Legislator Case Law & Legislation
1542/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment regarding car accident damages and disability compensation.

Case Number 1542/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an insurance company against a final judgment awarding damages for a car accident and disability compensation. The court found the lower court's application of the Civil Code regarding fault and causation correct, and rejected the appellant's claim that the disability compensation amount violated specific statutory limits. Consequently, the appeal was declared inadmissible and the original judgment was upheld.

Legislator headnote

AI generated

Articles 591 et seq., 614 para. 6 of the Civil Procedure Code; Articles 10, 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 4 of the Law 1911/1911: Liability for damages from vehicle operation requires unlawful and causative entry of damage, and the compensation for disability must be calculated based on the type and consequences of the disability, the victim's age, and lack of contributory negligence.

Keywords

AI generated
civil liability vehicle operation disability compensation fault and causation appeal admissibility insurance company civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 591 et seq., 614 para. 6 of the Civil Procedure Code
Articles 10, 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code
Article 4 of the Law 1911/1911
Article 559 of the Civil Procedure Code
Article 495 para. 3 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1542 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1542/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Α. του Π., κατοίκου …και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία" (πρώην "Allianz Ελλάς ΑΑΕ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Παπαγερμανό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Π. του Μ., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αγγελακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-10-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10528/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 629/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-9-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 13-09-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 629/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ δύο ή περισσοτέρων οχημάτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει παράνομη και υπαίτια επέλευση ζημίας (το παράνομο της πράξης ή παράλειψης του οδηγού) και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού (της πράξης ή της παράλειψης) και της επελθούσας ζημίας (ΑΠ 736/2021, ΑΠ 12/2020).

Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις και ιδίως εκείνη του άρθρου 300 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρ. 4 του Ν ΓΠΝ/1911 (ΑΠ 1715/ 2010, ΑΠ 1253/2007), προκύπτει ότι, όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής (ΑΠ 652/2014, ΑΠ 1729/2013).

Επομένως, η ένσταση συνυπαιτιότητας του ζημιωθέντος δύναται να αφορά είτε στην πρόκληση του ατυχήματος, δηλαδή στη γένεση από αυτό της ζημίας του, είτε στην έκταση αυτής. Πρόκειται για δύο διαφορετικές ενστάσεις, καθεμία των οποίων συντίθεται από διαφορετικά, ολικά ή μερικά, πραγματικά περιστατικά, αφού η μεν πρώτη αναφέρεται στη γένεση της ζημίας, η δε δεύτερη στην έκτασή της (ΑΠ 213/2017, ΑΠ 766/2007).

Περαιτέρω, οι έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος στην πρόκληση της ζημίας του υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου για το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο δέχεται, ανέλεγκτα, ότι αποδείχθηκαν, καθεαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 652/2014, ΑΠ 76/2014).

Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό-τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 213/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος, που επήλθε (ΑΠ 1207/2017).

Εξάλλου, στις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ.1-2 και 7 του ίδιου ως άνω νόμου (2696/1999-ΚΟΚ) ορίζονται τα εξής: άρθρο 12 παρ.1 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, στους υπερήλικες, στα άτομα με ειδικές ανάγκες και γενικώς στα πρόσωπα που χρειάζονται βοήθεια και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών, στους παρόδιους ή στους κατοικούντες πλησίον αυτών...", άρθρο 19 παρ.1-2 "1.

ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν". Άλλωστε, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1051/2021, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Περαιτέρω, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται αναιρετικά μόνον αν αυτά αφορούν σε ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ.), με την έννοια της εξειδίκευσης αόριστων νομικών εννοιών ή της υπαγωγής σε αυτούς πραγματικών περιστατικών, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών και συνδέονται με την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 742/2020, ΑΠ 1030/2015).

Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα, που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα", που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα", στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ήτοι, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.

Συγκεκριμένα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση, ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 259/2007). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 292/2011).

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 717/2016, ΑΠ 610/2016, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007). Ο δε από το άρθρο 559 αριθμ. 10 περ. β' του ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης, σχετικά με την παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, ιδρύεται μόνο στην περίπτωση που, κατά το άρθρο 368 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η πραγματογνωμοσύνη ζητήθηκε από τους διαδίκους και το δικαστήριο δέχθηκε, ότι πρόκειται για ζήτημα για την αντίληψη του οποίου απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 30/2017, ΑΠ 780/2015, ΑΠ 1862/2007, ΑΠ 866/2006).

Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με τα ζητήματα των συνθηκών πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, της υπαιτιότητας ή μη των δύο οδηγών, που είχαν εμπλοκή σε αυτό, και της βαρύτητας του τραυματισμού του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την ...2017 και περί ώρα 18:15μ.μ.

περίπου, στην περιοχή "..." Θεσσαλονίκης, o πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσείων), οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, της ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, δυνάμει έγκυρης συμβάσεως ασφαλίσεως, κινούνταν επί της άνω οδού ..., με κατεύθυνση από την οδό ...

προς την οδό ... προσεγγίζοντας την συμβολή των οδών ... και .... Η οδός ... είναι δρόμος διπλής κυκλοφοριακής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα ανά ρεύμα κυκλοφορίας, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 10,5 μέτρα, ήτοι 5,25 μέτρα ανά λωρίδα κυκλοφορίας και συμβάλλεται κάθετα με διασταύρωση τύπου "Τ" με την οδό ..., όπου τέμνουσα οδός είναι η οδός ...

και τεμνόμενη η οδός .... Η οδός ... είναι δρόμος μονής κυκλοφοριακής κατεύθυνσης και με πλάτος οδοστρώματος 6,5 μέτρα. Στο ύψος της διασταύρωσης των παραπάνω οδών υφίσταται, επί της οδού ..., όπου κινούνταν ο εναγόμενος οδηγός, ρυθμιστική πινακίδα Ρ2 STOP, που υποχρεώνει όλους τους οδηγούς που κινούνται επ' αυτής, να διακόπτουν την πορεία τους για να παραχωρήσουν προτεραιότητα διέλευσης στα οχήματα, που κινούνται επί της οδού ....

Κατά τον παραπάνω χρόνο επικρατούσε καλοκαιρία με φυσικό φωτισμό ημέρας, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική, η ορατότητα δεν περιορίζονταν, το δε επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 50 χλμ/ώρα λόγω του κατοικημένου της περιοχής. Κατά τον ίδιο χρόνο ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) οδηγώντας την με αρ. κυκλ. ...

δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του κινούνταν στην ίδια περιοχή επί της οδού ..., με κατεύθυνση προς την οδό ..., κατέχοντας το δεξί άκρο του ρεύματος πορείας του. Όταν ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου πλησίασε την διασταύρωση, δεν ακινητοποίησε το όχημά του, ως όφειλε, λόγω της ύπαρξης της ρυθμιστικής πινακίδας Ρ2 (STOP), (άρθρα 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 περ.

β', 3 εδ. β' K.O.K.) προκειμένου να ελέγξει την κίνηση επί της οδού ... και να παραχωρήσει, κατά τα προεκτεθέντα, προτεραιότητα στην κανονικώς κινούμενη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων, αλλά εισήλθε ανελέγκτως, αιφνίδια και ανεπίτρεπτα στη διασταύρωση, με συνέπεια να παρεμβληθεί στην κανονική πορεία της μοτοσικλέτας του ενάγοντος, την οποία και απέκλεισε.

Αποτέλεσμα της ανεπίτρεπτης αυτής οδικής συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου, οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ήταν το όχημά του να προσκρούσει εντός του κόμβου με την εμπρόσθια πλευρά του στην εμπρόσθια δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας (κυρίως στον δεξιό δοκό στηρίξεως του εμπρόσθιου τροχού της), η οποία ανατράπηκε προκαλώντας ταυτόχρονα την πτώση του ενάγοντος στο οδόστρωμα, με συνέπεια αφενός να προκληθούν υλικές ζημιές στην μοτοσικλέτα και συγκεκριμένα στην αριστερή πλευρά της με την οποία έπεσε στο οδόστρωμα, όπως οι βλάβες μνημονεύονται στην από ...2017 έκθεση αυτοψίας του επιδίκου λόγω της πτώσης της στο οδόστρωμα και αφετέρου o ενάγων να τραυματιστεί σοβαρά, όπως κατωτέρω περιγράφεται.

Τα βλαβέντα μέρη της μοτοσικλέτας, όπως σημειώνονται στην έκθεση αυτοψίας του επιδίκου είναι η αριστερή πλευρά (καθρέφτης, μανέτα, πλαστικό, φως, φλας) και η μάσκα και o προφυλακτήρας του ΙΧΕ αυτοκινήτου. Να σημειωθεί ότι στην έκθεση αυτοψίας του επιδίκου εντοπίζεται κηλίδα αίματος του ενάγοντος, εντός της δεξιάς λωρίδας της οδού ...- κοντά στο Κέντρο του οδοστρώματος, πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής της οδού και σε απόσταση 4,80 μ.

από το άκρο του αριστερού πεζοδρομίου, που εφάπτεται με τον ισόπεδο κόμβο και επίσης εντοπίζεται χαραγή επί του οδοστρώματος της οδού ... μήκους 1,50 μ, η οποία καταλήγει σε πολύ μικρή απόσταση πριν από το σημείο ενάρξεως του δεξιά υφισταμένου ισόπεδου κόμβου, που προκλήθηκε από την δίκυκλη μοτοσικλέτα. Με αυτά τα δεδομένα η επίδικη σύγκρουση οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου ο οποίος, δεν κατέβαλε την απαιτούμενη προσοχή, που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει (άρθρο 330 εδ.β ΑΚ) και την οποία θα κατέβαλε κάθε μέσος συνετός οδηγός. Ειδικότερα δεν διέκοψε την πορεία του οχήματός του πριν από την είσοδό του στον κόμβο για να διέλθουν τα οχήματα που είχαν προτεραιότητα και συγκεκριμένα η μοτοσικλέτα του ενάγοντος, που είχε προτεραιότητα με βάση την υπάρχουσα πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας και παραχωρήσεως προτεραιότητας (Ρ2, STOP), αλλά απεναντίας εισήλθε στον κόμβο χωρίς έλεγχο της κίνησης των οχημάτων σ' αυτόν, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί απότομα στην κανονική πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του ενάγοντος, που είχε εισέλθει προσεκτικά και μετά από έλεγχο στον ανωτέρω κόμβο και να προκληθεί το ένδικο ατύχημα, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 4 παρ.3 (P-2), και 26 παρ. 1 και 4 του ΚΟΚ.

Αντιθέτως, στοιχεία που να θεμελιώνουν οιασδήποτε μορφής συνυπαιτιότητα του ενάγοντος για το ένδικο ατύχημα, δεν αποδείχθηκαν αφού o τελευταίος εισήλθε κανονικά και με προσοχή στην διασταύρωση επί της οποίας είχε προτεραιότητα, η δε πορεία του εμποδίστηκε εντελώς αιφνιδίως σε πολύ μικρή απόσταση προ αυτού, μη αφήνοντάς του περιθώρια αντίδρασης και έτσι δεν κατέστη δυνατόν να αποφύγει την ένδικη σύγκρουση με τροχοπέδηση ή αποφευκτικό ελιγμό.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων περί του ότι ο ενάγων οδηγούσε το δίκυκλό του με μεγάλη και υπερβολική για τις περιστάσεις και τις συνθήκες της οδού ταχύτητα ουδόλως αποδείχθηκε αληθής, διαψεύδεται από τις μικρής έκτασης υλικές ζημίες των εμπλεκόμενων οχημάτων ενώ η έκταση των σωματικών κακώσεων του ενάγοντος για τις οποίες θα γίνει λόγος κατωτέρω οφείλεται στην βίαιη πτώση του στο οδόστρωμα σε συνδυασμό με την ηλικία του (66 ετών) και την ταυτόχρονη πτώση της μοτοσικλέτας.

Μάλιστα προανακριτικά στην από 6.2.2018 έκθεση εξέτασης του πρώτου εναγομένου, ο τελευταίος ομολόγησε την υπαιτιότητά του για την πρόσκληση του επίδικου ατυχήματος αναφέροντας κατά την επί λέξει διατύπωση ότι "...Παραδέχθηκα από την αρχή την υπαιτιότητά μου αφού υπήρχε STOP στην πορεία μου. Άλλο ουδέν.". Κατά συνέπεια, ελέγχεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, η παραδεκτώς προβληθείσα από τους εναγόμενους σχετική νόμιμη ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος κατά ποσοστό 95% (άρθρ. 300 ΑΚ).

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε ότι ο ενάγων είναι συνυπαίτιος κατά ποσοστό 50% για την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού λόγου της έφεσης.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, πλήρως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων αμέσως μετά το ατύχημα διακομίστηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ", διαπιστώθηκε, ότι συνεπεία του επιδίκου ατυχήματος και της πτώσης του στο οδόστρωμα υπέστη: α) πολλαπλά κατάγματα πρόσθιων και οπίσθιων τόξων πλευρών (ΑΡ), στα οπίσθια με εφίππευση.

β) μικρή πλευριτική συλλογή (ΑΡ), γ) πνευμονικές θλάσεις στα βαρυτοεξαρτώμενα τμήματα των πνευμόνων, δ) υπόπυκνες περιοχές στο τμήμα VI του ήπατος που δεν παρουσιάζουν εμπλουτισμό εικόνα συμβατή με ρήξη ήπατος, ε) παρουσία συλλογής περιηπατικά και υφηπατικά, στ) ρήξη σπληνός με ενεργό εξαγγείωση σκιαστικού περισπληνικά και λίμναση σκιαστικού εντός του παρεγχύματος, ζ) παρουσία υγρού υψηλής πυκνότητας (αιμορραγικού) περισπληνικά και στην παρακολική αύλακα (ΑΡ), η) παρουσία υγρού στον περινεφρικό χώρο (ΑΡ), στο ύψος του κάτω πόλου του αριστερού νεφρού, θ) παρουσία υγρού στον δουγλάσσειο χώρο και ι) εκφυλιστικές αλλοιώσεις της ΑΜΣΣ και της ΘΜΣΣ.

καθώς και εκτεταμένα πρόσθια οστεόφυτα της ΘΜΣΣ (βλ. τις από 1.8.2017 και 3.8.2017 γνωματεύσεις των ιατρών του Τμήματος Αξονικής και Μαγνητικής Τομογραφίας του Γ.Ν.Θ. "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ", όπου αναφέρονται τα ευρήματα των διενεργηθεισών αξονικών τομογραφιών και συγκεκριμένα εγκεφάλου, θώρακος, κοιλίας και ΑΜΣΣ-ΘΜΣΣ).

Συνεπεία της σοβαρότητας του τραυματισμού του o ενάγων, νοσηλεύθηκε στην Α' Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του άνω νοσοκομείου, υποβλήθηκε σε επέμβαση σπληνεκτομής, σε αντιμετώπιση υπεζωκοτικής συλλογής - κάκωσης αριστερού πνεύμονα, πολλαπλών καταγμάτων αριστερών πλευρών και μικρού πνευμονοθώρακα σύστοιχα, καθώς και σε επέμβαση για την αποκατάσταση κοιλιοκήλης με χρήση πλέγματος, κατόπιν της οποίας οι θεράποντες ιατροί του του συνέστησαν τη χρήση ζώνης κοιλίας για 30 ημέρες.

Στο Γ.Ν.Θ. "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ", ο ενάγων νοσηλεύθηκε στην Α' Μονάδα Εντατικής Θεραπείας για το χρονικό διάστημα από την 1.8.2017 μέχρι και την 17.8.2017, τέθηκε σε αγγειοσυσπαστική υποστήριξη και τοποθετήθηκε θωρακοσωλήνας Βυ

ΙΙαυ αριστερά για το διάστημα από 1.8.2017 έως και την 5.8.2017, οπότε και αποσωληνώθηκε. Ακολούθως εμφάνισε συμπτώματα αναπνευστικής κάψας και τέθηκε σε μη επεμβατικό μηχανικό αερισμό (NIV). Την 7.8.2017 παρουσίασε ταχύπνοια και υποξυγονοναιμία, με αποτέλεσμα να επαναδιασωληνωθεί, παραμένοντας διασωληνωμένος μέχρι και την 11.8.2017. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης διασωλήνωσης, παρουσίασε υποδόριο εμφύσημα και μικρό πνευμονοθώρακα αριστερά, αρκετά υψηλό πυρετό και σήψη με αιμοδυναμική αστάθεια. Την 11.8.2017 του αφαιρέθηκε ο θωρακοσωλήνας Βυ

ΙΙαυ, που του είχε τοποθετηθεί για, δεύτερη φορά την 7.8.2017, οπότε η εικόνα του κατέστη βελτιωμένη με εξαίρεση την αναπνευστική ανεπάρκεια και το σύνδρομο άπνοιας που εξακολουθεί υφιστάμενο. Ακολούθως και συγκεκριμένα, την 17.8.2017 0 ενάγων μεταφέρθηκε στην Πνευμονολογική Κλινική του Γ.Ν.Θ. "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" για περαιτέρω νοσηλεία, κατά την οποία του χορηγήθηκε αντιπηκτική αγωγή (ΗΧΜΒ), υποβλήθηκε σε βρογχοδιαστολή και ενυδάτωση, τέθηκε σε μη επεμβατικό μηχανικό αερισμό, οξυγονοθεραπεία και κατευθυνόμενη αντιβιοτική αγωγή λόγω ενδονοσοκομειακής λοίμωξης και συχνών επεισοδίων υποκορισμού και ταχύπνοιας.

Την 23.8.2017 υποβλήθηκε και σε μελέτη ύπνου, κατόπιν της οποίας διαπιστώθηκε υπνική άπνοια και αναπνευστική ανεπάρκεια. Από το Γ.Ν.Θ. "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" εξήλθε την ....2017 (βλ. από ....2018 εξιτήριο του Γ.Ν.Θ. "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ) και περαιτέρω στην με αριθ. πρωτ. ....2017 ιατρική βεβαίωση γνωμάτευση του Γ.Ν. Θεσσαλονίκης "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" αναφέρονται τα κάτωθι: "Ο ανωτέρω ασθενής διεκομίσθη στην Κλινική μας μετά από νοσηλεία του στην Α' ΜΕΘ του Γ.

Ν. Παπανικολάου (.../17) ως πολυτραυματίας λόγω τροχαίου ατυχήματος, αφού υποβλήθηκε σε σπληνεκτομή και αντιμετώπιση υπεζωκοτικής συλλογής - κάκωσης (ΑΡ) πνεύμονα, πολλαπλών καταγμάτων (ΑΡ) πλευρών και μικρού πνευμοθώρακα σύστοιχα. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στην πνευμονολογική κλινική τέθηκε αρχικά σε Μη Επεμβατικό Μηχανικό Αερισμό, σε οξυγονοθεραπεία και κατευθυνόμενη αντιβιοτική αγωγή λόγω ενδονοσοκομειακής λοίμωξης με pseudomonas aeruginosa.

Εξήλθε σε σταθερή κλινική κατάσταση, με οδηγίες για συνέχιση οξυγονοθεραπείας κατ' οίκον, προγραμματισμένο επανέλεγχο στις ... και επανεκτίμηση στο ιατρείο ύπνου λόγω διαπίστωσης υπνικής άπνοιας". Κατά την υποβολή του σε νέες ιατρικές εξετάσεις στο Γ.Ν.Θ. Παπανικολάου την ... και ... αντίστοιχα, διαπιστώθηκε, ότι εξακολουθεί να εμφανίζει αναπνευστική ανεπάρκεια και σύνδρομο άπνοιας στον ύπνο σοβαρού βαθμού και για το λόγο αυτό του συστήθηκε η καθημερινή και δια βίου θεραπεία με αναπνευστήρα θετικής πίεσης C ΡΑΡ (βλ.

και την με αριθ. πρωτ. ...... ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του Γ.Ν.Θ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ και το από ... και με αριθ. εισαγ. Ασθ. ...18 εξιτήριο του παραπάνω νοσοκομείου). Την ...2018 ο ενάγων εισήχθη εκ νέου στην Δ' Χειρουργική Κλινική του Γ.Ν.Θ. "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ", όπου διαπιστώθηκε για δεύτερη φορά η ύπαρξη κοιλιοκήλης και εξήλθε αυθημερόν, ακολούθως δε επανεισήχθη την ...2018, οπότε και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση κήλης εξερχόμενος από το Γ.Ν.Θ. "Γ.

ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" την ...2018 ( βλ. από ... εξιτήριο του Γ.Ν.Θ. "Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" και από ... εξιτήριο του ίδιου νοσοκομείου). Την ... επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", όπου υπεβλήθηκε σε αξονική τομογραφία θώρακα, άνω κοιλίας, οπισθοπεριτοναίου και κάτω κοιλίας, με το ακόλουθο πόρισμα: "Απουσία εικόνας υδρο-πνευμοθώρακα.

Μικρές εμφυσηματικές κύστεις στις κορυφές των πνευμόνων άμφω. Λίγα θλαστικά στοιχεία στην περιφέρεια της γλωσσίδας. Μικρά οζίδια, στο πρόσθιο τμήμα του δεξιού άνω λοβού, στο δεξιό μέσο λοβό και στη γλωσσίδα. Λίγα ινώδη στοιχεία στη δεξιά πνευμονική βάση. Κατάγματα πλευρών αριστερά, πρόσφατα και παλιά.

Απουσία ασκιτικής συλλογής. Υπόπυκνο μόρφωμα στο δεξιό λοβό του ήπατος και μικρή κύστη μπροστά από το μόρφωμα. Πιθανό αιμαγγείωμα, χωρίς τελείως τυπική συμπεριφορά. Συνιστάται σύγκριση με παλιότερο έλεγχο και συνεκτίμηση με ένα ακόμη απεικονιστικό έλεγχο σε δεύτερο χρόνο. Δεν απεικονίζεται σπλήνας.

Σπληνεκτομή. Ιστορικό: Φλοιικές κύστεις νεφρών. Επινεφρίδια :κφ Υπόπυκνη βλάβη διαστάσεων 25,5x18 mm στην ουρά του παγκρέατος. Να διερευνηθεί με MRI άνω κοιλίας και MRCP. Επασβεστώσεις προστάτη. Απουσία άλλων παθολογικών ευρημάτων, από την ελάσσονα πύελο". Κατά την ακόλουθη υποβολή του την ... σε μαγνητική τομογραφία άνω κοιλίας στο ιδιωτικό διαγνωστικό κέντρο "ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ" διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα ευρήματα: "Το ήπαρ απεικονίζεται με φυσιολογικό σχήμα και μέγεθος.

Στο τμήμα VII του ήπατος απεικονίζεται αιμαγγείωμα με διάμετρο 45,5 mm, που εμφανίζει αργό οζώδη περιφερικό εμπλουτισμό. Μικρότερο αιμαγγείωμα απεικονίζεται επίσης στο τμήμα VII πλησίον της προαναφερθείσας βλάβης με διάμετρο 16,9 mm, ενώ ένα τρίτο απεικονίζεται στο τμήμα VI με διάμετρο 7,1 mm,. Μικρή κύστη απεικονίζεται επίσης στο τμήμα VII, με διάμετρο 8.6 mm, Δεν παρατηρείται διάταση των ενδοηπατικών και εξωηπατικών χολαγγείων.

Δεν απεικονίζεται o σπλήνας (ιστορικό επέμβασης). Απεικονίζεται μικρό σπληνίδιο (δ -13,2 mm) στην αριστερή πλάγια κοιλία. Το πάγκρεας απεικονίζεται με φυσιολογικό σήμα. Σε επαφή με την ουρά του παγκρέατος απεικονίζεται μικρή βλάβη (δ - 19,0 mm) με ινώδη και κυστικά στοιχεία που αποδίδεται σε μετεγχειρητικού τύπου αλλοιώσεις λόγω της προηγηθείσας σπληνεκτομής.

Συνιστάται επανέλεγχος. Φυσιολογική απεικόνιση του δεξιού επινεφριδίου. Υπερπλασία του αριστερού επινεφριδίου. Οι νεφροί εμφανίζουν φυσιολογικό σχήμα και μέγεθος. Παρουσία απλών κύστεων στους νεφρούς άμφω. Δυο μικρές αιμορραγικές κύστεις (διάμετρος έως 7,00 mm) απεικονίζονται στον αριστερό νεφρό. Δεν παρατηρούνται παθολογικά διογκωμένοι οπισθοπεριτοναϊκοί λεμφαδένες.

Παρουσία τομής στο πρόσθιο κοιλιακό τοίχωμα". Με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, κρίνοντας το Εφετείο, ότι η εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος παράνομη και υπαίτια παραβίαση της πινακίδας υποχρεωτικής διακοπής πορείας (STOP), που υπήρχε στην πορεία του, υπήρξε αιτιωδώς η μόνη αιτία του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και ότι δεν συνέτρεξε οποιαδήποτε υπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου σ' αυτό (ατύχημα), ο οποίος εισήλθε κανονικά και με προσοχή στη διασταύρωση, επί της οποίας είχε προτεραιότητα, η δε πορεία του εμποδίστηκε εντελώς αιφνιδίως σε πολύ μικρή απόσταση προ αυτού, μη αφήνοντάς του περιθώρια αντίδρασης και έτσι δεν κατέστη δυνατό να αποφύγει την ένδικη σύγκρουση με τροχοπέδηση ή αποφευκτικό ελιγμό, δεν παραβίασε, ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300 και 914 του ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 10 του Ν ΓΠΝ/1911 και τα άρθρα 12 και 19 του ΚΟΚ, όσον αφορά στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, που προκάλεσε το ένδικο τροχαίο ατύχημα, και την έλλειψη συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσίβλητου στην επέλευση του τραυματισμού του και τη βαρύτητα των τραυμάτων του λόγω υπερβολικής ταχύτητας, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης.

Η αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρερμήνευσε την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στον τραυματισμό του και τη βαρύτητα των τραυμάτων του λόγω υπερβολικής ταχύτητας, που πρότειναν οι ίδιοι, και αντ' αυτής (της ένστασης) αποφάνθηκε επί της μη προταθείσας από αυτούς ένστασης συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην ένδικη σύγκρουση, είναι αβάσιμη.

Τούτο διότι το Εφετείο διέλαβε ρητά στην αιτιολογία του, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων εκινείτο με μεγάλη και υπερβολική ταχύτητα για τις περιστάσεις και τις συνθήκες της οδού, καθόσον οι μεν υλικές ζημιές από τη σύγκρουση των δύο οχημάτων ήταν μικρής έκτασης, η δε έκταση των σωματικών κακώσεων του ενάγοντος οφείλεται στη βίαιη πτώση αυτού στο οδόστρωμα σε συνδυασμό με την ηλικία του (66 ετών) και την ταυτόχρονη πτώση της μοτοσικλέτας, απορρίπτοντας μετά ταύτα το σχετικό ισχυρισμό των εναγομένων ως αβάσιμο.

Περαιτέρω, η αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι η πτώση στο οδόστρωμα ενός ανθρώπου με ταχύτητα 10 χλμ/ώρα δεν μπορεί σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας να δικαιολογήσει τέτοιας έκτασης σωματικές βλάβες είναι αβάσιμη, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον δεν έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη, ότι ο ενάγων εκινείτο με 10 χλμ/ώρα κατά το χρόνο της σύγκρουσης, αλλά (έγινε δεκτό) ότι εκινείτο προσεκτικά και με κανονική, με βάση τις επικρατούσες συνθήκες, ταχύτητα (μη υπερβαίνουσα, σε κάθε περίπτωση, το όριο ταχύτητας των 50 χλμ/ώρα, που ίσχυε στην περιοχή του ατυχήματος).

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1α, 1β και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ακολούθως, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 (και όχι από τον αριθμό 11, όπως αναφέρουν) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας, ότι το Εφετείο α) δέχθηκε χωρίς απόδειξη, ότι οι σωματικές βλάβες του αναιρεσίβλητου προκλήθηκαν από το ένδικο τροχαίο ατύχημα, ενώ δεν συνδέονται κατ' ανάγκη αιτιωδώς με αυτό, και β) δεν διέταξε τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης για τις σωματικές βλάβες, που υπέστη ο αναιρεσίβλητος από τη σύγκρουση.

Η α' αιτίαση είναι πρωτίστως απαράδεκτη, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής της στο άρθρο 559 αριθμ.10 του ΚΠολΔ, πλήττεται η, αναιρετικά, ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση.

Εν πάση περιπτώσει, είναι και αβάσιμη, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρα, έγγραφα) που προσκομίστηκαν νόμιμα και που μνημονεύονται σ' αυτή. Η β' αιτίαση είναι ομοίως απαράδεκτη, διότι το Εφετείο, εφόσον δεν δέχθηκε ότι για τη διαπίστωση του παραπάνω ζητήματος απαιτούντο ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, δεν είχε, κατά τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα, υποχρέωση από το νόμο να διατάξει αποδείξεις και συγκεκριμένα ιατρική πραγματογνωμοσύνη, αφού αυτό πλέον επαφιόταν στην κυριαρχική του κρίση.

Επομένως, είναι απορριπτέος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ως απαράδεκτος. Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί, ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1207/2017).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε, σχετικά με το κεφάλαιο της αποζημίωσης του άρθρου 932 του ΑΚ, τα ακόλουθα: "Επίσης, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της στενοχώριας που δοκίμασε και εξακολουθεί να δοκιμάζει και της μεγάλης ταλαιπωρίας στην οποία υποβλήθηκε και υποβάλλεται, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, συνεπεία του πολυεπίπεδου σοβαρού τραυματισμού του, και δη των σωματικών βλαβών και κακώσεων όπως ανωτέρω περιγράφηκαν και της διαδικασίας αποθεραπείας του, του επώδυνου και μακροχρόνιου αυτής και των προβλημάτων υγείας που του κατέλιπε ο ένδικος τραυματισμός του.

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος και την έλλειψη οιασδήποτε υπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκλησή του και την έκταση του τραυματισμού του, το μέγεθος, το είδος τις συνέπειες των σωματικών βλαβών του, τους φυσικούς και ψυχικούς πόνους που δοκίμασε λόγω του τραυματισμού του, της σοβαρής επιδείνωσης της καθημερινότητάς του, της ηλικίας του κατά το χρόνο του ατυχήματος (67 ετών), όλες τις εν γένει συνθήκες του ένδικου ατυχήματος και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση του ενάγοντος (συνταξιούχος) και του πρώτου εναγομένου (ελεύθερος επαγγελματίας, έγγαμος με δύο τέκνα, βλ.

την από 6/2/2018 έκθεση εξέτασής του προανακριτικά) η χρηματική ικανοποίηση που δικαιούται ο εκκαλών-ενάγων ανέρχεται στο εύλογο ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων (35.000,00) ευρώ, στο οποίο δεν συνυπολογίζεται το ποσό των πενήντα (50,00) ευρώ, που επιφυλάχθηκε αυτός να διεκδικήσει από το ποινικό δικαστήριο, κατά την παράστασή του ως πολιτικώς ενάγοντος.

Το ανωτέρω δε ποσό, κρίνεται ικανό, να αμβλύνει τα δυσάρεστα συναισθήματα που προκάλεσε στον ενάγοντα η ένδικη προσβολή και η επιδίκασή του δεν ενέχει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιηθέντος μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, που απορρέει από τη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου (...), λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν πρέπει μεν να υποβαθμίζει την απαξία της πράξης επιδικάζοντας χαμηλό ποσό χρηματικής ικανοποίησης, όμως, συγχρόνως δεν πρέπει, με ακραίες εκτιμήσεις, να καταλήγει σε εξουθένωση του ενός μέρους και αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό του άλλου, διότι τούτο υπερακοντίζει το σκοπό που επιδίωξε ο νομοθέτης, ήτοι την αποκατάσταση της τρωθείσας διά της αδικοπραξίας κοινωνικής ειρήνης (...).

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, καθόρισε το μικρότερο ποσό των 10.000 ευρώ για την ίδια αιτία, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου εν μέρει δεκτού, ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού λόγου της έφεσης του ενάγοντος". Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να επιδικάσει στον πρώτο αναιρεσείοντα για την, κατ' άρθρο 932 του ΑΚ, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία του τραυματισμού του στο ένδικο τροχαίο ατύχημα το ποσό των 35.000 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνει καταφανώς εκείνα, που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις αποζημίωσης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.

Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 914, 932 του ΑΚ και 25 παρ. 1 (εδάφ. δ') του Συντάγματος, προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, αλλά και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων, επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από τον τραυματισμό του, το επίμαχο ποσό, το οποίο, όμως, είναι δυσαναλόγως μεγάλο σε σχέση με αυτό που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής επιστήμης αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τέτοια δεν σημαίνει κατ' ανάγκην πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, κατά την ορθή ερμηνεία της ίδιας διάταξης, με αυτή προβλέπεται η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν μπορεί να προσδιοριστεί, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού τυχόν συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 931/2021, ΑΠ 187/2021, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 1430/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγω ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των διατάξεων των άρθρων 914 και 931 του ΑΚ κατά τον καθορισμό της πρόσθετης χρηματικής παροχής του άρθρου 931.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε, σχετικά με το κεφάλαιο της χρηματικής παροχής του άρθρου 931 του ΑΚ, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία κρίνεται ότι ο ενάγων συνεπεία του ένδικου τραυματισμού του κατέστη δια βίου ανάπηρος με τρόπο μόνιμο και μη αναστρέψιμο καθώς τούτος έχει μόνιμα αναπνευστική ανεπάρκεια και υπνική άπνοια, υποχρεούμενος να κοιμάται καθημερινά συνδεδεμένος με αναπνευστική συσκευή.

Συνεπεία της μόνιμης βλάβης στους πνεύμονές του δυσκολεύεται στην καθημερινή του διαβίωση και την πραγματοποίηση δραστηριοτήτων που απαιτούν σωματική φόρτιση, υποβαθμίζεται η ποιότητα της ζωής του και εμποδίζεται η κοινωνική του δραστηριότητα είναι δε υποχρεωμένος στο μέλλον να επιβαρύνεται οικονομικά παρακολουθώντας την πορεία της υγείας του, προσλαμβάνοντας υποκατάστατες δυνάμεις για την πραγματοποίηση ακόμη και απλών χειρωνακτικών εργασιών με αντίστοιχη επίπτωση στο οικονομικό του μέλλον.

Η κρίση περί της αναπηρίας του ενισχύεται και από την αφαίρεση του σπλήνα αλλά και της μετεγχειρητικής κατάστασης του κοιλιακού τοιχώματος (κοιλιοκήλες) που προσδίδουν χαρακτήρα μόνιμων και μη αναστρέψιμων σωματικών βλαβών. Από την προκληθείσα μόνιμη αναπηρία έχει μειωθεί η προσωπικότητα του ενάγοντος, ενώ έχει μειωθεί ο ίδιος και κοινωνικά, καθόσον η αναπηρία έχει επηρεάσει σοβαρά τις κοινωνικές συναναστροφές και την κοινωνική δραστηριότητα που έχει ο μέσος υγιής άνθρωπος της ηλικίας του και δυσκολεύει τις μελλοντικές κοινωνικές, οικογενειακές και λοιπές σχέσεις και συναναστροφές του.

Η αναπηρία αυτή θα του δημιουργεί ισόβια δυσμενείς ψυχολογικές επιδράσεις, λαμβανομένης υπόψη και της ηλικίας του, για την αντιμετώπιση δε όλων αυτών των δυσμενών επιπτώσεων, οι οποίες θα επιδρούν μόνιμα στο οικονομικό και κοινωνικό μέλλον του ενάγοντος, καθιστώντας τον μειονεκτικό πλέον άτομο, έναντι των υγιών συνανθρώπων του, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί σ' αυτόν το εύλογο ποσό των 20.000 ευρώ, κατ' άρθρο 931 ΑΚ (...), το οποίο είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τις λοιπές αξιώσεις του λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων που αναφέρθηκαν στη μείζονα πρόταση, που προηγήθηκε, δηλαδή το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας του, την ηλικία του, τη μη ενεργό επαγγελματική του ζωή λόγω συνταξιοδότησης αυτού, την απουσία συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση της αναπηρίας.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το ανωτέρω κονδύλιο με έρεισμα τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου εν μέρει δεκτού, ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού λόγου της έφεσης με τον οποίο αποδίδεται στην εκκαλούμενη απόφαση η πλημμέλεια αυτή".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δηλαδή με το να επιδικάσει το ποσό των 20.000 ευρώ για την εν λόγω χρηματική παροχή, δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, που εφαρμόστηκε, και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και τα αντίθετα υποστηριζόμενα, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, είναι αβάσιμα.

Τούτο διότι, διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της πληττόμενης απόφασης, ότι η αναπηρία θα έχει οπωσδήποτε δυσμενή επίδραση στο κοινωνικό και οικονομικό μέλλον του παθόντος, ενώ το ύψος του εύλογου ποσού, που επιδικάσθηκε, υπολογίσθηκε με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας, την ηλικία του παθόντος, τη μη ενεργό επαγγελματική του ζωή και την απουσία συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση της αναπηρίας.

Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί ελλιπούς και αντιφατικής αιτιολογίας της μείζονος πρότασης της προσβαλλόμενης είναι απαράδεκτες, διότι δεν καθίσταται ένεκα τούτου η απόφαση αναιρετέα για τους λόγους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 302/2020, ΑΠ 900/2011). Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, εν μέρει ως αβάσιμος και εν μέρει ως απαράδεκτος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του Ν 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-09-2021 αίτηση (αριθμ. κατάθ. 230/13-09-2021) για αναίρεση της 629/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ