Legislator Case Law & Legislation
595/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds regarding non-appealed lease rent adjustment decisions.

Case Number 595/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision on lease rent adjustment. The appellants challenged both the rent adjustment and a separate nullity action, but the court ruled that the rent adjustment portion was already final and binding. Consequently, the court held that the non-appealed parts of the judgment remain in force and preclude re-examination of those issues in the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 322, 569, 573 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata binds the court to non-appealed provisions of a final judgment, preventing re-examination of those specific issues in a subsequent appeal.

Keywords

AI generated
res judicata appeal admissibility lease rent adjustment finality of judgment code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 322 of the Code of Civil Procedure
Article 569 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 573 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 item e of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 595 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 595/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Α. Μ. του Ε. και 2) Β. Μ. του Ε., κατοίκων ..., εκ των οποίων η 2η παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γιαννακάκι, ενώ η 1η εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Βασιλική Μπέτσου και Εμμανουήλ Γιαννακάκι.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σταυρουλάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 29-8-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-4-2012 και 29-8-2014, αγωγή και "συμπληρωματική" αγωγή, αντίστοιχα, της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 372/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3165/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Με την από 23-1-2017 ανακοπή ερημοδικίας οι ανακόπτουσες - εκκαλούσες και ήδη αναιρεσείουσες ζήτησαν την εξαφάνιση της ως άνω εφετειακής απόφασης.

Εκδόθηκε η 4893/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 19-12-2018 αίτησή τους και τους από 7-6-2019 και 11-7-2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η αναιρεσείουσα και ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 19.12.2018 αίτηση αναιρέσεως και τους, παραδεκτώς, με ιδιαίτερα δικόγραφα και εντός της οριζόμενης από την διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. προθεσμίας ασκηθέντες και προς την αναιρεσίβλητη επιδοθέντες από 7.6.2019 και 11.7.2019 προσθέτους σ' αυτήν λόγους, που πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά την διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία εφαρμόζεται και κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), ζητείται, υπό την επίκληση των διαλαμβανομένων στα παραπάνω δικόγραφα αιτιάσεων, η αναίρεση της 4893/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 648 έως 657 του Κ.Πολ.Δικ.).

Η προσβαλλομένη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη (μισθώτρια) άσκησε κατά των ήδη αναιρεσειουσών, καθώς και κατά της μεταποβιώσασας μητέρας τους Δ.

χας Ε. Μ., ως συνεκμισθωτριών, την από 27.4.2012 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, επικαλούμενη την συνδρομή των προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 388 του Α.Κ., άλλως του άρθρου 288 του Α.Κ., ζήτησε την αναπροσαρμογή (μείωση) του κατά τον χρόνο της ασκήσεως της αγωγής καταβαλλομένου από αυτήν μηνιαίου μισθώματος του επιδίκου μισθίου ακινήτου από το ποσό των 3.224,82 ευρώ στο ποσό των 1.200 ευρώ, από την επίδοσή της.

Ακολούθως, άσκησε, ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου κατά των αυτών ως άνω αντιδίκων της, την από 29.8.2014 επιγραφόμενη ως "Συμπληρωματική αγωγή", με την οποία, επικαλούμενη την συνδρομή των προϋποθέσεων των αυτών ως άνω διατάξεων, ζήτησε να αναπροσαρμοστεί, κατόπιν περιορισμού του αιτήματος της πρώτης "κυρίας" από 27.4.2012 αγωγής, το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 1.800 ευρώ, από την επίδοση της πρώτης αγωγής.

Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 372/2015 απόφαση του προαναφερομένου Δικαστηρίου, με την οποία η μεν πρώτη απερρίφθη, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας και συγκεκριμένα γιατί δεν αναφερόταν σ' αυτήν η συμφωνηθείσα χρήση του μισθίου, η δε δεύτερη έγινε δεκτή εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά την επικουρική, εκ του άρθρου 288 Α.Κ.

βάση της, και αναπροσαρμόστηκε (μειώθηκε) το εν λόγω μηνιαίο μίσθωμα από το ποσό των 3.224,82 ευρώ στο ποσό των 2.500 ευρώ, για το μετά την επίδοση της αγωγής αυτής (δεύτερης) χρονικό διάστημα. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκατέρωθεν εφέσεις και δη: α) η από 28.7.2015 έφεση της ενάγουσας - μισθώτριας, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση, άλλως μεταρρύθμιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, προκειμένου να γίνουν δεκτές αμφότερες οι αγωγές της, στο σύνολό τους και β) η από 27.7.2015 έφεση των εναγομένων - συνεκμισθωτριών, παραπονουμένων μόνο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (όχι και για νομικές πλημμέλειες), οι οποίες συνεκδικάστηκαν στις 15.11.2016, ερήμην των εναγομένων - εκκαλουσών - εφεσιβλήτων - εκμισθωτριών, και επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3165/2016 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία το μεν απερρίφθη η έφεση των εναγομένων - συνεκμισθωτριών, λόγω της ερημοδικίας τους, το δε κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της εφέσεως της ενάγουσας - μισθώτριας, εξ αιτίας της μη προσκομίσεως εκ μέρους αυτής στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, λόγω της ερημοδικίας των αντιδίκων της, επικυρωμένου αντιγράφου των προτάσεών τους, που αυτές είχαν καταθέσει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Κατά της εφετειακής αυτής αποφάσεως οι ερήμην δικασθείσες εναγόμενες-συνεκμισθώτριες άσκησαν την από 23.1.2017 ανακοπή ερημοδικίας, που συζητήθηκε στις 22.5.2018, μαζί με την επαναφερθείσα με κλήση και προσδιορισθείσα για την ίδια δικάσιμο έφεση της ενάγουσας - μισθώτριας, η συζήτηση της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, είχε κηρυχθεί απαράδεκτη και επ' αυτών (ανακοπής ερημοδικίας και εφέσεως) εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποία η μεν ανακοπή απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, η δε έφεση έγινε δεκτή τυπικά και απερρίφθη κατ' ουσίαν.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξ άλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίση του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία), ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές (της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής) η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δικ., αντίστοιχα (Α.Π. 180/2016, Α.Π. 1414/2015, Α.Π. 534/2014, Α.Π. 225/2014, Α.Π. 13/2014). Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι, κατ' εξαίρεση, λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και, ειδικώς, δεν αφορά στην δημόσια τάξη (Α.Π. 1088/2019, Α.Π. 661/2018, Α.Π. 1358/2018, Α.Π. 254/2016).

Ειδικότερα, κατά την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά στην δημόσια τάξη.

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. Η παραπάνω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του, ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε, συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ.

α' - γ' της παρ. 2 του άρθρου 562, να εκτίθεται στο αναιρετήριο ο λόγος αυτός (Α.Π. 173/2016, Α.Π. 275/2015, Α.Π. 442/2015, Α.Π. 391/2015). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 591 παρ. 1 εδαφ. β', 649 και 650 του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο ένατο του αυτού άρθρου και νόμου, από 1.1.2016, και έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, εφόσον τόσον η αγωγή, όσο και η έφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ασκήθηκαν πριν από την, κατά την 1.1.2016, έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 (Α.Π. 127/2016, Α.Π. 1248/2014), ήτοι η μεν αγωγή κατατέθηκε την 1.9.2014 (γενικός αριθμός εκθέσεως καταθέσεως .../2014, μη προκύπτοντος χρόνου επιδόσεώς της), η δε έφεση την 29.7.2015 (αριθμός καταθέσεως 4759/2015), προκύπτει ότι κατά την διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί να καταχωρηθούν στα πρακτικά και δη στο περί των προτάσεων και των δηλώσεων τμήμα αυτών, με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 του Κ.Πολ.Δικ.), εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται, δηλονότι, σε κάθε περίπτωση, προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενο κατά την συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ.ΑΠ 2/2005, ΑΠ 173/2016, ΑΠ 776/2011, ΑΠ 1295/2010, ΑΠ 602/2010) και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, που επιτρεπτά ερευνάται αρχικά, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 462/2017), οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι η ένδικη από 29.8.2014 αγωγή, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, τυγχάνει αόριστη και έπρεπε να απορριφθεί ως τοιαύτη, διατεινόμενες, κατ' εκτίμηση των προς θεμελίωση του λόγου αυτού εκτιθεμένων, ότι εφόσον η πρώτη (από 27.4.2012) αγωγή απερρίφθη ως αόριστη, η δεύτερη αγωγή, στην οποία είναι συνερραμένη αυτούσια η πρώτη (αγωγή), δεν δύναται να θεωρηθεί αυτοτελής και ανεξάρτητη, αλλά αντίθετα ενιαία με την πρώτη αγωγή, η αοριστία της οποίας την συμπαρασύρει, πάσχουσα, συνεπώς, από αοριστία, πράγμα που προέβαλαν με τις προτάσεις τους, ενώπιον του Εφετείου, πλην όμως το τελευταίο θεώρησε την αγωγή ορισμένη και ουδέν διέλαβε περί του σχετικού ισχυρισμού τους στην προσβαλλομένη απόφασή του.

Ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ανεξαρτήτως της αοριστίας του, εφόσον ουδέν αναφέρεται σχετικώς με το ποια συγκεκριμένα, απαραίτητα για την πληρότητα του δικογράφου, στοιχεία ελλείπουν, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθ' όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αν ο σχετικός περί αοριστίας της ένδικης ως άνω (από 29.8.2014 - δεύτερης) αγωγής ισχυρισμός, προκειμένης διαφοράς εκδικαζομένης, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, προτάθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά τον ανωτέρω αναφερόμενο τρόπο, δηλαδή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο και με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρθηκε με τις προτάσεις των αναιρεσειουσών στο Εφετείο ή προτάθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο και έγινε επίκληση των λόγων που καθιστούν παραδεκτή την βραδεία προβολή του, ενώ περαιτέρω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.

επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ιδίως των πρακτικών του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στο περί προτάσεων και δηλώσεων τμήμα τους δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε παραδεκτά ο παραπάνω ισχυρισμός, της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος, εκπροσωπώντας και την πρώτη τούτων, περιορισθείσης να δηλώσει ότι προβάλλει, εκτός άλλων, που δεν ενδιαφέρουν τον παρόντα αναιρετικό λόγο, "ένσταση αοριστίας", χωρίς όμως να διευκρινίζει, όπως έπρεπε, σε ποια ακριβώς αγωγή αναφέρεται ή αν αναφέρεται και στις δύο αγωγές.

Σε κάθε περίπτωση πάντως πρέπει να αναφερθεί ότι οι ήδη αναιρεσείουσες με τον ερευνώμενο, εν προκειμένω, αναιρετικό λόγο επισημαίνουν ότι, προέβαλαν, ενώπιον του Εφετείου, τον σχετικό περί αοριστίας της δεύτερης αγωγής ισχυρισμό τους, με τις προτάσεις τους, προς απόκρουση του πρώτου λόγου της εφέσεως της ήδη αναιρεσίβλητης (παραπονουμένης για την απόρριψη της πρώτης αγωγής της, ως αόριστης) (σελ. 16 αυτών).

Από την παραδεκτή επισκόπηση αυτών (ως άνω προτάσεων) προκύπτει ότι οι ήδη αναιρεσείουσες, προς θεμελίωση του προαναφερθέντος ισχυρισμού τους, επικαλέστηκαν, τα εξής πραγματικά περιστατικά που ενδιαφέρουν, εν προκειμένω: "Η χρήση του μισθίου όπως έχουμε ήδη αναλύσει διεξοδικά με τις πρωτόδικες προτάσεις μας είναι βασικό στοιχείο της μισθωτικής αγωγής και ιδίως όταν αυτή έχει ως αίτημα την αναπροσαρμογή του μισθώματος.

Επομένως απολύτως ορθά η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι η αγωγή της καλούσας είναι αόριστη και για το λόγο αυτό (μολονότι κατά τη γνώμη μας στο δικόγραφο της αγωγής της η καλούσα είχε πλήθος αοριστιών και παραλείψεων τις οποίες έχουμε επισημάνει με τις πρωτόδικες προτάσεις μας ήδη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) ορθά απέρριψε την ανωτέρω αγωγή της ως αόριστη.

Η δεύτερη (συμπληρωματική) αγωγή δε, την οποία άσκησε η καλούσα σε μεταγενέστερο χρόνο, ουδόλως μπορούσε και ήταν απολύτως αντίθετο στο νόμο να συμπληρώσει τις πλημμέλειες της πρώτης.

Συνεπώς ορθά και εφαρμόζοντας το νόμο η εκκαλουμένη αποφάνθηκε ότι το δικόγραφο της πρώτης αγωγής της καλούσας πάσχει αοριστία", δηλαδή, οι ήδη αναιρεσείουσες, ως εφεσίβλητες, ζήτησαν την απόρριψη του πρώτου λόγου της εφέσεως της αντιδίκου τους - εκκαλούσας, αναφερόμενες μόνον στην αοριστία της απορριφθείσας, ως αόριστης, πρώτης αγωγής, περί της οποίας, όμως, δεν πρόκειται, χωρίς να αναφερθούν καθ' οιονδήποτε τρόπο σε αοριστία της δεύτερης αγωγής, στην οποία αφορά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος. Επομένως, ο συναφής δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Α.Π.

Ολομ. 14/2004, Α.Π. 673/2016, Α.Π. 41/2016, Α.Π. 8/2015, Α.Π. 1421/2014, Α.Π. 1033/2014). Εξ άλλου, το δικαίωμα αναπροσαρμογής, κατά την διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ. είναι διαπλαστικής φύσεως, παρέχει, δηλαδή, την δυνατότητα να επιδιωχθεί με αγωγή η διάπλαση για το μέλλον της έννομης σχέσεως της μισθώσεως, η οποία μεταβάλλεται ως προς το ύψος του μισθώματος από την άσκηση της αγωγής.

Περαιτέρω, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 516 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. δικαίωμα εφέσεως έχει, εφόσον νικήθηκε ολικά ή εν μέρει στην πρωτόδικη δίκη ο ενάγων, κατά δε την διάταξη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον. Το έννομο συμφέρον για την άσκηση των ενδίκων μέσων αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, δεδομένου ότι τούτο, ως προϋπόθεση του παραδεκτού κάθε ενδίκου μέσου, αποτελεί ειδικότερη έκφανση της θεμελιώδους αρχής που καθιερώνει το ως άνω άρθρο.

Η παραπάνω προϋπόθεση εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η έλλειψή της συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου, κρίνεται δε από τον χρόνο ασκήσεως αυτού (ενδίκου μέσου), δηλ. από τον χρόνο καταθέσεως του δικογράφου στην γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Η έλλειψη εννόμου συμφέροντος για την άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως μπορεί να κριθεί και με βάση γεγονότα, τα οποία επήλθαν μετά την προσβαλλομένη απόφαση και είτε αναιρούν την ύπαρξη της βλάβης είτε αποκλείουν την επέλευσή της, η έλλειψη δε αυτή έχει ως συνέπεια την απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης (Α.Π. 1789/2006).

Τέλος, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει απαντήσει καθόλου στον ισχυρισμό αυτό.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την από το ως άνω άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, ισχυριζόμενες ότι προέβαλαν με τις προτάσεις τους, ενώπιον του Εφετείου, ως εφεσίβλητες, προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, τότε εκκαλούσας (άρθρο 527 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), την ένσταση ελλείψεως εννόμου συμφέροντος για την συζήτηση της εφέσεως αυτής (εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης) και την εκ μέρους της συνέχιση της δίκης που ανοίχθηκε με την ένδικη ως άνω αγωγή της με την επιχείρηση των συναφών διαδικαστικών πράξεων, ισχυριζόμενες (αναιρεσείουσες) ότι η μεταξύ τους συναφθείσα, στις 7.3.2006, σύμβαση μισθώσεως έληξε στις 31.3.2018, λόγω συμπληρώσεως δωδεκαετίας, με συνέπεια αυτή (μισθωτική σύμβαση), κατά τον χρόνο συζητήσεως της εφέσεως (22.5.2018), να μην είναι πλέον ενεργή και, εντεύθεν, η ενάγουσα - μισθώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη να στερείται έκτοτε εννόμου συμφέροντος και μάλιστα ενεστώτος και αμέσου, για την συνέχιση της δίκης και την συζήτηση της εφέσεώς της.

Αποδίδουν δε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον ανωτέρω προβληθέντα ισχυρισμό τους, για τον οποίο ουδεμία αναφορά ή μνεία γι' αυτόν έκανε. Ο ισχυρισμός αυτός περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης είναι προδήλως αβάσιμος, διότι κρίσιμος χρόνος για την αξιολόγηση μίας αγωγής αναπροσαρμογής μισθώματος είναι ο χρόνος εγέρσεως της αγωγής αυτής, στον χρόνο δε αυτό ανατρέχουν αναδρομικά και τα αποτελέσματα της αναπροσαρμογής.

Συνεπώς, η μισθώτρια διατηρεί πάντα έννομο συμφέρον για την πρόοδο της δίκης, ανεξαρτήτως της τυχόν λήξεως της μισθώσεως κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας, διότι, σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της σχετικής αγωγής, δικαιούται να λάβει από τις εκμισθώτριες τις αχρεωστήτως καταβληθείσες διαφορές του μισθώματος. Υφίσταται, επομένως, έννομο συμφέρον της μισθώτριας για την συνέχιση της δίκης και την συζήτηση της εφέσεώς της, έστω και αν κατά τον χρόνο αυτό η μίσθωση έχει λήξει.

Συνεπώς, ο προταθείς ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί ουσιώδη ισχυρισμό και κατά συνέπειαν "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., εφόσον, ως μη νόμιμος, ουδεμία επίδραση ασκεί στην έκβαση της δίκης. Έτσι, η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

λόγο αναιρέσεως και, συνακολούθως, ο συναφής τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες διατείνονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν, επικουρικά, στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.

πλημμέλεια, ισχυριζόμενες ότι στερείται παντάπασιν αιτιολογίας είναι επίσης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 650 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 654 παρ. 2 εδαφ. α' του ίδιου Κώδικα), όπως αμφότερες, κατά τα προεκτεθέντα, ίσχυαν και εφαρμόζονται στην κρινόμενη υπόθεση πριν καταργηθούν, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνον αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου, πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδαφ. α' του ίδιου Κώδικα, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων, επομένως και ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου (ή προξένου), που έχουν δοθεί νόμιμα μετά την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την συζήτηση της εφέσεως, εκτός αν η προσκόμιση αυτών αποκρουστεί ρητά από το Εφετείο, διότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (Α.Π. 204/2017, Α.Π. 17/2015, Α.Π. 1686/2011, Α.Π. 1450/2011, Α.Π. 1590/ 2010).

Περαιτέρω, η δήλωση του διαδίκου στο ακροατήριο κατά την συζήτηση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ότι θα εξετάσει μάρτυρες ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μετά πάροδο είκοσι τεσσάρων (24) ωρών, επέχει θέση κλητεύσεως του παρισταμένου διαδίκου και η ένορκη βεβαίωση που έγινε ύστερα από τέτοια δήλωση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ακόμη και αν δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λαμβάνεται υπόψη από το Εφετείο, εφόσον προσκομισθεί νομίμως κατά την ενώπιον αυτού συζήτηση (ΑΠ 1910/2006, ΑΠ 457/2005, ΑΠ 570/2003).

Το δικαστήριο της ουσίας, που ερευνά αυτεπαγγέλτως την εγκυρότητα των προσκομιζομένων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, για να λάβει υπόψη του ένορκη βεβαίωση που δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί στην συγκεκριμένη δίκη, πρέπει να αναφέρει στην απόφασή του ότι λήφθηκε μετά από κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει τουλάχιστον πριν από είκοσι τέσσερις ώρες ή ότι έχει ληφθεί κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 650 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

Διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτ. α' του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, για λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου που ο νόμος δεν επιτρέπει (Α.Π. 1910/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλομένης αποφάσεως, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής της ενάγουσας - μισθώτριας και ήδη αναιρεσίβλητης, το Εφετείο έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. ...13.11.2014 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Π.

Κ., που συντάχθηκε με την επιμέλεια της τελευταίας (ενάγουσας - μισθώτριας και ήδη αναιρεσίβλητης), χωρίς να αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι αυτή λήφθηκε ύστερα από κλήτευση των αντιδίκων της εναγομένων - συνεκμισθωτριών και ήδη αναιρεσειουσών είκοσι τέσσερις (24) τουλάχιστον ώρες πριν από την βεβαίωση.

Όμως, η ένορκη αυτή βεβαίωση είχε ληφθεί υπόψη και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 372/2015 οριστικής αποφάσεώς του, στην οποία αναφέρεται ότι "(η εν λόγω ένορκη βεβαίωση λήφθηκε) προς αντίκρουση των ισχυρισμών των εναγομένων που προτάθηκαν το πρώτον κατά τη συζήτηση της υπόθεσης...".

Με δεδομένο δε, το μεν ότι η συζήτηση της υποθέσεως, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έλαβε χώρα στις 11.11.2014, με παρούσες τις εναγόμενες - συνεκμισθώτριες και ήδη αναιρεσείουσες και, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προσκομιζομένων, μετ' επικλήσεως, ταυτάριθμων με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικών, έχει καταχωρηθεί σ' αυτά δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας - μισθώτριας και ήδη αναιρεσίβλητης ότι θα εξετάσει μάρτυρες ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Π.

Κ., στις 13.11.2014, το δε ότι η ως άνω ένορκη βεβαίωση, όπως εξ αυτής προκύπτει, δόθηκε στις 13.11.2014, δηλαδή, ύστερα από είκοσι τέσσερις (24) τουλάχιστον ώρες από την καταχωρηθείσα στα πρακτικά ως άνω δήλωση του πληρεξουσίου της ενάγουσας - μισθώτριας και ήδη αναιρεσίβλητης στο ακροατήριο, τηρήθηκε με τον τρόπο αυτό η οριζόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη προθεσμία κλητεύσεως.

Επομένως, το Εφετείο λαμβάνοντας υπόψη την ένορκη αυτή βεβαίωση (της οποίας οι προϋποθέσεις εγκυρότητάς της, μεταξύ των οποίων η εμπρόθεσμη κλήτευση, είχαν ήδη πληρωθεί στον πρώτο βαθμό), εφόσον προσκομίστηκε νομίμως κατά την ενώπιον αυτού συζήτηση, έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που επιτρέπει ο νόμος.

Επομένως, ο συναφής τέταρτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση αληθώς μόνο η από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο έλαβε υπόψη την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Η διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 του Α.Κ.

Η διάταξη αυτή παρέχει στον δικαστή την δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστεως.

Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1 έως και 3 του π.δ/τος 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", προκύπτει, εκτός άλλων, ότι επί των εμπορικών και γενικά των προστατευομένων από το νόμο αυτό μισθώσεων, το μίσθωμα καθορίζεται ελεύθερα κατά την σύναψη της μισθώσεως από τους συμβαλλομένους, αναπροσαρμόζεται δε κατά τα χρονικά διαστήματα και το ύψος που προβλέπεται στην σύμβαση, ενώ με την παρ. 4 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι "σε κάθε περίπτωση μπορεί να ζητηθεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με την συνδρομή του άρθρου 388 του Αστικού Κώδικα".

Η αναφορά στον ως άνω νόμο μόνο του τελευταίου άρθρου (388 Α.Κ.) δεν υποδηλώνει βούληση αποκλεισμού δυνατότητας αναπροσαρμογής του μισθώματος υπό τις προϋποθέσεις της εφαρμοστέας, όπως προαναφέρθηκε, σε κάθε οφειλή διατάξεως του άρθρου 288 του Α.Κ. (Ολ.ΑΠ 9/1997). Ο μισθωτής, επομένως, δεν αποκλείεται, ενόψει και του άρθρου 44 του ως άνω π.δ/τος, που ορίζει ότι οι μισθώσεις του εν λόγω διατάγματος, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο σ' αυτό, διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, να ζητήσει, κατά το άρθρο 288 του Α.Κ., αναπροσαρμογή του οφειλομένου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή, συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική), μισθώματος, εφόσον, εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων, επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσον ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου, ώστε, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εμμονή του εκμισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, παρά την ανάγκη διασφαλίσεως των σκοπών του ως άνω νόμου και κατοχυρώσεως της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται, η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο, το οποίο και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 762/2015, ΑΠ 1325/2013, ΑΠ 423/2008, ΑΠ 1487/2005, ΑΠ 1129/2004, ΑΠ 1659/2002, ΑΠ 103/2001).

Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (288 Α.Κ.), ο μισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την αναπροσαρμογή του καταβαλλομένου μισθώματος, το οποίο οφείλεται από την επίδοση της αγωγής (ΑΠ 762/2015). Ειδικότερα, το έργο του δικαστηρίου, προκειμένου να αποφασίσει την αναπροσαρμογή, συνίσταται στη σύγκριση δύο ποσών, δηλαδή του καταβαλλομένου μισθώματος και του "ελεύθερου" -για το οποίο κυρίως διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας- το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσεως του μισθίου και το οποίο, ευρισκόμενο με βάση τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους συγκριτικά στοιχεία, πρέπει να καθορίζεται στην απόφαση.

Αν μεταξύ των δύο αυτών ποσών υπάρχει διαφορά, αυτή δεν επιδικάζεται, αλλά πρέπει, περαιτέρω, το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε, κατά τις αρχές της καλής πίστεως, να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής. Ανάγκη δε αναπροσαρμογής, κατά τις αρχές της καλής πίστεως, υπάρχει όταν, λόγω ουσιώδους μειώσεως της μισθωτικής αξίας του μισθίου, επέρχεται ζημία στον μισθωτή, η οποία υπερβαίνει, κατά τα συναλλακτικά ήθη, τον κίνδυνο που αναλαμβάνει αυτός, καταρτίζοντας τη μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και περιορίζεται η ζημία του με τη μείωση του μισθώματος, όπως επίσης και στην αντίστροφη περίπτωση ζημίας στον εκμισθωτή, η οποία περιορίζεται με την ανάλογη αύξηση του μισθώματος.

Στη συνέχεια και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής, κατά την προεκτιθέμενη έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η διαφορά που έχει προκύψει, αλλά θα αναπροσαρμοστεί το μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (ΑΠ Ολομ. 3/2014, ΑΠ 763/2016, ΑΠ 762/2015).

Μεταβολή των συνθηκών με την έννοια του άρθρου 288 του Α.Κ., μπορεί να αποτελέσουν η σημαντική αύξηση ή ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, η σημαντική αύξηση ή μείωση του τιμαρίθμου, η υποτίμηση του νομίσματος, η από διαφόρους λόγους αυξομείωση της ζητήσεως των ακινήτων και άλλοι λόγοι, με δεδομένο ότι οι περιπτώσεις, στις οποίες χωρεί αναπροσαρμογή μισθώματος κατά τη διάταξη αυτή, δεν είναι δυνατό, όπως είναι φυσικό, να προβλεφθούν λεπτομερώς, αφού η σχετική κρίση εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες που συντρέχουν κάθε φορά.

Ειδικά, η σύγχρονη γενική οικονομική κρίση των ετών 2009 επ., η επιβολή σκληρών οικονομικών (δημοσιονομικών και φορολογικών) μέτρων με τα "μνημόνια", εξαιτίας των οποίων μειώθηκε αισθητά το εισόδημα των εργαζομένων και, συνακόλουθα, η αγοραστική τους ικανότητα, η σημαντική αύξηση της φορολογίας των εισοδημάτων και η επιβολή οικονομικών βαρών στην ακίνητη περιουσία κ.λπ., που συνεπάγονται και μείωση της εμπορικής κινήσεως των καταστημάτων, αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 288 του Α.Κ.

και, συνεπώς, τα γεγονότα αυτά δικαιολογούν την αναπροσαρμογή μισθώματος κατά την εν λόγω διάταξη, έστω και αν δεν στοιχειοθετούν την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 388 του ίδιου Κώδικα, θεωρούμενα ως μη έκτακτα και απρόβλεπτα γεγονότα (Α.Π. 763/2016). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.

αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 9/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4893/2018 απόφασή του, διαδικασίας μισθωτικών διαφορών (άρθρο 647 επ. του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν καταργηθούν έμμεσα, από 1-1-2016, με το άρθρο 1 άρθρα τέταρτο και ένατο του ν. 4335/2015), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων της αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, πραγματικά περιστατικά: "Με το από 07.03.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, που υπογράφηκε μεταξύ της ενάγουσας εταιρείας και των αρχικά τριών εναγομένων, οι τελευταίες, συνεκμισθώτριες και συγκύριες κατά ίσο εξ αδιαιρέτου ποσοστό (σημειουμένου ότι μετά τον επισυμβάντα στις 21.12.2013 θάνατο της πρώτης υπεισήλθαν στη θέση της η δεύτερη και η τρίτη εξ αυτών, ήδη πρώτη και δεύτερη των εφεσίβλητων), εκμίσθωσαν στην ως άνω ενάγουσα εταιρεία (μισθώτρια) ένα ισόγειο κατάστημα, επιφανείας 100 τ.μ.

μετά υπογείου, επιφανείας 120 τ.μ., ευρισκόμενο στην οδό ..., με συμφωνημένη διάρκεια από 01.04.2006 μέχρι 31.03.2015, για να το χρησιμοποιήσει ως εργαστήριο παρασκευής ετοίμων φαγητών, πίτσας και συναφών ειδών εστιατορίου και πιτσαρίας. Το μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 2.700 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου (3,6%), προκαταβλητέο εντός των πέντε πρώτων ημερών εκάστου μηνός και αναπροσαρμοζόμενο ετησίως σύμφωνα με το ποσοστό του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, αλλά ποτέ λιγότερο από το ποσοστό του 3% (ακόμη και αν ο τιμάριθμος ήταν κατώτερος), ανερχομένου, κατά τα συμπεφωνημένα με τις εκάστοτε αναπροσαρμογές, κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, στο ποσό των 3.421,18 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου (εκ ποσοστού 3,6%) 123,16 ευρώ, ενώ οι εναγόμενες ουδέποτε αποδέχτηκαν μείωση του μισθώματος μέχρι και σήμερα.

Περαιτέρω, ως πασίδηλα γνωστό, από τις αρχές του έτους 2010, προκειμένου να ανταποκριθεί στις τρέχουσες δημοσιονομικές της ανάγκες, η χώρα κατέφυγε στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και στον μηχανισμό στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και λήφθηκαν μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής που οδήγησαν στην συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας και την ύφεση της οικονομίας (εντός του 2010 λήφθηκαν τρία πακέτα οικονομικών μέτρων, τον Φεβρουάριο, τον Μάρτιο και τον Μάιο του έτους αυτού).

Η οικονομική κατάσταση επιδεινώθηκε έτι περαιτέρω με την ψήφιση του Μνημονίου II τον μήνα Φεβρουάριο 2012 και του ν. 4093/2012, που θέσπισε ακόμα βαρύτερα οικονομικά μέτρα και εφεξής επήλθε συντριπτική μείωση της αγοραστικής ικανότητας των Ελλήνων πολιτών, οφειλόμενη στη ακόμη μεγαλύτερη μείωση των ήδη μειωμένων μισθών, στο κλείσιμο επιχειρήσεων και την αντίστοιχη κατάργηση θέσεων εργασίας, που είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας, τη μείωση του χρόνου απασχόλησης των εργαζομένων με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών τους και στην αύξηση της φορολογίας φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων.

Η ως άνω κατάσταση είχε σαν αποτέλεσμα να μειωθεί η ζήτηση των υπηρεσιών και να έχει επηρεασθεί δυσμενώς η εμπορική δραστηριότητα των επιχειρήσεων εν γένει, αλλά και ειδικότερα της ενάγουσας, που υπέστη μείωση των εσόδων της, όπως άλλωστε προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα οικονομικά της στοιχεία (με βάση τα οποία ο τζίρος της παρουσίασε συνεχή πτώση από το έτος 2009 έως το έτος 2013, και συγκεκριμένα από 8.255.755,25€ που ανερχόταν το 2009 μειώθηκε σε 4.421.700,02€ το 2010, σε 2.949.707,97€ το 2011, σε 1.862.862,61€ το 2012 και σε 1.754.436,00€ το 2013).

Εξαιτίας δε της εν λόγω οικονομικής κρίσης επήλθε πτώση και της μισθωτικής αξίας των επαγγελματικών ακινήτων τόσο γενικότερα, όσο και στην περιοχή του επιδίκου μισθίου. Σύμφωνα δε με την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την ενάγουσα από 26.03.2014 εκτιμητική έκθεση, που υπογράφει για λογαριασμό της εταιρείας εκτίμησης ακινήτων "..." ο εκτιμητής ακινήτων Π.

Κ., η μισθωτική αξία του μισθίου, κατά τον χρόνο της σύνταξής της (την 26.03.2014) ανέρχονταν σε 1.800 ευρώ, μηνιαίως. Περαιτέρω η ενάγουσα, επικαλείται, ως συγκριτικά στοιχεία, μεταξύ άλλων, και τις μισθώσεις ακινήτων που βρίσκονται στον ίδιο δρόμο με το επίδικο και πλησίον αυτού, προσκομίζοντας αντίγραφα των αντίστοιχων μισθωτηρίων συμφωνητικών, και συγκεκριμένα:

α) του διπλανού, επί της οδού ... καταστήματος, 82 τ.μ., χρησιμοποιούμενου ως φαρμακείου, μισθωθέντος προς 1300€, β) του παρακείμενου, επί της οδού ... καταστήματος, 48 τ.μ., χρησιμοποιούμενου ως έκθεση θωρακισμένων πορτών, μισθωθέντος προς 500€ μηνιαίως και γ) του επί οδού ... οικήματος, ήτοι κτιρίου 500 τ.μ. με υπόγειο αποθήκη, ισόγειο κατάστημα με πατάρι, πρώτο έως και τρίτο όροφο και δώμα, καθώς και παρακολουθηματικούς χώρους, χρησιμοποιούμενου για τη στέγαση της εταιρείας "....", για το οποίο με το από 04.12.2012 τροποποιητικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε η μείωση του μισθώματος (το οποίο είχε οριστεί με το από 1.10.2007), στο ποσό των 3.400€.

Τα ως άνω συγκριτικά στοιχεία, δεν κρίνονται βέβαια απολύτως πρόσφορα, κυρίως διότι αφορούν ακίνητα με άλλη χρήση και διαφορετικά από το επίδικο χαρακτηριστικά (επιφάνεια, πρόσοψη κλπ), πλην όμως είναι ενδεικτικά για την εξεύρεση της μέσης τιμής μίσθωσης ισογείων και υπογείων αποθηκευτικών χώρων εν γένει στην περιοχή της ...

κυμαινόμενης το πρώτο τρίμηνο του έτους 2014 περί τα 11ευρώ/μ2 και 2-3 ευρώ/μ2, αντίστοιχα, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα εκτιμητική έκθεση. Οι εναγόμενες δεν επικαλούνται συγκριτικά στοιχεία. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι το μίσθιο ακίνητο βρίσκεται σε προνομιακή θέση, ήτοι σε κεντρικό δρόμο με μεγάλη κίνηση, που συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος της εμπορικής δραστηριότητας των περιοχών της ...

και του ..., καθώς φιλοξενεί υποκαταστήματα γνωστών τραπεζικών επιχειρήσεων, εταιρειών κινητής τηλεφωνίας, ειδών ενδύσεως, καταστήματα εστίασης, ενώ εξυπηρετείται συγκοινωνιακά από τα λεωφορεία του ΟΑΣΑ και τρόλεϋ, πλησίον δε του μισθίου βρίσκεται το Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο .... Εξ όλων των ανωτέρω και εν όψει ιδίως της οικονομικής κρίσης και των εντεύθεν συνεπειών αυτής, κρίνεται ότι η μισθωτική αξία του μισθίου, υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης ανέρχεται στο ποσό των 2.500€.

Ως εκ τούτου προκύπτει ότι μεταξύ του οφειλόμενου κατά τη σύμβαση μισθώματος μετά τις αναπροσαρμογές μισθώματος των 3.421,18 ευρώ και εκείνου που μπορεί να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης ("ελευθέρου μισθώματος"), υπάρχει διαφορά σημαντική, ώστε επιβάλλεται, κατά τις αρχές της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, να αναπροσαρμοστεί το καταβαλλόμενο μίσθωμα στο επίπεδο που αίρει τη δυσαναλογία και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη.

Η δε εμμονή των εναγομένων στην πληρωμή του συμφωνημένου μισθώματος στο ύψος που έχει μετά από τις αναπροσαρμογές διαμορφωθεί, προσκρούει στην απαιτούμενη από τις συναλλαγές καλή πίστη, με συνέπεια να παρίσταται αναγκαία η αναπροσαρμογή (μείωσή) του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ, στο προαναφερθέν ποσό των 2.500€, έτσι ώστε να αίρεται η δυσαναλογία και να αποκαθίσταται η διαταραχθείσα καλή πίστη, αναπροσαρμοζόμενου στο παραπάνω ποσό των 2.500€ για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης της προκείμενης από 29.08.2014 αγωγής και όχι από την επίδοση της έτερης (προηγούμενης) από 27.04.2012 αγωγής της ενάγουσας (ήδη απορριφθείσας ως αόριστης), καθ' όσον το δικαίωμα για αναπροσαρμογή του μισθώματος είναι διαπλαστικό, ενεργοποιούμενο από την επίδοση της αγωγής και μελλοντικώς, χωρίς αναδρομικότητα, υπό την προϋπόθεση ότι η μίσθωση είναι ενεργής (βλ.

Α.Π. 403/2017, Α.Π. 2154/2007), απορριπτόμενων των όσων αντίθετων υποστηρίζει με το σχετικό (δεύτερο) λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα. Στη συνέχεια και δεδομένου ότι μετά την δικαστική αναπροσαρμογή καταλύεται για το μέλλον η συμβατική ρύθμιση για αναπροσαρμογή, το ποσοστό της ετήσιας αναπροσαρμογής (μετά έτος από την επίδοση της αγωγής κ.ο.κ.) του καθοριζόμενου ως άνω μισθώματος καθορίζεται πλέον εκ του νόμου (άρθρο 7 § 3 π.δ. 34/1995) στο 75% της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους (απλή δωδεκάμηνη μεταβολή), όπως αυτή υπολογίζεται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (βλ.

Α.Π. Ολ. 3/2014)...

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη... έκανε δεκτή εν μέρει την από 29.08.2014 αγωγή, κατά την εκ του άρθρου 288 βάση της, καθορίζοντας το νέο μειωμένο μίσθωμα στο ποσό των 2.500€, πλέον χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενο πλέον κατά νόμο (άρθρο 7 παρ. 3 του Π.Δ. 34/1995) για το μετά την επίδοση της αγωγής χρονικό διάστημα (εν όψει του διαπλαστικού χαρακτήρα της απόφασης), ορθά εφάρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε.

Τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται από την εκκαλούσα κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας - μισθώτριας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 372/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είχε γίνει δεκτή εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η ένδικη αγωγή.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση της εν λόγω διατάξεως (του άρθρου 288 του Α.Κ.).

Η ειδικότερη αιτίαση που προβάλλεται με τον πέμπτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, ότι το Εφετείο εσφαλμένως υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθή στην προαναφερόμενη διάταξη, για τον λόγο ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, καθ' όσον οι παρατιθέμενες στην προσβαλλομένη απόφαση παραδοχές αφορούν στη γενική μείωση εσόδων (τζίρου) του συνόλου της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης, αποτελουμένης από 38 καταστήματα σε διάφορες περιοχές, και όχι στη μείωση των εσόδων (τζίρου) από το επίδικο μίσθιο, απαραδέκτως προβάλλεται, γιατί, υπό το πρόσχημα της ευθείας παραβιάσεως του προαναφερθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται στην πραγματικότητα η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.

Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη τις απαιτούμενες αιτιολογίες, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου της διατάξεως του άρθρου 288 του Α.Κ., την οποία η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Ειδικότερα, με πληρότητα, κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, αιτιολογείται η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι εξ αιτίας της επελθούσας οικονομικής κρίσεως: α) επήλθε συντριπτική μείωση της αγοραστικής ικανότητας των Ελλήνων πολιτών (μεγαλύτερη μείωση των ήδη μειωμένων μισθών, κλείσιμο επιχειρήσεων, κατάργηση θέσεων εργασίας, αύξηση ανεργίας, αύξηση φορολογίας) που είχε ως αποτέλεσμα να μειωθεί η ζήτηση των υπηρεσιών και να επηρεαστεί δυσμενώς η εμπορική δραστηριότητα των επιχειρήσεων γενικά, αλλά και ειδικότερα της ενάγουσας, που υπέστη μείωση των εσόδων της, ενόψει του ότι ο τζίρος της από το έτος 2009 παρουσίαζε συνεχή πτώση και έτσι από το ποσό των 8.255.755,25 ευρώ, που είχε ανέλθει το έτος 2009, σταδιακά μειούμενος, το έτος 2013 ανήλθε στο ποσό των 1.754.436 ευρώ, β) επήλθε πτώση της μισθωτικής αξίας των επαγγελματικών ακινήτων τόσο γενικότερα, όσο και στην περιοχή του επιδίκου μισθίου (άρα και του επιδίκου μισθίου), γ) ότι μεταξύ του καταβαλλομένου, κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, μηνιαίου μισθώματος (3.421,18 ευρώ) και εκείνου που μπορεί να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης μισθώσεως ("ελευθέρου μισθώματος"), ανερχομένου στο ποσό των 2.500 ευρώ, υπάρχει σημαντική διαφορά, ώστε επιβάλλεται, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η μείωση του μισθώματος.

Περαιτέρω, αφού συνεκτίμησε, εκτός άλλων, το σύνολο των συνθηκών που σχετίζονται με την μίσθωση, καθόρισε το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 2.500 ευρώ, κρίνοντας ότι η μείωση αυτού στο εν λόγω επίπεδο αίρει την δυσαναλογία μεταξύ των δύο παροχών (μισθώματος και μισθωτικής αξίας μισθίου) και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη.

Περαιτέρω, με τους πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του και τέταρτο λόγο του από 7.6.2019 δικογράφου προσθέτων λόγων, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι διαλαμβάνει ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, καθ' όσον:

α) δεν προσδιορίζονται τα έσοδα του συγκεκριμένου μισθίου καταστήματος κατά τα έτη 2009 έως 2013, β) δεν διαλαμβάνεται αν η οικονομική κρίση είχε ως αποτέλεσμα την μείωση της ζήτησης των υπηρεσιών που αναφέρονται στην μαζική πρόχειρη εστίαση και ειδικά στο συγκεκριμένο μίσθιο, γ) δεν εξειδικεύεται το είδος των προσκομισθέντων από την αναιρεσίβλητη "οικονομικών στοιχείων", τα οποία έλαβε υπόψη, δ) δεν αναφέρεται ποιο ήταν το κατά τον χρόνο συνάψεως της μισθώσεως ενός εκάστου εκ των συγκριτικών στοιχείων καταβαλλόμενο και ποιο το καταβαλλόμενο κατά τον χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής μίσθωμα αυτών (συγκριτικών), ε) δεν προσδιορίζεται από πού προκύπτει η μείωση της ζητήσεως των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης, ενόψει του ότι αυτή πωλεί προϊόντα στους καταναλωτές και δεν παρέχει υπηρεσίες σ' αυτούς και στ) δεν διαλαμβάνεται αν η αναιρεσίβλητη εκ της μεταβολής των συνθηκών, λόγω της οικονομικής κρίσεως, αναγκάστηκε να προβεί σε μείωση των τιμών των προσφερομένων ειδών.

Οι αιτιάσεις αυτές απαραδέκτως προβάλλονται, εφόσον ανάγονται σε επιχειρήματα των αναιρεσειουσών προς υποστήριξη της προβληθείσας από αυτές εκδοχής, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείουσες θεωρούν ορθό. Σε κάθε περίπτωση όλες οι αναφερόμενες στους παραπάνω αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις των αναιρεσειουσών είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Η ειδικότερη αιτίαση ότι υφίσταται αντίφαση ως προς τον χαρακτηρισμό του υπογείου του μισθίου ακινήτου, δοθέντος ότι στην προσβαλλομένη απόφαση και δη στο τέλος της εμπρόσθιας σελίδας του 6ου φύλλου της χαρακτηρίζεται αποθηκευτικός χώρος, ενώ στο μέσον της εμπρόσθιας σελίδας του 5ου φύλλου της, αναφερόμενη στο μίσθιο ακίνητο δεν κάνει την διάκριση κυρίου και αποθηκευτικού χώρου, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, καθ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ουδεμία αντίφαση επί του συγκεκριμένου θέματος υφίσταται, δοθέντος ότι η αναφορά στο τέλος της εμπρόσθιας σελίδας του 6ου φύλλου της δεν αφορά στο επίδικο μίσθιο ακίνητο, αλλά σε υπόγειους αποθηκευτικούς χώρους στην εν γένει περιοχή της ....

Κατ' ακολουθίαν, οι συναφείς αναιρετικοί λόγοι κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.

Κατά την διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.ΑΠ 17/95, ΑΠ 783/2017, ΑΠ 1414/2015, ΑΠ 42/2015).

Καταχρηστική υπό την ανωτέρω έννοια, μπορεί να είναι η άσκηση μόνο υπαρκτού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 17/1995, ΑΠ 783/2017, ΑΠ 1414/2015), δεν είναι δε νόμιμος ο εκ του εν λόγω άρθρου (281 Α.Κ.) ισχυρισμός όταν με αυτόν προτείνεται απλώς το νόμω αβάσιμο του αγωγικού δικαιώματος και αποκρούεται η εφαρμογή του ως μη αναγνωριζομένου από το νόμο ή προβάλλεται άρνηση της δια της αγωγής ασκούμενης αξιώσεως του ενάγοντος (ΑΠ 783/2017, ΑΠ 1414/2015, ΑΠ 1884/2013).

Περαιτέρω, με τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1414/2015, ΑΠ 167/2015, ΑΠ 96/2015). Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, παραδεκτά, με τις προτάσεις τους, ως εφεσίβλητες προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως (άρθρο 527 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) οι αναιρεσείουσες πρότειναν την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής εκ μέρους της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, επικαλούμενες προς θεμελίωση αυτής τα εξής πραγματικά περιστατικά που ενδιαφέρουν εν προκειμένω: "Η ενάγουσα ουδεμία μείωση στα έσοδά της παρουσίασε όλα αυτά τα χρόνια από την σύναψη της ένδικης μισθώσεως μέχρι σήμερα συνεχώς, αλλά αντιθέτως παρουσίασε τεράστια αύξηση των κερδών της, ύψους 1.600% και, συνεπώς, δεν συντρέχει καμία περίπτωση τέτοια, που να καταλύει την ισορροπία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και με τον τρόπο αυτό να καθίσταται η σχέση μεταξύ των εσόδων της ενάγουσας με αυτά των εξόδων της σε τέτοιο βαθμό αναντίστοιχη, που να θεωρείται επαχθής.

Αντιθέτως μάλιστα η εκπληκτική κερδοφορία της ενάγουσας είναι τόσο μεγάλη και καλπάζουσα, που κατατείνει κανείς στο συμπέρασμα ότι επιδιώκει, παρά την επικαλούμενη από την ίδια οικονομική κρίση και μείωση δήθεν της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, να πετύχει με δικαστική απόφαση και περαιτέρω κερδοφορία, περιορίζοντας το καταβαλλόμενο μίσθωμα, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, αποτελεί εγγραφή γι' αυτήν (φορολογικά) εκπεστέο έξοδο...

και ότι εκμεταλλευόμενη την λεγόμενη οικονομική κρίση επιδιώκει παρανόμως και καταχρηστικά να επιτύχει οποιαδήποτε μείωση του μισθώματος, για το οποίο μάλιστα μονομερώς και αυθαιρέτως παραλείπει να καταβάλει την συμβατικά προβλεπόμενη αύξηση για τα μισθωτικά έτη 2011, 2012, 2013 και 2014". Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με αυτήν, απέρριψε την παραδεκτά προβληθείσα από τις αναιρεσείουσες ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία "Η ένσταση των εναγόμενων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας δεν είναι νόμιμη, αφού τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή της περιστατικά (περί του ότι η ενάγουσα προκειμένου να αυξήσει έτι περαιτέρω την κερδοφορία της, εκμεταλλευόμενη το γεγονός της οικονομικής κρίσης, επιδιώκει να πετύχει με δικαστική απόφαση την οποιαδήποτε μείωση του καταβαλλόμενου μισθώματος, για το οποίο μάλιστα μονομερώς και αυθαιρέτως παραλείπει να καταβάλει τη συμβατικά προβλεπομένη αύξηση για τα μισθωτικά έτη 2011, 2012, 2013,2014) δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια της Α.Κ. 281".

Επομένως, ο έβδομος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., διότι το Εφετείο, κατά παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ., απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού τα προς στήριξη του σχετικού ισχυρισμού επικαλούμενα από τις αναιρεσείουσες περιστατικά αποτελούν άρνηση της αγωγικής αξιώσεως.

Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., διότι απέρριψε τον ίδιο ισχυρισμό με ανεπαρκείς αιτιολογίες είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, εφόσον ο εν λόγω ισχυρισμός, όπως προαναφέρθηκε, απορρίφθηκε από το Εφετείο, ως μη νόμιμος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν καθίσταται όμως αναιρετέα η επικυρούσα την πρωτόδικη απόφαση εφετειακή απόφαση, λόγω ελλείψεως νόμιμης βάσεως, όταν το Εφετείο, μεταξύ των άλλων αιτιολογιών του, ενσωματώνει στην προσβαλλομένη απόφασή του και μέρος των αιτιολογιών της πρωτόδικης αποφάσεως, που καθίστανται, με τον τρόπο αυτό δικές του αιτιολογίες, αφού η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης, προβλέπει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη νόμιμης βάσεως, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (Α.Π. 1062/2017, Α.Π. 1835/2007, Α.Π. 752/1964 ΝοΒ 1965.605).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η εις την εμπρόσθια σελίδα του πέμπτου φύλλου αυτής περικοπή του σκεπτικού της, που έχει, κατά πιστή αντιγραφή, ως εξής: "και εφεξής επήλθε συντριπτική μείωση της αγοραστικής ικανότητας των Ελλήνων πολιτών οφειλόμενη στη ακόμη μεγαλύτερη μείωση των ήδη μειωμένων μισθών, στο κλείσιμο επιχειρήσεων και την αντίστοιχη κατάργηση θέσεων εργασίας, που είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας, τη μείωση του χρόνου απασχόλησης των εργαζομένων με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών τους και στην αύξηση της φορολογίας φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων.

Η ως άνω κατάσταση είχε σαν αποτέλεσμα να μειωθεί η ζήτηση των υπηρεσιών και να έχει επηρεασθεί δυσμενώς η εμπορική δραστηριότητα των επιχειρήσεων εν γένει αλλά και ειδικότερα της ενάγουσας, που υπέστη μείωση των εσόδων της, όπως άλλωστε προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα οικονομικά της στοιχεία", αποτελεί επί λέξει αντιγραφή της πρωτόδικης αποφάσεως και ότι με τον τρόπο αυτό το Εφετείο, στην προσβαλλομένη απόφασή του, ουδεμία δική του αιτιολογία, ως προς το προεκτεθέν θέμα, για την αντιμετώπιση των παραπόνων τους, ως εκκαλουσών, που να στηρίζει το διατακτικό της, διαλαμβάνει, με συνέπεια να στερείται, ως προς το προεκτεθέν ζήτημα, παντελώς αιτιολογίας.

Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω, πληρούται και στην προκειμένη περίπτωση η απαίτηση αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφού οι επίμαχες αιτιολογίες έχουν ενσωματωθεί στην προσβαλλομένη απόφαση και έχουν καταστεί με τον τρόπο αυτό δικές της αιτιολογίες, τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι, όπως έχει ήδη εκτεθεί, η ασκηθείσα από τις ήδη αναιρεσείουσες έφεση κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 372/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απερρίφθη, λόγω της ερημοδικίας τους, με την υπ' αριθμ. 3165/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και στην συνέχεια με την προσβαλλομένη απόφαση απερρίφθη και η εκ μέρους τους ασκηθείσα ανακοπή ερημοδικίας κατά της ως άνω αποφάσεως.

Συνεπώς, κατά την συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, αυτές δεν είχαν την ιδιότητα των εκκαλουσών, όπως αβασίμως υποστηρίζουν με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δικ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/2008), επιδρά, δηλαδή, στο διατακτικό της αποφάσεως.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που λήφθηκαν υπόψη.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Α.Π. 128/2013, Α.Π. 1569/2010, Α.Π. 600/2010, Α.Π. 259/2009). Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 498/2018, Α.Π. 1569/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη, άλλως ότι δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτές, νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, προς απόδειξη των (αρνητικών) ισχυρισμών τους ότι το υφιστάμενο, κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, μίσθωμα δεν τελούσε σε δυσαναλογία τέτοια με εκείνο που μπορούσε να επιτευχθεί, υπό καθεστώς ελεύθερης μισθώσεως, ώστε να δικαιολογείται η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 288 του Α.Κ., καθ' όσον ουδεμία μείωση των εσόδων (τζίρου), ούτε των κερδών της, είχε υποστεί η αναιρεσίβλητη μισθώτρια.

Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι δεν έλαβε υπόψη, άλλως ότι δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη τους ισολογισμούς της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας: α) χρήσεως 1.1.2006 έως 31.12.2006, στον οποίο εμφανίζονται κέρδη αυτής, ύψους 52.202,29 ευρώ, που δημοσιεύτηκε στο 5753/21.6.2007 Φ.Ε.Κ. και β) χρήσεως 1.1.2011 έως 31.12.2011, στον οποίο εμφανίζονται κέρδη αυτής, ύψους 854.576,03 ευρώ, που δημοσιεύτηκε στο 11325/11.10.2012 Φ.Ε.Κ.

Υπό αυτό το περιεχόμενο ο ερευνώμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος και τούτο διότι, υπό το πρόσχημα της παραβάσεως εκ μέρους του Εφετείου της διατάξεως του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλήττεται πράγματι η περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

Σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, έλαβε υπόψη, εκτός από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος αποδείξεως, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, την υπ' αριθμ. ...13.11. 2014 ένορκη βεβαίωση (για την οποία έγινε ήδη λόγος κατά την έρευνα του τετάρτου λόγου του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως) και "όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει χωρίς κανένα δισταγμό ότι το δικαστήριο εκείνο, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προαναφερόμενα έγγραφα, που νόμιμα είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί στο Εφετείο οι ήδη αναιρεσείουσες και τα οποία μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση, με γενική αναφορά (οικονομικά στοιχεία).

Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά στην προβαλλομένη αιτίαση ότι από τα προαναφερόμενα έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εγγράφων αυτών, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην μείζονα σκέψη, δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου Κώδικα, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ` αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του.

Για να είναι δε ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το έγγραφο, του οποίου το περιεχόμενο φέρεται ως παραμορφωθέν, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός ήταν ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, ο τρόπος που ο ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και επαναφέρθηκε στο Εφετείο, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί ότι προβλήθηκε παραδεκτώς, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος αναιρετικός λόγος που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη.

Επιπλέον από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δικ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και τα εξής: 1) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, κατά λέξη παρατιθέμενο, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, 2) το από την προσβαλλομένη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, 3) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα (Α.Π. 323/2018, Α.Π. 113/2010, Α.Π. 333/2009).

Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.

Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στην διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 861/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του και τρίτο, κατά το πρώτο, δεύτερο και τρίτο μέρος του, λόγους του από 7.6.2019 δικογράφου προσθέτων λόγων, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο, λόγω εσφαλμένης αναγνώσεως, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των κάτωθι εγγράφων:

α) του από 7.3.2006 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, ως προς την χρήση του εκμισθωθέντος υπογείου χώρου, τον οποίο, εκ της εσφαλμένης αναγνώσεως, θεώρησε ως "αποθηκευτικόν", β) τους ισολογισμούς χρήσεως των ετών 2009, 2010, 2011, 2012 και 2013, τους οποίους αν ανεγίγνωσκε σωστά δεν θα οδηγείτο στο συμπέρασμα ότι η αναιρεσίβλητη υπέστη μείωση των εσόδων της και πτώση του τζίρου της, αλλά αντίθετα ότι αυτή πραγματοποίησε κέρδη, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τις ίδιες.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, ως αβάσιμοι, καθ' όσον δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και την ερμηνεία του περιεχομένου τους, διαφορετική από εκείνη που θεωρούν ορθή οι αναιρεσείουσες.

Επιπλέον, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, συνεκτίμησε τα εν λόγω έγγραφα μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς περαιτέρω να εξαίρει την βαρύτητα των σχετικών εγγράφων στην διαμόρφωση της κρίσεώς του και χωρίς να στηρίξει την κρίση του μόνο σ' αυτά ή κυρίως σ' αυτά.

Τούτο δε, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, κατά το μέρος που αφορούν στους προαναφερθέντες ισολογισμούς, στους οποίους και αφορούν, καθ' όσον, για την θεμελίωσή τους, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο όλα τα νομίμως προσκομισθέντα στο Δικαστήριο της ουσίας έγγραφα, που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, αλλά ούτε διαλαμβάνεται σ' αυτό (αναιρετήριο) το αληθινό περιεχόμενο τούτων, κατά λέξη παρατιθέμενο - κρίσιμο, εν προκειμένω, στοιχείο, ενόψει και των συναφών αντίθετων ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, που υποστηρίζει ότι τα ποσά που οι αναιρεσείουσες εκλαμβάνουν, ως ανωτέρω αναφέρεται, ως κέρδη, αποτελούν στην πραγματικότητα ζημίες αυτής, ώστε από την σύγκριση του αληθινού περιεχομένου των συγκεκριμένων εγγράφων, με εκείνα που δέχθηκε η απόφαση, να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί υπάρξεως διαγνωστικού σφάλματος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 650 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Δηλαδή λαμβάνει υπόψη και έγγραφα άκυρα ή ιδιωτικά ανυπόγραφα ή ιδιωτικά υπέρ του εκδότη τους και γενικώς κάθε είδους έγγραφα. Τέτοια αποδεικτικά μέσα είναι και τα έγγραφα που δεν έχουν θεωρηθεί από τον αρμόδιο οικονομικό έφορο.

Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η καθορισμένη διαδικασία. Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των άρθρων 432, 433 και 445 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται ότι ένα ιδιωτικό έγγραφο για να υπάρχει ως αποδεικτικό μέσο και να καταλέγεται στα επώνυμα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με το άρθρο 339 ιδίου Κώδικα, θα πρέπει να είναι αναγνώσιμο, να μην έχει υποστεί τεμαχισμό, διάτρηση ή διαγραφή, οπότε τεκμαίρεται πως έχει εκμηδενιστεί η αποδεικτική του δύναμη (άρθρο 433 Κ.Πολ.Δικ.) και να είναι γνήσιο.

Δεν παύει όμως να έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου και είναι υποστατό ως έγγραφο. Αποτελεί ένα αποδεικτικό μέσο που δεν πληροί τους όρους του νόμου, με την έννοια που στον όρο αυτό δίνει το άρθρο 650 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., και, εντεύθεν, λαμβάνεται υπόψη στην ως άνω διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, ως ανωτέρω (Ολ.ΑΠ 13/1998, Ολ.ΑΠ 15/2003).

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδαφ. α' και β' του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έγινε επίκλησή τους. Για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο ή αποδεικτικό μέσο χωρίς επίκληση αυτού πρέπει να ισχυρίζεται με το αναιρετήριο, εκτός άλλων, και ότι το εν λόγω απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις των περιπτώσεων α' έως γ' της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού (ΑΠ 277/2008, ΑΠ 1419/2007).

Εξ άλλου, δεν χωρεί αναίρεση, αν η προσβαλλομένη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνον επικουρικώς σε κάποιο αποδεικτικό μέσο που δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμιση (Α.Π. 1042/2013, Α.Π. 1043/2013, Α.Π. 257/2008, Α.Π 1595/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο του από 7.6.2019 δικογράφου προσθέτων λόγων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδαφ.

α' και γ' του Κ.Πολ.Δικ. (αληθώς εδαφ. α' και β') ψέγεται το Εφετείο ότι, για την διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως περί της μισθωτικής αξίας του επιδίκου μισθίου ακινήτου, έλαβε υπόψη του, παρά το νόμο, τα παρακάτω μισθωτήρια συμφωνητικά: 1) το μισθωτήριο καταστήματος, κειμένου επί της οδού ..., του οποίου δεν έγινε νόμιμη επίκληση και προσκόμιση (εδαφ.

β' αριθμ. 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.) και 2) το μισθωτήριο καταστήματος, επί της οδού ..., το οποίο έφερε τις επικαλούμενες ελλείψεις και επεμβάσεις (προσκομίστηκε τμήμα μόνο αυτού, δεν φέρει υπογραφές των συμβληθέντων, δεν έχει θεωρηθεί από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.), με συνέπεια τούτο να μην φέρει τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου και να μην είναι υποστατό ως έγγραφο (εδαφ.

α' αριθμ. 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.). Ο λόγος αυτός ως προς μεν το υπ' αριθμ. 1 μέρος του κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, προεχόντως, καθ' όσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης (από 29.8.2014) αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έχει ενσωματωθεί σ' αυτήν η από 26.3.2014 έκθεση εκτιμήσεως της εταιρίας "...", στην οποία εμπεριέχεται το ως άνω μισθωτήριο του επί της οδού ...

καταστήματος, πέραν του ότι το Εφετείο, ως εκ της προσβαλλομένης αποφάσεώς του προκύπτει, συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την μισθωτική αξία του επιδίκου μισθίου, κυρίως από τα άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν και όχι μόνον από το ανωτέρω μισθωτήριο συμφωνητικό.

Σε κάθε περίπτωση, ο ως άνω λόγος ως προς αμφότερα τα μέρη του είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το εκ των ως άνω αιτιάσεων απαράδεκτο προβλήθηκε στο Εφετείο από τις αναιρεσείουσες, ενόψει και του ότι δεν συντρέχει, εν προκειμένω, κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 1419/2007), ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητάς του ως προς το υπ' αριθμ. 2 μέρος του, γιατί, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το εν λόγω μισθωτήριο, αποτελεί ένα αποδεικτικό μέσο που ναι μεν δεν πληροί τους όρους του νόμου, λαμβάνεται όμως υπόψη, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (Ολ.ΑΠ 13/1998).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 περ. α' και β' του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" του εν λόγω άρθρου νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για μη αιτηθέν ή περισσότερο από το αιτηθέν.

Ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τον μοναδικό λόγο του από 11.7.2019 δικογράφου προσθέτων λόγων, από τον αριθμό 9 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., μέμφονται το Εφετείο, διότι επιδίκασε πέραν του αιτηθέντος, ισχυριζόμενες ότι, αν και η ενάγουσα - μισθώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη με την ένδικη αγωγή της ζήτησε την διάπλαση του καταβαλλομένου επιδίκου μηνιαίου μισθώματος σε συγκεκριμένο ποσό για τον υπολειπόμενο χρόνο της συμβατικής διάρκειας της μισθώσεως, ήτοι μέχρι της 31.3.2015, εντούτοις, με την προσβαλλομένη απόφαση αναπροσαρμόστηκε (μειώθηκε) το μηνιαίο μίσθωμα "για το μετά την επίδοση της αγωγής χρονικό διάστημα", χωρίς να ορίζεται το απώτατο χρονικό σημείο διάρκειας (λήξεως) της εν λόγω αναπροσαρμογής (μειώσεως) του μισθώματος.

Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και παραδεκτώς επισκοπούμενα, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., διαδικαστικά έγγραφα και ιδία αυτά της αγωγής, της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 372/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (που, όπως έχει ήδη εκτεθεί, επικυρώθηκε από την προσβαλλομένη) η ενάγουσα - μισθώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη με την ένδικη από 29.8.2014 και με γενικό αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../2014 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε την αναπροσαρμογή (μείωση) του κατά τον χρόνο της ασκήσεως της αγωγής καταβαλλομένου από αυτήν μηνιαίου μισθώματος του επιδίκου μισθίου ακινήτου από το ποσό των 3.224,82 ευρώ στο ποσό των 1.800 ευρώ "από την επίδοση της αγωγής και να διατηρηθεί αυτό για όλο τον υπολειπόμενο χρόνο της μισθώσεως, αναπροσαρμοζόμενο μόνο σύμφωνα με τη νόμιμη αναπροσαρμογή του άρθρου 7 παρ. 3 του π.δ/τος 34/1995 με αντίστοιχες διαπλαστικές διατάξεις του δικαστηρίου".

Το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την πρωτόδικη 372/2015 απόφασή του, που επικυρώθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά την απόρριψη ως αβάσιμης κατ' ουσίαν της ασκηθείσας κατ' αυτής εφέσεως της ενάγουσας, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και αναπροσάρμοσε το μηνιαίο μίσθωμα του επιδίκου μισθίου ακινήτου "στο ποσό των 2.500 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου, αναπροσαρμοζόμενο πλέον κατά νόμο (άρθρο 7 παρ. 3 του π.δ/τος 34/1995), για το μετά την επίδοση της αγωγής χρονικό διάστημα.

Με την κρίση αυτή το δικαστήριο της ουσίας δεν επεδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμ. 9 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., δοθέντος, περαιτέρω, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δεν ζήτησε την αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος μόνον για τον υπολειπόμενο χρόνο της συμβατικής διάρκειας της μισθώσεως, όπως αβασίμως υπολαμβάνουν οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες.

Επομένως, ο συναφής μοναδικός λόγος του από 11.7.2019 δικογράφου προσθέτων λόγων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Εν όψει των ανωτέρω, καθίσταται προφανές ότι μετά την απόρριψη των παραπάνω αναφερομένων αναιρετικών λόγων, που αφορούν στο κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως, με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση της ενάγουσας - μισθώτριας και ήδη αναιρεσίβλητης και επικυρώθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η ένδικη αγωγή αναπροσαρμογής του μηνιαίου μισθώματος του επιδίκου μισθίου ακινήτου και αναπροσαρμόστηκε αυτό στο ποσό των 2.500 ευρώ, παρέλκει και καθίσταται άνευ αντικειμένου η έρευνα του πρώτου λόγου του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και του πρώτου λόγου του από 7.6.2019 δικογράφου προσθέτων λόγων, που αφορούν στο κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως, με το οποίο απερρίφθη η ασκηθείσα από τις εναγόμενες - συνεκμισθώτριες - εκκαλούσες και ήδη αναιρεσείουσες ανακοπή ερημοδικίας.

Τούτο δε γιατί οι μη αναιρεθείσες διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως διατηρούν την ισχύ τους και δεσμεύουν, λόγω του υπάρχοντος και μη ανατραπέντος δεδικασμένου, με συνέπεια, ακόμη και στην περίπτωση ουσιαστικής ευδοκιμήσεως της ανακοπής ερημοδικίας και παραπομπής της υποθέσεως στο δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση, το δικαστήριο της παραπομπής, να μην μπορεί να εξετάσει εκ νέου τα κεφάλαια της διαφοράς που αντιστοιχούν σ' αυτές (μη αναιρεθείσες διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως) -λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη και του γεγονότος ότι, όπως προαναφέρθηκε, οι αναιρεσείουσες άσκησαν την έφεσή τους κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, παραπονούμενες μόνο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων-, διότι διαφορετικά θα προσέβαλε το δεδικασμένο, το οποίο, κατ' άρθρο 322 του Κ.Πολ.Δικ.

λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 19.12.2018, με ειδικό αριθμό καταθέσεως 972/2018 αίτηση για αναίρεση της 4893/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τους από: α) 7.6.2019, με αριθμό καταθέσεως 54/2019 και β) 11.7.2019, με αριθμό καταθέσεως 62/2019 προσθέτους σ' αυτήν λόγους.

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως και τους προσθέτους σ' αυτήν λόγους.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ