Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling substantive facts are beyond appellate review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment. The appellant argued the lower court erred in interpreting a bank's letter regarding debt restructuring, but the court held that the appeal lacked a major proposal. The court determined that the substantive facts and the lower court's reasoning on these facts were not subject to appellate review under the relevant civil procedure code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(20) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court lacks jurisdiction to review the substantive facts and the lower court's reasoning on them, rendering such appeal grounds inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 900 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 900/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ναυτικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΥΚΛΑΔΙΚΗ ΑΚΤΟΠΛΟΪΑ ΥΙΩΝ Κ. ΒΕΝΤΟΥΡΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Ν.Ε." που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πέππα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Τσικρικά και Αιμιλία Φουντα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9.6.2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1631/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 753/2009 του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή της και τους από 23 Μαρτίου 2011 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 20 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 7.12.2009 αίτησης αναίρεσης και του από 23.3.2011 δικογράφου προσθέτων λόγων για αναίρεση της υπ' αριθ. 753/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα).
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η έλλειψη μείζονος πρότασης, όπως είναι η παράλειψη παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα ή η ατελής ή αντιφατική παράθεση των διατάξεων αυτών ή η παντελής έλλειψη αιτιολόγησης της ερμηνευτικής εκδοχής του ίδιου δικαστηρίου σε σχέση με αυτές, ή η ελλιπής ή αντιφατική σχετική αιτιολόγηση ως προς την ερμηνευτική εκδοχή δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα για έλλειψη νόμιμης βάσης, αφού η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογίες όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνο οι επί των αποδεικνυομένων ή μη, πραγματικών γεγονότων ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου και όxι τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου κατά το στάδιο αξιολόγησης των αποδείξεων.
Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των προαναφερομένων παραδοχών της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί, όπως συνάγεται από το άρθρο 578 ΚΠολΔ, να συμπληρώσει εκείνες τις
διατάξεις (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 279/2005). Εξάλλου, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος (και όχι της μείζονος) πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός
όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν
ελλείψεις στην περιγραφή τους (Ολ.ΑΠ 44/1990).
Συνεπώς, οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος και τρίτος κατά το ένα μέρος του λόγοι αναίρεσης και ο δεύτερος λόγος από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ του δικογράφου προσθέτων λόγων κατά το ένα μέρος του, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες: 1) απέρριψε τον τρίτο λόγο και τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τους οποίους διατύπωνε παράπονα κατά της πρωτόδικης απόφασης, κατά το μέρος της που έκρινε μη νόμιμη την αγωγή της, ως προς το αίτημα υπολογισμού της αιτούμενης αποζημίωσης, όχι με βάση την ισοτιμία δολαρίου - δραχμής (ήδη ευρώ) κατά το χρόνο προέλευσης της ένδικης ζημίας της, αλλά με βάση την ισοτιμία του χρόνου άσκησης προγενέστερης αγωγής της, που απορρίφθηκε ως αόριστη, 2) απέρριψε το δεύτερο λόγο της έφεσής της και τον ταυτόσημο τέταρτο πρόσθετο λόγο της, με τους οποίους διατύπωνε παράπονα κατά της πρωτόδικης απόφασης κατά το μέρος της που έκρινε απαράδεκτη την προσθήκη με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο νέων πραγματικών περιστατικών, γιατί αποτελούσαν ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, 3) έκρινε στη μείζονα νομική της σκέψη τις προϋποθέσεις δημιουργίας αντισυμβατικής και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης Τράπεζας με αιτιολογίες αντιφατικές και 4) διέλαβε στις αιτιολογίες της σκέψεις για τη νομική θεμελίωση συμπεριφοράς τραπεζικών οργάνων, που αντιστρατεύονται την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 919 του Α.Κ., κρίνονται απαράδεκτοι.
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος ή για επιχειρήματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 919 Α.Κ., όποιος από πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη υποχρεώνεται να τον αποζημιώσει. Η ανωτέρω διάταξη, κατά την οποία αποτελεί αυτοτελή αδικοπραξία και γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, όταν η εναντίον των χρηστών ηθών συμπεριφορά γίνεται από πρόθεση και προκαλεί ζημία, είναι συμπληρωματική της Α.Κ. 914 και επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη, όταν δεν υφίσταται προσβολή ορισμένου δικαιώματος ή έννομα προστατευομένου συμφέροντος, ούτε παραβίαση διάταξης νόμου, αλλά το περί δικαίου και ηθικής αίσθημα απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας.
Προϋποθέσεις δε εφαρμογής της εν λόγω διάταξης (Α.Κ. 919) είναι: α) συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη αναγόμενη σε άσκηση δικαιώματος) που αντίκειται στα χρηστά ήθη, β) πρόθεση του δράστη για την επαγωγή ζημίας, έστω και με τή μορφή του ενδεχόμενου δόλου, γ) πρόκληση της ζημίας αυτής σε άλλον και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας του άλλου.
Συνεπώς κύριο χαρακτηριστικό της ιδιαίτερης αδικοπραξίας του 919 Α.Κ. είναι η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική και εξετάζεται αντικειμενικά, σύμφωνα με την αντίληψη του υγιώς, κατά το δίκαιο και κατά τη γενική αντίληψη του χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου ανθρώπου (Ολ.Α.Π. 10/1991) σε συνδυασμό με το επιτρεπτό του επιδιωχθεντος σκοπού έστω και θεμιτού και των χρησιμοποιηθέντων μεσών (Ολ.ΑΠ 396/1975).
Ειδικότερα, αντίθεση στα χρηστά ήθη υπάρχει όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του "χρηστώς και εμφρόνως" σκεπτόμενου ατόμου, η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις δικανικές αρχές, στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. Συνεκτιμάται δε συνολικά για τη διαπίστωση της αντίθεσης στα χρηστά ήθη, η συμπεριφορά του δράστη, σε συνδυασμό με τους σκοπούς, τα μέσα και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που τον οδήγησαν στην συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε, ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με την διαγωγή του αντισυμβαλλομένου- "θύματος", για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση (ΑΠ 1652/2006).
Στην αναζήτηση του ορθού αυτού μέτρου συνεκτιμώνται σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. και τα επιβαλλόμενα όρια από αυτήν. Τέτοια δε αντίθετη προς τα ήθη συμπεριφορά υπάρχει στο πλαίσιο εφαρμογής και των διατάξεων των άρθρων 20 και 25 του Συντάγματος και όταν ο δανειστής, εκμεταλλευόμενος την μονοπωλιακή ή εξουσιαστική θέση του απέναντι στον αντισυμβαλλόμενο οφειλέτη του, προβαίνει ξαφνικά και αδικαιολόγητα σε ενέργειες που προκαλούν ζημία στον τελευταίο χωρίς αυτές συγχρόνως να αποφέρουν και ωφέλεια στον ίδιο ως δανειστή ή υφίσταται κατάφωρη ασυμμετρία μεταξύ του χρησιμοποιηθέντος μέσου και σκοπού χωρίς όμως η οποιαδήποτε επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης εκ μέρους του δανειστή να δημιουργεί σε κάθε περίπτωση υποχρέωση αποζημίωσης του ......καθ' ού η εκτέλεση οφειλέτη, γιατί η παραδοχή της άποψης αυτής θα οδηγούσε έμμεσα στην κατάργηση εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων εκουσίως ή με τη χρήση των επιτρεπτά .....παρεχομένων αναγκαστικών μέτρων εκτέλεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 753/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "(Α)Στις 21-10-1993 καταρτίστηκε στον Πειραιά, μεταξύ της εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και της ενάγουσας ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "ΚΥΚΛΑΔΙΚΗ ΑΚΤΟΠΛΟΪΑ ΥΙΩΝ Κ.
ΒΕΝΤΟΥΡΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"(και του Προέδρου του Δ.Σ. αυτής και μοναδικού μετόχου Ε. Κ. Β. ως εγγυητή)η υπ' αριθ. 1163/1993 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό (καθώς και οι υπό την ίδια ημερομηνία πρόσθετες πράξεις)μέχρι του χρηματικού ποσού των 2.000.000.000 δρχ. Σύμφωνα με σχετικό όρο της συμβάσεως η Τράπεζα θα παρείχε, στα πλαίσια των νομικών και συναλλαγματικών περιορισμών που θα ίσχυαν κάθε φορά, τμήμα ή το σύνολο της πιστώσεως σε συνάλλαγμα με επιλογή της πιστούχου (ενάγουσας) ως προς το νόμισμα, δηλαδή είτε σε μετατρέψιμες δραχμές, είτε σε διαπραγματεύσιμα νομίσματα στη διατραπεζική αγορά συναλλάγματος (FΙΧΙΝG) Αθηνών, είτε σε ευρωπαϊκές νομισματικές μονάδες.
Επίσης με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η πίστωση παρέχεται με ανώτατο επιτρεπόμενο εκάστοτε όριο τραπεζικού τόκου και προμήθεια και ότι η Τράπεζα δικαιούται να κλείνει το λογαριασμό οποτεδήποτε και χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση της πιστούχου οπότε όλο το οφειλόμενο ποσό (υπόλοιπο κλεισίματος) είναι απαιτητό εντόκως με το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο του τραπεζικού τόκου υπερημερίας.
Η ενάγουσα προέβη στην κατάρτιση της άνω συμβάσεως μετά από σχετική απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου (βλ. από 21-4-93 πρακτικά συνεδριάσεως του Δ.Σ.), όπου αναλύθηκαν λεπτομερώς οι όροι της συμβάσεως και κρίθηκε το προφανές συμφέρον της ενάγουσας να προβεί στη σύναψη της με βάση την υπ' αριθ. 1976/19-9-91 πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.
Στα πλαίσια της σύμβασης αυτής η Τράπεζα ανέλαβε την υποχρέωση να χορηγήσει στην ενάγουσα 7.500.000 δολ. Η.Π.Α, από τα οποία τα 5.500.000 δολ. Η.Π.Α. προορίζονταν για την κάλυψη μέρους του τιμήματος αγοράς απ' αυτή (ενάγουσα) του υπό ιταλική σημαία πλοίου "Μ. L.", (το οποίο εντέλει νηολογήθηκε υπό ελληνική σημαία και μετονομάστηκε σε "Π.
Τ. 2"), ενώ τα 2.000.000 δολ. Η.Π.Α., προορίζονταν για την κάλυψη μέρους (50%) των δαπανών μετασκευής και επισκευής του πλοίου σε επιβατηγό οχηματαγωγό, με την πρόσθετη, όμως, συμφωνία, ότι αυτά τα 2.000.000 δολ. Η.Π.Α. αποτελούσαν το ανώτατο ποσό που θα κατέβαλε η εναγόμενη για την μετασκευή και επομένως εάν μεν το τελικό κόστος υπερέβαινε αυτό το ποσό δεν υπήρχε υποχρέωση επιπλέον συμμετοχής της, ενώ εάν υπολειπόταν αυτού του ποσού, όφειλε να καταβάλει μέχρι το 50% (εάν δηλαδή το τελικό κόστος μετασκευής ανερχόταν σε 10.000.000 δολ.
Η.Π.Α., η εναγόμενη θα χρηματοδοτούσε την ενάγουσα με 2.000.000. δολ. Η.Π.Α. και όχι με το 50%, ενώ εάν ανερχόταν σε 1.000.000 δολ. Η.Π.Α., η εναγόμενη θα την χρηματοδοτούσε με το 50%, ήτοι 500.000 δολ. Η.Π.Α.). Σημειωτέον ότι, η χρηματοδότηση της μετασκευής του πλοίου, με συμμετοχή της Τράπεζας κατά 50%, έγινε βάσει του συνταχθέντος από την ενάγουσα προϋπολογισμού συνολικού ύψους 4.000.000 δολ.
ΗΠΑ και κατόπιν του από 20.9.93 υποβληθέντος αιτήματος της για δάνειο 2.000.000 δολ. ΗΠΑ που ικανοποιήθηκε πλήρως. Με τις υπό ιδία ημερομηνία (21-10-93), δύο επιστολές της εναγομένης, τις οποίες αποδέχθηκαν και υπέγραψαν τα συμβαλλόμενα μέρη και αποτέλεσαν παράρτημα της ένδικης σύμβασης πιστώσεως, ορίστηκε, επί πλέον, ότι η χρηματοδότηση του ποσού των 5.500.000 δολ.
ΗΠΑ. που αφορούσε την αγορά του πλοίου θα εξοφλείτο σε δέκα ισόποσες (των 550.000 δολ. ΗΠΑ εκάστη) εξαμηνιαίες δόσεις, της πρώτης δόσης καταβλητέας μετά πάροδο εννέα μηνών μετά την εκταμίευση και οι υπόλοιπες δόσεις ανά εξάμηνο, μετά την πρώτη, ενώ το ποσό της πιστώσεως των 2.000.000 δολ. ΗΠΑ (που αφορούσε το 50% της συνολικής δαπάνης μετασκευής του πλοίου) θα κατεβάλετο σε οκτώ ισόποσες (των 250.000 δολ.
ΗΠΑ εκάστη) εξαμηνιαίες δόσεις, της πρώτης καταβλητέας μετά πάροδο έξι μηνών από το τέλος της μετασκευής, και πάντως όχι αργότερα από την 31-8-1994 και οι υπόλοιπες δόσεις ανά εξάμηνο μετά την πρώτη. Την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της ανωτέρω πιστώσεως εγγυήθηκε με σύμβαση εγγυήσεως που καταρτίστηκε την ίδια ημέρα (21-10-1993) εμπραγμάτως η αδελφών συμφερόντων εταιρεία "ΑΠΟΛΛΩΝ ΕΞΠΡΕΣ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" παραχωρώντας τρίτη προτιμώμενη υποθήκη (μέχρι του ποσού των 9.750.000 δολ.ΗΠΑ) επί του πλοίου της "Α.
Ε. 2" και προσωπικά ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Ε. Β., δεχόμενος να ευθύνεται ως αυτοφειλέτης σε περίπτωση μη εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων της εταιρίας του, ενώ στις 29-10-1993 (με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πειραιώς κ. Μιχ.Λεβέντη) η ενάγουσα συνέστησε υπέρ της εναγόμενης δανείστριας Τράπεζας πρώτη προτιμώμενη ναυτική υποθήκη μέχρι του ποσού των 9.750.000 δολ.
Η.Π.Α., επί του ανωτέρω πλοίου της, το οποίο είχε, πλέον, μετονομάσει σε "Π. Τ. 2" και είχε εγγράψει στα ελληνικά νηολόγια (Νηολόγιο Πειραιώς με αριθ....). Σημειωτέον ότι στον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο με τον τίτλο "VEΝΤΟURIS SΕΑ LINES" (που ήλεγχε ο Ε. Β.) η εναγομένη Τράπεζα είχε ήδη χορηγήσει τα εξής δάνεια: Στην αδελφών συμφερόντων εταιρεία "ΑΠΟΛΛΩΝ ΕΞΠΡΕΣ II ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ποσό 1.675.120.000 δρχ.
μέσω της υπ' αρ.1157/17.3.93 σύμβασης
πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό υπό την εμπράγματη εγγύηση της ενάγουσας και την προσωπική του Ε. Κ. Β. και στις αδελφών συμφερόντων εταιρείες "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΚΤΟΠΛΟΪΑ ΥΙΩΝ Κ. ΒΕΝΤΟΥΡΗ Ν.Ε.", "ΑΚΤΟΠΛΟΪΚΑΙ ΓΡΑΜΜΑΙ ΥΙΩΝ Κ. ΒΕΝΤΟΥΡΗ Ν.Ε.", "ΚΥΚΛΑΔΙΚΗ ΑΚΤΟΠΛΟΪΑ ΥΙΩΝ Κ. ΒΕΝΤΟΥΡΗ Ν.Ε.", "ΑΚΤΟΠΛΟΪΑ ΥΙΩΝ Κ. ΒΕΝΤΟΥΡΗ Ν.Ε."και "ΑΠΟΛΛΩΝ ΑΚΤΟΠΛΟΪΑ ΥΙΩΝ Κ.
ΒΕΝΤΟΥΡΗ Ν.Ε.", ευθυνόμενων εις ολόκληρο και υπό την εγγύηση του Ε. Κ. Β., ποσό δρχ. 600.000.000, μέσω της υπ* αρ. 1158/21.4.93 σύμβασης πίστωσης, τα οποία περιήλθαν σε οριστική καθυστέρηση το μεν πρώτο την 20.4.95 με χρεωστικό υπόλοιπο δρχ. 1.741.967.007, το δε δεύτερο την 12.3.95 με χρεωστικό υπόλοιπο δρχ. 133.496.586. (Β) Σε εκτέλεση της παραπάνω 1163/93 συμβάσεως πιστώσεως, η εναγόμενη Τράπεζα κατέβαλε στην ενάγουσα στις 27-10-1993 το χρηματικό ποσό των 5.500.000 δολ.
Η.Π.Α. για την χρηματοδότηση μέρους του τιμήματος των 7.320.000 δολ. Η.Π.Α., που η τελευταία είχε, ήδη, καταβάλει, στις 7-10-1993, στην ιταλική εταιρεία "FI.ON SRL", για την αγορά του πλοίου "Μ. L." (που μετονομάστηκε σε "Π. Τ. 2"), ενώ από το Νοέμβριο του ίδιου έτους έως και τον Απρίλιο του επόμενου έτους (1994) που πραγματοποιήθηκαν οι εργασίες μετασκευής αυτού του πλοίου σε επιβατηγό - οχηματαγωγό, το χρηματικό ποσό των 2.000.000 δολ.
Η.Π.Α. (με βάση πιστοποιήσεις εκτέλεσης του έργου από τον μηχανολόγο-ναυπηγό Σ. Κ.) για την κάλυψη μέρους αυτής της δαπάνης, το κόστος της οποίας ξεπέρασε τελικώς τα 6.000.000 δολ. Η.Π.Α.. Σημειωτέον ότι το κόστος μετασκευής κατά μεν την ενάγουσα ανήλθε σε 19 εκατ. δολ.ΗΠΑ, κατά δε την εναγομένη σε 6,1 εκατ.δολ. ΗΠΑ -εκ των οποίων 2 εκ.
δολ.ΗΠΑ από την χρηματοδότηση αυτής-, ενώ ο ανωτέρω ναυπηγός Σ.Κ. με τις από 19-1-1994 και 16-5-1994 επιστολές του γνωστοποίησε στην εναγομένη ότι λόγω των επιπλέον τροποποιήσεων επί των αρχικών σχεδίων μετασκευής ο νέος προϋπολογισμός ανερχόταν σε 6,1 εκατ. δολ. ΗΠΑ ο οποίος και καλύφθηκε κατά την ολοκλήρωση της μετασκευής.
Επομένως, σύμφωνα με την παραπάνω σύμβαση, η πρώτη από τις δέκα δόσεις των 550.000 δολ. Η.Π.Α. (για τα 5.500.000 δολ. Η.Π.Α.) έπρεπε να καταβληθεί από την ενάγουσα στις 27-7-1994 και η πρώτη από τις οκτώ δόσεις των 250.000 δολ. Η.Π.Α. (για τα 2.000.000 δολ.Η.Π.Α.) έπρεπε να καταβληθεί στις 31-8-1994. Παρότι, όμως, η ενάγουσα, αμέσως μετά την ολοκλήρωση της μετασκευής, έλαβε άδεια σκοπιμότητας από το Υ.Ε.Ν.
και δρομολόγησε, από τον Απρίλιο 1994, στην κερδοφόρο ακτοπλοϊκή γραμμή Πειραιά - Σύρου - Τήνου-Μυκόνου το πλοίο της "Π. Τ. 2" (το οποίο, κατά τα επικαλούμενα στην αγωγή -μέχρι το τέλος του ιδίου έτους 1994- πραγματοποίησε 250 πλόες που απέφεραν εισπράξεις συνολικού ύψους 993.661.518 δραχμών και καθαρά κέρδη άνω των 300.000.000 δρχ., ενώ το επόμενο έτος -1995- πραγματοποίησε 238 πλόες που απέφεραν εισπράξεις συνολικού ποσού 1.219.226.357 δρχ.
και καθαρά κέρδη ύψους 400.000.000 δρχ.), δεν κατέβαλε, μέχρι και τον Απρίλιο του 1995, τις ληξιπρόθεσμες μέχρι τότε δόσεις της πιστώσεως, ήτοι δύο δόσεις των 550.000 δολ. Η.Π.Α., που ήταν πληρωτέες στις 27-7-1994 και στις 27-1-1995 αντίστοιχα και δύο δόσεις των 250.000 δολ. Η.Π.Α., που ήταν πληρωτέες στις 31-8-1994 και στις 28-2-1995, αντίστοιχα, με αποτέλεσμα να καταστεί υπερήμερη και η εναγόμενη να προχωρήσει (όπως είχε δικαίωμα από την παραπάνω σύμβαση δανείου)στις 16-5-1995 σε καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως και σε οριστικό κλείσιμο των υπ' αριθμ. 665525-4 και 665527-0 αλληλόχρεων (μέχρι την 19-4-1995)λογαριασμών, που τηρούνταν γι' αυτήν και εμφάνιζαν κατάλοιπο σε βάρος της ενάγουσας, ύψους 1.904.893.246 δρχ., ενώ συγχρόνως ζήτησε απ' αυτή την απόδοση του καταλοίπου (ύψους 1.904.893.246 δρχ.) με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 20-4-1995.
Σημειωτέον ότι η ενάγουσα με τις από 20-9-1994 δύο επιστολές της αναγνώρισε ανεπιφύλακτα το κατά την 15-9-1994 υφιστάμενο σε βάρος της χρεωστικό υπόλοιπο. (Γ) Η ενάγουσα, αρνούμενη την υπερημερία της, ισχυρίζεται ότι τον Νοέμβριο του 1993, πριν δηλαδή καταστούν ληξιπρόθεσμες οι ανωτέρω δόσεις της, η εναγόμενη της παρείχε διετή περίοδο χάριτος προς εξόφληση των εξωτραπεζικών υποχρεώσεων της (λόγω του δανεισμού που έκανε από ιδιώτες για τις μετασκευές του πλοίου) και επομένως, η πρώτη δόση των 550.000 δολ.
Η.Π.Α. ήταν καταβλητέα στις 27-7-1996 (και όχι στις 27-7-1994) και η πρώτη των 250.000 δολ. Η.Π.Α. στις 31-8-1996 (και όχι στις 31-8-1994). Όμως ουδόλως αποδείχθηκε ότι η εναγομένη υποσχέθηκε στην ενάγουσα περίοδο χάριτος δύο ετών ή οποιοδήποτε άλλο διάστημα, κατά το οποίο η τελευταία δεν θα κατέβαλε κανένα ποσό από τις παραπάνω δόσεις του δανείου, πέραν του συμφωνηθέντος εγγράφως, δια της άνω συμβάσεως, χρόνου εξοφλήσεως.
Ο ισχυρισμός της αυτός, τον οποίο αρνείται η εναγομένη, δεν αποδείχθηκε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, καθώς από την αλληλογραφία των δύο πλευρών από τότε που κατέστη ληξιπρόθεσμη η πρώτη δόση μέχρι το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών, προκύπτει σαφώς ότι η πληρωμή των δόσεων θα γινόταν με βάση το χρονοδιάγραμμα που είχε τεθεί στην σύμβαση πιστώσεως, χωρίς να έχει μεσολαβήσει κάποια άλλη συμφωνία για μετάθεση του χρόνου πληρωμής, ενώ σε κάθε περίπτωση εάν υπήρχε μία τόσο σημαντική συμφωνία που αφορά ουσιώδες στοιχείο της συμβάσεως (μεταβολή του χρόνου αποπληρωμής των δόσεων του δανείου) θα είχε τηρηθεί γι' αυτήν ο έγγραφος τύπος, ο οποίος, άλλωστε, κυριαρχεί στις τραπεζικές συναλλαγές, όπως είχε γίνει για όλες τις μέχρι τότε συμφωνίες των διαδίκων (βλ.σχετ.
την από 17-10-1994 επιστολή της ενάγουσας προς την εναγόμενη, στην οποία αναφέρεται"... επειδή πρέπει και θέλουμε να ομαλοποιήσουμε τους λογαριασμούς μας προς την Τράπεζα σας, για την οποία έχουμε να πούμε ένα μεγάλο ευχαριστώ για τον επαγγελματικό τρόπο αντιμετώπισης της εταιρείας μας", την από 25-10-1994 επιστολή της ιδίας, την οποία ξεκινά με την φράση " ...
Αναφερόμενοι στις ληξιπρόθεσμες προς την Τράπεζα σας οφειλές"). Εξάλλου ο παραπάνω ισχυρισμός (περί παροχής διετούς περιόδου χάριτος) ουδόλως προτάθηκε στην κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή που άσκησε η ενάγουσα κατά πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης που επέσπευσε η Τράπεζα για να ικανοποιηθεί, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια.
Περαιτέρω η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγομένη Τράπεζα, παρότι αναγνώρισε την ανάγκη πραγματοποιήσεως πολύ μεγαλύτερης δαπάνης για τις μετασκευές του πλοίου, αρνήθηκε καταχρηστικά να της χορηγήσει πρόσθετη πίστωση και την παρότρυνε σε εξωτραπεζικές πηγές δανεισμού, με μεγάλο τόκο, για να καλύψει το κόστος των μετασκευών το οποίο ανήλθε σε 19 εκατ.
δολ.ΗΠΑ. Ο ισχυρισμός αυτός, ανεξαρτήτως ότι η εναγομένη ουδεμία υποχρέωση είχε προς περαιτέρω χρηματοδότηση της ενάγουσας δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, στον ίδιο όμιλο εταιρειών είχαν παρασχεθεί και άλλα δάνεια μεγάλων ποσών, ενώ εξαρχής ήταν σαφής η θέση της περί χρηματοδότησης μέχρι ποσού 2 εκατ.
δολ. ΗΠΑ, ανεξαρτήτως ότι η παράλειψη χορήγησης πρόσθετης οικονομικής βοήθειας δεν αντιβαίνει ούτε στην καλή πίστη ούτε στα χρηστά ήθη διότι ο δανειοδότης δεν είναι υποχρεωμένος, χωρίς την ρητή συναίνεση του, να συμμετέχει στον επιχειρηματικό κίνδυνο των οφειλετών του, ουδόλως αποδείχτηκε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (δηλ.
η παρότρυνση σε εξωτραπεζικό δανεισμό μεγάλων ποσών με μεγάλο επιτόκιο), ενώ δεν είναι και λογικός, αφού η οποιαδήποτε άλλη χρηματοδότηση της ενάγουσας -και μάλιστα από την ελεύθερη αγορά με υψηλότατα επιτόκια- θα σήμαινε αυτομάτως επί πλέον επιβάρυνση της και συνεπώς πλήρη αδυναμία εκπληρώσεως των υποχρεώσεων της προς την Τράπεζα.
Το γεγονός, άλλωστε, ότι η δαπάνη μετασκευής του πλοίου υπερέβη κατά πολύ τον αρχικό προϋπολογισμό της ενάγουσας (ύψους 4 εκατ.δολ.ΗΠΑ) οφείλετο, εκτός των άλλων και στις πολυτελείς κατασκευές που έκανε η τελευταία στο πλοίο, χωρίς ωστόσο αυτή να διαθέτει ίδια κεφάλαια, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν σημαντικές υποχρεώσεις σε διάφορους προμηθευτές, κατασκευαστικές εταιρίες κλπ.
τούτο δε δεν βαρύνει την εναγομένη Τράπεζα αλλά την ίδια την ενάγουσα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του απέρριψε ως αβάσιμους τους ανωτέρω ισχυρισμούς της ενάγουσας (περί χορήγησης διετούς περιόδου χάριτος προς εξόφληση των εξωτραπεζικών υποχρεώσεων της -παροτρύνσης σε εξωτραπεζικό δανεισμό) δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και οι αντίθετοι λόγοι έφεσης- προσθέτων λόγων έφεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. (Δ) Στη συνέχεια, δεδομένου ότι η ενάγουσα εξακολουθούσε να μην συμμορφώνεται στις υποχρεώσεις της και μετά την καταγγελία της σύμβασης και το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών, η εναγομένη Τράπεζα, συνεκτιμώντας (α) την συσσώρευση των πιστωτών και του όγκου των απαιτήσεων τους κατά της ενάγουσας (όπως αναγκαστική κατάσχεση δρχ. 15.441.727 υπέρ του ΟΛΠ στις 5.9.95, απαγόρευση νομικής μεταβολής υπέρ της ΕΚΟ & στις 29.9.95- βλ.τα από 2.5.97 και 18.7.96 πιστοποιητικά βαρών του πλοίου "Π.
Τ. 2" και "Α. Ε. 2" αντίστοιχα- απαιτήσεις ΝΑΤ, ΟΛΠ, Δ.Ο.Υ. Πλοίων, απαιτήσεις του πληρώματος), (β) τις κατασχέσεις που είχε ήδη επιβάλει η Εμπορική Τράπεζα -τον Αύγουστο 1995- στα υπόλοιπα τρία πλοία του ομίλου ήτοι το "Π. Τ." που είχε μετονομασθεί σε "ΑΡΤΕΜΙΣ", το "ΑΠΟΛΛΩΝ ΕΞΠΡΕΣ 1" και το "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΞΠΡΕΣ" και τις διαδικασίες εκπλειστηρίασης των εν λόγω πλοίων που ξεκίνησαν τον Νοέμβριο 1995 οι λοιποί πιστωτές (ΕΚΟ, ΚΕΜΟ ΕΛΛΑΣ Ε.Π.Ε..
ΟΛΠ. κ.λπ.) που είχαν επιβάλει κατασχέσεις, με επίσπευση των οποίων εκδόθηκαν αλλεπάλληλα προγράμματα(τα οποία ανεστάλησαν με δικαστικές αποφάσεις κατόπιν ανακοπών κυρίως για διόρθωση της αξίας των πλοίων), επέβαλε τον Οκτώβριο 1995 κατάσχεση στα ενυπόθηκα πλοία "Π. Τ. 2" και "Α. Ε. 2", προς είσπραξη των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων της ,έχοντας ορατό τον κίνδυνο να παραμείνουν ακάλυπτες οι απαιτήσεις της σε περίπτωση περαιτέρω καθυστέρησης της διαδικασίας εισπράξεως τους δι' αναγκαστικής εκτελέσεως, δεδομένου ότι συσσωρεύονταν προνομιακές απαιτήσεις (εργατικά, ασφαλιστικές εισφορές, οφειλή προς το Δημόσιο, τον ΟΛΠ κλπ) αλλά και κατασχέσεις μεγάλων πιστωτών (ΕΚΟ) αλλά και μικρών (ΚΕΜΟ) που θα ακινητοποιούσαν το πλοίο(το οποίο και συνέβη).
Ειδικότερα η εναγόμενη Τράπεζα στις 5-7-1995 επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ενάγουσας, με επίδοση αντιγράφου του απογράφου του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου συστάσεως πρώτης προτιμώμενης ναυτικής υποθήκης του συμβολαιογράφου Πειραιώς Μιχαήλ Αντωνίου Λεβέντη με επιταγή προς εκτέλεση και στις 10-10-1995, μετά, δηλαδή, την πάροδο έξι μηνών από το κλείσιμο των λογαριασμών -τον Απρίλιο 1995-και την ολοκλήρωση των δρομολογίων του πλοίου για την θερινή περίοδο του 1995 (με τη λογική ότι η θερινή περίοδος θα ήταν προσοδοφόρα για το πλοίο ώστε να καλύψει τις τρέχουσες απαιτήσεις), επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στο ενυπόθηκο πλοίο "Π.
Τ. 2" με την υπ' αριθμ. 1881/10-10-1995 έκθεση κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γεώργιου Β.υ (η οποία ήταν η δεύτερη στη σειρά αφού ο ΟΛΠ το είχε ήδη κατασχέσει αναγκαστικά από τις 5-9-1995), ορίστηκε δε ο πλειστηριασμός του πλοίου η 29-11-1995 (ο οποίος ανεστάλη μέχρις εκδόσεως οριστικής απόφασης επί ασκηθείσας ανακοπής).
Κατά των εν λόγω πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης που επέσπευσε η Τράπεζα για την ικανοποίηση της η ενάγουσα άσκησε την με αριθ.κατ. 16399/95 ανακοπή, επικαλούμενη σωρεία λόγων (όπως νομιμότητα επιδόσεων σε δήθεν μη υπάλληλο της εταιρείας, αμφισβήτηση έννοιας πιστώσεων λόγω εφάπαξ καταβολής του προϊόντος αυτών για αγορά των πλοίων, ελαττώματα των απογράφων, παράνομη δραχμοποίηση των πιστώσεων και υπολογισμός τόκων υπερημερίας με δραχμικό επιτόκιο, καταχρηστική συμπεριφορά της Τράπεζας κλπ), πλην του λόγου περί χορήγησης εκ μέρους της τελευταίας διετούς περιόδου χάριτος, η οποία(ανακοπή) απορρίφθηκε τελεσίδικα με την 110/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Επίσης η εναγομένη Τράπεζα στις 13-10-1995 κατέσχεσε αναγκαστικά, με την 1882/13-10-1995 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή Γ.Β.υ, το ενυπόθηκο πλοίο "Α. Ε. 2" πλοιοκτησίας της ναυτικής εταιρίας "Α. Ε. 2 ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" & αφού είχε κλείσει, τον Απρίλιο 1995, τον προαναφερόμενο 1157/1993 αλληλόχρεο λογαριασμό λόγω μη καταβολής τριών ληξιπροθέσμων δόσεων (ποσού 750.000 δολ.ΗΠΑ η καθεμία).
Κατά της ανωτέρω 1882/13-10-1995 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης (και της 1887/16-10-1995 περίληψης αυτής) η ναυτική εταιρία "Α. Ε. 2 ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" άσκησε την 16600/1995 ανακοπή της (επικαλούμενη τους ίδιους ως άνω λόγους) η οποία απορρίφθηκε τελεσίδικα με την 111/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Σημειωτέον ότι η Τράπεζα εξόφλησε πλήρως τις καθυστερούμενες αποδοχές των ναυτικών και των δύο πλοίων ("Π.
Τ. 2" και "Α. Ε. 2") και κατέβαλε τις νόμιμες αποζημιώσεις λόγω απολύσεως συνολικού ύψους 230.000.000 δρχ. Συνεπεία δε αυτών των δύο αναγκαστικών κατασχέσεων, αλλά και της από 20-10-1995 αναγκαστικής κατασχέσεως της Δ.Ο.Υ. Γενικών Εσόδων Πειραιώς και της από 23-2-1996 κατασχέσεως της ΕΚΟ ΑΒΕΕ που ακολούθησαν, το πλοίο "Π.
Τ. 2" παρέμεινε ακινητοποιημένο στον λιμένα του Πειραιώς, έως την 31-7-1996, οπότε η εναγόμενη συνήνεσε στην ελευθεροπλοΐα του μέχρι τις 22-10-1996, υπό τον όρο, όμως, ότι η ενάγουσα, κατά την διάρκεια της ελευθεροπλοΐας του, θα ήταν συνεπής στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων που θα δημιουργούσε εκείνο το χρονικό διάστημα, ώστε να μην επιβαρυνθεί η περιουσία της και με άλλα χρέη (βλ.
το από 31-7-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων). Με βάση, λοιπόν, αυτή την συμφωνία, η ενάγουσα επαναδρομολόγησε το πλοίο της από την 1η -8-1996 στην ίδια ακτοπλοϊκή γραμμή και παράλληλα ξεκίνησε τις προσπάθειες να ρυθμίσει με ευνοϊκότερους όρους την αποπληρωμή της οφειλής της προς την εναγόμενη, ώστε με τα κέρδη που θα αποκόμιζε, εν τω μεταξύ, από την εκμετάλλευση του πλοίου της να μπορέσει να την εξοφλήσει, αποφεύγοντας την αναγκαστική εκποίηση του πλοίου της.
Για τον λόγο αυτό, απέστειλε στην εναγόμενη την από 4-9-1996 επιστολή της, με την οποία της ζητούσε την επιπλέον δανειοδότηση της με το ποσό του 1.000.000 δολ. Η.Π.Α., για να το χρησιμοποιήσει για κεφάλαιο κίνησης και την καταβολή του συνόλου της οφειλής της σε 14 ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις, η πρώτη από τις οποίες θα ήταν πληρωτέα την 1η-7-1998, ώστε ουσιαστικά να επιμηκυνθεί ο χρόνος αποπληρωμής του δανείου της, κατά έξι έτη, ήτοι από τις 27 -1-1999 (που ήταν με την αρχική σύμβαση) στην 1-1-2005, με την ρύθμιση.
Επί του αιτήματος αυτού η εναγόμενη Τράπεζα έστειλε στην ενάγουσα την από 31-10-1996 επιστολή της το περιεχόμενο της οποίας έχει κατά λέξη ως ακολούθως: "ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΣΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΣ Σε απάντηση εγγράφου σας, σας πληροφορούμε ότι σε ικανοποίηση σχετικού αιτήματος σας, το αρμόδιο Συμβούλιο της Τράπεζας αποφάσισε κατ* αρχήν τη ρύθμιση της οφειλής σας εφόσον η Τράπεζα καταταγεί στο πλειστηρίασμα του πλοίου "Α.
Ε. 2" για ποσό της τάξεως των 8 εκατ. δολ.ΗΠΑ ώστε το υπόλοιπο της προς ρύθμιση οφειλής να περιοριστεί στο ποσό των 12 εκατ.δολ.ΗΠΑ περίπου, με εξόφληση σε 6 1/2 χρόνια με δόσεις καταβλητέες την 31/8 και 30/9 κάθε έτους (αντί αιτουμένης ετησίας περιόδου χάριτος)με ενήμερο επιτόκιο και υπό την συνδρομή σειράς άλλων προϋποθέσεων που αφορούν τη σχέση Τράπεζας και οφειλέτη αλλά και υπό τον όρο της αντίστοιχης επίδειξης ανοχής στην εκπλήρωση των οφειλών σας προς τους λοιπούς πιστωτές του πλοίου "Π.
Τ. 2" (ΝΑΤ,ΟΛΠ,ΕΚΟ κλπ). Σημειώνουμε ότι με την παρούσα ουδεμία μεταβολή επέρχεται στις υφιστάμενες συμβάσεις ενώ η τήρηση εκ μέρους σας του συνόλου των τεθεισών προϋποθέσεων για την πραγματοποίηση της ρύθμισης πρέπει να έχει συντελεστεί εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και πάντως όχι μεγαλύτερο του μηνός από σήμερον, μετά την παρέλευση του οποίου παύει να ισχύει η κατ' αρχήν και υπό προϋποθέσεις εκδοθείσα ως άνω απόφαση".
Δηλαδή με την ανωτέρω επιστολή η Τράπεζα ανακοίνωνε στην ενάγουσα ότι θα δεχόταν την αποπληρωμή της οφειλής της ενάγουσας σε 13 ισόποσες δόσεις (6 1/2 χρόνια), που θα καταβάλλονταν στις 31/8 και 30/9 κάθε έτους, μόνο εάν, προηγουμένως: α) η απαίτηση της Τράπεζας περιοριζόταν από το χρηματικό ποσό των 20.000.000 δολλ.
Η.Π.Α. στα 12.000.000 δολλ. Η.Π.Α. με την κατάταξή της για ποσό τουλάχιστον 8.000.000 δολ. Η.Π.Α. στην διανομή του πλειστηριάσματος του πλοίου "Α. Ε. 2", που είχε εκπλειστηριασθεί στις 31-7-1996 (με επίσπευση της ΕΚΟ) έναντι 10.500.000 δολ. Η.Π.Α. και ανήκε στον ίδιο όμιλο εταιρειών που ανήκε και η ενάγουσα και β) η τελευταία είχε ρυθμίσει, μέχρι το τέλος Νοεμβρίου 1996, τις οφειλές της και με τους άλλους δανειστές της (ΟΛΠ, ΝΑΤ, ΔΟΥ, πλήρωμα, ΕΚΟ, ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΝΗΟΓΝΩΜΟΝΑΣ, ΚΕΜΟ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ κλπ, όπως αυτοί εμφανίζονται στο υπ' αριθμ. 1756/2-5-1997 πιστοποιητικό του Τμήματος Νηολογίων και Ναυτικών Υποθηκολογίων του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς), ώστε η εναγόμενη να μην διατρέχει τον κίνδυνο να έχει μεν η ίδια ρυθμίσει την απαίτηση της, κάποιος άλλος όμως δανειστής της ενάγουσας να επισπεύσει εκτέλεση σε βάρος της.
Με την ανωτέρω λοιπόν επιστολή η εναγόμενη διευκρίνισε στην ενάγουσα ότι εάν επιθυμούσε την ρύθμιση της οφειλής της, θα έπρεπε να σπεύσει, εντός ενός μηνός (μέχρι τέλη Νοεμβρίου του 1996), να πράξει το ίδιο και με τους άλλους δανειστές της, τότε δε μόνον και υπό την προϋπόθεση της κατατάξεως της ιδίας στο πλειστηρίασμα του "Α.
Ε. 2", θα ξεκινούσαν τις διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση μίας ολοκληρωμένης συμβάσεως ρυθμίσεως. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η ανωτέρω από 31-10-1996 επιστολή της τράπεζας αποτελούσε πρόταση για κατάρτιση συμβάσεως την οποία αυτή αποδέχτηκε και έτσι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων τον Νοέμβριο 1926 σύμβαση περί ρυθμίσεως της οφειλής της που τελούσε όμως υπό τις διαλυτικές αιρέσεις της ρυθμίσεως των οφειλών της και με τους άλλους δανειστές της μέχρι τέλος Απριλίου 1997 και της κατατάξεως της Τράπεζας στο πλειστηρίασμα του Α.
Ε. 2 για ποσό τουλάχιστον 8.000.000 δολ.ΗΠΑ. Όμως από τη διατύπωση της ανωτέρω επιστολής (κυρίως τις φράσεις "το αρμόδιο Συμβούλιο αποφάσισε κατ' αρχήν την ρύθμιση της οφειλής σας, εφόσον η Τράπεζα καταταγεί... και υπό την συνδρομή σειράς άλλων προϋποθέσεων ..." και "με την παρούσα ουδεμία μεταβολή επέρχεται στις υφιστάμενες συμβάσεις, ενώ η τήρηση εκ μέρους σας του συνόλου των τεθεισών προϋποθέσεων για την πραγματοποίηση της ρύθμισης πρέπει να έχει συντελεσθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και πάντως όχι μεγαλύτερο του μηνός από σήμερον, μετά την παρέλευση του οποίου παύει να ισχύει η κατ' αρχήν και υπό προϋποθέσεις εκδοθείσα ως άνω απόφαση") πρόκυπτει, ότι με αυτή (επιστολή) η εναγόμενη δεν πρότεινε στην ενάγουσα την κατάρτιση οριστικής σύμβασης ρυθμίσεως της οφειλής της (όπως αυτή ισχυρίζεται) με συγκεκριμένους όρους, αλλά, απλώς, την ενημέρωσε για τις ενέργειες, στις οποίες έπρεπε να προβεί (και δεν είχε προβεί ακόμη), εάν επιθυμούσε την ευνοϊκότερη ρύθμιση της οφειλής της, με τους ειδικότερους όρους (ως προς το ύψος της υπόλοιπης οφειλής, μετά την ενδεχόμενη κατάταξη της στο πλειστηρίασμα του "Α.
Ε. 2", το ακριβές ποσό της καθεμίας από τις 13 δόσεις, το επιτόκιο, το δικαίωμα πρόωρης εξοφλήσεως κλπ), που θα καθορίζονταν, όταν και εάν καταρτιζόταν η σύμβαση ρυθμίσεως. Μάλιστα η Τράπεζα έθεσε και προθεσμία συμμορφώσεως, ώστε εάν αυτή παρέλθει άπρακτη, να έχει την ευχέρεια να επανεξετάσει, εάν και υπό ποίες προϋποθέσεις, θα δεχόταν, πλέον, αναμόρφωση της οφειλής.
Η ενάγουσα, όμως, δεν ανταποκρίθηκε στις προϋποθέσεις που έθεσε η Τράπεζα για την πραγματοποίηση της ρύθμισης και δεν τήρησε τον δεύτερο όρο που της έθεσε η Τράπεζα (δηλαδή περί ρυθμίσεως των άλλων οφειλών της εντός προθεσμίας ενός μηνός) αφού μέχρι τα μέσα Μαρτίου έτους 1997 δεν είχε ρυθμίσει τις οφειλές της με τους άλλους δανειστές της (εκτός από την ΕΚΟ στην οποία κατέβαλε 40.000.000 δρχ.
την 17-1-97 και 57.000.000 δρχ. την 19-3-97 έτσι ώστε αυτή να συναινέσει στην άρση της κωλυσιοπλοϊας του πλοίου της μέχρι την 31-10-97), δοθέντος ότι δεν προσκόμισε μισθοδοτικές καταστάσεις ούτε τιμολόγια καυσίμων όπως είχε υποχρέωση, ο ΟΛΠ επέσπευσε πλειστηριασμό κατά του πλοίου για τις 11-12-1996 προς ικανοποίηση απαιτήσεως του δρχ. 155.887.549, η ΕΚΟ επέσπευσε πλειστηριασμός για τις 12-3-1997 προς ικανοποίηση απαιτήσεως της εκ δρχ. 700.000.000 (σημειωτέον ότι η ενάγουσα κατέβαλε στην ΕΚΟ 97.000.000 δρχ.
πριν από τον επισπευδόμενο πλειστηριασμό), τα ασφάλιστρα του πλοίου δεν πληρώθηκαν παρά την ειδοποίηση προς την ενάγουσα, με την από 16-12-1996 επιστολή της Τράπεζας, η οποία αναγκάστηκε να τα καταβάλει εξ ιδίων στους ασφαλιστές, ενώ το πλοίο συνεχώς επιβαρύνετο με προνομιακές, απαιτήσεις τρίτων (ΝΑΤ κλπ).
Ειδικότερα αποδείχτηκε από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. 16.182/6-2-1997 πίνακα κατατάξεως δανειστών επί του πλειστηριάσματος του "Α. Ε. 2", η εναγόμενη Τράπεζα κατετάγη οριστικά για το ποσό των 7.726.090 δολλ. Η.Π.Α. και επομένως πληρώθηκε, η μία από τις προϋποθέσεις, που είχε θέσει με την από 31-10-1996 επιστολή της.
Ως προς την άλλη όμως προϋπόθεση η ενάγουσα, έως και τα μέσα Μαρτίου του 1997, δηλαδή τρεις και πλέον μήνες μετά την πάροδο της προθεσμίας του ενός μηνός που της είχε θέσει η εναγόμενη, δεν είχε προχωρήσει σε καμία συμφωνία ρυθμίσεως -τακτοποιήσεως των χρεών της με τους υπόλοιπους δανειστές της, από τους οποίους ορισμένοι (ΟΛΠ, ΔΟΥ Πλοίων Πειραιώς, τα μέλη του πληρώματος και το ΝΑΤ) ήταν δικαιούχοι προνομιακών απαιτήσεων που προηγούνταν της εναγόμενης στην διανομή του πλειστηριάσματος και επομένως η τελευταία διέτρεχε τον κίνδυνο, όσο καθυστερούσε την εκτέλεση, τόσο να μειώνεται το ποσό, το οποίο θα εισέπραττε τελικώς από την διανομή του πλειστηριάσματος του πλοίου (για τα προνόμια των απαιτήσεων των δανειστών της ενάγουσας, βλ.σχετ.
την υπ' αριθμ. ... πρόσκληση δανειστών που συνέταξε η Συμβολαιογράφος Πειραιώς Ζαφειρία Σουρή). Ουδεμία λοιπόν ρύθμιση συντελέστηκε με την προαναφερόμενη επιστολή της Τράπεζας η οποία έταξε αφενός προϋποθέσεις αφετέρου τακτή προθεσμία για την πραγματοποίηση της η οποία εξέπνευσε την 31-11-1996. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που είπε τα ίδια σχετικά με την ανωτέρω επιστολή-απόφαση της Τράπεζας δεν έσφαλε και οι αντίθετος λόγος έφεσης-προσθέτων λόγων έφεσης είναι αβάσιμος κι απορριπτέος. (ΣΤ) Περαιτέρω, η εναγομένη Τράπεζα παρακολουθώντας τις εξελίξεις διαπίστωσε την επίσπευση αναγκαστικών μέτρων κατά του πλοίου από τους λοιπούς δανειστές της ενάγουσας, όπως επίσπευση πλειστηριασμού από τον ΟΛΠ την 11-12-96, επίσπευση πλειστηριασμού από την ΕΚΟ την 12-3-1997 και 2-7-1997, επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης από την ΚΑΠΠΑ ΜΕΤΑΛ ΕΠΕ την 7-2-1997, απαγόρευση μεταβολής της νομικής κατάστασης του πλοίου από τον Ελληνικό Νηογνώμονα ΑΕ την 12-2-1996, αναγγελία του ΝΑΤ για ποσό 264.809.761 δρχ.
την 14-2-1996, αναγκαστική κατάσχεση της ΕΚΟ ποσού δρχ. 689.741.835 την 27-2-1996 και σωρεία ακόμη καταχωρήσεων που αναφέρονται στο με αριθ. πρωτ.1756/ 2-5-1997 πιστοποιητικό βαρών του πλοίου του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά. Η ματαίωση κάποιων από τους επισπευδόμενους πλειστηριασμούς με καταβολές (ελάχιστες μπροστά στο ύψος των οφειλών) δεν ήταν δυνατόν να αναιρέσει την υπόλοιπη λαίλαπα των απαιτήσεων των δανειστών κατά του πλοίου, ούτε την κάκιστη εικόνα που παρουσίαζε στην αγορά, πέραν του γεγονότος ότι η ταχθείσα προθεσμία μηνός είχε παρέλθει και η Τράπεζα ήταν υποχρεωμένη για την προάσπιση των συμφερόντων της να προβεί στην επίσπευση πλειστηριασμού κατά του πλοίου.
Για τον λόγο αυτό η εναγόμενη στις 13-3-1997, έδωσε την κατ' άρθρο 927 Κ.Πολ.Δ. εντολή για εκτέλεση στον δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ.Β. και αυτός συνέταξε την υπ' αριθμ. 1969/1997 Γ επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως, στην οποία όρισε ως ημέρα πλειστηριασμού του πλοίου "Π. Τ. 2" την 23η-4-1997, τιμή πρώτης προσφοράς το χρηματικό ποσό των 13.072.749 δολ.
Η.Π.Α. (που είχε οριστεί με την 611/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς). Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η Τράπεζα έδωσε στις 13-3-97 εντολή προς συνέχιση της εκτέλεσης ενώ βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις για την χορήγηση κεφαλαίου κίνησης δεν αποδεικνύεται βάσιμος αφού η σχετική αίτηση (με την οποία ο Ε.
Β. ζητούσε κεφάλαιο κίνησης 1.000.000 δολ.ΗΠΑ) υποβλήθηκε στις 17-3-1997. Επί αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της ενάγουσας, κατ'άρθρο 938 ΚΠολΔ, λόγω της ασκηθείσης κατά της άνω Γ' επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης τακτικής, κατ' άρθρο 933 ΚΠολΔ, ανακοπής, εκδόθηκε η υπ' αρ. 1575/97 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την οποία απορρίφθηκαν όλοι οι προταθέντες λόγοι ανακοπής περί συντελεσθείσας ρύθμισης, περί μη υπάρξεως βεβαίας και εκκαθαρισμένης απαιτήσεως της Τράπεζας λόγω εξαρτήσεως της από αίρεση ή προθεσμία, περί καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων της Τράπεζας κ.λ.π.
Επειδή, όμως, ο πλειστηριασμός της 23ης -4-1997 έμεινε άκαρπος λόγω ελλείψεως πλειοδοτών και η ενάγουσα εξακολουθούσε να μην ρυθμίζει τις οφειλές της (είχε ρυθμίσει μόνον μέρος της οφειλής της προς την ΕΚΟ, η οποία, όμως, ούτως ή άλλως, ήταν εγχειρόγραφη δανείστρια της και επομένως η επιλογή της αυτή δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της εναγόμενης), η εναγόμενη έδωσε, την ίδια ημέρα, νέα εντολή για εκτέλεση στον ίδιο δικαστικό επιμελητή, ο οποίος επέβαλε την 30-4-1997 αναγκαστική κατάσχεση επί του πλοίου (συνταχθείσης της υπ' αριθ. 1974/30-4-1997 εκθέσεως αναγκαστικής κατάσχεσης) ενώ
συνέταξε την υπ' αριθμ. 1976/30-4-1997 επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως, στην οποία όρισε ως νέα ημέρα πλειστηριασμού την 18η-6-1997, τιμή εκτίμησης του πλοίου 20.000.000 δολ. ΗΠΑ και τιμή πρώτης προσφοράς 10.000.000 δολ. Η.Π.Α. Κατά της άνω περιλήψεως και εκθέσεως αναγκαστικής κατάσχεσης ασκήθηκαν αιτήσεις διορθώσεως της τιμής πρώτης προσφοράς από την ενάγουσα και την επίσης επισπεύδουσα ΕΚΟ (η οποία είχε ορίσει ημέρα πλειστηριασμού την 2-7-1997 με τιμή πρώτης προσφοράς 12.500.000 δολ.
ΗΠΑ κατόπιν δύο ματαιωθέντων ελλείψει πλειοδοτών πλειστηριασμών στη τιμή των 15 εκατ. δολ.ΗΠΑ), οι οποίες απορρίφθηκαν (με επαρκή αιτιολογία) με την 2313/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Η τελευταία έκρινε ότι η αξία του πλοίου "ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΝΟΣ 2" ανέρχεται σε 20 εκατ. Δολ. ΗΠΑ (τιμή πρώτης προσφοράς 10 εκατ.δολ.ΗΠΑ) διότι η αρχική του αξία απομειώθηκε κατ' έτος λόγω της τριετούς αργίας αυτού (κατασχεμένο από το 1994 και παροπλισμένο στο λιμένα του Πειραιά χωρίς πλήρωμα και συντήρηση εκτός από 10 μήνες που εκτέλεσε δρομολόγια στη γραμμή των Κυκλάδων)και της πρόθεσης ανάκλησης της άδειας σκοπιμότητας του Υ.Ε.Ν.
ενώ έλαβε υπόψη αφενός μεν ότι τρεις πλειστηριασμοί του πλοίου ματαιώθηκαν (3-7-1996, 31-7-1996, 23-4-1997) διότι κανένας πλειοδότης δεν εμφανίστηκε, λόγω του ότι κρίθηκε υπερβολικά υψηλή η τιμή πρώτης προσφοράς (15.000.000 δολ. ΗΠΑ και 13.072.749 δολ. ΗΠΑ αντίστοιχα), αφετέρου δε την καθοδική πορεία της ναυλαγοράς
στα επιβατηγά πλοία λόγω της αναμενόμενης άρσης της απαγορεύσεως εκμετάλλευσης των ακτοπλοϊκών γραμμών και της εισόδου στην Ακτοπλοΐα νεωτέρων και ταχύτερων πλοίων προηγμένης τεχνολογίας (βλ. 2313/97 απόφαση). Τελικώς στον νέο πλειστηριασμό που διενεργήθηκε κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία (18-6-1997) το πλοίο κατακυρώθηκε στην επισπεύδουσα εναγομένη Τράπεζα λόγω έλλειψης άλλου πλειοδότη, στην τιμή των 10.000.001 δολ.
Η.Π.Α. η οποία κατετάγη για ποσό 8.671.844 δολ. ΗΠΑ. Σημειωτέον ότι η εναγομένη κατέβαλε στο ΝΑΤ για οφειλές του πλοίου ποσό 114.148.812 δρχ. ενώ κατέθεσε εγγυητική επιστολή ύψους 219.314.466 δρχ. για να της χορηγηθεί πιστοποιητικό μη οφειλών ώστε να μεταγράψει την περίληψη κατακυρωτικής-έκθεσης στα νηολόγια Πειραιά.
Το πλοίο αυτό η εναγομένη το πώλησε στις 20-7-1998 αντί τιμήματος 10.800.000 δολ. ΗΠΑ στη εταιρία ΕΞΠΡΕΣ ΑΘΗΝΑ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (συμφερόντων Κ.Α.). Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ότι η εναγομένη δια της επισπεύσεως του πλειστηριασμού είχε πρόθεση να εξυπηρετήσει συμφέροντα ανταγωνιστών της ενάγουσας (όπως αυτή ισχυρίζεται), αφού το πλοίο κατακυρώθηκε αυτή ελλείψει άλλου πλειοδότη μετά προηγούμενο άκαρπο πλειστηριασμό για το λόγο αυτό. (ΣΤ) Από την αξιολόγηση των παραπάνω στοιχείων δεν προκύπτει ότι η εναγομένη Τράπεζα ενήργησε αντίθετα με την καλή πίστη και τα κρατούντα χρηστά ήθη, με την πιο πάνω έννοια τους, ούτε παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης και την αρχή της αναλογικότητας δεδομένου ότι:
α) Η περιέλευση σε καθυστέρηση του χορηγηθέντος δανείου προς την ενάγουσα οφείλετο στην έλλειψη ιδίων κεφαλαίων της τελευταίας και στη μη ορθολογιστική, για τα οικονομικά δεδομένα της, μετασκευή του πλοίου της "Π. Τ. 2", β)ουδέποτε η εναγομένη υποσχέθηκε στην ενάγουσα αναμόρφωση του δανείου ή τροποποίησε τον συμφωνηθέντα χρόνο εξόφλησης αυτού, γ)η επιδίωξη είσπραξης, εκ μέρους της εναγομένης, των ληξιπροθέσμων από το δάνειο απαιτήσεων της έγινε μετά 16 μήνες από την πρώτη καθυστέρηση δόσεως κεφαλαίου-τόκων και συνεπώς αυτή επέδειξε την δέουσα ανοχή, δ)η επιδίωξη είσπραξης των απαιτήσεων της εναγομένης έγινε προς προάσπιση νομίμων δικαιωμάτων της με μέσα αναγκαστικής εκτελέσεως, κατά της οποίας η ενάγουσα άσκησε όλα τα νόμιμα ένδικα βοηθήματα (ανακοπές-αιτήσεις αναστολών κλπ), ε)η εναγομένη εξέτασε, μεσούσης της εκτελέσεως, το αίτημα της ενάγουσας για ρύθμιση των οφειλών της (με την προϋπόθεση ότι η τελευταία θα τακτοποιούσε τις λοιπές οφειλές της προς τους τρίτους), επιδείξασα ανοχή πέραν της τακτής προθεσμίας του ενός μηνός μέχρι του ευλόγου χρόνου των τριών μηνών, η κατάρτιση της οποίας δεν κατέστη δυνατή από αδυναμία της ενάγουσας να τακτοποιήσει τις οφειλές της προς τρίτους.
Επίσης, σύμφωνα με όσα αποδείχτηκαν, η απόφαση της εναγομένης Τράπεζας για τη συνέχιση της εκτελεστικής διαδικασίας σε βάρος του πλοίου της ενάγουσας "Π. Τ. 2" δεν ήταν αιφνίδια και αδικαιολόγητη ενέργεια της εναγομένης ούτε έγινε από την εξουσιαστική θέση της τελευταίας προς το σκοπό ζημίας της ενάγουσας (όπως αυτή ισχυρίζεται).
Η εν λόγω ενέργεια κατέτεινε στην προάσπιση των συμφερόντων της Τράπεζας για την είσπραξη των ληξιπροθέσμων απαιτήσεων της με την άσκηση νομίμου δικαιώματος της, το οποίο ουδόλως αντίκειτο στην καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που αποτελούν την κατευθυντήρια γραμμή στη λειτουργία κάθε ενοχικής σχέσεως, εφόσον (όπως αποδείχτηκε) από τις 27-7-1994, που η ενάγουσα περιήλθε σε υπερημερία και η εναγόμενη απέκτησε το δικαίωμα να καταγγείλει την σύμβαση και να προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση (άλλως από την επιβολή της αναγκαστικής κατάσχεσης τον Οκτώβριο του 1995) μέχρι τον πλειστηριασμό του πλοίου (στις 18-6-1997) μεσολάβησε χρονικό διάστημα τριών περίπου ετών (άλλως δύο ετών), κατά το οποίο η ενάγουσα δεν προέβη σε καμία ενέργεια εκούσιας συμμορφώσεως της (αντιθέτως, αυξάνονταν, συνεχώς, οι οφειλές της προς δανειστές, όπως ο ΟΛΠ, το ΝΑΤ και το πλήρωμα, που διέθεταν ισχυρότερο προνόμιο από αυτό της εναγόμενης και επομένως προηγούνταν στην ικανοποίηση των απαιτήσεων τους), ώστε η περαιτέρω αδράνεια της δικαιούχου Τράπεζας για την επιδίωξη των συμβατικών και νομίμων (εκ της ενδίκου πιστώσεως) δικαιωμάτων της να ισοδυναμούσε με έμμεση κατάργηση της συμβατικής υποχρέωσης της οφειλέτριας ενάγουσας για την απόδοση του ληφθέντος κι ήδη απαιτητού δανείου.
Εξάλλου η επικαλούμενη αντισυμβατικη και συνακόλουθα αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης τράπεζας, ανεξαρτήτως του ότι δεν βρίσκει έρεισμα στη ναυτιλιακή τραπεζική αγορά και συναλλακτική συνήθεια, δεδομένου ότι οι αποφάσεις των Τραπεζών για την λήψη δικαστικών ή εξώδικων μέτρων κατά των δυστροπούντων οφειλετών τους, τυγχάνουν αποφάσεις σκοπιμότητας, λόγω του ότι διαχειρίζονται ξένα περιουσιακά στοιχεία, έτσι ώστε, ενόψει του επιδιωχθέντος σκοπού τους, να μη θεωρούνται αντίθετες με τα χρηστά ήθη, διότι διαφορετικά θα υφίστατο κίνδυνος κλονισμού των θεμελίων της ασφαλείας και της βεβαιότητας των συναλλαγών, ουδόλως αποδείχτηκε, δεδομένου ότι σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν (α)η επιδίωξη είσπραξης των ληξιπροθέσμων εκ του δανείου απαιτήσεων έγινε μετά πάροδο δέκα έξι μηνών από την καθυστέρηση πληρωμής οποιασδήποτε δόσεως εκ του κεφαλαίου και των τόκων, έτσι ώστε η δανείστρια Τράπεζα είχε ήδη επιδείξει την πρέπουσα ανοχή για την επιδίωξη των απαιτήσεων της, (β)η επικαλούμενη τακτοποίηση των αναφερομένων πολλαπλών προς τους λοιπούς πιστωτικούς οργανισμούς (ΟΛΠ, ΝΑΤ κλπ) χρεών της δεν αντιστοιχούσε στην εξόφληση τούτων, έτσι ώστε (εξαιτίας του ότι αυτά υφίσταντο και επεδιώκετο μάλιστα η ικανοποίηση τους με επισπευδόμενους εκκρεμείς πλειστηριασμούς σε βάρος του ίδιου πλοίου "Π.
Τ. 2") να καθίσταται αδύνατη η ρύθμιση και συνακόλουθα η εξόφληση των δόσεων του ενδίκου δανείου από τα έσοδα εκμεταλλεύσεως του ως άνω πλοίου και (γ) η επικαλούμενη κατακύρωση του εκπλειστηριασθέντος πλοίου στην εναγομένη τράπεζα προκειμένου έτσι αυτό να περιέλθει προς το σκοπό ζημίας της ενάγουσας σε οικονομικό ανταγωνιστή ταύτης, έρχεται σε αντίθεση με την πραγματική αιτία κατακύρωσης του πλοίου (την 18-6-1997) στην επισπεύδουσα Τράπεζα, λόγω έλλειψης άλλου πλειοδότη, μετά μάλιστα από προηγηθέντες άκαρπους πλειστηριασμούς για την ίδια αιτία η προαναφερθείσα συμπεριφορά της εναγομένης Τράπεζας, όπως αυτή εκδηλώθηκε με τις ως άνω ενέργειες της στα πλαίσια λειτουργίας της ως άνω δανειακής σύμβασης, συνολικά εκτιμώμενη, σε συνδυασμό με την ανωτέρω συμπεριφορά της ενάγουσας (ως προς την απόδοση των ληξιπροθέσμων οφειλών της, δεν αντίκειται στο σύνολο της κατά αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την αντίληψη του σκεπτόμενου με χρηστότητα και σωφροσύνη κοινωνικού ανθρώπου, στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις δικαιικές αρχές, πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο και επομένως δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη, όπως αυτά νοούνται κατά το άρθρο 919 του ΑΚ.
Επομένως τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν αξίωση αποζημιώσεως της ενάγουσας (με βάση την ΑΚ 919) κατά της Τράπεζας, το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχτηκε τα ίδια δεν έσφαλε, όλοι δε οι αντίθετοι λόγοι έφεσης -πρόσθετων λόγων έφεσης είναι αβάσιμοι κι απορριπτέοι. (Ζ)Ακόμη πρέπει να σημειωθεί ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ανεξαρτήτως ότι ορθώς έκρινε "ότι η προσθήκη νέων πραγματικών περιστατικών για πρώτη φορά με τις προτάσεις της ενάγουσας (όπως αυτά αναφέρονται στις παρ. 2.3.2-2.3.4 των σελ. 31-34 των προτάσεων και περιγράφουν την επιδείξασα συμπεριφορά της εναγομένης από την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης πίστωσης -21/10/1993- έως και την σύμβαση ρύθμισης της οφειλής -Νοέμβριο 1996-) συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής", δεδομένου ότι, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η βάση αυτής από αδικοπραξία θεμελιώνεται κυρίως στην περίοδο χάριτος δύο ετών και στην κατάρτιση σύμβασης περί ρύθμισης των χρεών της ενάγουσας, ερεύνησε (όπως αναπτύχθηκε ανωτέρω) τη συνολική συμπεριφορά της εναγομένης Τράπεζας από την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης πιστώσεως μέχρι τον πλειστηριασμό του πλοίου "Π.
Τ. 2" και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ο αντίθετος δεύτερος λόγος έφεσης (και ο ταυτόσημος τέταρτος πρόσθετος λόγος). Κατά συνέπεια σύμφωνα με όλες τις ανωτέρω νομικές σκέψεις και αιτιολογίες η αγωγή, κατ' αμφότερες τις βάσεις της, είναι αβάσιμη κι απορριπτέα, το δε πρωτόδικο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη(με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα) δεν έσφαλε, όλοι δε οι αντίθετοι λόγοι έφεσης-προσθέτων λόγων έφεσης (με τους οποίους η εκκαλούσα παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων) είναι αβάσιμοι κι απορριπτέοι".
Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας και τους πρόσθετους λόγους της έφεσής της κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της, που είχε ασκήσει για αναγνώριση αξιώσεων αποζημίωσης από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων και προστηθέντων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, όσο αφορούσα υπαίτια συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη κατά την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 919 και 281 του Α.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της υπαίτιας συμπεριφοράς από την οποία προκλήθηκε ζημία ηθελημένη στην αναιρεσείουσα, κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και δικαιολογούν την απόρριψη της έφεσης και της αγωγής της αναιρεσείουσας.
Οι παραδοχές δε αυτές, που συνήγαγε το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του και αιτιολογούν επαρκώς το απορριπτικό της πόρισμα της προσβαλλόμενης αποφασείς του είναι: α) Η περιέλευση σε καθυστέρηση (με υπόλοιπο κλεισθέντος λογαριασμού 1.904.893.246 δρχ.) του χορηγηθέντος δανείου προς την αναιρεσείουσα από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, λόγω της έλλειψης ιδίων κεφαλαίων της αναιρεσείουσας και της μη ορθολογιστικής για τα οικονομικά δεδομένα μετασκευής του πλοίου της "Π.
Τ. 2" με υπέρβαση του προϋπολογισμού δανειοδότησης κατά 4 εκατ. δολλάρια, β) Η έλλειψη οποιασδήποτε υπόσχεσης της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα για την αναμόρφωση του δανείου ή συμφωνίας για την τροποποίηση του συμφωνηθέντος χρόνου εξόφλησης, γ) Η επιδίωξη είσπραξης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης των ληξιπρόθεσμων από το δάνειο απαιτήσεών της για πρώτη φορά, την 19.4.1995 με το κλείσιμο των λογαριασμών, δηλαδή μετά παρέλευση δέκα (10) μηνών από την 27.7.1994 που ήταν καταβλητέα η πρώτη δόση, (που αριθμητικά εσφαλμένα υπολογίζεται στην προσβαλλόμενη σε 16 μήνες), ώστε η αναιρεσίβλητη επέδειξε τη δέουσα ανοχή, δ) Η επιδίωξη είσπραξης των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης απέβλεπε στην προάσπιση νομίμων δικαιωμάτων της με μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης, κατά της οποίας η αναιρεσείουσα άσκησε διαδοχικά όλα τα παρεχόμενα σ'αυτήν ένδικα βοηθήματα (ανακοπές, αιτήσεις αναστολών) με παρόμοιους λόγους προς τους τώρα προβαλλόμενους, ε) Η αναιρεσίβλητη στο μέσο της διαδικασίας εκτέλεσης εξέτασε το αίτημα της ενάγουσας για ρύθμιση των οφειλών της (με την προϋπόθεση ότι η τελευταία θα τακτοποιούσε - ρύθμιζε τις λοιπές οφειλές της προς τους τρίτους), ώστε να εξασφαλισθεί η ανοχή τους ως δικαιούχων προνομιακών απαιτήσεων, επιδείξασα ανοχή πέραν της τακτής προθεσμίας του ενός μηνός μέχρι του ευλόγου χρόνου των τριών μηνών, η κατάρτιση της οποίας δεν κατέστη δυνατή από αδυναμία της ενάγουσας να τακτοποιήσει τις οφειλές της προς τρίτους, με την προαναφερθείσα έννοια, ανεξαρτήτως της εξοφλήσεώς τους, στ) η απόφαση της εναγομένης Τράπεζας για τη συνέχιση της εκτελεστικής διαδικασίας σε βάρος του πλοίου της ενάγουσας "Π.
Τ. 2" δεν ήταν αιφνίδια και αδικαιολόγητη ενέργεια της εναγομένης, ούτε έγινε από την εξουσιαστική θέση της τελευταίας προς το σκοπό ζημίας της ενάγουσας, αλλά κατέτεινε στην προάσπιση των συμφερόντων της Τράπεζας για την είσπραξη των ληξιπροθέσμων απαιτήσεων της με την άσκηση νομίμου δικαιώματος της, το οποίο ουδόλως αντίκειτο στην καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εφόσον από τις 27-7-1994, που η ενάγουσα περιήλθε σε υπερημερία και η εναγόμενη απέκτησε το δικαίωμα να καταγγείλει την σύμβαση και να προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση (άλλως από την επιβολή της αναγκαστικής κατάσχεσης τον Οκτώβριο του 1995) μέχρι τον πλειστηριασμό του πλοίου (στις 18-6-1997) μεσολάβησε χρονικό διάστημα τριών περίπου ετών (άλλως δύο ετών), κατά το οποίο η ενάγουσα δεν προέβη σε καμία ενέργεια εκούσιας συμμορφώσεώς της, αυξάνονταν, συνεχώς, οι οφειλές της αναιρεσείουσας προς δανειστές, όπως ο ΟΛΠ, το ΝΑΤ και το πλήρωμα, ...που διέθεταν ισχυρότερο προνόμιο από αυτό της εναγομένης και προηγούντο στην ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, για την ικανοποίηση των οποίων επισπευδόταν άλλοι εκκρεμείς πλειστηριασμοί σε βάρος του ίδιου πλοίου "Π.
Τ. 2", με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η ρύθμιση και η εξόφληση των ενδίκων δόσεων του δανείου από τα έσοδα εκμεταλλεύσεως του πλοίου, η) Η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα εκδοχή της κατακύρωσης του εκπλειστηριασθέντος πλοίου στην εναγομένη Τράπεζα, προκειμένου στη συνέχεια να περιέλθει αυτό με σκοπό ζημίας της αναιρεσείουσας σε οικονομικό ανταγωνιστή της, έρχεται σε αντίθεση με την πραγματική αιτία κατακύρωσης του πλοίου την 18.6.1997 στην επισπεύδουσα Τράπεζα λόγω της έλλειψης άλλου πλειοδότη, μετά μάλιστα από προηγηθέντες άκαρπους πλειστηριασμούς από την ίδια αιτία, θ) Ότι κατά τον τελευταίο πλειστηριασμό το πλοίο κατακυρώθηκε στην επισπεύδουσα Τράπεζα στην τιμή των 10.000.001 δολ.
Η.Π.Α. και κατετάγη αυτή για ποσό 8.671.844 δολ. Η.Π.Α., στη συνέχεια δε η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στο ΝΑΤ για τις οφειλές του πλοίου ποσό 114.148.812 δρχ. και κατέθεσε εγγυητική επιστολή ύψους 219.314.466 δρχ. για να της χορηγηθεί πιστοποιητικό μη οφειλών, ώστε να μεταγράψει την περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης στα νηολόγια Πειραιώς, i) Τελικά δε το πλοίο αυτό η αναιρεσίβλητη Τράπεζα το πώλησε στις 20.7.1998 αντί τιμήματος 10.800.000 δολ.
Η.Π.Α. στην εταιρεία "ΕΞΠΡΕΣ ΑΘΗΝΑ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (συμφερόντων Κ.Α.). Προκύπτει δε στα πλαίσια υπαγωγής των πιο πάνω πραγματικών περιστατικών με στοιχεία κατηγοριοποίησης α' έως i στην παρούσα και συνακόλουθης εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 919 και 281 του Α.Κ., ότι η προαναφερθείσα συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης, όπως αυτή εκδηλώθηκε με τις πιο πάνω ενέργειές της, στα πλαίσια λειτουργίας της μεταξύ των διαδίκων δανειακής σύμβασης, και συνολικά εκτιμώμενη, σε συνδυασμό και κατ' αντιστοιχία με την παραλλήλως βαίνουσα συμπεριφορά της αναιρεσείουσας οφειλέτιδας ότι δεν αντίκειται στο σύνολό της κατά αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την αντίληψη του σκεπτόμενου με χρηστότητα και σωφροσύνη κοινωνικού ανθρώπου, στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις δικαιικές αρχές, πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο, ούτε στο πλαίσιο της ίδιας σχέσης η αναιρεσίβλητη παραβίασε τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της αναλογικότητας και επομένως δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 919 του Α.Κ.
η ίδια συμπεριφορά. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων, με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 919 και 281 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς, αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και τρίτο κατά το ένα μέρος τους λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίος αποδίδεται, στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Εξάλλου, οι ίδιοι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή . ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της αντίθεσης δηλαδή της συνολικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης (δια των οργάνων της) στο πλαίσιο και πνεύμα εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 919 και 281 του Α.Κ.
και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση : α) με το ότι η προσβαλλόμενη δεν αιτιολογεί επαρκώς τον αποκλεισμό της αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης, β) δεν είχε αναλάβει καμία δέσμευση η ίδια για την εξόφληση των χρεών της προς το ΝΑΤ, ΟΛΠ κ.λ.π., γ) η αναιρεσίβλητη στο από 31.10.1996 έγγραφό της απαιτούσε την εξασφάλιση μόνο ανοχής από τα ασφαλιστικά Ταμεία από την αναιρεσείουσα, δ) η αναιρεσίβλητη δεν είχε κανένα λόγο να καταβάλει τις εισφορές του ΝΑΤ και να ζημιωθεί από την ίδια αιτία, ε) ότι μεσολάβησαν 11 μήνες από τον πλειστηριασμό μέχρι τη μεταβίβαση του πλοίου στην εταιρεία συμφερόντων Κ.Α., ελεύθερο οφειλών προς το ΝΑΤ, στ) δεν διευκρινίζονται στην απόφαση οι συνθήκες υπό τις οποίες μεταβιβάστηκε το πλοίο στην εταιρεία Α., της σύστασης της τελευταίας, της δανειοδότησής της από την αναιρεσίβλητη και της περαιτέρω μεταβίβασης του πλοίου στην τότε εταιρεία "MINOAN FLYING DOLPHINES", είναι απορριπτέοι (οι λόγοι) ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείου-σας, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, και των λοιπών επιχειρημάτων που εξέφερε το Εφετείο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκταση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.
ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Με τον πρώτο λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας: 1) για την κατάρτιση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης (ρύθμισης) παροχής διετούς προθεσμίας χάριτος το Νοέμβριο του 1996, τις από 17.3.1997, 17.7.1991, 27.3.1997, 8.3.1997 και 28.3.1997 επιστολές της προς την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, με τις οποίες την ενημέρωνε για κάθε ενέργεια της ίδιας (αναιρεσείουσας) σχετικά με τους πιστωτές της, για τις προϋποθέσεις που είχαν τεθεί με την από 31.10.1996 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, 2) για τις δόλιες μεθοδεύσεις της αναιρεσίβλητης και της συμπαιγνίας για τη μεταβίβαση του πλοίου με τη συγκεκριμένη τιμή στον Κ.Α.:
α) το από 23.10.1999 μνημόνιο συμφωνίας του Κ. Α. με την τότε "Minoan Flying Dplphines", β) τα αντίγραφα από τα οικεία βιβλία των Νηολογίων Πειραιώς για το ιδιοκτησιακό καθεστώς, τα βάρη, τις μεταβιβάσεις των πλοίων "Π. Τ. 2" και "Α. Ε. 2", γ) τα έγγραφα από την Υπηρεσία Ναυτικών Μητρών για τη σύσταση της εταιρείας συμφερόντων Κ.
Α. στην οποία πωλήθηκε το πλοίο "Π. Τ. 2", τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλό-μενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα (των οποίων το περιεχόμενο, όπως καθορίζεται στο αναιρετήριο, ρητά αποκρούεται από το Εφετείο, με τη συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων και τις αντίστοιχες παραδοχές) για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, από τα όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επί του ΚΠολΔ.
Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.ΑΠ 1/1999), δηλαδή όταν πρόκειται για σφάλμα διαγνωστικό και όχι "εκτιμητικό" κατά την αποδεικτική εξιολόγηση του περιεχομένου του (Α.Π. 344/2009).
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση ότι η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης δεν ήταν αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και να απορρίψει τον σχετικό αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και την έφεσή της στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων και σε όλα τα έγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και το από 31.10.1996 έγγραφο της αναιρεσίβλητης με το οποίο (κατά το εκτιθέμενο στην αναιρεσιβαλλόμενη περιεχόμενό του) θα έπρεπε η αναιρεσείουσα να επιδείξει ανοχή στην εκπλήρωση των οφειλών της προς τους λοιπούς πιστωτές του πλοίου "Π.
Τ. 2" (ΝΑΤ, ΟΛΠ, ΕΚΟ κ.λ.π.). Προβάλλει ειδικά δε ως προς το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του γιατί δέχθηκε α) ότι η επίδειξη "ανοχής" στην εκπλήρωση των πιο πάνω οφειλών τρίτων ισοδυναμούσε με ρύθμιση και τακτοποίηση των οφειλών και β) ότι το περιεχόμενο της ίδιας επιστολής δεν αποτελούσε πρόταση για κατάρτιση σύμβασης ρύθμισης οριστικής, αλλά ενημέρωση για τις ενέργειες στις οποίες έπρεπε να προβεί εάν επιθυμούσε την οριστική ρύθμιση των χρεών της η αναιρεσείουσα.
Υπ' αυτά όμως τα δεδομένα και καθ' όσον αφορά το πιο πάνω φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο η αποδιδόμενη ως άνω ως εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του από το Εφετείο δεν θεμελιώνει "παραμόρφωση", υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ γιατί η επικαλούμενη αιτίαση αναφέρεται σε σφάλμα όχι αναγνωστικό, αλλά εκτιμητικό της λέξης "ανοχή" και του περιεχομένου του εάν αποτελούσε πρόταση οριστικής σύμβασης.
Εδικότερα το Εφετείο κατά την έρευνα του αντίστοιχου ισχυρισμού της αναιρεσείουσας και την αξιολόγηση των αποδείξεων, έκρινε κατά τις προαναφερθείσες επί της οποίας παραδοχές της προσβαλλόμενης, ότι η προαναφερθείσα από 31-10-1826 ενημερωτική επιστολή της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, (που εκτιμήθηκε ότι δεν κατέθεσε πρόταση για κατάρτιση σύμβασης ρύθμισης του ένδικου χρέους της αναιρεσείουσας), έθετε ως κύριες προϋποθέσεις σύναψης τυχόν μελλοντικής συμφωνίας αποπληρωμής της ίδιας ένδικης οφειλής:
α) την κατάταξη της αναιρεσίβλητης Τράπεζας επί του πλειστηριάσματος του πλοίου "Α. Ε. 2" για το ποσό των 8.000.000 δολ. Η.Π.Α. για την απόσβεση αντίστοιχης μερικής απαίτησής της και β) την εξασφάλιση ανοχής εκ μέρους της αναιρεσείουσας για τις προνομιακές απαιτήσεις τρίτων πιστωτών εναντίον της (εργατικά, ασφαλιστικές εισφορές, οφειλή προς το Δημόσιο Ο.Λ.Π.) και άλλων πιστωτών (Ε.Κ.Ο.) που είχαν επιβάλει ήδη κατασχέσεις και επέσπευδαν πλειστηριασμούς επί του πλοίου "Π.
Τ. 2", που ήταν εκκρεμείς, έκρινε δε το Εφετείο δικαιολογημένη την αξίωση αυτή της αναιρεσίβλητης, από το γεγονός ότι η οποιαδήποτε μελλοντική ρύθμιση εκ μέρους της των ένδικων απαιτήσεών της, θα ήταν εύλογα χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα για την ίδια και τις απαιτήσεις της, εάν οι πιο πάνω τρίτοι δανειστές ολοκλήρωναν στο μεταξύ τις σε βάρος της αναιρεσείουσας διαδικασίες εκτέλεσης κατά του ίδιου πλοίου, που ήταν ήδη εκκρεμείς.
Στο πλαίσιο δε των ίδιων παραδοχών, το Εφετείο, εκτιμώντας τον όρο της ίδιας πιο πάνω επιστολής "επίδειξη ανοχής εκ μέρους των τρίτων πιστωτών", έκρινε στη συνέχεια ανέλεγκτα επί της ουσίας ότι υποδήλωνε την επιθυμία και απαίτηση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας για την εκ μέρους της αναιρεσείουσας οφειλέτιδας εξασφάλιση εκ μέρους των άλλων τρίτων πιστωτών της τακτοποίησης - ρύθμισης των εκκρεμών προνομιακών απαιτήσεών τους, όχι με την έννοια της εξόφλησης και για το λόγο άλλωστε αυτό κατά τις ίδιες περαιτέρω παραδοχές η ταχθείσα εκ μέρους της αναιρεσίβλητης σχετική προθεσμία του ενός μηνός, σιωπηρά παρατάθηκε εκ μέρους της αναιρεσίβλητης για τρεις ακόμη μήνες που παρήλθαν άκαρποι τελικά.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης, είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι επίσης απορριπτέος, γιατί όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι από το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου δεν προέκυπτε υποχρέωσή της ρύθμισης όλων των άλλων υποχρεώσεών της προς τρίτους και αποτελούσε πρόταση για κατάρτιση οριστικής ρύθμισης των ένδικων υποχρεώσεών της, πλήττοντας πλέον την αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και το από 23-3-2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-12-2009 αίτηση και το από 23-3-2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 753/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα).
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ