Supreme Court dismisses appeal in car accident case, upholding lower court's liability split and damages award.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens regarding a car accident liability dispute. The appellant argued against the First Instance Court's finding of 80% driver fault and the resulting damages award of €80,000 for moral damages and €50,000 for statutory compensation. The Court rejected the appeal, ruling that the lower court did not violate the principle of proportionality or exceed its discretionary power in setting these amounts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court's determination of fault percentages and specific monetary awards for moral damages and statutory compensation does not constitute a violation of the principle of proportionality or an abuse of discretion if consistent with common practice and judicial precedent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 736 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 736/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Ρουβά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε ότι ανακαλεί την από 5-11-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και της εταιρείας "Π. Α. Κ. ΜΕΠΕ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 3-9-2015 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, καθώς και με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο και διά των προτάσεων πρόσθετη παρέμβαση των G. G. και Ι. Δ., μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1284/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5551/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-6-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 26-06-2019 και καταχωρηθείσα στο Εφετείο Αθηνών με ΓΑΚ 6171/ΕΑΚ 599/02-07-2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αρ. 5551/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών ( άρθρα 681 επ. ΚΠολΔ.), κατ' αντιμωλία των διαδίκων , έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚπολΔ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα).
Αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ` άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι Α] 1) ο τώρα αναιρεσείων Π. Κ. και 2) η Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε. με την επωνυμία "Π. Α. Κ. Μ.Ε.Π.Ε. " (η οποία δεν είναι διάδικος στην προκείμενη αναιρετική δίκη ) άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 2-6-2015 και με ΓΑΚ 72908/ΕΑΚ 3769/14-07-2015 αγωγή τους κατά των τότε εναγομένων 1) G.
G. του T., 2) Ι. Δ. του Α., ως προς τους οποίους οι ενάγοντες παραιτήθηκαν παραδεκτά του δικογράφου της ως άνω αγωγής και οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην προκείμενη αναιρετική δίκη, και 3) της τώρα αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Ασφαλίσεων Ζημιών με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ ΖΗΜΙΩΝ", με την οποία ισχυρίζονταν ότι σε τροχαίο ατύχημα που προκλήθηκε υπό τις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες από αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια περί την οδήγηση) του προαναφερθέντος G.
G. του T., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας … Δ.Χ.Φ. οχήματος ρυμουλκού (ελκυστήρα), ιδιοκτησίας του προαναφερθέντος Ι. Δ., από τον οποίο είχε προστηθεί στην οδήγησή του, το οποίο ήταν έγκυρα ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων από την οδήγησή του αστική ευθύνη στην τότε τρίτη εναγομένη (τώρα αναιρεσίβλητη) Ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, και το οποίο βρισκόταν σε ζεύξη με το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας … όχημα ρυμουλκούμενο (επικαθήμενο - μη ανατρεπόμενη πλατφόρμα), το οποίο ανήκε επίσης στην αποκλειστική κυριότητα του δεύτερου εναγομένου, που ήταν επίσης ασφαλισμένο στην τότε τρίτη εναγομένη (τώρα αναιρεσίβλητη) Ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, επί του οποίου είχε φορτωθεί το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας … ερπυστριοφόρο μηχάνημα έργων, που ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα της (τρίτης προς τους διαδίκους) ΕΠΕ με την επωνυμία "Π.
Κ.Η. ΕΠΕ", τραυματίστηκε σοβαρά , σύμφωνα με τα αναλυτικά στην αγωγή εκτιθέμενα, ο πρώτος των εναγόντων (ήδη αναιρεσείων) οδηγός του υπ' αρ. …. ΙΧΦ αυτοκινήτου, που ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα της δεύτερης των εναγόντων (η οποία επίσης δεν είναι διάδικος στην προκείμενη αναιρετική δίκη) και καταστράφηκε ολοσχερώς το υπ' αρ.
… ΙΧΦ αυτοκίνητο (αποκλειστική κυριότητα της δεύτερης των εναγόντων). Ζητούσαν δε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός τους από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό και μετά την παραδεκτή παραίτησή τους ως προς το αίτημα να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης (τώρα αναιρεσίβλητης) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλει με το σύνολο των νόμιμων τόκων (υπερημερίας και επιδικίας) στον μεν πρώτο ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα) τα αναλυτικά αναφερόμενα σε αυτήν ποσά για αποζημίωσή του, για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης του που υπέστη από τον τραυματισμό του κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, καθώς και για πρόσθετη χρηματική παροχή εκ του άρθρου 931 Α.Κ., στην δε δεύτερη ενάγουσα τα αναλυτικά αναφερόμενα σε αυτήν ποσά για αποζημίωσή της από την ολοσχερή καταστροφή του οχήματός της κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, Β] Η εναγομένη της ως άνω κύριας αγωγής (τώρα αναιρεσίβλητη) Ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", άσκησε ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 3-09-2015 και με Γ.Α.Κ. 82425/ΕΑΚ 4457/08-09-2015 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης κατά των (αρχικά) εναγομένων της ως άνω κύριας αγωγής, ως προς τους οποίους οι ενάγοντες παραιτήθηκαν παραδεκτά του δικογράφου της ως άνω αγωγής και οι οποίοι δεν είναι διάδικοι στην προκείμενη αναιρετική δίκη), 1) G.
G. του T., 2) Ι. Δ. του Α., ισχυριζόμενη ότι ο πρώτος εναγόμενος G. G. του T. που οδηγούσε το ασφαλισμένο στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα αρθρωτό όχημα, προστηθείς από τον δεύτερο εναγόμενο Ι. Δ., προκάλεσε τις αναφερόμενες στην κύρια αγωγή ζημιές και τον τραυματισμό του Π. Κ.. Ότι οι εναγόμενοι, κατά τα στην ως άνω παρεμπίπτουσα αγωγή εκτιθέμενα, παρέβησαν την εκτιθέμενη στην αγωγή συμβατική τους υποχρέωση ο πρώτος ως οδηγός και ο δεύτερος ως κύριος του εν λόγω αυτοκινήτου, με συνέπεια να συντρέχει λόγος απαλλαγής της παρεμπιπτόντως ενάγουσας από την υποχρέωση κάλυψης των ζημιών τους, σύμφωνα με ρητό όρο της ασφαλιστικής της σύμβασης, τον οποίο δεν μπορεί να ανατιτάξει κατά των εναγόντων της κύριας αγωγής.
Προσεπικάλεσε δε τους ανωτέρω η - παρεμπιπτόντως ενάγουσα (τώρα αναιρεσίβλητη) Ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, να παρέμβουν στην προαναφερθείσα κύρια δίκη ,και να την υποστηρίξουν. Ζητούσε δε η ως άνω ανακοινώνουσα- προσεπικαλούσα - παρεμπιπτόντως ενάγουσα (τώρα αναιρεσίβλητη) Ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, ύστερα από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται οι προαναφερθέντες παρεμπιπτόντως εναγόμενοι, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η προαναφερθείσα κύρια αγωγή, να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, νομιμοτόκως, όποιο ποσό ήθελεν υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, πλέον τόκων και εξόδων νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της κύριας αγωγής προς αυτήν, άλλως από την καταβολή προς τους ενάγοντες.
Επικουρικώς ζητούσε την καταβολή του ως άνω ποσού κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Τέλος ζητούσε να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η εκδοθησόμενη απόφαση, να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά της έξοδα και να απαγγελθεί κατά του πρώτου εναγόμενου προσωπική κράτηση διαρκείας έξι μηνών ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων η υπ` αριθμ. 1284/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Αυτοκινήτων), με την οποία, κατά τα στην εν λόγω απόφαση αναλυτικά εκτιθέμενα, καταργήθηκε η δίκη επί της ως άνω κύριας αγωγής ως προς τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων, κρίθηκε μόνος υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα ο οδηγός του ασφαλισμένου στην τώρα αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου, έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη η προαναφερθείσα από 2-6-2015 και με ΓΑΚ 72908/ΕΑΚ 3769/14-07-2015 αγωγή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της τώρα αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει σε έκαστο από τους ενάγοντες της ως άνω κύριας αγωγής τα αναγραφόμενα στην εν λόγω αγωγή χρηματικά ποσά με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, απορρίφθηκε δε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 3-09-2015 και με Γ.Α.Κ. 82425/ΕΑΚ 4457/08-09-2015 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης.
Κατά της ανωτέρω υπ' αρ. 1284/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Αυτοκινήτων) ασκήθηκε α) υπό του πρώτου ενάγοντος της ως άνω κύριας αγωγής (ήδη αναιρεσείοντος) η από 23-9-2016 και με ΓΑΚ 508352/500582/6-12-2016 έφεσή του, β) υπό της εναγομένης της ως άνω κύριας αγωγής ασφαλιστικής εταιρείας (ήδη αναιρεσίβλητης) η από 28-12-2016 και με ΓΑΚ 500402/ΕΑΚ500024/5-1-2017 έφεσή της.
Επί των ως άνω εφέσεων εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 5551/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που συνεκδίκασε τις ως άνω εφέσεις, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά αυτές, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη υπ` αριθμ. 5551/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό και το διατακτικό της κεφάλαια και διατάξεις, διακράτησε την υπόθεση ,και στην συνέχεια, δικάζοντας επί της από 2-6-2015 και με ΓΑΚ 72908/ ΕΑΚ 3769/ 14-07-2015 αγωγής, έκρινε ότι υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα κατά ποσοστό 80% ήταν ο οδηγός του ασφαλισμένου στην τώρα αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου και ότι συνυπαίτιος για το ένδικο ατύχημα κατά ποσοστό 20% ήταν ο ενάγων ήδη αναιρεσείων), δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της τώρα αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει σε έκαστο από τους ενάγοντες της ως άνω κύριας αγωγής τα αναγραφόμενα στην εν λόγω αγωγή χρηματικά ποσά με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων οχημάτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει παράνομη και υπαίτια επέλευση ζημίας (το παράνομο της πράξης ή παράλειψης του οδηγού) και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού (της πράξης ή της παράλειψης) και της επελθούσας ζημίας (βλ.
ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019 ). Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 88/2019).
Αμέλεια, κατ` άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018].
Οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος [ΑΠ 270/2018].
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται αναιρετικά [ΑΠ 270/2018 ]. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 270/2018].
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013].
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ ΑΠ 548/2020 , ΑΠ 403/2015, ΑΠ 1305/2014 ].
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν [ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013].
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.
ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟΛ.
Α.Π. 2/2019, βλ. και ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 2/2019). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019 ,ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 549/2020, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 535/2018, ΑΠ 2102/2014). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020) ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, (ΑΠ 367/2020 ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 549/2020 ) .
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5551/2017 οριστική απόφασή του (Τμήμα αυτοκινητικών διαφορών), όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη για την ένδικη αίτηση αναίρεσης ζητήματα αφενός της συνυπαιτιότητας για το ένδικο ατύχημα του, σοβαρά τραυματισθέντος κατ' αυτό, ενάγοντος - τώρα αναιρεσείοντος οδηγού του υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας … ΙΧΦ αυτοκινήτου, αφετέρου της συνυπαιτιότητας για το ένδικο ατύχημα του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγόμενη - τώρα αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία υπ' αριθμ. κυκλοφορίας … ΔΧΦ οχήματος, ευρισκόμενου σε ζεύξη με το υπ' αριθμ. …. ρυμουλκούμενο όχημα (ημιρυμουλκούμενη - επικαθήμενη πλατφόρμα) καθώς και της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς ενός εκάστου των προαναφερθέντων και της πρόκλησης του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, τα εξής πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί παρατιθέμενα: <<Στις 6-5-2014 και περί ώρα 18.33 ο πρώτος ενάγων και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος οδηγώντας το υπ'αριθµ.
κυκλοφορίας … ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας και ήδη δεύτερης εφεσίβλητης, εκινείτο επί της εθνικής οδού Πύργου- Μεθώνης στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Μεθώνη και στη χιλιομετρική θέση 129η μετά τη διασταύρωση με την οδό που οδηγεί στο χωριό Καινούργιο του νομού Καλαμάτας. Το ως άνω όχημα είναι μη ανατρεπόμενο φορτηγό όχημα, πλάτους 1,925 μέτρων, με αμάξωμα ανοικτό που στην καρότσα του έφερε τρεις (3) πλαστικές δεξαμενές, πλαισιωμένες από μεταλλικό πλαίσιο που προορίζονταν για τη μεταφορά ελαιολάδου.
Την ίδια χρονική στιγμή ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας …. ΔΧΦ όχημα, ευρισκόμενο σε ζεύξη με το υπ' αριθμ. … ρυμουλκούμενο όχημα (ημιρυμουλκούμενη - επικαθήμενη πλατφόρμα), ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου, που ήταν ασφαλισμένα για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα, μεταφέροντας το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας …. ερπυστριοφόρο μηχάνημα έργων, εκινείτο στην ίδια οδό με αντίθετη κατεύθυνση (στο ρεύμα κυκλοφορίας από Μεθώνη προς Πύργο). Από την έκθεση αυτοψίας με το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει του Τμήματος Τροχαίας Καλαμάτας αποδεικνύεται ότι η εν λόγω οδός στην ως άνω χιλιοµετρική θέση έχει πλάτος πέντε (5) µέτρων, είναι διπλής κατευθύνσεως, µε µία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ότι τα δύο ρεύµατα κυκλοφορίας δε χωρίζονται µε διαχωριστική γραµµή, ότι τη στιγµή του ατυχήµατος ήταν ηµέρα µε ελαφρά βροχόπτωση, µε κανονική κυκλοφορία οχηµάτων στο οδόστρωµα, µε περιορισµένη ορατότητα λόγω καµπυλότητας αυτού και ότι το ανώτατο όριο ταχύτητας βάσει ρυθµιστικής της κυκλοφορίας πινακίδας ήταν 40 χιλιόµετρα την ώρα.
Από τον ταχογράφο του ως άνω αρθρωτού οχήµατος αποδεικνύεται ότι αυτό τη στιγµή του ατυχήµατος εκινείτο µε ταχύτητα 43 χιλιοµέτρων. Η ως άνω πλατφόρµα πλάτους 2,73 µέτρων µε απόβαρο 8.410 κιλών µετέφερε το ως άνω µηχάνηµα έργων βάρους 29.230 κιλών και συνεπώς είχε µικτό βάρος 37.640 κιλά, ενώ η άδεια κυκλοφορίας της είχε ανώτατο επιτρεπόµενο βάρος 36.000 κιλών.
Με βάση την άδεια κυκλοφορίας του ως άνω µεταφερόµενου ερπυστριοφόρου µηχανήµατος αυτό έχει πλάτος 3,40 µέτρων και ύψος 3,30 µέτρων και διαθέτει ερπύστριες πλάτους 80 εκατοστών. Στην έκθεση αυτοψίας του Τµήµατος Τροχαίας αναγράφεται ότι το πλάτος αυτού είναι 3,30 µέτρα, ενώ στην έκθεση των διορισθέντων από αυτό πραγµατογνωµόνων Θ.
και Ν. Α. αναγράφεται ότι το ως άνω µηχάνηµα έχει πλάτος 3,30 µέτρων, πλην, όµως, όπως προεκτέθηκε, µε βάση την άδεια κυκλοφορίας αποδείχθηκε ότι το πλάτος αυτού ήταν 3,40 µέτρα. Δεδοµένου ότι το πλάτος της πλατφόρµας είναι 2,73 µέτρα το προεξέχον από κάθε πλευρά του αµαξώµατος τµήµα του µηχανήµατος ανερχόταν σε 33,5 εκατοστά (3,40 µέτρα πλάτος - 2,73 = 0,67 εκατοστά: 2 =33,5).
Κατά τη στιγµή του ατυχήµατος το ως άνω όχημα αν και μετέφερε φορτίο που υπερέβαινε στις διαστάσεις και στο βάρος τα ανώτατα επιτρεπόµενα όρια δεν είχε λάβει ειδική άδεια µεταφοράς µεγάλου φορτίου σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 2 παρ.2 του ΠΔ 1167/1977, όπως τροποποιήθηκε µε το άρθρο 14 του ν. 3103/2003, την οποία όφειλε να κοινοποιήσει στην αρµόδια Αστυνοµική Διεύθυνση και στα αρµόδια Τµήµατα Τροχαίας από όπου θα διήρχετο, ούτε οι δύο πρώτοι εναγόµενοι είχαν µεριµνήσει, όπως υποχρεούνταν από την ως άνω διάταξη, να συνοδεύεται κατά τη διαδροµή του από οχήµατα που φέρουν συσκευές φωτεινής προειδοποίησης για την εξασφάλιση των συνθηκών οµαλούς και ασφαλούς κυκλοφορίας.
Στην ως άνω χιλιοµετρική θέση ο πρώτος ενάγων και ήδη εκκαλών, φθάνοντας σε δεξιά καµπύλη στροφή σε σχέση µε την πορεία του και αντιλαµβανόµενος ότι ήταν αδύνατη η ασφαλής διέλευση των δύο οχηµάτων, λόγω της στενότητας του οδοστρώµατος, αφού αθροιζόµενο το πλάτος των δύο οχηµάτων ανερχόταν σε 5,325 µέτρα (3,40 + 1,925) που υπερέβαινε το πλάτος του οδοστρώµατος (5 µέτρα) και ότι το όχηµα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόµενος καταλάµβανε και τµήµα του ρεύµατος κυκλοφορίας όπου αυτός (πρώτος ενάγων) εκινείτο, επιχείρησε δεξιό αποφευκτικό ελιγµό εντός του ρεύµατος πορείας του, πλην, όµως, δεν µπόρεσε, µε την πραγµατοποίηση του ως άνω ορθού αποφευκτικού ελιγµού, να αποφύγει την πρόσκρουση µε το εµπρόσθιο αριστερό τµήµα του οχήματός του στην πλάγια αριστερή πλευρά του οχήματος, ακολούθως στο σασί (δοκό) και τέλος στην ερπύστρια του μεταφερόμενου μηχανήματος που, όπως προεκτέθηκε, εξείχε 33,5 εκατοστά από το αμάξωμα µε αποτέλεσµα να παραµορφωθεί η αριστερή πλευρά του κουβουκλίου, η µετώπη και ο εµπρόσθιος προφυλακτήρας του οχήµατος που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων.
Ακολούθως και λόγω της συγκρούσεως το όχηµα του πρώτου ενάγοντος εξετράπη προς τα δεξιά και επέπεσε µε τη δεξιά του πλευρά σε τοιχίο από τσιµεντόλιθους και στη συνέχεια κατέληξε στο χωµάτινο έρεισµα δεξιά του οδοστρώµατος όπου και ακινητοποιήθηκε, το δε όχηµα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόµενος ακινητοποιήθηκε στο δεξιό µέρος του οδοστρώµατος.
Από το σχεδιάγραµµα του Τµήµατος Τροχαίας Καλαµάτας προκύπτει ότι η απόσταση µεταξύ των δύο ακινητοποιηµένων οχηµάτων ήταν 22,20 µέτρα και ότι πλαστικά τµήµατα και ύαλοι από το όχηµα που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων βρέθηκαν στο τµήµα κυκλοφορίας που εκινείτο καλύπτοντας όλο σχεδόν το πλάτος του. Πρέπει να σηµειωθεί ότι το όχηµα που οδηγούσε ο πρώτος ενάγων µετέφερε ποσότητα ελαιολάδου στις πλαστικές δεξαµενές του, που, όπως προκύπτει από το δελτίο αποστολής-τιµολόγιο που ανευρέθηκε εντός της καµπίνας του, ανερχόταν σε 876 κιλά και δεδοµένου ότι το βάρος των τριών δεξαµενών ήταν 184 κιλά το µεταφερόµενο βάρος ανερχόταν σε 1.060 κιλά, που υπερέβαινε κατά ποσοστό 20% το επιτρεπόµενο βάρος µεταφοράς, για το λόγο, δε, αυτό βεβαιώθηκε από τα επιληφθέντα όργανα της τροχαίας παράβαση του άρθρου 4 του ν. 3466/2006 και επιβλήθηκε πρόστιµο ύψους 3.000 ευρώ.
Για τις συνθήκες του ατυχήµατος εξετάσθηκαν κατά τη διάρκεια της αστυνοµικής προανάκρισης που διενεργήθηκε από το Τµήµα Τροχαίας Καλαµάτας: α) η Ν. B. H., υπήκοος …, που αναγράφεται ως αυτόπτης µάρτυρας στην έκθεση αυτοψίας, που κατέθεσε ότι εκινείτο µε το αυτοκίνητό της µε κατεύθυνση από Πύλο προς Μεθώνη µε ταχύτητα 50 χιλιοµέτρων περίπου, ότι πίσω της και σε πολύ κοντινή απόσταση ακολουθούσε ένα φορτηγάκι (που οδηγούσε ο ενάγων), ότι είδε στο αντίθετο ρεύµα ένα µεγάλο φορτηγό που µετέφερε ένα εκσκαφέα, ότι αυτό κινήθηκε ξαφνικά αριστερά πιθανό για να αποφύγει κάποιο εμπόδιο , με αποτέλεσμα αυτή να κινηθεί προς το άκρο δεξιό του οδοστρώματος και ότι το φορτηγάκι που ακολουθούσε συγκρούσθηκε με το ως άνω όχημα, β) ο Π.
Τ., που κατέθεσε ότι ήταν συνοδηγός στο όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ότι πήγαιναν με μικρή ταχύτητα και με αναμμένα τα φώτα και τα αλάρμ του οχήματος και ότι είδε ένα φορτηγάκι που εκινείτο με μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη ταχύτητα να φρενάρει, να γλιστρά στο οδόστρωμα και να συγκρούεται με το όχημα που αυτός επέβαινε και που εκινείτο στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, ενώ ο ίδιος σε συμπληρωματική του κατάθεση κατέθεσε ότι ο οδηγός του οχήματος που επέβαινε εκινείτο πολύ προσεκτικά, ότι ο οδηγός του αντίθετα κινούμενου φορτηγού είχε χάσει τον έλεγχο του οχήματός του και ότι εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα, γ) ο Σ.
Κ. και Α. Α., που κατέθεσαν ότι δεν γνωρίζουν περί των συνθηκών του ατυχήματος και ότι βοήθησαν στην περισυλλογή των αντικειμένων του πρώτου ενάγοντος και τη μεταφορά των δεξαμενών ελαιολάδου από το φορτηγό στο χώρο της επιχείρησης του τελευταίου, δ) ο Ι. Κ., που κατέθεσε ότι πήγαινε με το όχημά του από την Πύλο στη Μεθώνη, ότι σταμάτησε για λίγο στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος για να μιλήσει στο κινητό του, ότι τον προσπέρασε ένα φορτηγάκι που πήγαινε κανονικά στο δεξιό της οδού, ότι τη στιγμή της συγκρούσεως το μεγάλο φορτηγό που εκινείτο αντίθετα είχε καλύψει τα 2/3 του οδοστρώματος και ότι στο δρόμο του τελευταίου οχήματος ήταν τρεις (3) αμυγδαλιές που τα κλαδιά τους εξείχαν αρκετά προς το δρόμο, ε) ο πρώτος ενάγων που κατέθεσε ότι εκινείτο προς Μεθώνη στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, ότι οδηγούσε προσεκτικά ότι σε στροφή του οδοστρώματος είδε στο αντίθετο ρεύμα να κινείται με μεγάλη ταχύτητα ένα μεγάλο φορτηγό όχημα, ότι αυτός έκανε ελιγμό προς τα δεξιά για να το αποφύγει, πλην, όμως, δεν μπόρεσε και συγκρούσθηκε με το φορτηγό, ότι η σύγκρουση ήταν σφοδρή με αποτέλεσμα να διαλυθεί η καμπίνα του φορτηγού αυτοκινήτου που οδηγούσε από αριστερά και να τραυματισθεί αυτός σοβαρά και ότι για το ατύχημα και τον τραυματισμό του αποκλειστικά υπαίτιος είναι ο οδηγός του αντίθετα κινούμενου οχήματος που εκινείτο στο ρεύμα πορείας αυτού (πρώτο υ ενάγοντος).
Τέλος ο πρώτος εναγόμενος στην έκθεση εξέτασής του, ως κατηγορούμενου, κατέθεσε ότι οδηγούσε το όχημά του στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος με αναμμένα τα αλάρμ , ότι σε αριστερή στροφή - καμπύλη είδε από το αντίθετο ρεύμα ένα φορτηγό να κινείται με πολύ μεγάλη ταχύτητα, ότι αυτός δεν φέρει ευθύνη για το ατύχημα καθότι εκινείτο με πολύ μικρή ταχύτητα, ότι δεν υπήρχαν συνοδευτικά οχήματα, ότι οι ερπύστριες εξείχαν είκοσι (20) πόντους από το αμάξωμα, ενώ στην από 23-5-2014 συμπληρωματική του κατάθεση κατέθεσε ότι ο οδηγός του φορτηγού είχε χάσει τον έλεγχο του οχήματός του με αποτέλεσμα να προσκρούσει με σφοδρότητα στο όχημα που οδηγούσε αυτός.
Τέλος κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εξετάσθηκε ως μάρτυρας των εναγόντων η σύζυγος του πρώτου ενάγοντος η οποία κατέθεσε ότι πληροφορήθηκε ότι το φορτηγό αυτοκίνητο βγήκε στο άλλο ρεύμα κυκλοφορίας και έπεσε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο σύζυγός της και ως μάρτυρας της τρίτης εναγομένης ο Π.
Τ., που κατέθεσε ότι ο πρώτος ενάγων εκινείτο με μεγαλύτερη ταχύτητα από το όριο των 40 χιλιομέτρων. Περαιτέρω στο αίμα του πρώτου ενάγοντος ανιχνεύθηκε περιεκτικότητα οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,14 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, ποσότητα που ήταν μικρότερη από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, βάσει του άρθρου 42 παρ.1 του Κ.Ο.Κ., των 0,50 γραμμαρίων ανά λίτρο αίματος και συνεπώς αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων δεν οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος.
Εξ άλλου στην έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης του Α. Δ., μηχανολόγου- μηχανικού, τον οποίο διόρισε ως τεχνικό σύμβουλο ο πρώτος ενάγων, αναγράφεται, μεταξύ των άλλων, ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του ελκυστήρα κινούμενος με ταχύτητα 43 χιλιομέτρων έκανε αριστερά για να μη γίνει ζημιά στην καμπίνα και στους αγωγούς υψηλής πίεσης του μηχανήματος έργων που μετέφερε από τα μεγάλα κλαδιά των δέντρων που ήταν σε ύψος τριών (3) μέτρων στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος σε σχέση με την πορεία του με αποτέλεσμα να καταλάβει μεγάλο μέρος του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας και να εξαναγκάσει τον πρώτο ενάγοντα οδηγό του μικρού φορτηγού να επιπέσει με το εμπρόσθιο αριστερό του μέρος στο προεξέχον μέρος της ερπύστριας, ότι ο πρώτος ενάγων, παρά το υπέρβαρο που είχε το όχημα που οδηγούσε και το οποίο δεν συνετέλεσε αιτιωδώς στην επέλευση του αποτελέσματος, ξαφνιάστηκε όταν αντίκρισε πάνω στη στροφή το βαρύ όχημα που του είχε φράξει τη δίοδο και έκανε το τιμόνι δεξιά αλλά ήταν αδύνατο να αποφύγει τη σύγκρουση λόγω έλλειψης χώρου, παρά το γεγονός ότι εκινείτο με ταχύτητα μικρότερη των 50 χιλιομέτρων.
Με βάση τα προεκτεθέντα αποδείχθηκε ότι για το ένδικο τροχαίο ατύχημα ευθύνεται ο πρώτος εναγόμενος κατά ποσοστό 80% γιατί δεν οδηγούσε το μεγάλου όγκου όχημα με σύνεση και προσοχή, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ως μέσος συνετός οδηγός, εκινείτο με το όχημά του εισερχόμενος κατά ένα μέτρο περίπου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας λόγω του πλάτους του οχήματός του, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από το πλάτος του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας όπου εκινείτο, σε συνδυασμό και με τον ελιγμό προς τα αριστερά που είχε πραγματοποιήσει λίγα μέτρα προ του σημείου της συγκρούσεως για να αποφύγει ζημιά στο μεταφερόμενο όχημα από τα κλαδιά των δέντρων που υπήρχαν πάνω από το δεξιό μέρος του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας του , είχε αναπτύξει ταχύτητα 43 χιλιομέτρων, μεγαλύτερη από το ανώτατο όριο ταχύτητας των 40 χιλιομέτρων, την οποία δεν μείωσε ώστε να μπορέσει να ακινητοποιήσει έγκαιρα αυτό ενόψει των συνθηκών του οδοστρώματος και του οχήματος που οδηγούσε (στροφή, στενότητα οδοστρώματος, κίνηση εν μέρει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ολισθηρότητα του οδοστρώματος λόγω βροχόπτωσης, οδήγηση μεγάλου όγκου μήκους και πλάτους οχήματος μετά ρυμουλκούμενου που μετέφερε μεγάλων διαστάσεων και βάρους μηχάνημα έργων), δεν είχε φροντίσει να συνοδεύεται από οχήματα με συσκευές φωτεινής προειδοποίησης για να επισημαίνουν στους λοιπούς oδηγoύς ότι εκινείτο στην ως άνω οδό μεγάλου όγκου όχημα και δεν είχε ενημερώσει τα αρμόδια Τμήματα Τροχαίας ώστε να μεριμνήσουν για την εξασφάλιση συνθηκών οµαλούς και ασφαλούς κυκλοφορίας στην ως άνω οδό, παραβάσεις που συνδέονται αιτιωδώς µε το ατύχηµα, αφού η ως άνω οδική συµπεριφορά του (κίνηση εν µέρει στο αντίθετο ρεύµα κυκλοφορίας, αυξηµένη ταχύτητα, παράλειψη λήψης µέτρων ασφαλούς κίνησης του µεγάλου όγκου και βάρους οχήµατος που οδηγούσε) συνετέλεσε κατά το ως άνω ποσοστό στην επέλευση του τροχαίου ατυχήµατος.
Πλην, όµως, στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήµατος, συνετέλεσε κατά ποσοστό 20% και ο πρώτος ενάγων γιατί δεν οδηγούσε µε σύνεση και προσοχή, που όφειλε και µπορούσε να καταβάλει, ως µέσος συνετός οδηγός, εκινείτο µε το όχηµά του, µε το οποίο µετέφερε φορτίο που είχε βάρος πάνω από το επιτρεπόµενο, µε ταχύτητα 50 χιλιοµέτρων (όπως αποδεικνύεται από τις καταθέσεις των µαρτύρων Ν.
B. H. και Π. Τ. και από τις εκτεταµένες ζηµιές που υπέστη το όχηµα που οδηγούσε λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης) µεγαλύτερη από το ανώτατο επιτρεπόµενο όριο ταχύτητας των 40 χιλιοµέτρων, την οποία δεν µείωσε ενόψει των συνθηκών του οδοστρώµατος και του οχήµατος που οδηγούσε (στροφή, στενότητα και ολισθηρότητα λόγω βροχόπτωσης του οδοστρώµατος, µεγαλύτερο µεταφερόµενο βάρος φορτίου από το επιτρεπόµενο) µε αποτέλεσµα να µη µπορέσει να ακινητοποιήσει έγκαιρα το όχηµά του τροχοπεδώντας όταν αντελήφθη το αντίθετα κινούµενο όχηµα να έχει καταλάβει λόγω του όγκου του και τµήµα του ρεύµατος κυκλοφορίας όπου αυτός εκινείτο, ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση, ή να µειώσει τις συνέπειες της, οδική συµπεριφορά που συνδέεται αιτιωδώς µε το ατύχηµα, αφού η αυξηµένη ταχύτητα συνετέλεσε κατά το ως άνω ποσοστό στην επέλευση του ατυχήµατος.
Εποµένως, το πρωτοβάθµιο Δικαστήριο, που, µε την εκκαλουµένη απόφαση, αποφάνθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του τροχαίου ατυχήµατος ήταν ο πρώτος εναγόµενος, οδηγός του ασφαλισµένου στην τρίτη εναγόµενη και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία οχήµατος και ότι κανένα ποσοστό ευθύνης δεν βάρυνε τον πρώτο ενάγοντα, απορρίπτοντας ως κατ' ουσία αβάσιμη την ένσταση της τρίτης εναγομένης περί συντρέχοντος πταίσματος αυτού κατά ποσοστό 95% , που άσκησε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις πρωτόδικες προτάσεις της στηριζομένη στο άρθρο 300 του Α.Κ., έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων , καθότι όφειλε να κρίνει συνυπαίτιους του ενδίκου ατυχήματος τον πρώτο εναγόμενο κατά ποσοστό 80% και τον πρώτο ενάγοντα κατά ποσοστό 20%, γενόμενου δεκτού εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμου του σχετικού πρώτου λόγου εφέσεως της εκκαλούσας......>>.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι συνυπαίτιος κατά ποσοστό 80% για το ένδικο τροχαίο ατύχημα είναι ο [πρώτος εναγόμενος, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη] οδηγός του ασφαλισµένου στην τρίτη εναγόµενη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία οχήµατος, και ότι στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήµατος, συνετέλεσε κατά ποσοστό 20% και ο πρώτος ενάγων σύμφωνα με τα αναλυτικά στην ως άνω απόφαση και ανωτέρω αυτολεξεί παρατεθέντα, έκρινε ότι πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη η (παραδεκτά προταθείσα πρωτοδίκως και κατ' έφεση) ένσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας (τώρα αναιρεσίβλητης) περί συνυπαιτότητας του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος), ότι πρέπει να γίνει δεκτή ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη η προαναφερθείσα αγωγή του τώρα αναιρεσείοντος, ότι συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος έφεσης της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας (τώρα αναιρεσίβλητης), ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε άλλως και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την (παραδεκτά προταθείσα πρωτοδίκως και κατ' έφεση) ένσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας (τώρα αναιρεσίβλητης) περί συνυπαιτότητας του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε την έφεση των εναγόντων ως κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση διακράτησε και δίκασε την ως άνω αγωγή του τώρα αναιρεσείοντος, και με τις προαναφερθείσες σκέψεις δέχθηκε ως εν μέρει βάσιμη την ως άνω από 2-6-2015 αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση της τρίτης εναγομένης της ως άνω αγωγής (τώρα αναιρεσίβλητης) να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα της ως άνω αγωγής (τώρα αναιρεσείοντα) τα αναφερόμενα στην εν λόγω απόφαση χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, για αποζημίωσή του και για χρηματική ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης του από το ένδικο τροχαίο ατύχημα .
Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις επικαλούμενη τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , που συνίστανται στο ότι αφενός τα πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την διαπίστωση της ύπαρξης αιτιώδους συναφείας μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων του ενάγοντος - παθόντος - ήδη αναιρεσείοντος και του τροχαίου ατυχήματος, ώστε να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 300 και 330 Α.Κ.
που εφαρμόστηκαν, αφετέρου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είχε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς την υπαίτια συμπεριφορά των προαναφερθέντων εμπλεκόμενων στο ένδικο ατύχημα οδηγών, και δη ως προς το συντρέχον πταίσμα του ενάγοντος - ήδη αναιρεσείοντος και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των πράξεων ή παραλείψεών του και την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και ειδικότερα ότι α) στην προσβαλλόμενη δεν προσδιορίζεται η απόσταση μεταξύ των δύο προαναφερόμενων και εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων, όταν κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ο ενάγων <<αντίκρυσε, πάνω στη στροφή>> το ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη φορτηγό, δηλαδή κατά τον χρόνο που ο ενάγων - ήδη αναιρεσείων αντελήφθη ή είχε την δυνατότητα να αντιληφθεί το ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη όχημα, β) στην προσβαλλόμενη δεν προσδιορίζεται εάν το ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη όχημα ήταν ορατό, ή ηδύνατο να είναι ορατό πριν εισέλθει στη δεξιόστροφη, ως προς την πορεία του αυτοκινήτου του, καμπύλη της οδού και γ) στην προσβαλλόμενη δεν προσδιορίζεται η απόσταση μεταξύ των δύο προαναφερόμενων και εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων κατά τον χρόνο που το ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη όχημα, κινούμενο ήδη εντός του αντίθετου προς την πορεία του ρεύματος κυκλοφορίας, κινήθηκε αιφνίδια αριστερότερα, εντός του αντίθετου προς την πορεία του ρεύματος κυκλοφορίας, ούτε προσδιορίζεται εάν το ως άνω, ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη όχημα, ήταν ορατό από τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα πριν πραγματοποιήσει τον ανωτέρω αιφνίδιο, έτι αριστερότερο ελιγμό.
Ότι οι ανωτέρω παραλείψεις είναι ουσιώδεις για την εφαρμογή των άρθρων 300 και 330 Α.Κ. καθόσον αφορούν ζητήματα ουσιώδη για την εκτίμηση της υπάρξεως ή μη του αναγκαίου χρόνου για την μείωσης της ταχύτητας , για την εκτίμηση της υπάρξεως ή μη της αναγκαίας αποστάσεως για την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου του ενάγοντος - αναιρεσείοντος προς αποτροπή του ενδίκου ατυχήματος και συνακόλουθα αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για την διαπίστωση της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων ή παραλείψεων του ενάγοντος - αναιρεσείοντος και την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.
Οι εν λόγω αιτιάσεις είναι απορριπτέες προεχόντως ως απαράδεκτες, καθόσον οι επικαλούμενες με τον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης ελλείψεις ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο (κατά τα ανωτέρω αυτολεξεί παρατεθέντα) διατυπώνεται σαφώς, ώστε συνακόλουθα οι φερόμενες ως άνω ελλείψεις της προσβαλλόμενης δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Ειδικότερα, η με την προσβαλλομένη απόφασή του , το Εφετείο έκρινε α) ότι συνυπαίτιος κατά ποσοστό 80% για το ένδικο τροχαίο ατύχημα είναι ο οδηγός του ασφαλισµένου στην ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία οχήματος <<γιατί δεν οδηγούσε το μεγάλου όγκου όχημα με σύνεση και προσοχή, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ως μέσος συνετός οδηγός, εκινείτο με το όχημά του εισερχόμενος κατά ένα μέτρο περίπου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας λόγω του πλάτους του οχήματός του, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από το πλάτος του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας όπου εκινείτο, σε συνδυασμό και με τον ελιγμό προς τα αριστερά που είχε πραγματοποιήσει λίγα μέτρα προ του σημείου της συγκρούσεως για να αποφύγει ζημιά στο μεταφερόμενο όχημα από τα κλαδιά των δέντρων που υπήρχαν πάνω από το δεξιό μέρος του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας του, είχε αναπτύξει ταχύτητα 43 χιλιομέτρων, μεγαλύτερη από το ανώτατο όριο ταχύτητας των 40 χιλιομέτρων, την οποία δεν μείωσε ώστε να μπορέσει να ακινητοποιήσει έγκαιρα αυτό ενόψει των συνθηκών του οδοστρώματος και του οχήματος που οδηγούσε (στροφή, στενότητα οδοστρώματος, κίνηση εν μέρει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ολισθηρότητα του οδοστρώματος λόγω βροχόπτωσης, οδήγηση μεγάλου όγκου μήκους και πλάτους οχήματος μετά ρυμουλκούμενου που μετέφερε μεγάλων διαστάσεων και βάρους μηχάνημα έργων), δεν είχε φροντίσει να συνοδεύεται από οχήματα με συσκευές φωτεινής προειδοποίησης για να επισημαίνουν στους λοιπούς οδηγούς ότι εκινείτο στην ως άνω οδό μεγάλου όγκου όχημα και δεν είχε ενημερώσει τα αρμόδια Τμήματα Τροχαίας ώστε να μεριμνήσουν για την εξασφάλιση συνθηκών οµαλούς και ασφαλούς κυκλοφορίας στην ως άνω οδό, παραβάσεις που συνδέονται αιτιωδώς µε το ατύχηµα, αφού η ως άνω οδική συµπεριφορά του (κίνηση εν µέρει στο αντίθετο ρεύµα κυκλοφορίας, αυξηµένη ταχύτητα, παράλειψη λήψης µέτρων ασφαλούς κίνησης του µεγάλου όγκου και βάρους οχήµατος που οδηγούσε) συνετέλεσε κατά το ως άνω ποσοστό στην επέλευση του τροχαίου ατυχήµατος >>, β) ότι συνυπαίτιος επίσης κατά ποσοστό 20 % για το ένδικο τροχαίο ατύχημα είναι ο πρώτος ενάγων- τώρα αναιρεσείων << γιατί δεν οδηγούσε µε σύνεση και προσοχή, που όφειλε και µπορούσε να καταβάλει, ως µέσος συνετός οδηγός, εκινείτο µε το όχηµά του, µε το οποίο µετέφερε φορτίο που είχε βάρος πάνω από το επιτρεπόµενο, µε ταχύτητα 50 χιλιοµέτρων .........µεγαλύτερη από το ανώτατο επιτρεπόµενο όριο ταχύτητας των 40 χιλιοµέτρων, την οποία δεν µείωσε ενόψει των συνθηκών του οδοστρώµατος και του οχήµατος που οδηγούσε (στροφή, στενότητα και ολισθηρότητα λόγω βροχόπτωσης του οδοστρώµατος, µεγαλύτερο µεταφερόµενο βάρος φορτίου από το επιτρεπόµενο) µε αποτέλεσµα να µη µπορέσει να ακινητοποιήσει έγκαιρα το όχηµά του τροχοπεδώντας όταν αντελήφθη το αντίθετα κινούµενο όχηµα να έχει καταλάβει λόγω του όγκου του και τµήµα του ρεύµατος κυκλοφορίας όπου αυτός εκινείτο, ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση, ή να µειώσει τις συνέπειες της, οδική συµπεριφορά που συνδέεται αιτιωδώς µε το ατύχηµα, αφού η αυξηµένη ταχύτητα συνετέλεσε κατά το ως άνω ποσοστό στην επέλευση του ατυχήµατος>>.
Τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη συγκροτούν την συνυπαιτιότητα του ενάγοντος - ήδη αναιρεσείοντος για το ένδικο τροχαίο ατύχημα και επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, η αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη αμελής περί την οδήγηση συμπεριφορά του ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν ήταν συνεπώς αναγκαίο να εκτίθενται (επί πλέον των προαναφερθέντων) στην προσβαλλόμενη, τα στοιχεία που αναφέρει ο αναιρεσείων, για την επαρκή αιτιολόγηση της διαπίστωσης της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος - αναιρεσείοντος και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη πράξεων και παραλείψεων του ενάγοντος - αναιρεσείοντος και την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος , με τις δε επικαλούμενες με τον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης ελλείψεις, πλήττεται, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης και η εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εν όψει των ανωτέρω και λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα και με τα ανωτέρω, στην μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα δεν δημιουργείται από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, ο προαναφερθείς πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι πλήττεται, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης και η εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι παραβίασε την διάταξη του άρθρου 559 αρ 19ΚΠοΛΔ, καθόσον διέλαβε ενδοιαστικές και ταυτόχρονα αντιφατικές αιτιολογίες κατά την εκτίμηση των αποδείξεων κατ` άρθρο 561 παρ 1ΚΠοΛΔ, που αφορούν στην συνυπαιτιότητα του ενάγοντος - αναιρεσείοντος για το ένδικο τροχαίο ατύχημα .
Ειδικότερα, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της τις ακόλουθες παραδοχές : << Πλην, όµως, στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήµατος, συνετέλεσε κατά ποσοστό 20% και ο πρώτος ενάγων γιατί .........................µε αποτέλεσµα να µη µπορέσει να ακινητοποιήσει έγκαιρα το όχηµά του τροχοπεδώντας όταν αντελήφθη το αντίθετα κινούµενο όχηµα να έχει καταλάβει λόγω του όγκου του και τµήµα του ρεύµατος κυκλοφορίας όπου αυτός εκινείτο, ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση, ή να µειώσει τις συνέπειές της, οδική συµπεριφορά που συνδέεται αιτιωδώς µε το ατύχηµα, αφού η αυξηµένη ταχύτητα συνετέλεσε κατά το ως άνω ποσοστό στην επέλευση του ατυχήµατος.>> και δεχόμενη ότι ο ενάγων - αναιρεσείων είναι συνυπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος διότι δεν ηδυνήθη <<να αποφύγει τη σύγκρουση, ή να µειώσει τις συνέπειες της>> διέλαβε ενδοιαστικές και αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον το πόρισμα διατυπώνεται ενδοιαστικά, υπό τύπον αμφιβολίας και όχι με βεβαιότητα καθόσον η παράλειψη µείωσης των συνεπειών της σύγκρουσης δεν ιδρύει συντρέχον πταίσμα.
Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αρ19 ΚΠολΔ που αφορά στο άνω κρίσιμο θέμα του συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος - αναιρεσείοντος και τα αντίστοιχα επιχειρήματα που έχουν σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού κατά τα προεκτεθέντα και ανωτέρω αυτολεξεί παρατεθέντα, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, αφού με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης θεμελιώνεται με σαφήνεια, πειστικότητα, λογική ακολουθία και χωρίς αντιφατικότητα το συντρέχον πταίσμα του ενάγοντος - αναιρεσείοντος.
Ειδικότερα το συντρέχον πταίσμα του ενάγοντος αναιρεσείοντος κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης θεμελιώνεται στην από αμέλεια του ενάγοντος - αναιρεσείοντος οδήγησή του χωρίς σύνεση και προσοχή, που όφειλε και µπορούσε να καταβάλει, ως µέσος συνετός οδηγός, στο ότι εκινείτο µε το όχηµά του, µε το οποίο µετέφερε φορτίο που είχε βάρος πάνω από το επιτρεπόµενο, µε ταχύτητα 50 χιλιοµέτρων / ώρα , που ήταν µεγαλύτερη από το ανώτατο επιτρεπόµενο όριο ταχύτητας των 40 χιλιοµέτρων/ώρα, την οποία (ταχύτητά του) δεν µείωσε ενόψει των συνθηκών του οδοστρώµατος και του οχήµατος που οδηγούσε (στροφή, στενότητα και ολισθηρότητα λόγω βροχόπτωσης του οδοστρώµατος, µεγαλύτερο µεταφερόµενο βάρος φορτίου από το επιτρεπόµενο) µε αποτέλεσµα να µη µπορέσει να ακινητοποιήσει έγκαιρα το όχηµά του τροχοπεδώντας όταν αντελήφθη ότι το αντίθετα κινούµενο όχηµα (που οδηγούσε ο επίσης συνυπαίτιος οδηγός) είχε καταλάβει λόγω του όγκου του και τµήµα του ρεύµατος κυκλοφορίας όπου αυτός εκινείτο, ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση, ή να µειώσει τις συνέπειές της, κατέληξε δε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του στο σαφές, πειστικό και χωρίς αντιφατικότητα, αμφιβολία και ενδοιαστικότητα συμπέρασμα ότι η προαναφερθείσα αμελής οδική συµπεριφορά του ενάγοντος - ήδη αναιρεσείοντος συνδέεται αιτιωδώς µε το ατύχηµα, αφού η αυξηµένη ταχύτητα συνετέλεσε κατά το ως άνω ποσοστό στην επέλευση του ατυχήµατος.
Εν όψει των προεκτεθέντων και εφόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, αφού με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές αυτής θεμελιώνεται το συντρέχον πταίσμα του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, συνακόλουθα ο ως άνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ "...σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 142/2019, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 142/2019 , ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1361/2013).
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015, ΟΛ.Α.Π 10/2017, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 265/2020, ΑΠ 142/2019).
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων ( ΑΠ 265/2020, ΑΠ 142/2019 , ΑΠ 747/2017, βλ.
και ΑΠ 929/2020). Εξάλλου, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με περιουσιακή ζημία, το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση ορισμένους προσδιοριστικούς παράγοντες, δηλαδή το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 142/2019 , ΑΠ 213/2017, ΑΠ 405/2015, ΑΠ 150/2015).
Και στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 ΑΚ, ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό των εύλογων αυτών χρηματικών ποσών είναι ο χρόνος της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 142/2019 , ΑΠ 989/2018, ΑΠ 213/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου οι αιτιάσεις ότι παραβίασε την διάταξη του άρθρου 559 αρ 1 και 19 ΚΠοΛΔ, διότι εφήρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 931 και 932 Α.Κ. , και ειδικότερα δεν διέλαβε στις παραδοχές της ότι προϋπόθεση για την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων είναι και η τήρηση της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας .
Σε σχέση με τον ως άνω τρίτο λόγο αναίρεσης, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη για τον ως άνω λόγο αναίρεσης ζητήματα της επιδικασθείσας με την προσβαλλόμενη στον ενάγοντα- αναιρεσείοντα αποζημίωσης του άρθρου 931 Α.Κ.
και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (άρθρου 932 Α.Κ.) (πέραν των ανωτέρω αυτολεξεί παρατεθέντων σε σχέση με την συνυπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών ) και τα εξής πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί παρατιθέμενα : <<.......... Περαιτέρω ο πρώτος ενάγων, μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Καλαμάτας, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα ρινικών οστών, κάταγμα της διάφυσης του βραχιόνιου οστού και ακρωτηριασμού αριστερού μηρού στο άνω τριτημόριο αυτού, το οποίο αντιμετωπίσθηκε με επίσχεση αιμορραγίας και διαμόρφωση κολοβώματος ενώ παράλληλα του ετέθη γυψονάρθηκας με ανάρτηση ώμου-βραχίονα και ακολούθως διακομίσθηκε στο νοσοκομείο ΚΑΤ.
Από την υπ' αριθμ. πρωτ. …./…-9-2014 ιατρική γνωμάτευση του Π. Π., διευθυντή της κλινικής μονάδας πλαστικής χειρουργικής του ως άνω νοσοκομείου, προκύπτει ότι ο πρώτος ενάγων υποβλήθηκε σε χειρουργική αποκατάσταση του τραύματος με χειρουργικό καθαρισμό και νεκροποίηση-διαμόρφωση κολοβώματος αριστερού κάτω άκρου, άνωθεν του γόνατος, ότι λόγω του ότι το τραύμα παρέμενε ανοικτό υποβαλλόταν σε συνεχείς αλλαγές και ότι ακολούθως στις 22-5-2014 οδηγήθηκε στο χειρουργείο όπου τοποθετήθηκαν δερματικά μοσχεύματα εκ του δεξιού μηριαίου.
Επίσης υποβλήθηκε σε εσωτερική οστεοσύνθεση των καταγμάτων του αριστερού βραχιονίου και της ωλένης και εξήλθε του ως άνω νοσοκομείου στις 2-6-2014 με οδηγίες για επανεξέταση και για τοποθέτηση πρόθεσης αριστερού σκέλους. Περαιτέρω στην από 19- 2-2015 ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου Μ. Ι. αναγράφεται ότι ο ενάγων παρουσιάζει υπαισθησία στην περιοχή του μικρού δακτύλου του αριστερού άνω άκρου (αισθητική κατανομή ωλενίου νεύρου) καθώς και αδυναμία απαγωγής του μικρού δακτύλου της αριστερής άκρας χειρός, λόγω της νευρίτιδας του αριστερού ωλενίου νεύρου στο ύψος του αγκώνα.
Περαιτέρω στην από 24-2-2015 ιατρική βεβαίωση του Γ. Π., διευθυντή της Ψυχιατρικής Κλινικής του Νοσοκομείου "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", αναγράφεται ότι ο πρώτος ενάγων πάσχει μετατραυματική διαταραχή stress με καταθλιπτικούς συντελεστές συρρίκνωση του επιπέδου συνείδησης, αδυναμία συγκέντρωσης λόγω του τροχαίου ατυχήματος και του ακρωτηριασμού του κάτω άκρου και ότι χρήζει θεραπείας και τακτικής ψυχιατρικής παρακολούθησης.
Περαιτέρω με το από 8-5-2015 έγγραφο γνωστοποίησης αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Διευθύνσεως Αναπηρίας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ/ΚΕΠΑ, γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα ότι το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του, λόγω του ακρωτηριασμού του αριστερού μηριαίου (ποσοστό αναπηρίας 67% ), της ωλένιας νευρίτιδος της αριστερής άκρας χειρός επί εδάφους χειρουργημένων καταγμάτων βραχιόνιου- αντιβραχίου, της μετατραυματικής διαταραχής stress με καταθλιπτικούς συντελεστές, ανέρχεται συνολικά σε ποσοστό 80%, μετά από αξιολόγηση της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής.
Τέλος στην προσκομιζόμενη από τον πρώτο ενάγοντα από 12-5-2015 έκθεση του Σ. Τ., ιατροδικαστή, αναγράφεται ότι ο πρώτος ενάγων λόγω του τραυματισμού του και του ποσοστού αναπηρίας του αδυνατεί να ασκήσει το επάγγελμα του εμπόρου λαδιού, ότι έχει ανάγκη συνεχούς υποβοήθησης στις καθημερινές του ανάγκες, ότι παρατηρείται επί της κεφαλής του ρικνωτική-αντιαισθητική ουλή μετωπιαίας χώρας που χρήζει προσπάθεια πλαστικής επανόρθωσης, ότι παρουσιάζει δακρύρροια αριστερού οφθαλμού λόγω τραυματικής κάκωσης δακρυϊκής αντλίας για την οποία είναι αναγκαία η χειρουργική αποκατάσταση, κάταγμα ρινικών οστών με δυσχέρεια ρινικής αναπνοής, ότι επί του αριστερού άνω άκρου διαπιστώνονται δύσμορφες επιμήκεις ουλές λόγω των χειρουργικών επεμβάσεων, ότι φέρει υλικά οστεοσύνθεσης διάφυσης αριστερού αντιβραχίου και κάτω τριτημορίου αριστερής ωλένης, τα οποία θα αφαιρεθούν σε ένα έτος, ότι έχει υποστεί ωλένεια νευρίτιδα με συμπτώματα υπαισθησίας και αδυναμίας απαγωγής του μικρού δακτύλου, ότι το παραμένον τμήμα του αριστερού μηριαίου οστού, μετά τον ακρωτηριασμό, είναι εξαιρετικά μικρό, δυσχεραίνοντας την ορθή εφαρμογή πρόσθετου μέλους και μειώνοντας το εύρος κίνησης, ότι επιβάλλεται η ανακατασκευή του κολοβώματος, ότι στην παρούσα φάση φέρει απλή εκπαιδευτική μηριαία πρόθεση αριστερού μηρού που έχει δυνατότητα δύο μόνον κινήσεων που θα υποβοηθήσει αποτελεσματικά τη στήριξη και βάδισή του , ότι επί του δεξιού κάτω άκρου παρατηρούνται μετατραυματικές ουλές λόγω λήψης δερματικών μοσχευμάτων, που χρήζουν πλαστικής επέμβασης και ότι τέλος παρουσιάζει έντονο καταθλιπτικό συναίσθημα και γενικευμένο άγxoς.....Λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος , το ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος του πρώτου ενάγοντος και του οδηγού του ασφαλισμένου στην τρίτη εναγόμενη οχήματος, το είδος και τη βαρύτητα του τραυματισμού του, του μόνιμου ακρωτηριασμού του αριστερού του σκέλους, του ποσοστού αναπηρίας του, τη ψυχική και σωματική του ταλαιπωρία που δοκίμασε κατά το διάστημα νοσηλείας του στο νοσοκομείο, τις χειρουργικές επεμβάσεις που υποβλήθηκε και που θα υποβληθεί στο μέλλον για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας από τον τραυματισμό του, της δυσχέρειας στην βάδιση και στη εν γένει κίνησή του και της αγχώδους κατάθλιψης στην οποία έχει περιέλθει, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση του πρώτου ενάγοντος, εμπόρου λαδιού κατά το χρόνο του ατυχήματος, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικονομική κατάσταση της τρίτης εναγομένης της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 1308/2015 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)) ο πρώτος ενάγων δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ύψους 80.000 ευρώ, ποσό, που μετά στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, κρίνεται εύλογο.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφαση, επιδίκασε για την ως άνω αιτία στον ενάγοντα το ποσό των 70.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, καθότι όφειλε να επιδικάσει το επιδικαζόμενο με την παρούσα ποσό, γενομένου δεκτού εν μέρει ως κατ ουσία βάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως του πρώτου ενάγοντος - εκκαλούντος και απορριπτόμενου ως κατ' ουσία αβάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως της εκκαλούσας.
Περαιτέρω ο πρώτος ενάγων, λόγω του ένδικου τραυματισμού του σε ηλικία 50 ετών υπέστη , όπως προεκτέθηκε, αναπηρία σε ποσοστό 80 % , από το οποίο ποσοστό 67% λόγω του μόνιμου ακρωτηριασμού του αριστερού κάτω σκέλους , που του δημιουργεί χωλότητα στη βάδιση και στην κίνηση που είναι εφικτή μόνο με τη χρήση ειδικής μηριαίας πρόθεσης αριστερού μηρού, με αποτέλεσμα να υπάρξουν δυσμενείς επιπτώσεις στην εργασία του, καθότι αδυνατεί να ασκήσει το επάγγελμα του εμπόρου λαδιών, που ασκούσε προ του τραυματισμού του, στον τρόπο ζωής του, στην οδήγηση οχήματος, στις καθημερινές ενασχολήσεις του που απαιτούν ορθοστασία, βάδιση, ανέβασμα και κατέβασμα σκαλοπατιών και που τον καθιστούν γενικά άτομο που μειονεκτεί έναντι των άλλων ατόμων της ηλικίας του και που έχουν δυσμενείς επιδράσεις στις κοινωνικές συναναστροφές, που αποτελούν έκφραση της συνταγματικά προστατευόμενης προσωπικότητας και ατομικότητας του ανθρώπου.
Συνακόλουθα, λόγω της αναπηρίας του πρώτου ενάγοντος και των ως άνω συνεπειών της στο πρόσωπό του, συντρέχει νόμιμη περίπτωση επιδικάσεως σ' αυτόν της προβλεπόμενης από το άρθρο 931 του ΑΚ χρηματικής παροχής, η οποία, βάσει των συνθηκών του ατυχήματος, της ηλικίας του πρώτου ενάγοντος, του συντρέχοντος πταίσματος αυτού (20 %) στην επέλευση του ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του και του ποσοστού της μερικής αναπηρίας του ανέρχεται στο ποσό των 50.000 ευρώ, ποσό, που μετά στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, κρίνεται εύλογο.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ότι ο πρώτος ενάγων δικαιούται χρηματικής παροχής, κατ' άρθρο 931 του ΑΚ, ορθά εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε, καθό μέρος, όμως, επιδίκασε για την ως άνω αιτία σαυτόν το ποσό των 80.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, καθότι όφειλε να επιδικάσει το επιδικαζόμενο με την παρούσα ποσό, γενομένου δεκτού εν μέρει ως κατ ουσία βάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως της εκκαλούσας και απορριπτόμενου ως κατ' ουσία αβάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως του εκκαλούντος ......>>.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμες αμφότερες τις αντίθετες ως άνω εφέσεις εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη υπ` αριθμ. 5551/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (εκτός των άλλων που δεν ενδιαφέρουν την προκείμενη αναιρετική δίκη), α) ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας (κατά τα ανωτέρω σχετικά με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης αναλυτικά εκτεθέντα) και β) ως προς τα επιδικασθέντα στον πρώτο ενάγοντα κονδύλια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και ως προς το κονδύλιο της χρηματικής παροχής εκ του άρθρου 931 Α.Κ.
μετά των νομίμων τόκων υπερημερίας, διακράτησε την υπόθεση ,και στην συνέχεια, δικάζοντας επί της από 2-6-2015 και με ΓΑΚ 72908/ ΕΑΚ 3769/ 14-07-2015 αγωγής, έκρινε ότι υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα κατά ποσοστό 80% ήταν ο οδηγός του ασφαλισμένου στην τώρα αναιρεσίβλητη αυτοκινήτου και ότι συνυπαίτιος για το ένδικο ατύχημα κατά ποσοστό 20% ήταν ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων), δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε (εκτός των άλλων που δεν ενδιαφέρουν την προκείμενη αναιρετική δίκη) την υποχρέωση της τώρα αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα της ως άνω κύριας αγωγής (τώρα αναιρεσείοντα) το χρηματικό ποσό των 80.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης του και το χρηματικό ποσό των 50.000 ευρώ για χρηματική παροχή εκ του άρθρου 931 Α.Κ.
με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, ως προς τον ως άνω τρίτο λόγο αναίρεσης, δηλαδή με το να επιδικάσει στον ενάγοντα αναιρεσείοντα α) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος αναιρεσείοντος το παραπάνω ποσό (80.000 €), και β) το χρηματικό ποσό των 50.000 ευρώ για χρηματική παροχή εκ του άρθρου 931 Α.Κ. , δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπονται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και χρηματικής παροχής εκ του άρθρου 931 Α.Κ.
Επομένως ο σχετικός τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης , η κρινόμενη από 26-06-2019 και καταχωρηθείσα στο Εφετείο Αθηνών με ΓΑΚ 6171/ΕΑΚ 599/02-07-2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αρ. 5551/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητιστικών διαφορών (άρθρα 681 επ.
ΚΠολΔ.), κατ' αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. του ΚΠολΔ. όπως ισχύει). Τέλος ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη αυτή, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2ΚΠολΔ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-06-2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αρ. 5551/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 681Α ΚΠολΔ.,
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, απόφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2021 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ