Supreme Court dismisses appeal against car damage judgment, ruling ignored evidence was considered.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's judgment regarding car damage compensation. The appellants argued that specific evidence, including a prior conviction and a technical expert report, was ignored by the appellate court. The court ruled that the lower court had considered all submitted documents and that no ambiguity existed regarding their evaluation, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 556, 558, 564, 566, 577, 579 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court has considered all evidence presented by the parties, even without specific mention of each document, provided the reasoning leaves no doubt about the evaluation of the evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1540 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1540/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Μ. χας Λ. Σ., το γένος Γ. Ζ., κατοίκου Α., ατομικά, 2) Μ. χας Λ. Σ., το γένος Γ. Ζ.η, κατοίκου Α., ως ασκούσας μόνη τη γονική μέριμνα και επιμέλεια της ανήλικης κόρης της Μ. - Λ. Σ. του Λ., 3) Γ. Σ. του Γ., κατοίκου Κ. Α. και 4) Λ. συζ. Γ. Σ., το γένος Π. Ζ., κατοίκου Α., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Σαράκη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΑΕ" και ήδη "ΑLLIANZ ΕΛΛΑΣ Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 2-2-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου και συνεκδικάστηκε με τις από 5-11-2015 και 18-12-2015 αγωγές προσώπων και εταιρειών, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 174/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 6-12-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 06-12-2021 (αριθμ. κατάθ. 1/05-01-2022) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 174/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 944/2017, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 947/2020, ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 845/2012).
Επίσης, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται αναιρετικά μόνον αν αυτά αφορούν σε ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ.), με την έννοια της εξειδίκευσης αόριστων νομικών εννοιών ή της υπαγωγής σε αυτούς πραγματικών περιστατικών, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών και συνδέονται με την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 742/2020, ΑΠ 1030/2015).
Τέλος, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης, οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) σχετικά με τα ζητήματα των συνθηκών πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών που είχαν εμπλοκή σε αυτό, τα ακόλουθα περιστατικά: "Στις 18.10.2014, επί της Εθνικής Ο.
Α. - Ι, ο A. T. (πρώτος ενάγων της Α' αγωγής και πρώτος εναγόμενος της Γ' αγωγής) οδηγούσε το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας Τ. C. της ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία "….." (δεύτερη εναγόμενη στη Γ' αγωγή) (ήδη αναιρεσίβλητης) με συνεπιβάτη τη σύζυγό του L. T. (δεύτερη ενάγουσα στην Α' αγωγή) και με κατεύθυνση προς Α..
Κατά τον ίδιο χρόνο και στην ίδια οδό, αλλά με αντίθετη κατεύθυνση προς Μ., κινείτο ο Λ. Σ. (σύζυγος της πρώτης, πατέρας της δεύτερης, αδελφός της τρίτης και υιός της τέταρτης των εναγουσών της τρίτης αγωγής) (ήδη αναιρεσειουσών), οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας A. Α. που ανήκε στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία "N. l - Ν.
Π." (εναγόμενη στην πρώτη αγωγή και παρεμπιπτόντως ενάγουσα στη δεύτερη αγωγή). Περί ώρα 19:25, στο 51,100 χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού, στην περιοχή της Κ., όπου η ανωτέρω οδός έχει μία λωρίδα ανά κατεύθυνση με διπλή διαχωριστική γραμμή επί του οδοστρώματος και όριο ταχύτητας είναι τα 50 χλμ./ώρα συνέβη τροχαίο ατύχημα, όταν ο οδηγός Λ.
Σ., από αιτία που δεν εξακριβώθηκε, ξαφνικά έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο περιστρεφόμενο δεξιόστροφα γύρω από τον εαυτό του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με μη ελεγχόμενη πλαγιολίσθηση και διανύοντας απόσταση 12 μ. περίπου, συγκρούστηκε η οπίσθια δεξιά πλευρά του με το εμπρόσθιo μέρος του άνω οχήματος που οδηγούσε ο A.
T., ενώ μετά τη σύγκρουση συνέχισε την ανεξέλεγκτη πορεία του ανατράπηκε και ανυψούμενο στον αέρα προσέκρουσε με την οροφή του στο μεταλλικό στηθαίο και κατέληξε στο πρανές εκτός του οδοστρώματος, το δε αυτοκίνητο του T, περιστρεφόμενο δεξιόστροφα από τη σύγκρουση κατέληξε κάθετα στο οδόστρωμα. Συνεπεία της ένδικης σύγκρουσης, ο οδηγός Λ.
Σ. τραυματίστηκε θανάσιμα, ενώ τραυματίστηκε ελαφρά και η συνεπιβάτης του παραπάνω αυτοκινήτου, αμφότερα δε τα οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες υλικές ζημίες και βλάβες. Εξάλλου, από την υπ' αριθ. ... ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής και την υπ' αριθ. ... τοξικολογική εξέταση προέκυψε ότι ο Λ. Σ. κατά το χρόνο του ατυχήματος είχε καταναλώσει ποσότητα αλκοόλ σε ποσοστό 1,14 g/L, ενώ στο αίμα του ανιχνεύθηκε το δραστικό συστατικό Δ9- τετραϋδροκανναβινόλη της κάνναβης.
Αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης των οχημάτων, η οποία ήταν σφοδρή και πλαγιομετωπική και των συνεπεία αυτών σωματικών βλαβών και υλικών ζημιών που είναι ο οδηγός Λ. Σ., ο οποίος από αμέλεια, ήτοι έλλειψη της επιβαλλόμενης σε κάθε μέσο συνετό οδηγό επιμέλειας, δεν είχε τεταμένη την προσοχή στην οδήγηση του οχήματός του, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία αυτού, με αποτέλεσμα να κινηθεί αιφνιδίως και να καταλάβει το αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου συγκρούστηκε με το συννόμως κινούμενο όχημα του A.
T., ενώ στη συνέχεια ανατράπηκε και διήλθε πάνω από το προστατευτικό κιγκλίδωμα της οδού. Στην κρίση του αυτή οδηγείται το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας τις μαρτυρικές καταθέσεις, την έκθεση αυτοψίας του ατυχήματος και το σχεδιάγραμμα των αστυνομικών οργάνων της τροχαίας Μεσολογγίου, σύμφωνα με το οποίο χαραγή στο οδόστρωμα και θραύσματα πλαστικών και υάλων και λάδια βρέθηκαν εντός του ρεύματος πορείας προς Α, καθώς και ίχνη φρεναρίσματος που ξεκινούν από το μέσον του ρεύματος πορείας του θανόντος οδηγού και καταλήγουν στο έρεισμα του αντιθέτου με αυτόν ρεύματος κυκλοφορίας, αλλά και τις τελικές θέσεις των εμπλεκόμενων οχημάτων, εκ των οποίων το μεν όχημα του θανόντος κατέληξε σε απόσταση 2,30 μ.
εκτός οδοστρώματος στο πρανές της οδού με μέτωπο προς Α, το δε αυτοκίνητο του A. T. βρέθηκε πλησίον του σημείου σύγκρουσης κάθετα στο οδόστρωμα και κατά το μεγαλύτερο μέρος του εντός του ρεύματος πορείας προς Μ.. Περαιτέρω, ναι μεν η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος και εν προκειμένω ο θανών οδηγός τελούσε υπό την επήρεια μέθης και ναρκωτικών ουσιών, τα οποία επηρέασαν σημαντικά περί την οδήγηση κατά την οποία δεν υπήρχε έλεγχος και εποπτεία του οχήματος.
Αντίθετα ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον οδηγό A. T., ο οποίος οδηγώντας το αυτοκίνητό του εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του και οδηγούσε σύννομα, λόγω δε της απρόσμενης και αιφνίδιας ανέλεγκτης εισόδου στην πορεία του του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο θανών δεν κατάφερε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια πρόσφορη για την αποτροπή του ατυχήματος, ούτε και μπορούσε να προβλέψει την εξέλιξη της σύγκρουσης, το γεγονός δε ότι αυτός στερούνταν ευρωπαϊκής άδειας οδήγησης δεν επηρέασε αρνητικά την οδηγική του συμπεριφορά, ενώ κατείχε αλβανικό δίπλωμα οδηγού.
Ο ισχυρισμός των εναγόντων-εκκαλούντων ότι ο προαναφερόμενος οδηγός είναι αποκλειστικά υπαίτιος, άλλως συνυπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος, διότι έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε βάσιμος. Περαιτέρω, παρότι το παρόν Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων με την 394/2019 απόφασή του έκρινε τελεσίδικα αθώο τον οδηγό A.
T., για το θανάσιμο τραυματισμό του Λ. Σ.. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθούν όλα τα αιτήματα των εναγουσών της τρίτης αγωγής, όπως ορθά έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Με βάση τα ανωτέρω, επειδή δεν προβάλλεται έτερος λόγος εφέσεως, θα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση και να κρίνει τον θανόντα συγγενή των αναιρεσειουσών Λ. Σ. αποκλειστικά υπαίτιο του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300, 330 και 914 ΑΚ, οι οποίες αν και δεν αναφέρονται αριθμητικά, το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του πρώτου λόγου αναίρεσης χωρίς αμφιβολία (ΑΠ 322/2020, ΑΠ 146/2018), αλλά, με το σύνολο των παραδοχών του, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, δέχθηκε, ότι αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης ήταν ο ανωτέρω συγγενής των αναιρεσειουσών, ο οποίος οδηγώντας το ΙΧΕ αυτοκίνητό του στην Ε.Ο. Α. - Ι. με κατεύθυνση από Α. προς Μ., από αμέλεια, ήτοι έλλειψη της επιβαλλόμενης σε κάθε μέσο συνετό οδηγό επιμέλειας, δεν είχε τεταμένη την προσοχή στην οδήγηση, με αποτέλεσμα να χάσει το έλεγχο του οχήματός του, το οποίο περιστρεφόμενο δεξιόστροφα γύρω από τον εαυτό του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με μη ελεγχόμενη πλαγιολίσθηση και διανύοντας απόσταση 12 μέτρων περίπου, συγκρούστηκε με την οπίσθια δεξιά πλευρά του με το εμπρόσθιο τμήμα του συννόμως κινούμενου οχήματος (με κατεύθυνση από Μ.
προς Α.) του A. T., ενώ στη συνέχεια ανατράπηκε και διήλθε πάνω από το προστατευτικό κιγκλίδωμα του ίδιου ρεύματος πορείας και κατέληξε σε απόσταση 2,30 μ. εκτός οδοστρώματος, στο πρανές της οδού με μέτωπο προς Α., με συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού του, το δε αυτοκίνητο του A. T. βρέθηκε πλησίον του σημείου σύγκρουσης κάθετα στο οδόστρωμα και κατά το μεγαλύτερο μέρος του εντός του ρεύματος πορείας προς Μ., ενώ όλα τα ευρήματα από τη σύγκρουση (χαραγή, στο οδόστρωμα, θραύσματα πλαστικών και υάλων και λάδια) βρέθηκαν εντός του ρεύματος πορείας προς Α., τα δε ίχνη φρεναρίσματος του οχήματος του θανόντος οδηγού ξεκινούν από το μέσον του ρεύματος πορείας του και καταλήγουν στο έρεισμα του αντίθετου προς αυτόν ρεύματος πορείας.
Επίσης, δέχθηκε, ότι ο θανών οδηγός τελούσε υπό την επήρεια μέθης (1,14 g/L) και ναρκωτικών ουσιών (κάνναβης), γεγονός που επηρέασε αρνητικά τον έλεγχο και εποπτεία του οχήματός του κατά την οδήγηση, ενώ αντίθετα, δεν δέχθηκε υπέρβαση του ορίου ταχύτητας των 50 χλμ/ώρα από τον έτερο οδηγό, A. T., γεγονός ευχερώς συναγόμενο και από την τελική θέση του αυτοκινήτου του πλησίον του σημείου σύγκρουσης, ούτε (δέχθηκε) δυνατότητα του τελευταίου να αποτρέψει τη σύγκρουση με οποιαδήποτε ενέργειά του (αποφευκτικό ελιγμό ή ακινητοποίηση του οχήματός του), εξαιτίας της απρόσμενης, αιφνίδιας και ανέλεγκτης εισόδου, στην πορεία του, του αυτοκινήτου του Λ.
Σ.. Άλλες αιτιολογίες δεν ήταν απαραίτητες. Οι αναιρεσείουσες, ισχυριζόμενες ότι ο έτερος οδηγός, A. T., είχε αναπτύξει ιλιγγιώδη ταχύτητα, εξαιτίας της οποίας προκλήθηκε η ένδικη σύγκρουση, παραπονούνται για ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλόμενης, επειδή α) δεν εκτίθεται η ταχύτητα, με την οποία κινούνταν οι δύο οδηγοί, β) η όποια βιαιότητα της σύγκρουσης οφειλόταν αποκλειστικά στην ταχύτητα του έτερου οδηγού (A.
T.), δεδομένου ότι το όχημα του συγγενούς τους μετά την περιστροφή του είχε λάβει κατεύθυνση προς Α. και πάσα κινητική ενέργειά του είχε αποσβεσθεί, και γ) δεν αιτιολογείται, γιατί δεν κατάφερε να τροχοπεδήσει ο άλλος οδηγός. Οι επικαλούμενες από τις αναιρεσείουσες ελλείψεις, δεν συνιστούν τέτοιες, αλλά αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο (πόρισμα) είναι διαφορετικό από εκείνο, που οι αναιρεσείουσες θεωρούν ορθό, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Τέλος, οι αναιρεσείουσες διατείνονται, ότι παρότι αναφέρεται στην προσβαλλόμενη, ότι συγκρούσθηκε η οπίσθια δεξιά πλευρά του οχήματος του συγγενούς τους με το εμπρόσθιο μέρος του οχήματος του A. T., ακολούθως αντιφατικά εκτίθεται, ότι η σύγκρουση ήταν πλαγιομετωπική. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, διότι στην πληττόμενη απόφαση διαλαμβάνεται αναλυτική και πλήρης περιγραφή των συγκρουσθέντων σημείων του δύο οχημάτων, η οποία (περιγραφή) ουδόλως ανατρέπεται στη συνέχεια.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εν μέρει ως απαράδεκτος και εν μέρει ως αβάσιμος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Περαιτέρω, οι αναιρεσείουσες με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης ισχυρίζονται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ότι η οδήγηση του οχήματος του A. T. με ταχύτητα μόνο 50 χλμ/ώρα, επέφερε τη συντριβή των συγκρουσθεισών επιφανειών των δύο οχημάτων, παρότι τα 2 οχήματα δεν συγκρούσθηκαν ως αντιθέτως κινούμενα, αφού το όχημα του συγγενούς τους (Λ. Σ.) είχε αναστραφεί λαμβάνοντας θέση προς Α., έτσι ώστε η πρόσκρουση του ΙΧΕ αυτοκινήτου του A. T. στο ΙΧΕ αυτοκίνητο του θανόντος προξένησε τις ζημιές στα 2 οχήματα. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση μη κατονομαζόμενων διδαγμάτων κοινής πείρας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Καμία, ωστόσο, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος, ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 760/2020, ΑΠ 717/2020, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1199/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ενώ σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και δη α) η υπ' αριθμ. 1012/2017 πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Μεσολογγίου, οι παραδοχές της οποίας ανατράπηκαν από την 394/2019 τελεσίδικη αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμ/των Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, και β) η από 10-5-2019 τεχνική έκθεση του διορισθέντος από το ΤΕΕ -Τμήμα Αιτωλοακαρνανίας πραγματογνώμονα Ι..
Δ., που καταρτίσθηκε κατόπιν αιτήματος της πρώτης αναιρεσείουσας, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου. Επομένως, ο συναφής λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ' β' εδ. δ' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του Ν 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 06-12-2021 (αριθμ. κατάθ. 1/05-01-2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 174/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες, στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ