του ότι ο ενάγων δεν τήρησε τους όρους και τις συμφωνίες της εν λόγω μίσθωσης, έπεισε την παραπάνω τράπεζα να προβεί στην κατάπτωση υπέρ τούτου (εναγομένου) της προαναφερόμενης εγγυητικής επιστολής και εισέπραξε το ποσό των 16.164,34 ευρώ, που αυτή ενσωμάτωνε, προκαλώντας στον ενάγοντα αντίστοιχη ζημία, ο τελευταίος ζήτησε, μετά την πρωτοδίκως παραδεκτή μεταβολή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό (άρθρα 223, 295 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο:

α) παρανόμως και χωρίς νόμιμη αιτία προέβη στην κατάπτωση της ως άνω εγγυητικής επιστολής και στην είσπραξη του ποσού που αυτή ενσωμάτωνε και β) υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 16.164,37 ευρώ, που ενσωμάτωνε η εγγυητική επιστολή και επί πλέον ποσό 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της επικαλούμενης ηθικής του βλάβης, άλλως και επικουρικώς να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει το ως άνω ποσό των 16.164,34 ευρώ, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι κατά το ποσό αυτό κατέστη πλουσιότερο το εναγόμενο σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος χωρίς την ύπαρξη νόμιμης αιτίας, όλα δε τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι πλήρους εξοφλήσεως.

Η αγωγή αυτή επιδόθηκε στον Υπουργό Οικονομικών, ως ασκούντα εποπτεία επί των υπέρ των κοινωφελών σκοπών και ιδρυμάτων εν γένει καταλειπομένων περιουσιών του α.ν. 2039/1939, ο οποίος με τις από 3.4.2012 προτάσεις του ενώπιον του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εναγομένου, ζητώντας να απορριφθεί η αγωγή του ενάγοντος, με δήλωση δε του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, προέβαλε την ένσταση παραγραφής των ασκουμένων διά της αγωγής αξιώσεων του ενάγοντος.

Επί των ως άνω αγωγής και πρόσθετης παρέμβασης, εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. Κ.Πολ.Δικ., η 355/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία τις συνεκδίκασε και έκανε δεκτή κατά ένα μέρος την αγωγή, αναγνωρίζοντας αφενός μεν ότι το εναγόμενο χωρίς νόμιμη αιτία προέβη στην κατάπτωση της προαναφερόμενης εγγυητικής επιστολής και την είσπραξη του ποσού των 16.164,34 ευρώ που αυτή ενσωμάτωνε, αφετέρου δε ότι το ίδιο οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ως άνω ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι πλήρους εξοφλήσεώς του, απορρίπτοντας, μεταξύ άλλων και την ένσταση παραγραφής του προσθέτως παρεμβαίνοντος Υπουργού Οικονομικών, ως αόριστη.

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν έφεση τόσο το εναγόμενο κληροδότημα όσο και ο προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνων Υπουργός Οικονομικών. Μετά τη συζήτηση αυτών εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Αθηνών η προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμό 4838/2017, σύμφωνα με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν οι εφέσεις έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν στην ουσία.

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης το εκκαλούν κληροδότημα. Η συγκεκριμένη δίκη ενδιαφέρει, οπωσδήποτε την υπέρ κοινωφελών σκοπών καταληφθείσα περιουσία και έπρεπε να κοινοποιηθεί προς τον Υπουργό των Οικονομικών το εισαγωγικό της δίκης αναιρετήριο έγγραφο με την πράξη ορισμού της προκειμένης δικασίμου.

Η έλλειψη όμως της επιβαλλόμενης κοινοποίησης προς τον Υπουργό Οικονομικών του αναφερόμενου εισαγωγικού δικογράφου, καλύπτεται εφόσον κατά την συζήτηση της αναίρεσης παρέστη ο εν λόγω Υπουργός και δεν πρόβαλε αντιρρήσεις, άσκησε μάλιστα παραδεκτά αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση με την υποβολή προτάσεων και χωρίς την κοινοποίηση δικογράφου παρέμβασης, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη για την παραδοχή των λόγων αναίρεσης καθώς και των πρόσθετων λόγων.

Κατά τα λοιπά η εν λόγω αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), αφού συνεκδικασθεί με αυτή και η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση που άσκησε ο Υπουργός Οικονομικών.

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση. Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα".

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 570 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης.

Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσής του πριν από αυτή σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ.

που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (Ολ.ΑΠ 143/1984, ΑΠ 1192/2018, ΑΠ 949/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση φέρονται προς συζήτηση η από 28-8-2018 αίτηση για αναίρεση της 4838/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως και οι από 12-12-2019 πρόσθετοι λόγοι αυτής. Το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 19-12-2019 (βλ. την 132/19-12-2019 πράξη κατάθεσης προσθέτων λόγων του αρμοδίου γραμματέα του Αρείου Πάγου που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό), και η δικάσιμος της υπόθεσης ορίσθηκε αρμοδίως για τις 24-1-2019 (βλ.

την από 11-10-2019 πράξη της προέδρου του Δ' πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο της αναίρεσης).

Συνεπώς το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων κατατέθηκε εμπρόθεσμα, ήτοι τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (βλ. την …. έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Σ. Ρ.). Συνακόλουθα, αυτοί είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω μαζί με την αίτηση αναίρεσης.

H δημιουργούμενη με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής τριμερής σχέση μεταξύ του οφειλέτη, του εγγυητή και του δανειστή αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση, που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων και διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. ΑΚ περί εγγύησης, εφόσον οι διατάξεις αυτές συμβιβάζονται με την εν λόγω σχέση.

Ειδικότερα, οι εγγυητικές επιστολές, που εκδίδονται από τράπεζες, αποτελούν ιδιαίτερο είδος και τύπο εγγύησης, δημιούργημα της συναλλακτικής πρακτικής (ΑΚ 361) που διέπεται από τις διατάξεις περί παραγγελίας του ΕμπΝ και εντολής του ΑΚ (βλ. ΑΠ 1884/2013) χαρακτηριστικό της οποίας είναι ότι με αυτήν οι συναλλασσόμενοι δεν αποβλέπουν στην απόκτηση πρόσθετης φερεγγυότητας, αλλά στην άμεση καταβολή από την τράπεζα στο δανειστή του ποσού που καλύπτει η εγγυητική επιστολή, χωρίς ο τελευταίος να προσφύγει στα δικαστήρια και στη χρονοβόρα διαδικασία τους.

Η εγγυητική επιστολή είναι εξασφαλιστική της βασικής σχέσεως που συνδέει τον οφειλέτη και το δανειστή και, συνεπώς, όταν η κύρια οφειλή αποσβεσθεί, ελευθερώνεται και ο εγγυητής, εκτός αν η απόσβεση επήλθε από δικό του πταίσμα (ΑΚ 864 - ΑΠ 983/1999). Περαιτέρω, η εγγυητική επιστολή με ρήτρα πληρωμής σε πρώτη ζήτηση, έχει την έννοια ότι η τράπεζα εγγυάται προς το δανειστή την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη με την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής, χωρίς δυνατότητα ελέγχου του υπαρκτού έγκυρης οφειλής και του λόγου κατάπτωσης της εγγύησης, καθώς και της προβολής ένστασης διζήσεως.

Έτσι, επί εγγυητικής επιστολής, όπως και επί εγγύησης του ΑΚ, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα των εν λόγω διατάξεων και της θεσπιζόμενης με το άρθρο 361 ΑΚ αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των ενδιαφερομένων ότι η παρέχουσα την εγγυητική επιστολή τράπεζα υποχρεούται να καταβάλει το αναγραφόμενο στην εγγυητική επιστολή ποσό χωρίς αντιρρήσεις και χωρίς το δικαίωμα προβολής της ένστασης διζήσεως, καθώς και κάθε άλλης μη προσωποπαγούς ένστασης του πρωτοφειλέτη.

Στην περίπτωση αυτή επέρχεται ευρεία αποσύνδεση της εγγυητικής επιστολής και της εξ αυτής υποχρέωσης από τη βασική σχέση. Η δικαστική δε ή εξώδικη επιδίωξη του δανειστή (ή του προσώπου που υποκαθίσταται νομίμως στη θέση αυτού, όπως π.χ. κατόπιν εκχώρησης) να εισπράξει το ποσό της εγγύησης - εγγυητικής επιστολής έχει ενιαία ιστορική και νομική βάση με αντίστοιχη απαίτηση αυτού κατά του οφειλέτη από τη μεταξύ τους έννομη σχέση (ΑΠ 16/2008, ΑΠ 1667/1995).

Έτσι εξασφαλίζεται ο δανειστής εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η εγγυητική επιστολή, με ρήτρα πληρωμής "σε πρώτη ζήτηση" ή "απλή ειδοποίηση" -που συνήθως εκδίδεται με τη μεσολάβηση Τράπεζας- στην άμεση απόλαυση του ποσού αυτής, αφού η Τράπεζα, που ανέλαβε πλέον την υποχρέωση να πληρώσει σε πρώτη ζήτηση ή με απλή ειδοποίηση ή δήλωση, δε μπορεί να αρνηθεί την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής προς το δανειστή, επικαλούμενη ανυπαρξία ή πλημμέλεια της βασικής σχέσης ή ακόμη και να αμφισβητήσει τον λόγο κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, πολύ δε περισσότερο να αντιτάξει από τη σχέση κάλυψης ενστάσεις του εντολέα της πρωτοφειλέτη.

Δεν καθίσταται όμως η εγγυητική επιστολή αφηρημένη υπόσχεση χρέους ούτε αποβάλλει το χαρακτήρα της ως σύμβασης εξασφαλιστικής των δικαιωμάτων του οφειλέτη από τη βασική σχέση και με την έννοια αυτή η τράπεζα δεν υποχρεούται να καταβάλει στο δανειστή για αιτία, η οποία δεν καλύπτεται από την εγγυητική επιστολή (ΑΠ 1884/2013, ΑΠ 1793/2008, ΑΠ 16/2008).

Επί πλέον, στην περίπτωση εγγυητικής επιστολής με μία από τις παραπάνω ρήτρες, μετά την κατάπτωση αυτής και την καταβολή του ποσού της στον δανειστή υπέρ του οποίου δόθηκε, ο πρωτοφειλέτης, πελάτης της εγγυήτριας τράπεζας, ο οποίος είναι αυτός που πράγματι θα καταβάλλει το ποσό της εγγυητικής επιστολής, αφού η τράπεζα το εισπράττει από αυτόν πραγματικά ή λογιστικά (αν έχει σε αυτή χρηματικό λογαριασμό), επικαλούμενος ότι δεν συντρέχει πραγματικός ή νομικός λόγος καταπτώσεως της εγγυητικής επιστολής, δικαιούται να στραφεί εναντίον του δανειστή που εισέπραξε το ποσό της εγγυητικής επιστολής και να ζητήσει ό,τι ο τελευταίος εισέπραξε χωρίς νόμιμη αιτία.

Η αναζήτηση αυτή θα γίνει με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ) ή και αδικοπραξίας (άρθρα 914 και 919 ΑΚ), εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της τελευταίας. Η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, από άποψη ουσιαστικού δικαίου είναι επιβοηθητική, ασκούμενη όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, αφού σε αντίθετη περίπτωση δεν δύναται να γίνει λόγος για έλλειψη νόμιμης αιτίας.

Αν, όμως, η αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ) υπό την αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως από σύμβαση ή αδικοπραξία, τότε για την πληρότητα της επικουρικής αυτής αγωγής, αν μεν η κύρια βάση στηρίζεται στη σύμβαση, πρέπει να γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, αν δε η κύρια βάση στηρίζεται στην αδικοπραξία, τότε πρέπει να αναφέρεται μόνο η ωφέλεια που αποκόμισε ο εναγόμενος από την αδικοπραξία, αφού την παραγραφή της σχετικής αξιώσεως απόκειται στον εναγόμενο να την προτείνει κατ` ένσταση (άρθρο 277 ΑΚ), ώστε μετά την απόσβεση της κύριας αξιώσεως από αδικοπραξία να ενεργοποιηθεί η από το άρθρο 938 ΑΚ επικουρική αγωγική αξίωση για το περιελθόν στον αδικοπραγήσαντα και να δημιουργηθεί η υποχρέωση του δικαστηρίου να εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητά της.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 6/2006).

Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.ΑΠ 15/2006 ΑΠ 2/2019).

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Επίσης ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του, ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την απόφαση είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 168/2015).

Εξάλλου στα σφάλματα που προκύπτουν από την ίδια την απόφαση υπάγονται κυρίως λόγοι αναιρέσεως που θεμελειώνονται σε έλλειψη τυπικών στοιχείων της απόφασης ή σε διαδικαστικά σφάλματα που αποδεικνύονται αμέσως από την απόφαση, χωρίς ανάγκη προσφυγής σε άλλα έγγραφα (ΑΠ 157/2018).

Συνεπώς ισχυρισμός που προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου με λόγο αναίρεσης και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 1620/2005, ΑΠ 556/2012). Περαιτέρω, o ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος της προτάσεώς του ή της επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο και μόνο εάν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.ΑΠ 15/2000). Αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων πρότεινε τον θεμελιούντα αναιρετικό λόγο ισχυρισμό ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ο λόγος απορρίπτεται ως αόριστος (AΠ 911/2019, ΑΠ 1270/2019).

Συνεπώς, ο πρώτος κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτού, λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που συνίσταται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε Α) διότι παρέλειψε να υπαγάγει στους ορθούς κανόνες και ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 904 ΑΚ, 218 και 219, 648 επ., 614 ΚΠολΔ αλλά και των άρθρων 281, 288 ΑΚ και άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, τα αγωγικά αιτήματα και να κρίνει ότι η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό θεωρείται αξίωση απολύτως επικουρική ή επιβοηθητική και γεννιέται μόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αξίωσης από τη σύμβαση, την αδικοπραξία ή το νόμο γενικότερα και η ευθεία άσκηση της αγωγής αδικαιολόγητου πλουτισμού συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως νόμω αβάσιμης, Β) διότι στερείται νόμιμης βάσης και στερείται αιτιολογιών καθόσον έκανε δεκτό το αγωγικό αίτημα για καταβολή του ποσού που επιδικάσθηκε στον αναιρεσίβλητο με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, είναι προεχόντως απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι αναιρεσείοντες (κληροδότημα και Υπουργός Οικονομικών) πρότειναν στο Εφετείο τον πιο πάνω ισχυρισμό ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις αναφερόμενες στην παρ. 2 του ως άνω άρθρου 562 ΚΠολ.Δ.

Σε κάθε, όμως, περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι, από την επισκόπηση της ως άνω επικαλούμενης με αριθμό 4838/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τον εν προκειμένω ερευνώμενο αναιρετικό λόγο ότι υφίσταται δεδικασμένο όσον αφορά την αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού από την εν λόγω απόφαση του Εφετείου και συνεπώς σύμφωνα με το συγκεκριμένο δεδικασμένο δέχθηκε την αγωγή.

Ειδικότερα δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Παράλληλα, το εναγόμενο Κληροδότημα άσκησε την από 25.4.2006 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία μισθωτικών διαφορών), με την οποία κατήγγειλε την από 5.4.2001 σύμβαση μίσθωσης επικαλούμενο το προαναφερόμενο περιστατικό της άρνησης του ενάγοντος να συμμετέχει στις δαπάνες εκδόσεως της οικοδομικής αδείας για τη διενέργεια των παραπάνω εργασιών στο μίσθιο ακίνητο, ως παράβαση όρου της μίσθωσης, επικουρικά δε ως περίπτωση συνδρομής σπουδαίου λόγου.

Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι η παραπάνω καταγγελία του επέφερε τη λύση της μισθωτικής αυτής σύμβασης, να υποχρεωθεί ο ενάγων (εκεί εναγόμενος) να του αποδώσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου, καθώς και να αναγνωρισθεί ότι κατέπεσε υπέρ αυτού η υπέρ τούτου κατατεθείσα από τον τελευταίο εγγυοδοσία. Κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Κληροδοτήματος ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, επ' αυτής δε εκδόθηκε αρχικά η 649/2008 απόφαση του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, μετά δε την άσκηση έφεσης εκ μέρους του Κληροδοτήματος, κατά τη συζήτηση της οποίας παρενέβη υπέρ τούτου ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, εκδόθηκε η 177/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση.

Με την ως άνω απόφαση κρίθηκε τελεσίδικα, ότι δεν υπήρξε προφορική συμφωνία ανάμεσα στον ενάγοντα και το εναγόμενο Κληροδότημα, η οποία μάλιστα να αποτέλεσε και ουσιώδη όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, να εκδοθεί δηλαδή ενιαία οικοδομική άδεια από το τελευταίο, που θα αφορούσε την εκτέλεση τόσο των ως άνω υποχρεωτικών εργασιών, που το εναγόμενο ανέλαβε να εκτελέσει με δικές του δαπάνες, όσο και για τις υπόλοιπες προαιρετικές εργασίες και αυτές που θα ήταν αναγκαίες για την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας του ενάγοντος, που θα γίνονταν με δαπάνες τούτου, ούτε συμφωνία να επιβαρυνθεί ο ενάγων με μέρος της δαπάνης έκδοσης της οικοδομικής άδειας.

Με την ίδια ως άνω απόφαση κρίθηκε αφενός μεν ότι δεν συνέτρεχε νόμιμος λόγος καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης ή κατάπτωσης υπέρ του εκεί ενάγοντος της εγγύησης που είχε καταβάλει ο εκεί εναγόμενος, εξαιτίας παράβασης ουσιώδους όρου του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, αφού δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιου όρου σχετικά με την έκδοση της οικοδομικής άδειας και τον τρόπο καταβολής της δαπάνης της ούτε σχετική μεταγενέστερη προφορική συμφωνία των διαδίκων, αφετέρου δε ότι δεν αποδείχθηκε ούτε η συνδρομή σπουδαίου λόγου, που να αποτελεί, κατά την επικουρική βάση εκείνης της αγωγής, νόμιμο λόγο καταγγελίας της μισθωτικής σύμβασης.

Η ως άνω τελεσίδικη απόφαση εκδόθηκε μεταξύ των ίδιων διαδίκων, με την οποία κρίθηκε ότι δεν υφίσταται δικαίωμα του εναγομένου για την κατάπτωση υπέρ αυτού της εγγυοδοσίας που είχε καταθέσει ο ενάγων. Επομένως με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 Α.Κ.

υφίσταται δεδικασμένο το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης και εμποδίζει το Δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημοσίου συμφέροντος και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων. Έτσι, έχουν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου όλα τα περιστατικά της μη ύπαρξης προφορικής συμφωνίας ανάμεσα στον ενάγοντα και το εναγόμενο Κληροδότημα, για την έκδοση ενιαίας οικοδομικής άδειας από το τελευταίο, που θα αφορούσε την εκτέλεση τόσο των ως άνω υποχρεωτικών εργασιών, που το εναγόμενο ανέλαβε να εκτελέσει με δικές του δαπάνες, όσο και για τις υπόλοιπες προαιρετικές εργασίες και αυτές που θα ήταν αναγκαίες για την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας του ενάγοντος, οι οποίες θα γίνονταν με δαπάνες τούτου, της μη ύπαρξης συμφωνίας να επιβαρυνθεί ο ενάγων με μέρος της δαπάνης έκδοσης της οικοδομικής άδειας, με συνέπεια τη μη συνδρομή νόμιμου λόγου κατάπτωσης υπέρ του εκεί ενάγοντος της εγγύησης που είχε καταβάλει ο εκεί εναγόμενος, εξαιτίας παράβασης ουσιώδους όρου του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, αφού δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιου όρου σχετικά με την έκδοση της οικοδομικής άδειας και τον τρόπο καταβολής της δαπάνης της.

Μεταξύ της δίκης εκείνης επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω 177/2010 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και της προκειμένης δίκης υφίσταται ταυτότητα ιστορικής αιτίας, αφού τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή, αλλά και ταυτότητα της νομικής αιτίας δεδομένου ότι αμφότερες οι αγωγές θεμελιώνονται στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα), που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση.

Έτσι, στη συγκεκριμένη υπόθεση, η τελεσίδικη κρίση ότι δεν συνέτρεχε νόμιμος λόγος κατάπτωσης υπέρ του εκεί ενάγοντος και εδώ εναγομένου της εγγύησης που είχε καταβάλει ο εκεί εναγόμενος και εδώ ενάγων, εξαιτίας παράβασης ουσιώδους όρου του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης από τον τελευταίο, αφού δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιου όρου σχετικά με την έκδοση της οικοδομικής άδειας και τον τρόπο καταβολής της δαπάνης της δεσμεύει και το παρόν Δικαστήριο και το εμποδίζει να αμφισβητήσει και να καταστήσει αντικείμενο της προκειμένης νέας δίκης, τη νομιμότητα ή μη του δικαιώματος του εναγομένου για την κατάπτωση υπέρ αυτού της εγγυοδοσίας που είχε καταθέσει ο ενάγων.

Συνεπώς, αφού αποδείχθηκε ότι δεν συνέτρεχε λόγος κατάπτωσης υπέρ του εναγομένου Κληροδοτήματος της εγγύησης που κατάβαλε ο ενάγων κατά την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης, το τελευταίο χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα ζήτησε την κατάπτωση της ως άνω εγγυητικής επιστολής και εισέπραξε το ποσό αυτής ύψους 16.164,34 ευρώ και επομένως υπέχει υποχρέωση να αποδώσει το ποσό τούτο που εισέπραξε χωρίς νόμιμη αιτία, ως προς το οποίο κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο με αντίστοιχη ζημία του ενάγοντος.

Υπό τα δεδομένα αυτά το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα παραπάνω έστω και με λιγότερες και εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες συμπληρώνονται και αντικαθίστανται αντίστοιχα με την παρούσα απόφαση (άρθρο 534 Κ.Πολ.Δικ.) και αναγνώρισε αφενός μεν ότι το εναγόμενο χωρίς νόμιμη αιτία προέβη στην κατάπτωση της εν λόγω εγγυητικής επιστολής και την είσπραξη του ποσού που ενσωμάτωνε αυτή, αφετέρου δε ότι το ίδιο οφείλει να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 16.164,34 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος της εφέσεως του εκκαλούντος Κληροδοτήματος και ο μοναδικός λόγος της εφέσεως του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του Κληροδοτήματος στην πρωτοβάθμια δίκη και νυν εκκαλούντος Υπουργού Οικονομικών, με τους οποίους λόγους των εφέσεων υποστηρίζονται τα αντίθετα...".

Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως στηρίζεται επί εσφαλμένης βάσεως και συνεπώς είναι απαράδεκτος γιατί το Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχθηκε μεν την κύρια βάση της αγωγής, και συγκεκριμένα να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο: παρανόμως και χωρίς νόμιμη αιτία προέβη στην κατάπτωση της ως άνω εγγυητικής επιστολής και στην είσπραξη του ποσού που αυτή ενσωμάτωνε και υποχρεούται να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 16.164,37 ευρώ, που ενσωμάτωνε η εγγυητική επιστολή και επί πλέον ποσό 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της επικαλούμενης ηθικής του βλάβης, αλλά στήριξε την κρίση του στην επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (904 ΑΚ) δεχόμενο ότι, "...από την 177/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η τελεσίδικη κρίση ότι δεν συνέτρεχε νόμιμος λόγος κατάπτωσης υπέρ του εκεί ενάγοντος και εδώ εναγομένου της εγγύησης που είχε καταβάλει ο εκεί εναγόμενος και εδώ ενάγων, εξαιτίας παράβασης ουσιώδους όρου του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης από τον τελευταίο, αφού δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιου όρου σχετικά με την έκδοση της οικοδομικής άδειας και τον τρόπο καταβολής της δαπάνης της, δεσμεύει και το παρόν Δικαστήριο και το εμποδίζει να αμφισβητήσει και να καταστήσει αντικείμενο της προκειμένης νέας δίκης, τη νομιμότητα ή μη του δικαιώματος του εναγομένου για την κατάπτωση υπέρ αυτού της εγγυοδοσίας που είχε καταθέσει ο ενάγων.

Συνεπώς, αφού αποδείχθηκε ότι δεν συνέτρεχε λόγος κατάπτωσης υπέρ του εναγομένου Κληροδοτήματος της εγγύησης που κατάβαλε ο ενάγων κατά την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης, το τελευταίο χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα ζήτησε την κατάπτωση της ως άνω εγγυητικής επιστολής και εισέπραξε το ποσό αυτής ύψους 16.164,34 ευρώ και επομένως υπέχει υποχρέωση να αποδώσει το ποσό τούτο που εισέπραξε χωρίς νόμιμη αιτία, ως προς το οποίο κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο με αντίστοιχη ζημία του ενάγοντος".

Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν αποτελεί δικαστική ομολογία κάθε τέτοια, αλλά εκείνη που γίνεται με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεώς του πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη.

Οι ομολογίες που γίνονται ενώπιον άλλου δικαστηρίου καθώς και εκείνες που περιέχονται σε άλλα έγγραφα που εκδίδονται από το διάδικο, αποτελούν εξώδικες ομολογίες που εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 1187/2015). Δεν αποτελεί, αντικείμενο ομολογίας o νομικός χαρακτηρισμός μιας δικαιοπραξίας από τον διάδικο, που ανήκει στη εξουσία του δικαστηρίου (ΑΠ 1438/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο κύριο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι ενώ υπήρχε δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου συνιστάμενη στο ότι αυτός με το δικόγραφο της αγωγής του ομολογεί ότι κύριες βάσεις της αγωγής του ήταν κατά πρώτον η ενδοσυμβατική του ευθύνη από τη σύμβαση μίσθωσης που είχε καταρτισθεί μεταξύ τους την 5-4-2001 κατά δεύτερον η αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος και τρίτη πλέον βάση η επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το δικαστήριο, ενώ η συγκεκριμένη δικαστική ομολογία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον αυτού που ομολόγησε, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη του εν λόγω αποδεικτικού μέσου.

Όπως προαναφέρθηκε τα αγωγικά αιτήματα που θεμελιώνονται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην αγωγή δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα και δεν συνιστούν δικαστική ομολογία, ούτε αποτελούν αντικείμενο ομολογίας, ανήκει δε στην εξουσία του δικαστηρίου ο νομικός χαρακτηρισμός αυτών των αιτημάτων.

Ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο παρών λόγος αναίρεσης.

Με τον ακολουθούντα τρίτο κύριο λόγο αναίρεσης προσάπτεται η από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ως άνω δικαστική ομολογία. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Όμως δεν γεννάται ο λόγος αυτός, αν και από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11γ' του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο κύριο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την αναφερόμενη παραπάνω δικαστική ομολογία που συνιστά πλήρη απόδειξη εναντίον αυτού που ομολόγησε, καθόσον δεν κάνει καμία σκέψη ή μνεία για τη βασιμότητα της δικαστικής ομολογίας του ενάγοντα, η οποία ομολογία ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Όπως εκτέθηκε αμέσως παραπάνω τα αγωγικά αιτήματα που θεμελιώνονται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην αγωγή δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα και δεν συνιστούν δικαστική ομολογία, ούτε αποτελούν αντικείμενο ομολογίας και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος κρίνεται ο παρών λόγος αναίρεσης.

Ως αίτηση αφεθείσα αδίκαστη νοείται κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Έτσι, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ενστάσεις, αντενστάσεις, ή να αποφανθεί επί κάθε είδους αυτοτελών ισχυρισμών που αποτελούν πράγματα υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά εκείνον του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 1892/2009).

Για να δημιουργηθεί ο από το άρθρο 559 αρ. 9γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει το δικαστήριο να άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσείοντος και όχι του αναιρεσίβλητου, γιατί αν άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσίβλητου ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον για προβολή της (ΑΠ 1062/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο κύριο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη τη δικαστική ομολογία του ενάγοντα.

Ο συγκεκριμένος λόγος είναι πολλαπλώς απορριπτέος ως απαράδεκτος και ειδικότερα γιατί όπως αναφέρθηκε και παραπάνω τα αγωγικά αιτήματα που θεμελιώνονται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην αγωγή δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα και δεν συνιστούν δικαστική ομολογία, ούτε αποτελούν αντικείμενο ομολογίας και συνεπώς το δικαστήριο δεν άφησε αδίκαστη "τη δικαστική ομολογία" όπως εκτιμά αυτή το αναιρεσείον.

Πέραν αυτού είναι απορριπτέος γιατί η δικαστική ομολογία συνιστά αποδεικτικό μέσο και όχι αίτηση που υποβλήθηκε από τον διάδικο που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Τέλος είναι απορριπτέος γιατί σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος το δικαστήριο εν προκειμένω άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσίβλητου και όχι του αναιρεσείοντος και συνεπώς αυτός (αναιρεσείων) δεν έχει έννομο συμφέρον για προβολή του εν λόγω ισχυρισμού.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αδίκαστη αίτηση, αποτελεί δε ο λόγος αυτός τη λογική συνέπεια της ισχύος του συστήματος της συζήτησης (άρθρο 106 ΚΠολΔ) στο δικονομικό δίκαιο. Ως "αίτηση" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση της αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης. (ΑΠ 431/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων νυν αναιρεσίβλητος με την από 5-3-2010 αγωγή του εξέθετε, ότι με το από 5.4.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσε από το εναγόμενο κοινωφελές ίδρυμα (κληροδότημα) το περιγραφόμενο ακίνητο, για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, αρχόμενο από της παραδόσεως του ακινήτου, αντί μηνιαίου μισθώματος 1.836.000 δραχμών ή 5.388,11 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου, με την υπογραφή δε του μισθωτηρίου χορήγησε στο εναγόμενο την ...

εγγυητική επιστολή, εκδόσεως της τράπεζας ... ποσού 5.508.000 δραχμών ή 16.164,34 ευρώ, ως εγγύηση για την τήρηση των όρων του μισθωτηρίου συμβολαίου. Στη συνέχεια ανέφερε ο ενάγων, ότι λόγω προβλήματος που διαπιστώθηκε στη στατική ικανότητα του μισθίου, η διαχειριστική επιτροπή του εναγομένου με την 580/16.5.2001 πράξη της αποφάσισε την αντικατάσταση της στέγης εξ ολοκλήρου και των οριζόντιων φερόντων στοιχείων (πλακών) με νέες, ο δε ενάγων συμφώνησε να παραλάβει το μίσθιο ανεπιφύλακτα μετά την εκτέλεση των ως άνω εργασιών και ότι κάθε περαιτέρω εργασία επί του μισθίου θα βάρυνε τον ίδιο, πλην όμως, στις 29.7.2005, το εναγόμενο του επέδωσε, με εξώδικη δήλωση, την μελέτη του πολιτικού μηχανικού, Α.

Β., απαιτώντας να επιβαρυνθεί ο ενάγων το ήμισυ σχεδόν του κόστους έκδοσης της πολεοδομικής άδειας, περίπου 180.000 ευρώ, ισχυριζόμενο ότι το ποσό τούτο της αδείας αντιστοιχεί στις οικοδομικές εργασίες που θα πραγματοποιούσε ο ενάγων μετά την παράδοση της χρήσης του μισθίου στον ίδιο, πράγμα που ο ενάγων αρνήθηκε.

Επικαλέσθηκε τέλος ο ενάγων, ότι μετά την άρνησή του να καταβάλει το ως άνω ποσό, το εναγόμενο προέβη στην είσπραξη της προαναφερόμενης εγγυητικής επιστολής και στην άσκηση της από 25.4.2006 αγωγής του, με την οποία κατήγγειλε τη μίσθωση, υποστηρίζοντας κυρίως μεν ότι ο ενάγων παρέβη ουσιώδεις όρους της μισθωτικής σύμβασης, επικουρικά δε τη συνδρομή σπουδαίου λόγου.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 177/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα ότι ο ενάγων δεν παραβίασε οποιονδήποτε όρο της μισθωτικής σύμβασης, ούτε συνέτρεξε άλλος λόγος καταγγελίας αυτής εκ μέρους του εναγομένου. Με βάση το ιστορικό αυτό και με τη μνεία ότι το εναγόμενο αντισυμβατικά, παράνομα και εν γνώσει της αναληθείας του ισχυρισμού του ότι ο ενάγων δεν τήρησε τους όρους και της συμφωνίες της εν λόγω μίσθωσης, έπεισε την παραπάνω τράπεζα να προβεί στην κατάπτωση υπέρ τούτου (εναγομένου) της προαναφερόμενης εγγυητικής επιστολής και εισέπραξε το ποσό των 16.164,34 ευρώ, που αυτή ενσωμάτωνε, προκαλώντας στον ενάγοντα αντίστοιχη ζημία, ο τελευταίος ζήτησε, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο:

α) παρανόμως και χωρίς νόμιμη αιτία προέβη στην κατάπτωση της ως άνω εγγυητικής επιστολής και στην είσπραξη του ποσού που αυτή ενσωμάτωνε και β) υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 16.164,37 ευρώ, που ενσωμάτωνε η εγγυητική επιστολή και επί πλέον ποσό 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της επικαλούμενης ηθικής του βλάβης, άλλως και επικουρικώς να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει το ως άνω ποσό των 16.164,34 ευρώ, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι κατά το ποσό αυτό κατέστη πλουσιότερο το εναγόμενο σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος χωρίς την ύπαρξη νόμιμης αιτίας.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση όπως αναφέρθηκε και παραπάνω το Εφετείο έκανε δεκτό το επικουρικό αίτημα της αγωγής, αξίωση του ενάγοντα με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει το ως άνω ποσό των 16.164,34 ευρώ δηλαδή το δικαστήριο εν προκειμένω επιδίκασε κάτι που ζητήθηκε και όχι περισσότερα από όσα ζητήθηκαν Συνεπώς, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 9α' και β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που συνίσταται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε διότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 106 και 110 ΚΠολΔ, 914, 346, 297, 298 ΑΚ, άρθρο 20 παρ. 1 του Συντ.

και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και δέχθηκε την επικουρική βάση της αγωγής χωρίς να αποφανθεί για την κύρια βάση της αγωγής από την ενδοσυμβατική ευθύνη, κρίνεται απορριπτέος. Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που ορίζει ότι: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος" περιέχει μεν συναφώς κανόνα αναγκαστικού δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης (Ολ.ΑΠ 350/1985), δεν είναι όμως δημόσιας τάξεως αφού δεν μπορεί να ενταχθεί στα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά και, ιδίως, οικονομικά θεμέλια της ελληνικής έννομης τάξης, ενόψει μάλιστα και του ότι έχει θεσπισθεί για να υπηρετήσει, όχι το δημόσιο συμφέρον, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον των συναλλασσομένων (Ολ.ΑΠ 14/2015, ΑΠ 1292/2018).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 262 παρ. 1, 269 ΚΠολΔ και 281 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι για την πληρότητα της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος και το παραδεκτό, σε σχέση με το χρόνο, προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως, να προταθούν από τον ενιστάμενο τα πραγματικά περιστατικά, που αν αποδειχθούν αληθινά αποτελούν κατάχρηση, συνάμα δε να διατυπώνεται αίτημα απορρίψεως της αντικρουόμενης αξιώσεως, ως ασκουμένης καταχρηστικά και επομένως παράνομα.

Διαφορετικά, αν δεν υπάρχει τέτοιο αίτημα, η ένσταση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 472/1983). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως από το Εφετείο της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, χωρίς όμως να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι προβλήθηκαν και με ποιό τρόπο, από το αναιρεσείον ως εφεσίβλητο στο δικαστήριο της ουσίας, τα πραγματικά περιστατικά τα θεμελιούντα τη σχετική από τη διάταξη αυτή ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης αξιώσεως του αναιρεσίβλητου.

Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, που αναφέρεται στην άνω ένσταση, η οποία δεν αφορά τη δημόσια τάξη και δεν συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεώς της από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατ άρθρ.562 παρ. 2γ' του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 649/1994), πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος. Πέραν αυτού εφόσον δεν συντρέχει κατ' άρθρο 562 παρ. 2γ' ΚΠολΔ περίπτωση εξαιρέσεως της ένστασης από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος γιατί προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου με λόγο αναίρεσης και δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, καθόσον δεν προέκυψε τέτοια προβολή.

Η γενική ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων, τόσο του οφειλέτη, όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις, που εξ αιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή το δανειστή.

Αντίθετα έτσι με τη ρήτρα του άρθρου 200 ΑΚ, που αναφέρεται στην ερμηνεία των συμβάσεων, όταν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων δεν είναι σαφείς, επιβάλλοντας ως ερμηνευτικά κριτήρια την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη με στόχο την ανεύρεση του αποφασιστικού νοήματος των δηλώσεων βουλήσεως, δηλαδή τον καθορισμό της ενυπάρχουσας στη σύμβαση αυτόνομης δικαιοπρακτικής ρυθμίσεως, η εφαρμογή της ρήτρας του άρθρου 288 ΑΚ έπεται της ερμηνείας της δικαιοπραξίας, με στόχο την προσαρμογή της στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, επιβάλλοντας στα μέρη ετερόνομη ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, όταν κατά τα παραπάνω χρειάζεται να συμπληρωθούν ή να διορθωθούν για να μην προκαλούνται στο ένα μέρος δυσβάστακτες συνέπειες από τη λειτουργία του ενοχικού δεσμού.

Παρέχεται έτσι τότε στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις, που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθός τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο της εκπληρώσής τους (Ολ.ΑΠ 927/1982 και 9/1997, ΑΠ 398/2008, ΑΠ 756/2003, ΑΠ 63/2000).

Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπληρώσεως των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ` αυτή, είτε ρητή είτε σιωπηρή. Δεν αποτελεί όμως παραίτηση η ειδικότερη συμφωνία σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, με την οποία προβλέπεται η εκπλήρωση των παροχών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκαν, ακόμη και σε περίπτωση συγκεκριμένης μελλοντικής μεταβολής των συνθηκών εκτελέσεως της συμβάσεως, διότι τότε με την ειδική αυτή συμφωνία, που βρίσκεται μέσα στα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται άνευ άλλου τινός στη συναλλακτική καλή πίστη και εντιμότητα, αναλαμβάνεται από τον οφειλέτη ο σχετικός κίνδυνος και τονίζεται η ευθύνη του για την πιστή και στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠ 334/2015).

Όμως και στην περίπτωση αυτή, που προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύμβασή τους, η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ επεμβαίνει και πάλι διορθωτικά, αλλιώς θα υπήρχε ανεπίτρεπτη απ` αυτήν παραίτηση, αν η μεταβολή που επήλθε είναι τόσο μεγάλη, ώστε η εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημίας, που το μέρος αυτό πρόβλεψε και ανέλαβε, συνιστώντας -στην περίπτωση αυτή- η εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές.

Συνεπώς η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ εφαρμόζεται και μάλιστα πολύ περισσότερο και όταν, από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνον του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτελέσεως της συμβάσεως (ΑΠ 53/2019, ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 1088/2017). Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, είναι μεν κανόνας αναγκαστικού δικαίου δεν θεωρείται όμως κανόνας δημόσιας τάξης αφού αποβλέπει πρωτίστως στο ιδιωτικό συμφέρον και όχι στο δημόσιο και δεν συγκροτεί τα θεμέλια του κρατικού, κοινωνικού ή οικονομικού συστήματος της χώρας (ΑΠ 1292/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η εν λόγω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Δηλαδή, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Γι` αυτόν τον λόγο πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως αυτός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ακόμη να αναφέρεται ο τρόπος επαναφοράς του ισχυρισμού στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 234/2014).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ` αυτόν με επίκληση έγγραφα.

Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό, που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιαδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΑΠ 1995/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 180/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α` ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ χωρίς όμως να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και ότι επαναφέρθηκε παραδεκτά με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις και στο δεύτερο βαθμό και δεν αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, που αναφέρεται στην ως άνω ένσταση, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ούτε πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος. Πέραν αυτού εφόσον δεν συντρέχει κατ' αρθρο 562 παρ. 2γ' ΚΠολΔ περίπτωση εξαιρέσεώς της ένστασης από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος γιατί προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου με λόγο αναίρεσης και δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, καθόσον δεν προέκυψε τέτοια προβολή.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα δεν είναι επιτρεπτή. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού της περίπτωσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, αλλά πρέπει να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που απαιτούνται σύμφωνα με αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Η διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, άσχετων προς τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, συμπορεύεται με την τελευταία, στην περίπτωση κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναιρέσεως στην περίπτωση αυτή.

Για το παραδεκτό των λόγων αναίρεσης τόσο από τον αριθμό 8 όσο και από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι ισχυρισμοί ή αντίστοιχα το απαράδεκτο ή η ακυρότητα είχαν προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκαν παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης ή νομίμως με τις προτάσεις (240 ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, γεγονός που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 354/2011, ΑΠ 1705/2008).

Η διάταξη του άρθρου 116 ΚΠολΔ ορίζει ότι "οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοί τους οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, να αποφεύγουν ενέργειες που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης, να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην υπόθεση, έτσι ακριβώς όπως τα γνωρίζουν, με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια, αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις".

Ειδικότερα με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή προστέθηκε με το Ν. 4335/2015 (έναρξη ισχύος από 1-1-2016) γίνεται μνεία στο ότι το δικαστήριο, οι διάδικοι, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι και οι νόμιμοι εκπρόσωποι των διαδίκων οφείλουν να συμβάλλουν με την εν γένει δικονομική τους συμπεριφορά και ιδίως με την επιμελή διεξαγωγή της δίκης, την εμπρόθεσμη επιχείρηση διαδικαστικών πράξεων, την έγκαιρη προβολή ισχυρισμών και προσαγωγή αποδεικτικών μέσων στην επίσπευση της δίκης και στην ταχεία επίλυση της διαφοράς.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ειδική έκφανση της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης αποτελεί και η τήρηση του καθήκοντος αληθείας, που συνιστά γνήσια υποχρέωση και όχι απλά δικονομικό βάρος των διαδίκων, των νόμιμων αντιπροσώπων και των πληρεξουσίων τους. Στο περιεχόμενο του καθήκοντος αληθείας υπάγεται και η απαγόρευση προβολής αντιφατικών ισχυρισμών, όταν ο διάδικος που τους προτείνει έχει επίγνωση της αναλήθειας του ενός από αυτούς.

Αντιφατικοί είναι οι ισχυρισμοί και δη οι ενστάσεις, όταν οι ιστορικές βάσεις τους αποκλείεται να συνυπάρχουν λογικά, όταν δηλ. αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 771/2010, ΑΠ 341/2010). Αφορά δε πρωτίστως τους πραγματικούς και όχι τους νομικούς ισχυρισμούς. Περαιτέρω, η παράβαση των καθηκόντων που επιβάλλει το άρθρο 116 του ΚΠολΔ στους διαδίκους, στους νόμιμους αντιπροσώπους τους και στους πληρεξουσίους τους, όπως είναι και αυτό του καθήκοντος αληθείας, μπορεί να έχει ως κύρωση, κατά το άρθρο 205 του ίδιου Κώδικα, την επιβολή χρηματικών ποινών, όχι όμως και το απαράδεκτο προβαλλόμενου ισχυρισμού, ο οποίος, κατά παράβαση του καθήκοντος αληθείας, είναι αντιφατικός σε άλλον ισχυρισμό που προβλήθηκε προηγουμένως.

Και τούτο, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, ο διάδικος θα στερούνταν του κατοχυρωμένου και από το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαιώματος για παροχή έννομης προστασίας, το οποίο, κατά την αδιάστικτη διατύπωση της συνταγματικής αυτής διάταξης, εξασφαλίζεται ακόμη και στον παραβάτη των επιταγών του άρθρου 116 του ΚΠολΔ (ΑΠ 110/2008).

Σε κάθε περίπτωση, δεν παραβιάζεται το καθήκον αληθείας και, ως εκ τούτου, δεν είναι απαράδεκτοι οι αντιφατικοί ισχυρισμοί, όταν αυτοί προτείνονται επικουρικά και όχι σωρευτικά (ΑΠ 1125/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ και όχι αυτή του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει αυτό στην κρινόμενη αίτηση, διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, κατά παράβαση της δικονομικής αρχής που καθιερώνει το άρθρο 116 παρ. 1 (αρχή καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης) του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα αποδίδεται στο Εφετείο ότι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που πρόβαλε ο ενάγων με την αγωγή του ότι "Το εναγόμενο εξάλλου, διά των νομίμων εκπροσώπων του, προκειμένου να πείσει την ως άνω τράπεζα ότι συντρέχει νόμιμος λόγος καταπτώσεως της εγγυητικής επιστολής απηύθυνε προς την τελευταία εξώδικη δήλωση που της επεδόθη την 5-4-2009 και στην οποία παραθέτει ισχυρισμούς μη αληθείς εν γνώσει της αναλήθειάς τους και συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι δεν τήρησα τους όρους και συμφωνίες τη υφισταμένης συμβάσεως.

Οι μη αληθείς αυτοί ισχυρισμοί του εναγομένου προσέβαλαν την τιμή και την υπόληψή μου καθώς και την πίστη μου στην αγορά και στη συγκεκριμένη τράπεζα. Το τελευταίο μάλιστα απεδείχθη εμπράκτως αφού η τράπεζα επείσθη εκ των ψευδών αυτών ισχυρισμών και προέβη στην κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, στην απόδοση του ποσού αυτού προς το εναγόμενο και στην ανάληψη του αντίστοιχου εκ του λογαριασμού του Ι.

Φ.", είναι αντιφατικοί, σε σχέση με τα γεγονότα όπως αυτά ιστορούνται στην αγωγή και με βάση τα προσκομισθέντα και επικληθέντα από αυτόν έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις των καταθεσάντων μαρτύρων και συνιστούν ευθεία εκ μέρους του ενάγοντα προσβολή του καθήκοντος αληθείας. Ο λόγος όμως αναίρεσης αυτός (άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ) είναι αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι ο ισχυρισμός για αναφορά αντιφατικών ισχυρισμών και το προβαλλόμενο απαράδεκτο, προτάθηκαν για πρώτη φορά και μάλιστα παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και ότι επαναφέρθηκε παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης ή νομίμως με τις προτάσεις, για την πληρότητα δε αυτού έπρεπε να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός και αν ακόμα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, προτάθηκε νόμιμα στα δικαστήρια της ουσίας και ακόμα να αναφέρονται τα προς θεμελίωση αυτού, πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1413/2014, ΑΠ 1078/2013, ΑΠ 1616/2007, ΑΠ 1199/2018).

Πέραν αυτού η αοριστία του συγκεκριμένου ισχυρισμού συνίσταται στο ότι δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της αναίρεσης ποιοι είναι οι αντιφατικοί ισχυρισμοί καθόσον όπως αναφέρεται και στο συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, "Οι μη αληθείς αυτοί ισχυρισμοί του εναγομένου προσέβαλαν την τιμή και την υπόληψή μου καθώς και την πίστη μου στην αγορά και στη συγκεκριμένη τράπεζα.

Το τελευταίο μάλιστα απεδείχθη εμπράκτως αφού η τράπεζα επείσθη εκ των ψευδών αυτών ισχυρισμών και προέβη στην κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, στην απόδοση του ποσού αυτού προς το εναγόμενο και στην ανάληψη του αντίστοιχου εκ του λογαριασμού του Ι. Φ.", εκτίθεται δηλαδή στην αγωγή η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος - εναγομένου ο οποίος με μη αληθείς ισχυρισμούς προσέβαλε την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντα και πέραν αυτού ουδείς άλλος αντιφατικός ισχυρισμός σε σχέση με τον συγκεκριμένο, αλλά και σε κάθε περίπτωση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι δεν υπήρξε παράβαση της διάταξης του άρθρου 116 του ΚΠολΔ, καθόσον η επικαλούμενη δικονομική συμπεριφορά του τελευταίου κατά τη διεξαγωγή της δίκης, επιτρεπόμενη από τον ΚΠολΔ, δεν προκάλεσε απαράδεκτο των πιο πάνω ισχυρισμών του από το άρθρο 116 του ΚΠολΔ, αφού η παράβαση του καθήκοντος αληθείας δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο ισχυρισμών των διαδίκων.

Κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενό του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας.

Το γεγονός δε ότι σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 24/2015, ΑΠ 443/ 2011, ΑΠ 2062/2007).

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στην δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 320/2016, ΑΠ 600/2010). Περαιτέρω από το άρθρο 216 παρ. 1 περ.

α' ΚΠολΔ, συνάγεται ότι νομιμοποίηση των διαδίκων είναι η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, καθοριζόμενη κατά κανόνα ως προς το αντικείμενό της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο, με συνέπεια η από το επιλαμβανόμενο αγωγής δικαστήριο εσφαλμένη κρίση ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντος ή του εναγομένου να προϋποθέτει την από το ίδιο δικαστήριο παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 18/2005).

Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, συνάγεται ότι ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατ` εκείνων μόνον των προσώπων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση αυτής της σχέσης και αν το δικόγραφο της αγωγής είναι ελλιπές ως προς τα στοιχεία της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης και δεν συμπληρωθούν παραδεκτώς οι ελλείψεις (βλ.

άρθρα 224, 227 ΚΠολΔ), τότε απορρίπτεται η αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας του δικογράφου της, Η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμό 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 77/2016) και όχι με τον αναιρετικό λόγο με αρ. 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ.ΑΠ 25/2008).

Ο ισχυρισμός ότι η αγωγή του αναιρεσιβλήτου είναι ενεργητικά και παθητικά ανομιμοποίητη δεν αφορά τη δημόσια τάξη και δεν υπάγεται σε καμία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1551/1998), και έτσι έλλειψη ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως της αγωγής για να στηρίξει παραδεκτά προβαλλόμενο λόγο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να έχει προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως, ο πέμπτος πρόσθετος λόγος της αναιρέσεως, που εμπίπτει στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο για τη μη απόρριψη της αγωγής για έλλειψη ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως των διαδίκων είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι το αναιρεσείον τον εν λόγω ισχυρισμό του δεν τον προέβαλε στην ενώπιον του Εφετείου δίκη, ούτε επικαλείται στο αναιρετήριο ότι τον είχε προβάλει κατά την πρωτόδικη δίκη.

Η καθιερώνουσα την αρχή της αναλογικότητας διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντάς την ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή. Αποτελεί η αρχή της αναλογικότητας την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται οι σχετικές κρίσεις, ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015).

Στην ένδικη περίπτωση το αναιρεσείον με τον έκτο πρόσθετο λόγο της αιτήσεώς του, ισχυρίζεται ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν τηρήθηκε η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορρριπτέος.

Τούτο δε διότι δεν αναφέρει ότι με την κρίση του το Εφετείο παραβίασε εν προκειμένω την αρχή της αναλογικότητας, και ότι υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, ούτε επίσης αναφέρει ότι το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.

Με βάση τα προαναφερόμενα, αφού απορρίφθηκαν οι προαναφερόμενοι λόγοι της αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής στο σύνολό τους. Επίσης πρέπει να απορριφθεί και η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση που άσκησε με τις προτάσεις του ενώπιον του Αρείου Πάγου ο Υπουργός Οικονομκών για την παραδοχή και αποδοχή των λόγων αναίρεσης του δικογράφου της αναίρεσης και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης και ειδικότερα του πέμπτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, όπως διατυπώνεται στο δικόγραφο στις προτάσεις που κατέθεσε ο Υπουργός Οικονομικών. και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε το αναιρεσείον για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012). Οι διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 285 του ν. 2717/1999, 22 του ν. 3693/1957, 5 του 1738/1987 και Κ.Υ.Α 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, περί μειώσεως της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου και περί συμψηφισμού της δικαστικής δαπάνης σε περίπτωση κοινής υπαιτιότητας ή μερικής νίκης και ήττας, έχουν εφαρμογή μόνο στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, η νομική υπηρεσία των οποίων διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ.

Συνεπώς, το γεγονός ότι ορισμένο ν.π.δ.δ. ή ν.π.ι.δ. απολαύει, βάσει διατάξεως νόμου, των απαλλαγών, ατελειών και προνομίων του δημοσίου, δεν δικαιολογεί την εφαρμογή των άνω περί δικαστικής δαπάνης διατάξεων (σχ. σχ. ΑΠ 611/2018, ΑΠ 1228/ 2009 και ΑΠ 1277/1993). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Κοινωφελές Ίδρυμα δεν αποτελεί ν.π.δ.δ. αλλά ν.π.ι.δ., η δε νομική του υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, και συνεπώς, μολονότι εφαρμόζονται σ' αυτό οι διατάξεις περί δικών και προθεσμιών του Δημοσίου σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο του ν. 4182/2013, δεν εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις για μείωση ή συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης. Μετά από αυτά πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στα οριζόμενα στο διατακτικό δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος παρέστη πλήν όμως δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την κρινόμενη από 28-8-2018 αίτηση του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Γ. Φ. Κ." για αναίρεση της 4838/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών καθώς και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού Οικονομικών υπέρ του Κληροδοτήματος.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε το αναιρεσείον για την άσκηση της αναίρεσης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.