Supreme Court allows appeal against single judge's refusal to examine joint liability for heating pipe damage.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a single judge's decision to dismiss the case, finding the lower court lacked a legal basis for its ruling. The parties argued that the single judge improperly assumed joint liability without examining the specific facts of the heating pipe rupture. The court held that the lower court violated substantive laws regarding joint liability and must retry the case with a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 926 and 481-482 of the Civil Code; The lower court's refusal to examine the merits of a joint liability claim constitutes a violation of substantive law if it fails to establish the necessary factual prerequisites for such liability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1539 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1539/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Κ. και Σία ΟΕ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Γ. Π. του Α., 3. Γ. Π. της Γ., 4. Χ. Π. του Α., κατοίκων ..., 5. Κ. Τ. του Β., 6. Β. Τ. του Κ., 7. Π. - Β. Π. του Θ., κατοίκων ..., 8. Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 9. Ε. - Σ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 10. Δ. Φ. του Σ., 11. Α. Σ. του Η., 12. Π. Γ. του Θ., 13. Ν. Τ. του Ι., 14. Β. Α. του Α., 15. Μ. Σ. του Γ., 16. Χ. Σ. του Γ., κατοίκων ..., 17. Α. Φ. του Δ., κατοίκου ..., 18. Α. Α. Τ., κατοίκου ..., 19. Α. Γ. Τ., 20. Κ. Γ. Τ., κατοίκων ..., 21. Α. Φ. Τ., 22. Γ. Φ. Τ., κατοίκων ..., 23. Σ. θυγ. Φ. Τ., κατοίκου ..., 24. Γ. Τ., το γένος Α. Ζ., κατοίκου ..., 25. Α. Τ. του Γ., κατοίκου ... και 26. Π. Α., το γένος Α. Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην της 17ης (Α. Φ. του Δ.) που δεν παραστάθηκε, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ξενοφώντα Νικολάου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. χας Ι. Λ., το γένος Β. Τ. και 2) Ε. Λ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πολυχρονόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών.
Εκδόθηκε η 348/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτόν καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 488/2018 μη οριστική και 128/2020 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και 117/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-11-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1357/2021, ΑΠ 110/2020).
Αν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (Ολ.
Α.Π. 39/2005, Ολ.Α.Π. 9/2003, Α.Π. 536/2020). Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπόμενου ή μη προσηκόντως παριστάμενου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (Α.Π. 1691/2022, Α.Π. 518/2021, Α.Π. 1622/2013 Α.Π. 1374/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.α' του ίδιου Κώδικα ορίζεται, ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β' του ίδιου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νόμιμα ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Α.Π. 456/2024).
Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσείοντες ή οι αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και απολείπεται ή δε μετέχει προσηκόντως της συζήτησης ένας εξ αυτών, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νόμιμα ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΑΠ 536/2020).
Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1195/2022, ΑΠ 306/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, ακριβές αντίγραφο νομίμως επικυρωμένο από το επίσημο, της από 4.11.2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 61/10.11.2022), αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 117/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, επιδόθηκε, με επιμέλεια πόλων των αναιρεσειόντων στις αναιρεσίβλητες, στις 29.12.2011, όπως προκύπτει από την με αριθμό ....2022 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Εφετείο Πατρών Π.
Γ., που προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, με κλήση να παραστούν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία είχε οριστεί με Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος, για την ως άνω δικάσιμο της 4.10.2024, σύμφωνα με την άνω διάταξη του άρθρου 568 παρ. 4 του ΚΠολΔ. Κατά τη δικάσιμο αυτή η 17η αναιρεσείουσα Α.
Φ. δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ σχετική δήλωση. Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι ο προαναφερόμενος δικηγόρος, ο οποίος έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και από την 17η των αναιρεσειόντων Α.
Φ. και να την εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτήν παροχή πληρεξουσιότητας προς τον εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, και, κατά συνέπεια, ακύρως αυτός επέσπευσε, ως προς αυτήν, τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ούτε, επίσης, προκύπτει η, εκ μέρους κάποιου από τους λοιπούς παριστάμενους αναιρεσείοντες ή από τις αναιρεσίβλητες, κλήτευση της ως άνω αναιρεσείουσας, προκειμένου να παραστεί αυτή, κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά την ορισθείσα, κατά τα άνω, αρχική δικάσιμο. Επομένως, εφόσον η ως άνω μη παρισταμένη αναιρεσείουσα δεν αποδεικνύεται ότι επέσπευσε νόμιμα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκε νόμιμα, προκειμένου να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτή, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτήν, η οποία συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες (ΟλΑΠ 8/2002, ΑΠ 1584/2006, ΑΠ 1540/2003) και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν, να χωρήσει δε η συζήτηση της υπόθεσης ως προς τους νόμιμα παρισταμένους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Η υπό κρίση, από 4.11.2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 61/10.11.2022), αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 117/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, στις οποίες υπάγονται και οι διαφορές από οριζόντια ιδιοκτησία (άρθρο 614 αρ. 2 του ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ήτοι εντός της οριζόμενης από το άρθρο 564 παρ.3 του ΚΠολΔ διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, που έλαβε χώρα στις 14.3.2022, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.
Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: οι ενάγουσες (ήδη αναιρεσίβλητες) με την ένδικη από 20.11.2015 αγωγή τους κατά των εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων) εξέθεταν ότι είναι συνιδιοκτήτριες της ευρισκομένης στην Πάτρα, επί της οδού ..., πολυκατοικίας, η οποία διέπεται από τους όρους του ν. 3741/1929, τα άρθρα 1002 και 1117 του ΑΚ και τους όρους της με αριθμό ....2012 πράξης σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Πατρών Ι.
Σ., και ειδικότερα, ότι η πρώτη είναι κυρία των με στοιχεία Α-1 και Α-2 διαμερισμάτων του πρώτου ορόφου και του με στοιχεία Γ-3 διαμερίσματος του τρίτου ορόφου της άνω πολυκατοικίας και επικαρπώτρια του με στοιχεία Γ-2 διαμερίσματος του τρίτου ορόφου, οι δε εναγόμενοι είναι κύριοι των επαρκώς περιγραφομένων στην αγωγή οριζοντίων ιδιοκτησιών της ίδιας πολυώροφης οικοδομής.
Ότι οι εναγόμενοι, εξαιτίας της πλημμελούς συντήρησης της οικοδομής, προκάλεσαν έντονο πρόβλημα υγρασίας στο υπό στοιχείο Γ-3 διαμέρισμα, ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας, αποτελούντος οικογενειακή στέγη για αμφότερες τις ενάγουσες, προερχόμενης από το υπερκείμενο υπό στοιχείο Δ-3 διαμέρισμα, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση των λεπτομερώς περιγραφόμενών φθορών του εν λόγω διαμερίσματος και την καταστροφή, των εκτιθέμενων σε αυτή, κινητών πραγμάτων, και τη δημιουργία ανθυγιεινής ατμόσφαιρας, που κατέστησε δυσχερή τη χρήση του, με άμεσο κίνδυνο για τη ζωή και την ασφάλεια αυτών (εναγουσών).
Ότι εξαιτίας της υγρασίας καταστράφηκε το διδακτορικό δίπλωμα ιταλικού Πανεπιστημίου της δεύτερης ενάγουσας, που βρισκόταν μέσα στο διαμέρισμα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εργαστεί σε θέση αντίστοιχη των προσόντων της και να απωλέσει εισοδήματα. Με βάση το πραγματικό αυτό, ζήτησαν: Α) κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του Α.Κ., άλλως δυνάμει των περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεων, κατόπιν παραδεκτής τροπής των αιτημάτων της αγωγής τους από καταψηφιστικά σε έντοκα αναγνωριστικά, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, άλλως κατά την αναλογία της συνιδιοκτησίας του ο καθένας, στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 48.043,13 ευρώ, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του εν λόγω αιτήματος από το αρχικώς αιτούμενο συνολικό ποσό των 48.549,13 ευρώ και συγκεκριμένα κατόπιν παραδεκτού περιορισμού κατά ποσοστό 1,041 % κάθε κονδυλίου στο οποίο αναλύεται το εν λόγω αρχικώς αιτούμενο ποσό, ήτοι του ποσού των 38.549,13 ευρώ για περιουσιακή ζημία (αποκατάσταση φθορών του διαμερίσματος και αξία καταστραφέντων κινητών πραγμάτων) και του ποσού των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση και στη δεύτερη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 210.644,88 ευρώ, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του εν λόγω αιτήματος από το αρχικώς αιτούμενο συνολικό ποσό των 212.860,88 ευρώ και συγκεκριμένα κατόπιν παραδεκτού περιορισμού κατά ποσοστό 1,041% κάθε κονδυλίου στο οποίο αναλύεται το εν λόγω αρχικώς αιτούμενο ποσό, ήτοι του ποσού των 162.860,88 ευρώ για περιουσιακή ζημία (διαφυγόντα εισοδήματα για χρονικό διάστημα 28 ετών) και του ποσού των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να προβούν σε έλεγχο των δικτύων της πολυκατοικίας (θέρμανσης, ύδρευσης και αποχέτευσης) στους κοινόχρηστους χώρους και στους χώρους του υπό στοιχείο Δ-3 διαμερίσματος και να αποκαταστήσουν τις ζημίες που έχουν προκληθεί, προβαίνοντας σε κάθε επιβαλλόμενη προς τούτο ενέργεια.
Ζήτησαν επίσης, να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Γ. Π., υπό την διττή ιδιότητά της, να ανεχθεί όλες τις σχετικές εργασίες, με την απειλή κατ' αυτής χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης για κάθε παράβαση της σχετικής διατάξεως της εκδοθησόμενης απόφασης, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης αυτής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 488/2018 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη επί των κρισίμων θεμάτων, ακολούθως δε, μετά την διενέργεια αυτής, η με αριθμό 128/2020 οριστική απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς την δεύτερη των εναγουσών και δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την πρώτη εξ αυτών.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πατρών οι από 28.7.2020 και από 1.3.2021 εφέσεις των εναγουσών και ήδη ανιαρεσιβλήτων και των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε επ' αυτών η υπ' αριθμ. 117/2020 τελεσίδικη απόφαση του ως άνω Εφετείου, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επ' αυτής δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν ως προς αμφότερες τις ενάγουσες και επιδίκασε στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 20.894,38 ευρώ και στη δεύτερη το ποσό των 23.261,84 ευρώ ως αποζημίωση για τις υλικές ζημίες, καθώς και το ποσό των 2.000 ευρώ σε καθεμία εξ αυτών ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν αυτές από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, με τους νόμιμους τόκους επιδικίας από την επίδοση της αγωγής.
Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 του Α.Κ. συνάγεται ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών.
Η υπαιτιότητα εμφανίζεται με τη μορφή είτε δόλου (άμεσου ή ενδεχόμενου), ο οποίος υπάρχει όταν ο δράστης θέλει ή αποδέχεται την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος, είτε αμέλειας (ενσυνείδητης ή ασυνείδητης), η οποία υπάρχει όταν ο δράστης προξενεί το επιζήμιο αποτέλεσμα από έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλε να καταβάλει ο μετρίως συνετός κοινωνικός άνθρωπος στη θέση του, ευρισκόμενος υπό τις αυτές βιοτικές και λοιπές περιστάσεις.
Ζημία είναι η προς το χειρότερο προξενούμενη μεταβολή (βλάβη) των έννομων αγαθών του προσώπου, που αφήνει ένα έλλειμμα (μία διαφορά) μεταξύ της νέας καταστάσεως που έχει παραχθεί και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς το επιζήμιο γεγονός. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ικανή και μπορεί αντικειμενικά να επιφέρει, με την κανονική και συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (Α.Π. 135/2018).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ και των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 54 του εισαγωγικού του Νόμου, συνάγεται σαφώς ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή (διαιρεμένη) κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως κατ' ανάλογη μερίδα στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση .Ο προσδιορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων αυτών μερών γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας σύμβαση, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών κατά τα άρθρα 4 § 1, 5 και 13 του ν.3741/1929 (ΑΠ 1633/2003).
Εκτός από τις κατασκευές και εγκαταστάσεις που ενδεικτικά στο νόμο 3741/1929 (άρθρο 2 παρ. 1) και στον ΑΚ (άρθρο 1117) αναφέρονται ως κοινά μέρη της οικοδομής, είναι δυνατόν και άλλες, σύμφωνα με το κριτήριο της χρήσης, να αποτελέσουν αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας (αφού θα χρησιμεύουν στην κοινή χρήση των ιδιοκτητών).
Έτσι, αποτελούν κοινόκτητο και κοινόχρηστο πράγμα οικοδομής και οι εγκαταστάσεις παροχής και αποχέτευσης νερού, αφού όπως είναι πρόδηλο, παρέχουν χρησιμότητα σε όλους τους δικαιούχους της οριζόντιας ιδιοκτησίας (ΑΠ 406/1996). Αναφορικά, με τις υποχρεώσεις των ιδιοκτητών από την αποκλειστική ιδιοκτησία, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3741/1929, συνάγεται ότι ο κύριος χωριστής ιδιοκτησίας έχει υποχρέωση να τη διατηρεί σε τέτοια κατάσταση, ώστε να μην μπορεί να προκύψει από αυτή βλάβη στη χρήση των λοιπών διαιρετών ιδιοκτησιών.
Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής γεννάει ενοχική αξίωση των λοιπών ή του βλαπτόμενου τρίτου να ζητήσουν αποζημίωση. Αν η πιο πάνω παράλειψη του συνιδιοκτήτη είναι και υπαίτια, δικαιούται ο βλαπτόμενος να στραφεί κατά του ζημιώσαντος με βάση τις διατάξεις για την αδικοπραξία και να ζητήσει πλήρη ικανοποίηση.
Εξάλλου, σε σχέση με τις υποχρεώσεις από την αναγκαστική συνιδιοκτησία πάνω στα κοινά πράγματα, κατά το άρθρο 5 εδάφ. β' και γ' του πιο πάνω νόμου 3741/1929, καθένας από τους συνιδιοκτήτες συμμετέχει υποχρεωτικά στη συντήρηση και επισκευή των κοινών μερών της οικοδομής και ευθύνεται ατομικά ή και παράλληλα με τους λοιπούς συνιδιοκτήτες για την επισκευή τους, κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας του. Για κάθε δε υπαίτια ζημιογόνο παράλειψη των άνω συνιδιοκτητών ή του διαχειριστή εντολοδόχου τους σε σχέση με τις ανατεθείσες κατ` άρθρα 4 και 13 του ως άνω νόμου από τον Κανονισμό υποχρεώσεις του, για συντήρηση και επισκευή των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, ο βλαπτόμενος ιδιοκτήτης ή τρίτος έχει αξίωση αποζημιώσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 926, 932,714, 297, 298 ΑΚ (ΑΠ 462/2017, ΑΠ 914/2005). Στην περίπτωση υποχρεώσεων από την αναγκαστική συνιδιοκτησία για συντήρηση και επισκευή των κοινών μερών, η κύρια υποχρέωση όλων των συγκυρίων συνίσταται σε επιχείρηση πράξης, η οποία ως εκ της φύσης της είναι αδιαίρετη παροχή. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 494 παρ. 1, 481 και 482 του ΑΚ, αν περισσότεροι οφείλουν αδιαίρετη παροχή, καθένας από αυτούς έχει την υποχρέωση να την εκπληρώσει ολόκληρη, ο δε δανειστής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή, κατά την προτίμησή του, από οποιονδήποτε οφειλέτη (ΑΠ 470/2023, ΑΠ 680/2021, ΑΠ 406/96).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 926 ΑΚ, καθορίζονται στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Οι περιπτώσεις αυτές είναι τρεις α) κοινή πράξη περισσοτέρων προσώπων, β) παράλληλη ευθύνη περισσοτέρων προσώπων και γ) περιπτώσεις διαζευκτικής αιτιότητας.
Στην πρώτη περίπτωση, η ζημία προέρχεται από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ο όρος κοινή πράξη λαμβάνεται με την ευρεία έννοια της αιτιώδους συμπράξεως ή συμμετοχής - με οποιαδήποτε μορφή - στην αδικοπραξία και ειδικότερα, είτε στην τέλεση της πράξεως, είτε στην επαγωγή της ζημίας. Έτσι εμπίπτει στην έννοια αυτή μεταξύ άλλων, και η μορφή συμμετοχής της παραυτουργίας, δηλαδή, η περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα πραγματώνουν με τη συμπεριφορά τους ορισμένη αδικοπραξία, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους καμία συνεννόηση.
Στη δεύτερη περίπτωση της παράλληλης ευθύνης, περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται από το νόμο αυτοτελώς το καθένα, για την αποκατάσταση της ίδιας ζημίας. Η περίπτωση αυτή μπορεί να υπάρχει στο πεδίο της αντικειμενικής, (όπως συμβαίνει επί αναγκαστικής συνιδιοκτησίας), αλλά και της υποκειμενικής ευθύνης. Στην τρίτη περίπτωση η ζημία προήλθε από ανεξάρτητες πράξεις ή παραλείψεις περισσότερων προσώπων, οι οποίες αποτελούν όλες δυνατούς αιτιώδεις όρους επαγωγής της ζημίας, αλλά δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποια συγκεκριμένη πράξη προκάλεσε πράγματι τη ζημία.
Όταν συντρέχει μια από τις πιο πάνω τρεις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 926 ΑΚ, θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη των περισσοτέρων προσώπων, δηλαδή δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ. Προϋπόθεση όμως της εις ολόκληρον ευθύνης δεν είναι η κοινή εναγωγή από τον ζημιωθέντα περισσότερων προσώπων, φερόμενων ως συνοφειλετών, αλλά η πραγματική συνδρομή των νόμιμων όρων ευθύνης για τον κάθε συνοφειλέτη χωριστά.
Εξ άλλου, στην περίπτωση που ενάγονται περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι δεν μπορούν να αντιδικούν μεταξύ τους ούτε ως προς την ύπαρξη ούτε ως προς την έκταση της ευθύνης τους. Στη δίκη αποζημίωσης αν εναχθούν περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι δεν μπορούν αυτοί να ζητήσουν από το δικαστήριο να τους προσδιορίσει με την απόφασή του, το βαθμό συμμετοχής τους στην αδικοπραξία.
Αυτό θα κριθεί στα πλαίσια της δίκης αναγωγής μεταξύ των εις ολόκληρον ευθυνόμενων (ΑΠ 462/2017, ΑΠ 1229/2013, ΑΠ 1685/2009).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 27/1998).
Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, κατά τρόπο που να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ.Α.Π. 6/2020, Ολ.Α.Π. 1/2020, Ολ.Α.Π. 6/2019), έστω και αν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη ενάγουσα είναι αποκλειστική κυρία ενός διαμερίσματος - οριζόντιας ιδιοκτησίας με στοιχεία Γ-3, συνολικού εμβαδού 122,59 τ.μ., του τρίτου ορόφου πολυώροφης οικοδομής που βρίσκεται στην Πάτρα, επί της οδού ..., κτισμένης το έτος 1972 επί οικοπέδου εκτάσεως 400 τ.μ., και αποτελούμενης από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο όροφο και δώμα.
Η ως άνω πολυκατοικία έχει υπαχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 953, 954, 1002, 1033, 1192, 1194 1198 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 3, 5, 6, 10, 13 και 14 του ν. 3741/1929 στο σύστημα της οροφοκτησίας δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1972 συμβολαίου σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας - κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Πατρών Ι.
Σ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών....... Το διαμέρισμα αυτό απέκτησε η πρώτη ενάγουσα (πρώτη αναιρεσίβλητη), δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1972 συμβολαίου σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και διανομής του συμβολαιογράφου Πατρών Ι. Σ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών στον τόμο 888 και αριθμό 192510.
Το παραπάνω διαμέρισμα αποτελεί την οικογενειακή στέγη, τόσο της πρώτης ενάγουσας όσο και της θυγατέρας της, δεύτερης ενάγουσας. Η πρώτη εναγόμενη (αναιρείουσα) ομόρρυθμη εταιρεία είναι διαχειρίστρια της πολυκατοικίας, ενώ οι λοιποί εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) είναι ιδιοκτήτες των υπόλοιπων οριζόντιων ιδιοκτησιών της ως άνω οικοδομής, έχοντας κατά περίπτωση δικαίωμα πλήρους ή ψιλής κυριότητας ή επικαρπίας.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι οι ενάγουσες (αναιρεσίβλητες), λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων της δεύτερης εξ αυτών, απουσιάζουν συχνά από την Ελλάδα, για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Τούτο συνέβη και κατά το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2014 έως τον Μάιο του έτους 2015, κατά το οποίο διέμεναν στη Ρώμη της Ιταλίας, όπου εργάζεται η δεύτερη ενάγουσα.
Όταν επέστρεψαν στην Ελλάδα και εισήλθαν στην οικία τους, οι ενάγουσες διαπίστωσαν ότι σε αυτήν υπήρχαν έντονα προβλήματα υγρασίας με λιμνάζοντα ύδατα. Ειδικότερα: α) στον τοίχο απέναντι από την κεντρική πόρτα του διαμερίσματος καθώς επίσης και στην οροφή (ταβάνι) του χώρου της εισόδου υπήρχε έντονη υγρασία με ρέοντα από την οροφή ύδατα, τα δε χρώματα στον τοίχο και την οροφή είχαν φουσκώσει και καταστραφεί, β) στους τοίχους και στην οροφή του χώρου του σαλονιού-τραπεζαρίας καθώς και στο παρακείμενο δωμάτιο του γραφείου- βιβλιοθήκης υπήρχε επίσης έντονη υγρασία με ρέοντα από την οροφή ύδατα, τα χρώματα δε στους τοίχους των συγκεκριμένων χώρων επίσης είχαν καταστραφεί, ενώ η υγρασία είχε κατέβει από τους τοίχους και στα δάπεδα των χώρων αυτών, γ) υγρασία επίσης εμφάνιζε η οροφή και οι τοίχοι του μπάνιου του διαμερίσματος, όπως επίσης και το πατάρι, που βρίσκεται στο παρακείμενο δεύτερο μπάνιο της οικίας.
Όπως προκύπτει .........οι υγρασίες στην οροφή του μπάνιου και στην οροφή του παταριού προέρχονταν από το λουτρό του υπερκείμενου διαμερίσματος του τέταρτου ορόφου λόγω διαρροής στις σωληνώσεις ύδρευσης ή αποχέτευσης, βλάβη η οποία έχει αποκατασταθεί, ενώ όσον αφορά στις υγρασίες στους υπόλοιπους χώρους του διαμερίσματος αυτές οφείλονται σε διαρροή από σπάσιμο του κατακόρυφου σωλήνα της κεντρικής θέρμανσης στην διαδρομή από τον τρίτο προς τον τέταρτο όροφο, βλάβη η οποία έχει επίσης αποκατασταθεί.
Εξαιτίας δε της ανωτέρω διαρροής, μεγάλη ποσότητα νερού διαποτίστηκε στην πλάκα της οροφής του τρίτου ορόφου και εν συνεχεία εισέρευσε κυλώντας στους τοίχους στο διαμέρισμα των εναγουσών, προκαλώντας τις ως άνω φθορές στους τοίχους και στις οροφές των προαναφερόμενων χώρων. Η διαρροή του νερού από τον κατακόρυφο σωλήνα της κεντρικής θέρμανσης, ο οποίος σωλήνας αποτελεί κοινόχρηστο μέρος της οικοδομής, οφείλεται στην πλημμελή συντήρηση των σωληνώσεων, την ευθύνη της οποίας (συντήρησης) είχαν οι εναγόμενοι, ήτοι η διαχειρίστρια εταιρεία και οι ιδιοκτήτες των υπόλοιπων οριζοντίων ιδιοκτησιών.
Συνεπώς οι εναγόμενοι εξαιτίας της παραπάνω υπαίτιας παράλειψής τους να προβούν στην ορθή συντήρηση του προαναφερόμενου κοινόχρηστου μέρους της οικοδομής έχουν υποχρέωση, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, να αποκαταστήσουν τη ζημία που προκλήθηκε στις ενάγουσες από την παράλειψή τους αυτή. Συγκεκριμένα, στην πρώτη ενάγουσα προκλήθηκαν οι εξής ζημίες: .........Με βάση τα ανωτέρω, η συνολική ζημία που υπέστη η πρώτη ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των 20.894,38 ευρώ (4.800,00€ + 14.915,386 + 1.179,006). Η ανωτέρω δε ζημία που υπέστη η πρώτη ενάγουσα συνδέεται αιτιωδώς με την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγόμενων. Από τα παραπάνω, προκύπτει ότι η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε ομοίως ως προς την έκταση και το ύψος των ζημιών που υπέστη το διαμέρισμα της πρώτης ενάγουσας ορθώς το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και συνεπώς οι σχετικοί λόγοι και των δύο εφέσεων, περί επιδίκασης μεγαλύτερου και μικρότερου ποσού αντίστοιχα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα, για τους έξι περίπου μήνες, που βρισκόταν μαζί με την δεύτερη εξ αυτών εκτός Ελλάδος, είχε φροντίσει να ενημερώσει, τη διαχειρίστρια της πολυκατοικίας (πρώτη εναγόμενη) για το διάστημα της απουσίας τους, κάτι το οποίο εξάλλου συνέβαινε συχνά, ενώ επί πλέον οι ενάγουσες ανέθεσαν την επίβλεψη του διαμερίσματος στην Δ.
Π., η οποία έναντι αμοιβής, επισκεπτόταν όλα τα διαμερίσματος της πρώτης ενάγουσας, προκειμένου να ελέγξει σε τι κατάσταση βρίσκονταν αυτά, ενώ πότιζε και τα εντός αυτών φυτά. Μάλιστα στις 10-4-2015 απέστειλε και ηλεκτρονικό μήνυμα στην δεύτερη ενάγουσα, με το οποίο την ενημέρωνε ότι πότισε τα φυτά στο επίδικο διαμέρισμα, χωρίς να αναφέρει στο μήνυμα ''ότι εντόπισε κάποιο πρόβλημα, γεγονός που αποδεικνύει ότι οι ζημιές στο εν λόγω διαμέρισμα προκλήθηκαν μεταγενέστερα.
Δεν αποδείχθηκε δηλαδή ότι στην επέλευση των επίδικων ζημιών συνετέλεσε και η ίδια η πρώτη ενάγουσα από δικό της πταίσμα.......... Τέλος, αποδείχθηκε ότι από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγόμενων, η πρώτη ενάγουσα εκτός από την προαναφερόμενη περιουσιακή της ζημία υπέστη και ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης ποσού 2.000 ευρώ, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών, που έλαβε χώρα η αδικοπραξία, του είδους και της έκτασης των ζημιών, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων.
Το ανωτέρω ποσό δεν είναι υπερβολικό, ούτε δυσανάλογο, αλλά είναι εύλογο (άρθρο 932 του ΑΚ) ήτοι ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, ανταποκρινόμενο στις επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες αλλά και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας... Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, καθόρισε το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης ...στο ποσό των 1.000 ευρώ, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων.....
Περαιτέρω, ως προς τη δεύτερη ενάγουσα, αποδείχθηκε ότι είναι πτυχιούχος οικονομικών και, επιπλέον, κάτοχος διδακτορικού διπλώματος οικονομικών επιστημών, το οποίο έλαβε, το έτος 2007, από τη σχολή Στατιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Ρώμης "La Sapienza". Αποδείχθηκε ότι, εξαιτίας της υγρασίας, καταστράφηκε το ως άνω διδακτορικό της δίπλωμα, το οποίο ήταν κρεμασμένο στον τοίχο του γραφείου του εν λόγω διαμερίσματος.
Η δεύτερη ενάγουσα, από το έτος 2007 έως το 2014, εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο "Tuscia" του Βιτέρμπο της Ιταλίας, ως καθηγήτρια....... Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της, ως προς τη δεύτερη ενάγουσα, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, και ο σχετικός λόγος της με στοιχείο [α] από 28-7-2020 .......
ένδικης έφεσης, πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ' ουσία βάσιμος, και, αφού εξαφανιστεί η απόφαση να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσία. Όπως ήδη προελέχθη ανωτέρω ως προς την πρώτη ενάγουσα, και η δεύτερη ενάγουσα, για τους έξι περίπου μήνες που βρισκόταν μαζί με την μητέρα της εκτός Ελλάδος, είχε φροντίσει να ενημερώσει τη διαχειρίστρια της πολυκατοικίας (πρώτη εναγόμενη), για το διάστημα της απουσία της, κάτι το οποίο, εξάλλου, συνέβαινε συχνά, ενώ, επιπλέον, οι ενάγουσες ανέθεσαν την επίβλεψη του διαμερίσματος, στην Δ.
Π., η οποία, έναντι αμοιβής, επισκεπτόταν το επίδικο διαμέρισμα, προκειμένου να ελέγξει σε τι κατάσταση βρισκόταν αυτό, ενώ πότιζε και τα εντός αυτού φυτά. Μάλιστα, στις 10-4-2015, απέστειλε και ηλεκτρονικό μήνυμα στην δεύτερη ενάγουσα με το οποίο την ενημέρωνε ότι πότισε τα φυτά στο επίδικο διαμέρισμα, χωρίς να αναφέρει στο μήνυμα ότι εντόπισε κάποιο πρόβλημα, γεγονός που αποδεικνύει ότι η ζημίες στο εν λόγω διαμέρισμα προκλήθηκαν μεταγενέστερα.
Δεν αποδείχθηκε, επομένως, ότι στην επέλευση των επίδικων ζημιών, συντέλεσε και η ίδια η δεύτερη ενάγουσα, από δικό της πταίσμα, απορριπτομένης της ένστασης συνυπαιτιότητας που προέβαλαν οι εναγόμενοι (άρθρ. 300 ΑΚ), ως κατ' ουσίαν αβάσιμης. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι, από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, η δεύτερη ενάγουσα, εκτός από την προαναφερόμενη περιουσιακή της ζημία, υπέστη και ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, ποσού 2.000 ευρώ, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των συνθηκών που έλαβε χώρα η αδικοπραξία, του είδους και της έκτασης των ζημιών, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων.
Το ανωτέρω ποσό δεν είναι υπερβολικό, ούτε δυσανάλογο, αλλά είναι εύλογο (άρθρο 932 του ΑΚ), ήτοι ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινομένης υπόθεσης, ανταποκρινόμενο στις επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, αλλά και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας (....), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης.
Επομένως, η συνολική (περιουσιακή και μη) ζημία που υπέστη η δεύτερη ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των 25.261,84 (23.261,84 + 2.000,00) ευρώ....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικώς και κατ' ουσίαν τις εφέσεις, αφού εξαφάνισε δε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στην πρώτη ενάγουσα 20.894,38 ευρώ και στην δεύτερη ενάγουσα 23.261,84 ευρώ, ως αποζημίωση για τις υλικές ζημιές και 2.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση σε καθεμία εξ αυτών, λόγω ηθικής βλάβης και συνολικά το ποσό των 22.894,38 και των 25.261,84 ευρώ, αντίστοιχα, με τους νόμιμους τόκους επιδικίας από την επίδοση της αγωγής.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 926, 481 - 482 AK, σε συνδ. με τα άρθρα 1, 2, 3, 4 και 5 περ. β' Ν. 3741/ 1929 και άρθρ. 297, 298, 299, 914, 932, 1002, 1117 και 1152 ΑΚ. Ειδικότερα, από τις ως άνω παραδοχές του δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ευθύνη των αναιρεσειόντων, ως ενεχομένων εις ολόκληρον σε αποζημίωση των εναγουσών και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση με την εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλομένη απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες.
Πιο συγκεκριμένα, από τις παραδοχές του Εφετείου, ότι πρόκειται για ζημία για την οποία ευθύνονται από κοινού οι συνιδιοκτήτες και ο διαχειριστής (αφού κατά τις παραδοχές του Εφετείου υπήρχε διαχειριστής), δεν συνάγεται ποιες είναι οι παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των πλειόνων ενεχομένων αναιρεσειόντων να λάβουν τα κατάλληλα σύμφωνα με τις περιστάσεις και την καλή πίστη προστατευτικά μέτρα, ενόψει της παλαιότητας του κτιρίου, ούτε προσδιορίζεται κατ' είδος η παράλειψη, δηλαδή το είδος των προστατευτικών μέτρων, που οι αναιρεσείοντες αμέλησαν να λάβουν.
Η γενική αναφορά, ότι η διαρροή του νερού από τον κατακόρυφο σωλήνα της κεντρικής θέρμανσης, ο οποίος σωλήνας αποτελεί, (κατά τις παραδοχές), κοινόχρηστο μέρος της οικοδομής, αλλά και η διαρροή από τις σωληνώσεις ύδρευσης ή αποχέτευσης του λουτρού του υπερκειμένου διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου, που, σύμφωνα με τις παραδοχές, προκάλεσαν την υγρασία στην οροφή του μπάνιου του επιδίκου διαμερίσματος, οφείλεται στην πλημμελή συντήρηση των σωληνώσεων, την ευθύνη της οποίας (συντήρησης) είχαν, εν γένει χωρίς διάκριση, όλοι οι εναγόμενοι, ήτοι η πρώτη αναιρεσείουσα ως διαχειρίστρια εταιρεία και οι λοιποί αναιρεσείοντες ως ιδιοκτήτες (κύριοι, ψιλοί κύριοι και επικαρπωτές) των υπόλοιπων οριζοντίων ιδιοκτησιών και ότι, συνεπώς, οι εναγόμενοι, εξαιτίας της παραπάνω υπαίτιας παράλειψής τους να προβούν στην ορθή συντήρηση των προαναφερόμενων μερών της οικοδομής, έχουν υποχρέωση, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, να αποκαταστήσουν τις ζημίες (θετική, αποθετική ζημία και ηθική βλάβη) που προκλήθηκαν στις ενάγουσες από την παράλειψή τους αυτή, δεν είναι επαρκής για να καλύψει το πραγματικό των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Δηλαδή, το Εφετείο αρκείται στο πραγματικό γεγονός της διαρροής του ύδατος από τον κοινόχρηστο κατακόρυφο σωλήνα κεντρικής θέρμανσης και τους σωλήνες του διαμερίσματος του 4ου ορόφου, λόγω παραλείψεων των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, χωρίς να εκθέτει το πραγματικό της αδικοπραξίας ως παράνομης πράξης ή παράλειψης, κοινής ή παράλληλης και των υπολοίπων συνιδιοκτητών και χωρίς να εκθέτει το είδος της παράλειψης, δηλαδή το είδος των προστατευτικών μέτρων, που αμέλησαν να λάβουν.
Ειδικά δε ως προς τους σωλήνες ύδρευσης ή αποχέτευσης του διαμερίσματος του 4ου ορόφου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν προσδιορίζει, αν και αυτοί είναι κοινόχρηστοι ή ανήκουν στη συγκεκριμένη οριζόντια ιδιοκτησία ούτε αν από τη διαρροή των τελευταίων σωλήνων προκλήθηκε έστω ένα μέρος της ένδικης ζημίας των εναγουσών ή η αποζημιωτέα ζημία τους επήλθε μόνο από τη θραύση του κατακόρυφου σωλήνα της κεντρικής θέρμανσης.
Τα ανωτέρω περιστατικά ήταν αναγκαία για να συντρέξουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρ. 926 ΑΚ και να δημιουργηθεί παθητική σε ολόκληρο ενοχή κατ' άρθρ. 481 - 482 ΑΚ, για τη θεμελίωση της οποίας απαιτείται η πραγματική συνδρομή των νομίμων όρων ευθύνης για τον καθένα συνοφειλέτη.
Επομένως, τα περιστατικά που θεμελιώνουν την σε ολόκληρο ευθύνη των αναιρεσειόντων ουδόλως τα παραθέτει το Εφετείο, αρκούμενο μόνον στην παραδοχή, ότι αυτοί ευθύνονται η πρώτη ως διαχειρίστρια και οι λοιποί ως συνιδιοκτήτες. Έτσι, όμως στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την επιδίκαση σε βάρος των αναιρεσειόντων της αποζημίωσης, με την εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρ. 926 και 481 - 482 ΑΚ και αυτές σε συνδ.
με τα άρθρ. 1, 2, 3, 4 και 5 περ. β' Ν. 3741/1929 και άρθρ. 297, 298, 299, 914, 932, 1002, 1117, 1152 ΑΚ. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων) πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα του τρίτου από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, γιατί καταλαμβάνεται από την αναιρετική εμβέλεια των γενομένων δεκτών ως άνω λόγων της.
Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα σχετικά αιτήματά τους, (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν διαλαμβάνεται διάταξη για την τύχη του παραβόλου που έχουν καταθέσει όλοι οι αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι απομένει προς έρευνα η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που ασκήθηκε από τη 17η αναιρεσείουσα, ως προς την οποία η συζήτηση κηρύχθηκε απαράδεκτη (ΑΠ 328/2024, ΑΠ 1558/2022, ΑΠ 1553/2021, ΑΠ 762/2020, ΑΠ 96/2020).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τη 17η αναιρεσείουσα, Α. Φ.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 04-11-2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 61/10-11-2022) αίτησης αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 117/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 117/2022 τελεσίδικη απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Πατρών) που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ