Supreme Court dismisses appeal on paternity as it constitutes mere re-evaluation of evidence rather than legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's judgment establishing paternity. The appellant argued for a re-evaluation of evidence, but the court held that this constitutes a factual re-assessment rather than a violation of the law. Consequently, the appeal was rejected because it failed to identify a specific legal error affecting the verdict.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1 K.Pol.D; Art. 559 no. 13, 19 K.Pol.D: An appeal alleging violation of the law must cite the specific legal rule breached and the error in its interpretation or application; mere re-evaluation of evidence or disagreement with the factual findings does not constitute grounds for appeal under these provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1541 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1541/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κόρακα .
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. συζ. Α. Π. το γένος Ε. Σ. και 2. Ε. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/2000 μη οριστική, 58/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 187/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-2-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 12-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει, από τις 08061Β' , 08059Β' /8.12.2011 εκθέσεις της δικαστικής Επιμελήτριας Μυτιλήνης ..., ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με κλήση προς παράσταση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε με φροντίδα του αναιρεσείοντος στις αναιρεσίβλητες. Εφ' όσον δε αυτές δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να δικαστούν ερήμην (άρθρ. 576 παρ.1.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ. Εισάγεται για κρίση αναίρεση σε υπόθεση που αφορά προσβολή πατρότητας τέκνου, γεννημένου σε νόμιμο γάμο.
ΙΙ. Στην περίπτωση, κατά την οποία προβάλλεται παραβίαση του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ, πρέπει, για την πληρότητα του αναιρετικού λόγου, να αναφέρεται ο κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε (Ολ.ΑΠ 18/2005, ΑΠ 113/2011, ΑΠ 498/2012). Ακόμη, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, πρέπει να περιλαμβάνεται στο αναιρετήριο (ΟλΑΠ 32/96, ΑΠ 495/10, ΑΠ 2007/09), όπως και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 138, 140, 609/2008), δηλαδή η έννομη συνέπεια που καταγνώστηκε με βάση την επικαλούμενη παράβαση (ΑΠ 1662/2009).
Αν η υπόθεση κρίθηκε στην ουσία, πρέπει η αναίρεση να μνημονεύει με σαφήνεια τις πραγματικές παραδοχές που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου, και την έννομη συνέπεια που διαγνώστηκε με βάση αυτές (ΑΠ 1068/07, ΑΠ 586/06). Όταν προβάλλεται παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται, ποια συγκεκριμένα, διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου προς εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τί συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 974/2010, ΑΠ 229/09, ΑΠ 474/07), να προσδιορίζεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, ως και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, που προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το δικαστήριο χρησιμοποίησε εσφαλμένα και σε τί συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 574/2010, ΑΠ 225/09, ΑΠ 2174/07), να προσδιορίζεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, ως και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, που προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το δικαστήριο χρησιμοποίησε εσφαλμένα (ΑΠ 225/09).
Στην υπό κρίση περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει, ότι παραβιάστηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ο κανόνας του άρθρου 1468 ΑΚ, όπως και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Όμως: α) ο αναιρεσείων αναφέρεται και αμφισβητεί την ουσιαστική κρίση του Εφετείου (χωρίς να παραθέτει αναλυτικά τις σχετικές κρίσεις του), πράγμα το οποίο, κατά τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν, κείται εκτός της κρίσης του παρόντος δικαστηρίου (άρθρ.561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), β) εντελώς αόριστα, αναφέρει, πως το δικαστήριο "... δεν έλαβε υπόψιν τα στοιχεία που προσκόμισα στο Δικαστήριο...", χωρίς έστω, να τα μνημονεύει, γ)δεν αναφέρεται, ποιοι κανόνες διδαγμάτων κοινής πείρας παραβιάστηκαν, και, παραπονείται, εκ νέου, για την μη ομαλή διεξαγωγή της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, για το λόγο, ότι δεν παρέστη ο διορισθείς υπ' αυτού (αναιρεσείοντα), εύλογα, δεν συνιστά παραβίαση της πιο πάνω διάταξης, αλλά αμφισβητήσεις που ανάγονται στην ουσία της υπόθεσης. Άλλωστε, δεν γίνεται αναφορά σε έλλειψη κλήτευσής του στη σχετική διαδικασία. Άρα, οι με στοιχεία 1 και 2α λόγοι αναίρεσης, προβάλλονται απαραδέκτως.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανέλεγκτα (άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) τα ακόλουθα: "Τον Ιανουάριο του 1997 ο ενάγων, ηλικίας είκοσι δύο ετών, γνωρίστηκε σε φιλική συντροφιά με την εναγομένη, νεαρή μαθήτρια της πρώτης τάξης του Τεχνικού Λυκείου, ηλικίας δέκα έξι ετών και συνήψαν μαζί αισθηματικό-ερωτικό δεσμό.
Ο δεσμός τους ολοκληρώθηκε με πλήρη σαρκική συνάφεια και διήρκεσε όλο το έτος 1997 και τους πρώτους μήνες του έτους 1998, οπότε, περί το Φεβρουάριο του 1998 διαπίστωσαν ότι η εναγομένη ήταν έγκυος και για το λόγο ακριβώς αυτόν προχώρησαν εσπευσμένα στην τέλεση του γάμου τους στις 3-5-1998-ενόσω η εναγομένη βρισκόταν ήδη στον τρίτο μήνα της κυήσεως.
Αν δεν μεσολαβούσε η εγκυμοσύνη, ούτε η εναγομένη είχε λόγο να προχωρήσει τόσο γρήγορα σε γάμο, σε ηλικία μόλις 17 ετών και πριν τελειώσει το σχολείο της, ούτε ο ενάγων είχε λόγο να βιαστεί να παντρευτεί χωρίς την έγκριση και χωρίς την παρουσία των γονέων του στο γάμο του (με τους οποίους ήταν ιδιαίτερα συνδεδεμένος).
Επομένως, παρά τα όσα αντίθετα, αβάσιμα, ισχυρίζεται ο ενάγων, είναι βέβαιο ότι κατά την τέλεση του γάμου του γνώριζε ότι η εναγομένη ήταν έγκυος, πολύ περισσότερο δε το γνώριζε, αφού αυτός τη συνόδευσε στη μικροβιολόγο... για το τεστ κυήσεως, αυτός επίσης τη συνόδευσε στη γυναικολόγο ... καθώς και στον ακτινολόγο ...
για το πρώτο υπερηχογράφημα του εμβρύου (στις 15-4-1998) ... To κρίσιμο διάστημα της σύλληψης, δηλαδή το χρονικό διάστημα που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην τριακοσιοστή και την εκατοστή ογδοηκοστή ημέρα πριν από τον τοκετό (άρθρο 1468 Α.Κ.), συμπίπτει στην προκειμένη περίπτωση με το διάστημα μεταξύ 20 Ιανουαρίου και 19 Μαΐου 1998, διάστημα κατά το οποίο ο ενάγων είχε σαρκικές σχέσεις με την εναγομένη ...
Έτσι, με δεδομένο ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε σαρκικές σχέσεις, κατά το παραπάνω κρίσιμο διάστημα, με άλλον άνδρα, εκτός από τον ενάγοντα (ούτε ο ενάγων ισχυρίζεται κάτι τέτοιο στην αγωγή του), το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι το παιδί (κορίτσι που έλαβε το όνομα Ρ.) που γέννησε η εναγομένη στις 15-11-1998, στη διάρκεια του γάμου της με τον ενάγοντα έχει πράγματι πατέρα τον ενάγοντα.
Η κρίση αυτή επιβεβαιώνεται από την, επιστημονικά τεκμηριωμένη, έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Μοριακού Βιολόγου Γενετιστή ... o οποίος, αφού παραθέτει αναλυτικά τα ευρήματα του ελέγχου των πολυμορφικών στοιχείων του γονιδιακού υλικού (DNA) τόσο του παιδιού και της εναγομένης μητέρας του όσο και του ενάγοντος καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι η πιθανότητα να είναι ο ενάγων ο πατέρα του παιδιού είναι 99,8% (δηλαδή εγγίζει τα όρια της πλήρους βεβαιότητας)"...
Με τις πιο πάνω παραδοχές της, η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε σαφή, επαρκή και ουδόλως αντιφατική αιτιολογία, η οποία στηρίζει πλήρως το διατακτικό της. Ο αναιρεσείων, χωρίς να εντοπίζει συγκεκριμένες ασάφειες και αντιφάσεις, προβαίνει σε επανεκτίμηση του προσαχθέντος αποδεικτικού υλικού και καταλήγει στο κατ' αυτόν αποδεικτικό πόρισμα.
Τούτο όμως, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν συνιστά τον από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ, αναιρετικό λόγο, αλλά και δεν μπορεί να αποτελέσει αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αρ.13 και 19 Κ.Πολ.Δ. Κατά ταύτα, και ο με το στοιχείο 2β λόγος της αναίρεσης, που προσβάλλει την απόφαση, για τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Άρα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης.
Διάταξη για δικαστική δαπάνη, δεν θα διαληφθεί στην παρούσα, γιατί οι αναιρεσίβλητες λόγω της ερημοδικίας τους, δεν υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.2.2011 αίτηση του Α. Χ. Π. προς αναίρεση της με αριθμό 187/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Μυτιλήνης).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ