Supreme Court partially allows appeal on preclusive effect grounds, dismissing prosecution for specific past dates.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the defendant's appeal against a second-instance conviction for repeated violations of the Law on Illegal Immigration. The defendant argued that a prior acquittal on identical facts regarding specific dates should have precluded prosecution under the principle of res judicata. The court found that the lower court erred in rejecting this defense for those specific dates while upholding the conviction for others, thereby violating the principle of legal certainty.
Legislator headnote
AI generatedArticles 57 and 510 of the Code of Criminal Procedure; The principle of preclusive effect (res judicata) bars criminal prosecution for acts already adjudicated, requiring the court to distinguish between periods covered by prior acquittal and those not.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1536 / 2025 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1536/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Διονυσία Νίκα και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Νικολάου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αμαλία Μυλωνά, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1361/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 5-5-2025 αίτηση αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 5-5-2025 αίτηση αναίρεσης του Χ. Χ. του Σ., κατά της υπ' αριθμ. 1361/3-7-2024 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, η οποία στις 14-4-2025 καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του προαναφερθέντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου - με την οποίαν αυτός (ο αναιρεσείων) καταδικάσθηκε για παράβαση του άρθρου 37 περ.
α' του Ν. 4639/2019 κατ' εξακολούθηση αλλά και για παράβαση του άρθρου 138 παρ. 8 του Ν. 4727/2020 κατ' εξακολούθηση και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ για κάθε μία από τις ως άνω δύο αξιόποινες πράξεις, ενώ στην συνέχεια καθορίσθηκε εις βάρος του συνολική ποινή φυλάκισης δέκα οχτώ (18) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία και συνολική χρηματική ποινή επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ - ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με δήλωση του ιδίου του αναιρεσείοντος, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (Αριθμ.
Πρωτ: 3377/5-5-2025) στις 5-5-2025, ημέρα Δευτέρα, την επόμενη δηλαδή μη εξαιρετέα ημέρα, καθόσον η τελευταία ημέρα της σχετικής εικοσαήμερης προθεσμίας ήταν Κυριακή (άρθρο 168 παρ. 1, εδ. ε' ΚΠΔ και άρθρο 1 παρ. 12 εδ. α' του Ν. 1157/1981), οπότε αυτή παρεκτείνεται έως και την επόμενη μη εξαιρετέα ημέρα (ΟλΑΠ 33/1996, ΑΠ 580/2025, ΑΠ 870/2024, ΑΠ 6/2024), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462, 464, 466 παρ. 1, εδ.
α', 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 2Α, 504 παρ. 1 και 505 παρ. 1, περ. α' ΚΠΔ. Επί πλέον, η κρινόμενη αίτηση περιέχει σαφείς και ορισμένους αναιρετικούς λόγους, συνιστάμενους στην απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, στην έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και στην παραβίαση του δεδικασμένου (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α', Δ', Ε' και ΣΤ' ΚΠΔ αντιστοίχως) και συνεπώς, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των παραπάνω λόγων της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, καθώς και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 362 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ, που κυρώθηκε με το Ν. 4620/2019 (ΦΕΚ Α' 96/11-6-2019), προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε για ανάγνωση ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' και 171 παρ. 2 ΚΠΔ, η οποία επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Η έλλειψη όμως ακρόασης προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή σαφούς προφορικής αίτησης ή σχετικής προς τούτο πρότασης, που συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από τον νόμο, ενώ η υποβολή αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 του ΚΠΔ (ΑΠ 547/2021, ΑΠ 1024/2018).
Για να επέλθει ακυρότητα της διαδικασίας από την έλλειψη αυτή, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, ενώ σε περίπτωση παράλειψης ανάγνωσης, από το διευθύνοντα τη συζήτηση, του εγγράφου που προσκομίσθηκε και του οποίου την ανάγνωση ζήτησε ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του κατά την ακροαματική διαδικασία, να προσφύγει αμέσως αυτός σε ολόκληρο το δικαστήριο και σε περίπτωση που παραλείψει τούτο να αποφανθεί ή παρά το νόμο απορρίψει την προσφυγή του, τότε υφίσταται έλλειψη ακρόασης και δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' ΚΠΔ (ΑΠ 1467/2024, ΑΠ 215/2024, ΑΠ 1169/2018).
Στην προκειμένη υπόθεση με το δεύτερο λόγο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι ενώ προσκομίσθηκε για λογαριασμό του από την πληρεξουσία του Δικηγόρο, η οποία σημειωτέον τον εκπροσώπησε στο ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, η υπ' αριθμ. 7969/2023 (αμετάκλητη) απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, εν τούτοις αυτή δεν λήφθηκε υπόψη από το ανωτέρω δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης ως προς την ενοχή του και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ.
Α' και Δ' ΚΠΔ, απορρέουσες σχετικές πλημμέλειες, δηλαδή της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα. Από τα επιτρεπτώς όμως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία σημειωτέον δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά, ούτε ζητήθηκε η διόρθωσή τους και επομένως, αποδεικνύουν όσα έχουν καταχωριστεί σε αυτά κατ' άρθρο 140 παρ. 3 ΚΠΔ, προκύπτει ότι δεν προσκομίσθηκε στο εν λόγω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η ως άνω υπ' αριθμ. 7969/2023 (αμετάκλητη) απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ούτε ότι υποβλήθηκε αίτημα εκ μέρους της ως άνω πληρεξουσίου του Δικηγόρου να αναγνωσθούν και άλλα έγγραφα πλην των αναγνωσθέντων, που αναφέρονται στα πρακτικά της συνεδρίασης του Δικαστηρίου, ενώ δεν προκύπτει ακόμη ότι η Πρόεδρος του Δικαστηρίου αρνήθηκε να αναγνώσει κάποιο άλλο έγγραφο και ότι ακολούθως η πληρεξουσία Δικηγόρος του εκκαλούντος - κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος προσέφυγε στο ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και αυτό απέρριψε την προσφυγή της ή ότι δεν απάντησε επ' αυτής.
Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης και ως προς τα δύο σκέλη του είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 37 του Ν. 4635/2019 (ΦΕΚ Α' 167/30.10.2019), "Με την επιφύλαξη των οριζομένων στις επιμέρους διατάξεις του παρόντος: α) Η εγκατάσταση σταθμού εκπομπής ή/και λήψης ραδιοσήματος και κατασκευής κεραίας ή δομικών κατασκευών κεραίας κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος και χωρίς τις προβλεπόμενες άδειες ή εγκρίσεις, εφόσον αυτές απαιτούνται, η χρήση σταθμού εκπομπής ραδιοσήματος χωρίς άδεια ή η παραχώρηση ηλεκτρικού ρεύματος σε εγκαταστάσεις σταθμού εκπομπής ή/και λήψης ραδιοσήματος άλλου που λειτουργεί με ή χωρίς άδεια, η παραχώρηση των δομικών κατασκευών κεραίας σε άλλον για την εγκατάσταση κεραιοσυστημάτων χωρίς άδεια, εφόσον απαιτείται, καθώς και η παρεμπόδιση ή η παρενόχληση των αρμόδιων οργάνων να πραγματοποιήσουν έλεγχο των σταθμών εκπομπής ή/και λήψης ραδιοσήματος και των εγκαταστάσεών τους ή η παροχή εσφαλμένων πληροφοριών για την άσκηση του ελέγχου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι τριών (3) ετών και χρηματική ποινή από τέσσερις χιλιάδες (4.000) ευρώ έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ.
Σε περίπτωση καταδίκης διατάσσεται η ανάκληση των υφιστάμενων αδειών, η άμεση διακοπή λειτουργίας του κεραιοσυστήματος και η δήμευση του εξοπλισμού του σταθμού και των συναφών εγκαταστάσεών του", ενώ κατά το άρθρο 138 του Ν. 4727/2020 (ΦΕΚ Α' 184/23.09.2020) "Ψηφιακή Διακυβέρνηση (Ενσωμάτωση στην Ελληνική Νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2102 και της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1024) - Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (Ενσωμάτωση στο Ελληνικό Δίκαιο της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972) και άλλες διατάξεις", "Συμμόρφωση προς τους όρους της γενικής άδειας ή των δικαιωμάτων χρήσης ραδιοφάσματος και πόρων αριθμοδότησης και συμμόρφωση προς τις ειδικές υποχρεώσεις (άρθρο 30 της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972)", "Η παράβαση των διατάξεων που αφορούν στα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων ή αριθμών σε επιχειρήσεις, η χρήση ραδιοσυχνοτήτων ή αριθμών από επιχειρήσεις, χωρίς να έχει προηγηθεί εκχώρηση σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή, το ανώτατο όριο της οποίας ορίζεται σε τριακόσιες εξήντα ημερήσιες μονάδες. Όταν επιβάλλεται χρηματική ποινή, το ύψος κάθε ημερήσιας μονάδας ορίζεται στις τέσσερις χιλιάδες εκατόν εξήντα επτά ευρώ (4.167 €). Ο τεχνικός εξοπλισμός και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την τέλεση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων κατάσχονται και, με την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ποινικού δικαστηρίου, δημεύονται".
Περαιτέρω, από το άρθρο 98 ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, ενώ συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου).
Σε περίπτωση μεταβολής του ποινικού νόμου κατά την διάρκεια τέλεσης εγκλήματος κατ' εξακολούθηση, εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ισχύει κατά την τέλεση της τελευταίας μερικότερης πράξης, έστω και αν αυτός είναι αυστηρότερος, εφόσον βέβαια και οι προγενέστερες από αυτόν πράξεις ήταν τιμωρητές, ενώ για τον χαρακτηρισμό του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος ως κακουργήματος ή πλημμελήματος λαμβάνονται υπόψη όλες οι μερικότερες πράξεις (ΑΠ 580/2025 ΑΠ 1353/2024, ΑΠ 906/2024, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 519/2024).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 457/2022, ΑΠ 151/2021).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 760/2024, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 930/2022).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει αμετάκλητα καταδικαστεί ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός νομικός χαρακτηρισμός. Εάν, παρά την απαγόρευση αυτή, ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, η παραβίαση του οποίου στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ, πρέπει να συντρέχουν: α) Αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη ή την κηρύσσει απαράδεκτη (τυπικό δεδικασμένο), β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης, ως προς το πραγματικό σκέλος της στο σύνολό του (τρόπο, χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τέλεσης της) και ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτηρισμό με τον οποίον κρίθηκε κατ' ουσίαν (έστω και αν αυτός επιτρεπτώς μεταβλήθηκε, διότι και υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό, πρόκειται για την ίδια πράξη, αφού απαιτείται το αυτό γεγονός και όχι το αυτό έγκλημα) που περιλαμβάνει τόσο την πράξη του δράστη (ενέργεια ή παράλειψη) όσο και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτήν, αμέσως με την τέλεσή της ή σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 445/2021, ΑΠ 1384/2020, ΑΠ1019/2019, ΑΠ 713/2019, ΑΠ 672/2017, ΑΠ 37/2017).
Για την περίπτωση που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για ορισμένο έγκλημα και ακολουθήσει η άσκηση για το ίδιο νέας ποινικής δίωξης, ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας δεν περιέχει ρητή ρύθμιση για την εντεύθεν εκκρεμοδικία και την τύχη της δεύτερης ποινικής δίωξης, όμως με ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζονται στο άρθρο 57 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα για το δεδικασμένο, πρέπει αν η μία από τις ποινικές διώξεις έχει κριθεί οριστικά αλλά όχι και αμετάκλητα η άλλη (ακόμα κι αν ασκήθηκε πρώτη αλλά δεν έχει κριθεί) να κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 795/2004).
Ως "πράξη" νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο, καθ' όλη τη διαδρομή και καθ' όλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και να αξιολογήσει αυτεπάγγελτα. Ταυτότητα, δηλαδή της πράξης, υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγούμενη κατηγορία.
Ενόψει αυτών, το δεδικασμένο εξαντλείται, όχι στην ταυτότητα του εγκλήματος, αλλά στην ταυτότητα της αξιόποινης πράξης, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και δεν εμποδίζει νέα δίωξη για άλλη αξιόποινη πράξη που δεν κρίθηκε, έστω και αν στα στοιχεία της πράξης αυτής περιλαμβάνεται και εκείνο που επίσης απετέλεσε στοιχείο του εγκλήματος, το οποίο έχει κριθεί.
Δεν υφίσταται ταυτότητα πράξεως και - ως εκ τούτου - ούτε δεδικασμένο (ή εκκρεμοδικία), οσάκις τα περισσότερα αποτελέσματα μιας φυσικής πράξεως έχουν αυτοτελή υλική υπόσταση και αποτελούν εξωτερικά καθένα ίδιο έγκλημα, το οποίο δεν τέθηκε υπό την κρίση του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 1110/1982, ΑΠ 445/2021, ΑΠ 743/2020, ΑΠ 872/2015).
Για την ταυτότητα πράξης απαιτείται ταυτότητα τόπου και χρόνου, ενώ ο χρόνος δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξης μόνον όταν είναι αποδεδειγμένο ότι αυτή άπαξ τελέστηκε. Δεν υφίσταται ταυτότητα πράξεως και ως εκ τούτου, ούτε δεδικασμένο, οσάκις τα περισσότερα αποτελέσματα μιας φυσικής πράξεως έχουν αυτοτελή υλική υπόσταση και αποτελούν εξωτερικά καθένα ίδιο έγκλημα, το οποίο δεν τέθηκε υπό την κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 445/2021).
Περαιτέρω, επί εγκλήματος κατ' εξακολούθηση (άρθρο 98 ΠΚ), εν όψει της αυτοτέλειας των μερικοτέρων πράξεων, δεδικασμένο με την παραπάνω έννοια υφίσταται, αν και εφόσον στη δικαστική κρίση υπήχθησαν όλες οι μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, διαφορετικά πρόκειται για "μερικό" δεδικασμένο, το οποίο δεν παρεμποδίζει τη δίωξη και τιμωρία άλλων μερικότερων πράξεων που δεν είχαν υποβληθεί υπό την κρίση του (ΑΠ 1208/2007).
Εξάλλου, ο αυτοτελής ισχυρισμός περί υπάρξεως δεδικασμένου που προβλέπεται από το άρθρο 57 § 1 ΚΠΔ και αν δεν έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, παραδεκτώς προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ (ΑΠ 129/2022, ΑΠ 445/2021, ΑΠ 957/2016, ΑΠ 743/2020), εξεταζόμενος κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ και αυτεπαγγέλτως, εφόσον εμφανισθεί ο αναιρεσείων ή εκπροσωπηθεί νομίμως, κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσής του και ένας βάσιμος λόγος, όπως και η παραγραφή που επήλθε μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο Άρειος Πάγος, για τον έλεγχο της παραβίασης του δεδικασμένου, εξετάζει και αντιπαραβάλλει τις δύο αποφάσεις, από τις οποίες απορρέει αυτό, ενώ η ταυτότητα της πράξης προκύπτει μόνο από το διατακτικό και όχι από τις αιτιολογίες των αποφάσεων τούτων (ΑΠ 1649/2018) που μπορούν να χρησιμεύσουν μόνο για τη διασάφηση του πρώτου (ΑΠ 320/2014, ΑΠ 2211/2009).
Η επίκληση ύπαρξης δεδικασμένου αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, τον οποίο ο επικαλούμενος οφείλει να προβάλλει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και ειδικότερα, ότι η προηγούμενη δικαιοδοτική κρίση που αφορά την επακριβώς προσδιοριζόμενη ίδια πράξη του αυτού προσώπου που κατέστη αμετάκλητη και πως έλαβε χώρα το γεγονός αυτό και επί πλέον, να αποδείξει εγγράφως, ήτοι με την προσκομιδή πλήρους αντιγράφου της απόφασης, από την οποία απορρέει και επιπρόσθετα βεβαίωσης του αρμόδιου γραμματέα περί του αμετακλήτου αυτής (ΑΠ 1140/2023, ΑΠ 129/2022, ΑΠ 1384/2020).
Στην κρινομένη υπόθεση το προαναφερθέν Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την ως άνω προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1361/2024 απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας στο ακροατήριο, που περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά και γενικά από όλη την συζήτηση της υποθέσεως (και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως) αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος στα Γιαννιτσά κατά τους κατωτέρω χρόνους τέλεσε τα ακόλουθα αδικήματα και ειδικότερα, α) κατά το χρονικό διάστημα από 9-9-2017 έως την 1-3-2022, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, έκανε χρήση σταθμού εκπομπής ραδιοσήματος χωρίς άδεια και β) κατά το χρονικό διάστημα από 23-9-2020 (έναρξη ισχύος Ν. 4727/2020) έως την 1-3-2022, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, παραβίασε τις διατάξεις που αφορούν στα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και έκανε χρήση αυτών χωρίς να έχει προηγηθεί εκχώρηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4727/2020 και πλέον συγκεκριμένα, με την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ" που εδρεύει στα Γιαννιτσά, εκπέμπει από τον δίαυλο 51 και μεταγενέστερα από τον δίαυλο 45 τηλεοπτικό πρόγραμμα με ψηφιακή τεχνολογία χωρίς να έχει συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της ΕΕΠ και συνάψει σύμβαση με τον πάροχο δικτύου DIGEA για τη μετάδοση των προγραμμάτων του σταθμού.
Ειδικότερα, μετά την αδειοδότηση παρόχου δικτύου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 13 του Ν. 3592/2007, έληξε η μεταβατική σύμφωνα με το άρθρο 14 του ίδιου νόμου, περίοδος μετάβασης στην ψηφιακή εκπομπή και οι πάροχοι δικτύου των οποίων το πρόγραμμα είχε εγκρίνει το ΕΣΡ προκειμένου να μεταδίδουν με ψηφιακή τεχνολογία, όφειλαν σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 18 παρ. 2 του Ν. 4038/2012, να διακόψουν τη μετάδοση του προγράμματός τους από τις συχνότητες που τους είχαν προσωρινά απονεμηθεί και να συμβληθούν με τον αδειοδοτηθέντα πάροχο δικτύου, ήτοι την εταιρεία "DIGEA ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΠΑΡΟΧΟΣ ΑΕ", υποχρέωση που αρνήθηκε να εκτελέσει ο κατηγορούμενος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 του Συντάγματος, η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. Ο έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει. Ο άμεσος έλεγχος του Κράτους, που λαμβάνει και τη μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας, έχει ως σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την υποχρεωτική και δωρεάν μετάδοση των εργασιών της Βουλής και των επιτροπών της, καθώς και προεκλογικών μηνυμάτων των κομμάτων από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα.
Προκειμένου να τηρηθούν οι επιταγές των άρθρων 14 παρ. 1 αλλά και 4 παρ. 1 του Συντάγματος κατά την χορήγηση αδειών στους ιδιωτικούς σταθμούς επιτρέπεται να καταλείπεται ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στη διοίκηση. Αντίθετα, η χορήγηση αδειών οφείλει να γίνεται με βάση νομοθετημένα και πάγια αντικειμενικά κριτήρια.
Με το νόμο 3051/2002 παρατάθηκε η λειτουργία των τηλεοπτικών σταθμών, οι οποίοι θεωρήθηκαν ως νομίμως λειτουργούντες. Τελικά θεσπίσθηκε ο Ν. 4339/2015 ο οποίος προέβλεψε την διαδικασία αδειοδότησης παροχών περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης. Με το Ν. 4367/2016 ανατέθηκε πλήρως στον Υπουργό, στον οποίο έχουν ανατεθεί οι αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Ενημέρωσης και του Εθνικού Συμβουλίου Επικοινωνίας.
Ο αποκλεισμός του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης από την διαδικασία κρίθηκε από το Συμβούλιο Επικράτειας ότι αντίκειται στο Σύνταγμα, καθώς η σύμπραξή του στο στάδιο της χορήγησης αδειών είναι υποχρεωτική, ενώ επιπλέον στην περίπτωση που η αδειοδότηση γίνει κατόπιν διαγωνισμού, αυτό θα πρέπει να διεξαχθεί αποκλειστικά από το τελευταίο.
Στην υπό κρίση περίπτωση, ο τηλεοπτικός σταθμός με το διακριτικό τίτλο "ΕΓΝΑΤΙΑ TV", που εκπροσωπείται από τον κατηγορούμενο αποτελεί περιφερειακό τηλεοπτικό σταθμό στην περιοχή της Θεσσαλονίκης και της Κεντρικής Μακεδονίας, ο οποίος θεωρήθηκε ως νομίμως λειτουργών κατ' άρθρο 5 παρ. 7 περ. α' δεύτερο εδάφιο του ν. 3592/2007, εγκρίθηκε δε, με την απόφαση 604/20.11.2008 του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 του ιδίου νόμου και την 21161/2.8.2008 ΚΥΑ, η μετάδοση του αναλογικού τηλεοπτικού του προγράμματος με ψηφιακή τεχνολογία κατά την περίοδο μετάβασης από την αναλογική στην ψηφιακή εκπομπή.
Ακολούθως, με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 4038/2012 (ΦΕΚ Α' 14) καθορίσθηκαν οι προϋποθέσεις, υπό τις οποίες θεωρείται ότι εξακολουθούν να λειτουργούν νομίμως οι αναφερόμενοι στο άρθρο 5 παρ. 7 περ. α' τηλεοπτικοί σταθμοί, ορίσθηκαν δε, εν συνεχεία με το άρθρο 18 του ν. 4208/2013 (ΦΕΚ Α' 252) τα εξής: "Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας χορήγησης δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων επίγειας ψηφιακής ευρυεκπομπής, σύμφωνα με το άρθρο 23 του ν. 4070/2012 (Α' 82), οι τηλεοπτικοί σταθμοί που λειτουργούν νομίμως σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 8 του ν. 4038/2012 (Α' 14), εφόσον εξέπεμπαν τηλεοπτικό πρόγραμμα στις 31.8.2013, συμβάλλονται με νομίμως αδειοδοτημένο πάροχο δικτύου για την ψηφιακή εκπομπή του προγράμματός τους, μέχρι τη χορήγηση αδειών (παροχών) περιεχομένου επίγειας ψηφιακής ευρυεκπομπής όπως προβλέπεται από το ν. 3592/2007, η οποία θα πρέπει να ολοκληρωθεί μέχρι τις 30.6.2014" (προθεσμία παραταθείσα έως τις 31.12.2014, με το άρθρο έκτο παρ. 3 του ν. 4279/2014 (ΦΕΚ Α' 158) και έως 31.12.2015, με το άρθρο 86 του ν. 4313/2014 (ΦΕΚ Α' 261).
Περαιτέρω, με το άρθρο 13 του νόμου 3592/2007, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 80 του ν. 4070/2012, η παροχή ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών μέσω επίγειας ψηφιακής τεχνολογίας με χρήση ραδιοσυχνοτήτων, που έχουν χορηγηθεί για την εκπομπή ραδιοτηλεοπτικού σήματος, αποτελεί παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και προϋποθέτει τον πάροχο δικτύου και τον πάροχο περιεχομένου.
Ο πάροχος περιεχομένου εκπέμπει κατ' ουσίαν το σήμα, δια του οποίου εκπέμπεται το περιεχόμενο των επιμέρους τηλεοπτικών εκπομπών, ενώ ο πάροχος δικτύου, είναι αυτός, με τον οποίο συμβάλλονται οι πάροχοι περιεχομένου για την εκπομπή του σήματός τους κατά τρόπο ψηφιακό. Ο πάροχος δικτύου αποφασίστηκε τελικώς ότι θα έπρεπε να είναι διαφορετικό πρόσωπο από τον πάροχο περιεχομένου, με την επιφύλαξη της περίπτωσης της ΕΡΤ (βλ.
άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 3592/2007 και ιδία άρθρο 80 παρ. 1 του Ν. 4070/2012). Το νομοθετικό καθεστώς, όμως, από το οποίο διέπονταν οι πάροχοι δικτύου, προέβλεπε τη διενέργεια διαγωνιστικής διαδικασίας για την ανάδειξη των παροχών δικτύου σε εθνική και περιφερειακή κλίμακα στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας (βλ. και άρθρα 21 και 23 του Ν. 4070/2012), με την ολοκλήρωση της οποίας θα έληγε η προαναφερθείσα και προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3592/2007 μεταβατική περίοδος, αφού έκτοτε ο νόμος προέβλεπε ότι οι πάροχοι περιεχομένου θα έπρεπε υποχρεωτικώς να συμβληθούν με τον αναδειχθέντα από τον διαγωνισμό πάροχο δικτύου (βλ.
άρθρο 14 του Ν. 3592/2007, άρθρο 18 του Ν. 4208/2013, την υπ' αριθμ. 41107/13751/22-08-2013 και 40518/1168/Φ.11ΙΑ/04-07-2014 ΚΥΑ και την οικ. 62941/1831/ΦΙ11Α/ 29.10.2014). Ειδικότερα στο άρθρο 14 του Ν. 3592/2007 προβλέφθηκε η μεταβατική περίοδος από την αναλογική στην ψηφιακή εποχή. Στο άρθρο 14 παρ. 2 του ίδιου νόμου, μάλιστα, προβλέφθηκε η έγκριση από το ΕΣΡ του προγράμματος των παροχών περιεχομένου ως προϋπόθεση για την εκπομπή του αναλογικού προγράμματος με ψηφιακό τρόπο κατά τη διάρκεια και μόνο της μεταβατικής περιόδου και όχι εν γένει και για το μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου χρονικό διάστημα.
Με την ίδια απόφαση του ΕΣΡ προβλέφθηκε αρχικώς ότι θα ορίζεται και ο δίαυλος συχνοτήτων, μέσω των οποίων θα γίνεται η μετάδοση του ψηφιακού σήματος. Στο άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 4038/2012, μάλιστα, προβλέφθηκε και υπό ποιες προϋποθέσεις οι νομίμως λειτουργούντες τηλεοπτικοί σταθμοί του άρθρου 5 παρ. 7 περ. α' του Ν. 3592/2007, μεταξύ των οποίων και ο εκπροσωπούμενος από τον νυν κατηγορούμενο σταθμός, θα θεωρούντο ότι εξακολουθούν να λειτουργούν νομίμως μέχρι τη λήξη και πάλι της μεταβατικής περιόδου.
Η λήξη της μεταβατικής περιόδου για την περιφέρεια της Θεσσαλονίκης και εν γένει της Κεντρικής Μακεδονίας δυνάμει των προμνησθεισών Υπουργικών αποφάσεων και ΚΥΑ ορίστηκε να επέλθει στις 21.11.2014. Η ημερομηνία αυτή θα αποτελούσε το χρονικό σημείο διακοπής των ψηφιακών εκπομπών, που είχαν προβλεφθεί αποκλειστικά για τη μεταβατική περίοδο βάσει της υπ' αριθμ. 21161/2008 ΚΥΑ που είχε εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 14 του Ν. 3592/2007.
Μετά την ολοκλήρωση του οικείου διαγωνισμού, στον πάροχο δικτύου προβλεπόταν ότι θα χορηγούντο πλέον τα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων επίγειας ψηφιακής ευρυεκπομπής από την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), κατόπιν διαγωνιστικής διαδικασίας υπό το καθεστώς γενικής αδείας.
Κατ' εφαρμογή των σχετικών διατάξεων διενεργήθηκε σχετικός διαγωνισμός για τη χορήγηση δικαιωμάτων χρήσης ραδιοσυχνοτήτων επίγειας ψηφιακής ευρυεκπομπής τόσο εθνικής, όσο και περιφερειακής κάλυψης. Κατόπιν της εν λόγω διαδικασίας, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...-2014 απόφαση της ΕΕΤΤ, με την οποία ανακηρύχθηκε υπερθεματίστρια η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Υπηρεσιών Τηλεπικοινωνιακού Παρόχου Ψηφιακών Μεταδόσεων" και τον διακριτικό τίτλο "DIGEA ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΠΑΡΟΧΟΣ ΑΕ" για το ένα (1) δικαίωμα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων εθνικής κάλυψης, αλλά και τα δεκατρία (13) δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων περιφερειακής κάλυψης.
Ως προς τα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων περιφερειακής κάλυψης σημειωτέον δεν υποβλήθηκε άλλη προσφορά από οιονδήποτε συμμετέχοντα και για τον λόγο αυτό, συμφώνως προς σχετική, ειδική πρόβλεψη του νόμου, τα 13 δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων περιφερειακής κάλυψης παραχωρήθηκαν στην ίδια ως άνω ανώνυμη εταιρία.
Εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...-2014 απόφαση της ΕΕΤΤ, με την οποία χορηγήθηκε στην ως άνω υπερθεματίστρια το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης διαύλων για την ανάπτυξη δικτύων επίγειας ψηφιακής ευρυεκπομπής, εθνικής και περιφερειακής κάλυψης και για τη μετάδοση των προγραμμάτων ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών, με ισχύ μέχρι και τις 30-9-2029, ενώ υπεγράφη και η από 7-2-2014 σύμβαση Παραχώρησης.
Δυνάμει της υπ' αριθμ. 27294/796/Φ150/5-6-2013 ΚΥΑ ("Οριστική παύση των εκπομπών τηλεοπτικής ευρυεκπομπής με αναλογικό τρόπο") των Υπουργών Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας (ΦΕΚ 1500/81 20-6-2013), αλλά και της υπ' αρ. 41167/1375/22-8-2013 ΚΥΑ ("Καθορισμός ημερομηνιών διακοπής εκπομπών τηλεοπτικού προγράμματος με αναλογική τεχνολογία") των ιδίων ως άνω (ΦΕΚ 2064Β/23-8-2013), όπως τροποποιήθηκε με την ΚΥΑ 46157/1815/16-9- 2013, οι οποίες εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 4070/2012, ορίστηκε ως ημερομηνία οριστικής παύσης των αναλογικών τηλεοπτικών εκπομπών στην περιοχή Θεσσαλονίκης και ευρύτερα της Κεντρικής Μακεδονίας, η 21 Νοεμβρίου 2014 ώρα 2.00 πμ, από δε το ως άνω χρονικό σημείο και εφεξής, κάθε εκπομπή ψηφιακού τηλεοπτικού σήματος θα έπρεπε να πραγματοποιείται πλέον αποκλειστικά μέσω της ανακηρυχθείσας παρόχου δικτύου και δη στους απονεμηθέντες σε αυτήν, δυνάμει της υπ' αριθμ. 42800/5-10-2012 ΚΥΑ διαύλους.
Ενόψει των ανωτέρω, μετά την 21-11-2014, κάθε εκπομπή ψηφιακού τηλεοπτικού σήματος στην περιοχή της Θεσσαλονίκης και την ευρύτερη περιοχή της Κεντρικής Μακεδονίας, ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών, που κατά την μεταβατική περίοδο μετέδιδαν ψηφιακά τα προγράμματά τους μέσω των προαναφερθέντων περιφερειακών παρόχων δικτύου, προκειμένου το πρόγραμμά τους να συνεχίσει να μεταδίδεται ψηφιακά, προϋπέθετε ότι οι σταθμοί θα είχαν συμβληθεί προηγουμένως με την αποκλειστική πλέον πάροχο δικτύου ανώνυμη εταιρία με τον διακριτικό τίτλο "DIGEA ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΠΑΡΟΧΟΣ ΑΕ".
Για τον ίδιο λόγο οι ως τότε περιφερειακοί πάροχοι δικτύου όφειλαν έκτοτε να διακόψουν την παροχή των υπηρεσιών τους προς τους τυχόν συμβληθέντες με αυτούς σε προγενέστερο χρόνο παρόχους περιεχομένου τηλεοπτικούς σταθμούς. Μετά τη λήξη της περιόδου μετάβασης στην ψηφιακή εκπομπή (για την περιοχή της Θεσσαλονίκης και της Κεντρικής Μακεδονίας, στις 21.11.2014) και πάντως από τις 9-9-2017 και μέχρι την 1-3-2022, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ο κατηγορούμενος, ως εκπρόσωπος του προαναφερόμενου καναλιού, παρόλο που ήταν υποχρεωτική η αποδοχή της σύμβασης, δεν συνεβλήθη με την ως άνω εταιρία ως αδειοδοτημένο πάροχο δικτύου, αλλά ο σταθμός ΕΓΝΑΤΙΑ TV συνέχισε να εκπέμπει στον δίαυλο 51 και ακολούθως στον δίαυλο 45, οι οποίοι όμως δεν ανήκουν στην ως άνω αδειοδοτηθείσα εταιρία, αλλά αποτελούν πόρο του Ελληνικού Δημοσίου.
Αντιθέτως, ο κατηγορούμενος, ως εκπρόσωπος του παραπάνω καναλιού αρνούμενος καθ' όλο το διάστημα από 9-9-2017 μέχρι και 1-3-2022 να συμβληθεί με την πάροχο δικτύου, ακολούθησε τη δικαστική οδό προφασιζόμενος το δικαίωμα πληροφόρησης του κοινού και συνέχισε να εκπέμπει, ενώ ήδη από το 2019 με την υπ' αριθμ. 67/2019 απόφαση του ΕΣΡ επιβλήθηκε στο ως άνω κανάλι η κύρωση της ανάκλησης της υπ' αριθμ. 604/20.11.2008 απόφασης καθ' όσο το αφορούσε, με την οποία είχε εγκριθεί η ψηφιακή μετάδοση του προγράμματός του, για παράβαση του άρθρου 13 του ν. 3592/2007 και 18 του ν. 4208/2013.
Κατά της ως άνω απόφασης ο κατηγορούμενος άσκησε την με αριθμ. πρωτ. 2842/2019 αίτηση θεραπείας, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 140/2019 απορριπτική απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης. Ακόμη όμως και μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης ο κατηγορούμενος, τελώντας εν γνώσει και προφασιζόμενος το δικαίωμα πληροφόρησης του κοινού και το δήθεν μη σύννομο της διαδικασίας ανάθεσης στη μοναδική νόμιμη πάροχο ψηφιακής επίγειας τεχνολογίας εταιρία "DIGEA", συνέχισε να λειτουργεί παράνομα το ως άνω κανάλι, χωρίς να συμβάλλεται, ως όφειλε, με την ως άνω πάροχο δικτύου.
Μόλις δε τον Οκτώβριο του 2023 προέβη στην υπογραφή της σχετικής σύμβασης, χωρίς πάντως μέχρι τη συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου να έχουν εκπληρωθεί από μέρους του κατηγορουμένου οι όροι της σχετικής σύμβασης, ώστε να αρχίσει η εκπομπή του καναλιού μέσω της ως άνω παρόχου. Με βάση πάντα τα ανωτέρω, εφόσον αποδείχθηκαν τα κατά τόπο και χρόνο περιστατικά με τα οποία πληρούται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αποδιδόμενων στον κατηγορούμενο αδικημάτων, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό".
Στην συνέχεια, το ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την ως άνω προσβαλλομένη απόφασή του, κήρυξε τον εν λόγω εκκαλούντα - κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο αμφοτέρων των παραπάνω αναφερομένων αξιοποίνων πράξεων, διαλαμβάνοντας στο διατακτικό του, τα ακόλουθα:
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον παραπάνω κατηγορούμενο ένοχο του ότι, στα Γιαννιτσά, κατά τους κάτωθι χρόνους τέλεσε τα ακόλουθα αδικήματα: Α) Κατά το χρονικό διάστημα από 09.09.2017 έως 1-3-2022 στα Γιαννιτσά κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, ήτοι από 09-09-2014 έως την 1-3-2022, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, έκανε χρήση σταθμού εκπομπής ραδιοσήματος χωρίς άδεια και πλέον συγκεκριμένα, με την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ", που εδρεύει στα Γιαννιτσά, εκπέμπει από τον δίαυλο 31, μεταγενέστερα από τον δίαυλο 51 και στη συνέχεια από τον δίαυλο 45, τηλεοπτικό πρόγραμμα με ψηφιακή τεχνολογία χωρίς να έχει συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της ΕΕΠ και συνάψει σύμβαση με τον πάροχο δικτύου DIGEA για τη μετάδοση των προγραμμάτων του σταθμού.
Ειδικότερα, μετά την αδειοδότηση παρόχου δικτύου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 13 του Ν. 3592/2007, έληξε η μεταβατική σύμφωνα με το άρθρο 14 του ίδιου νόμου περίοδος μετάβασης στην ψηφιακή εκπομπή και οι πάροχοι δικτύου, των οποίων το πρόγραμμα είχε εγκρίνει το ΕΣΡ προκειμένου να μεταδίδουν με ψηφιακή τεχνολογία, όφειλαν σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 18 παρ. 2 του Ν. 4038/2012, να διακόψουν τη μετάδοση του προγράμματός τους από τις συχνότητες που τους είχαν προσωρινά απονεμηθεί και να συμβληθούν με τον αδειοδοτηθέντα πάροχο δικτύου, ήτοι την εταιρεία "DIGEA ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΠΑΡΟΧΟΣ ΑΕ", υποχρέωση που αρνήθηκε να εκτελέσει ο κατηγορούμενος.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον ως άνω κατηγορούμενο ένοχο για την 2η πράξη, όπως αυτός κατηγορείται, του ότι κατά το χρονικό διάστημα από 23-9-2020 (έναρξη ισχύος Ν. 4727/2020) έως την 1-3-2022, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, παραβίασε τις διατάξεις που αφορούν στα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και έκανε χρήση αυτών, χωρίς να έχει προηγηθεί εκχώρηση σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4727/2020 και πλέον συγκεκριμένα, με την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ", που εδρεύει στα Γιαννιτσά, εκπέμπει από τον δίαυλο 31, μεταγενέστερα από τον δίαυλο 51 και στη συνέχεια από τον δίαυλο 45, τηλεοπτικό πρόγραμμα με ψηφιακή τεχνολογία, χωρίς να έχει συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της ΕΕΠ και συνάψει σύμβαση με τον πάροχο δικτύου DIGEA για τη μετάδοση των προγραμμάτων του σταθμού.
Ειδικότερα, μετά την αδειοδότηση παρόχου δικτύου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 13 του Ν. 3592/2007, έληξε η μεταβατική σύμφωνα με το άρθρο 14 του ίδιου νόμου περίοδος μετάβασης στην ψηφιακή εκπομπή και οι πάροχοι δικτύου των οποίων το πρόγραμμα είχε εγκρίνει το ΕΣΡ προκειμένου να μεταδίδουν με ψηφιακή τεχνολογία, όφειλαν σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 18 παρ. 2 του Ν. 4038/2012, να διακόψουν τη μετάδοση του προγράμματός τους από τις συχνότητες που τους είχαν προσωρινά απονεμηθεί και να συμβληθούν με τον αδειοδοτηθέντα πάροχο δικτύου, ήτοι την εταιρεία "DIGEA ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΠΑΡΟΧΟΣ ΑΕ", υποχρέωση που αρνήθηκε να εκτελέσει ο κατηγορούμενος".
Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του για την παραπάνω πρώτη αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε και συγκεκριμένα, για την εκ μέρους του παράβαση του άρθρου 37 περ. α' του Ν. 4635/2019 κατ' εξακολούθηση και προσάπτει σ' αυτήν (απόφαση), την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πλημμέλεια, της έλλειψης δηλαδή ειδικής αιτιολογίας, ενώ με το δεύτερο σκέλος του ιδίου (τρίτου) λόγου ισχυρίζεται ακόμη ότι εσφαλμένως ερμηνεύθηκε και εφαρμόσθηκε η προαναφερθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 37 περ. α' του Ν. 4635/2019 και προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Ε' ΚΠΔ, πλημμέλεια.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο που συνεκδικάζεται με τον προαναφερθέντα τρίτο αναιρετικό λόγο, προσάπτει με το πρώτο σκέλος του στην προσβαλλόμενη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πλημμέλεια, της έλλειψης δηλαδή ειδικής αιτιολογίας ως προς την ενοχή του για αμφότερες τις ως άνω πράξεις, ενώ με το δεύτερο σκέλος του ιδίου (τετάρτου) λόγου αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε' ΚΠΔ, σχετική πλημμέλεια. Με αυτά όμως που δέχθηκε το ως άνω δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως οι παραδοχές του σκεπτικού συμπληρώνονται από αυτές του διατακτικού, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την επιβαλλομένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αμφοτέρων των ως άνω εγκλημάτων, δηλαδή της παράβασης του άρθρου 37 περ.
α' του Ν. 4639/2019 κατ' εξακολούθηση και της παράβασης του άρθρου 138 παρ. 8 του Ν. 4727/2020 κατ' εξακολούθηση, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 37 περ. α' του Ν. 4639/2019 και 138 παρ. 8 του Ν. 4727/2020 αλλά και 98 ΠΚ, που σημειωτέον σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των εν λόγω δύο εγκλημάτων και παρατίθενται αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη δημόσια στο ακροατήριο αποδεικτική διαδικασία και συνιστούν την κατά τα άνω ποινικά επιλήψιμη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος.
Συγκεκριμένα, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και αιτιολογούνται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, οι εξής κρίσιμες παραδοχές: Η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως νομίμου εκπροσώπου της προαναφερθείσας εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ", που τυγχάνει φορέας του τηλεοπτικού σταθμού με το διακριτικό τίτλο "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ", το ότι ο αναιρεσείων στον ως άνω τόπο και κατά τους προαναφερθέντες χρόνους έκανε χρήση σταθμού εκπομπής ραδιοσήματος χωρίς να διαθέτει την απαιτούμενη προς τούτο άδεια, εκπέμποντας τηλεοπτικό πρόγραμμα με ψηφιακή τεχνολογία, δίχως να έχει διακόψει προηγουμένως την μετάδοση του τηλεοπτικού προγράμματος από την συχνότητα που είχε προσωρινά απονεμηθεί για τον ως άνω τηλεοπτικό σταθμό, ώστε να συμβληθεί ακολούθως με τον νομίμως αδειοδοτηθέντα πάροχο δικτύου (για την πρώτη αξιόποινη εκ μέρους του παράβαση) και επί πλέον, ότι αυτός (αναιρεσείων) παραβίασε τις διατάξεις που αφορούν στα δικαιώματα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων και έκανε χρήση τους χωρίς να έχει προηγηθεί σχετική εκχώρηση κατά τα προαναφερθέντα (για την δεύτερη αξιόποινη παράβαση).
Επομένως, οι προαναφερθέντες λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Οι εμπεριεχόμενες εξάλλου στους αυτούς ως άνω αναιρετικούς λόγους υπόλοιπες σχετικές με τις κατηγορίες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και έρχονται σε αντίθεση προς το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης, είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττουν την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Με τον πρώτο λόγο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του δεδικασμένου και προσάπτει σ' αυτήν (απόφαση), την απορρέουσα από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ, σχετική πλημμέλεια. Από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν για λογαριασμό του ήδη αναιρεσείοντος από την πληρεξουσία Δικηγόρο του νομίμως και εμπροθέσμως και συγκεκριμένα, στις 27-10-2025, όπως προκύπτει από την σχετική έκθεση της γραμματέως της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, δηλαδή πριν από την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου και ειδικότερα, από α) την υπ' αριθμ. 7969/31-10-2023 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, β) την υπ' αριθμ. 1374/1-11-2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης και γ) την υπ' αριθμ. 2000/21-5-2025 απόφαση του Ε' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που έχουν καταστεί αμετάκλητες, όπως προκύπτει, α) από την 4-9-2025 βεβαίωση της Γραμματέα του Τμήματος Ενδίκων Μέσων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, β) από την 4-9-2025 βεβαίωση του Γραμματέα του Τμήματος Εκκαθάρισης - Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Θεσσαλονίκης και γ) από την 24-10-2025 βεβαίωση της Γραμματέα του Τμήματος Ενδίκων Μέσων του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αντίστοιχα, προκύπτουν τα εξής:
α) Ο ήδη αναιρεσείων ενεργώντας με την αυτήν ως άνω ιδιότητά του, δηλαδή ως εκπρόσωπος της εταιρίας "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ" και φορέας του προαναφερθέντος του τηλεοπτικού σταθμού με τον διακριτικό τίτλο "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ" κηρύχθηκε αθώος του ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2016 μέχρι τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2017, προέβαινε σε χρήση ραδιοσήματος του άνω σταθμού σε διαύλους που του είχε επιτραπεί για την μετάδοση του προγράμματός του κατά την μεταβατική περίοδο, ήτοι μέχρι την αδειοδότηση από την ΕΕΤΤ του άνω παρόχου δικτύου, δίχως να συμμορφωθεί προς τις υποδείξεις της ανωτέρω Επιτροπής με τον ανωτέρω πάροχο για την τηλεοπτική μετάδοση του προγράμματός του και χωρίς να έχει λάβει την νόμιμη άδεια από την αρμόδια αρχή, β) στις 16-1-2019, αυτός (ο αναιρεσείων) κηρύχθηκε επίσης αθώος του ότι ενεργώντας ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της "Εγνατία Τηλεόραση Τηλεοπτικός Σταθμός ΑΕ" που εδρεύει στα Γιαννιτσά, προέβη στη χρήση φάσματος στο πλαίσιο της ψηφιακής μετάδοσης του προγράμματος Τ/Σ χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή κατά παράβαση των κειμένων νομοθετικών διατάξεων και των κανονιστικών αποφάσεων της ΕΕΤΤ και γ) στις 24-11-2021, ο ίδιος (αναιρεσείων) κηρύχθηκε αθώος του ότι ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης τηλεοπτικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΓΝΑΤΙΑ ΑΕ", διαπιστώθηκε σε έλεγχο που διενεργήθηκε από αρμοδίους υπαλλήλους της ΕΕΤΤ στον δίαυλο C45 μετέδιδε το πρόγραμμα του τηλεοπτικού σταθμού "ΕΓΝΑΤΙΑ" χωρίς νόμιμο δικαίωμα και χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή προβαίνοντας σε παράνομη χρήση μη εκχωρημένου σε αυτήν φάσματος.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι από την πρώτη πράξη (δηλαδή για την εκ μέρους του παράβαση του άρθρου 37 περ. α' του Ν. 4635/2019), για την οποία αθωώθηκε ο εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων για τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα και ειδικότερα, α) για το χρονικό διάστημα από 9-9-2017 μέχρι τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2017, β) για 16-1-2019 και γ) για 24-11-2021, παρήχθη αρνητικό δεδικασμένο, που κωλύει τη δίωξή του και για την πράξη για την οποία αυτός μεταγενεστέρως διώχθηκε και τελεσιδίκως δικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται ταυτότητα στο πρόσωπο του δράστη από την ως άνω αξιόποινη πράξη αλλά και ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια (ή παράλειψη) του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Με τα δεδομένα αυτά το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με το να απορρίψει την ένσταση περί δεδικασμένου, την οποία προέβαλε ο κατηγορούμενος αν και συνέτρεχαν οι προς τούτο νόμιμες προϋποθέσεις, παρεβίασε την διάταξη του άρθρου 57 ΚΠΔ και κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του.
Συνεπώς, κατά παραδοχή του από το άρθρο 510 παρ. 1, στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερθέν μέρος της και να κηρυχθεί απαράδεκτη η κατά του κατηγορουμένου σχετική ασκηθείσα ποινική δίωξη κατ' άρθρο 57 παρ. 3 ΚΠΔ (ΑΠ 1849/2008, ΑΠ 795/2004) ως προς τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα και μετά ταύτα, να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς την επιβολή σ' αυτόν (εκκαλούντα - κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα) ποινής για τις υπόλοιπες κατ' εξακολούθηση τελεσθείσες εκ μέρους του αξιόποινες παραβάσεις του άρθρου 37 παρ. α' του Ν. 4635/2019 αλλά και ως προς την καθορισθείσα σε βάρος του συνολική ποινή φυλάκισης, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 1361/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ήτοι κατά το μέρος που κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, για την παράβαση του άρθρου 37 παρ. α' του Ν.4635/2019, που αφορά το χρονικό διάστημα από 9-9-2017 μέχρι το Δεκέμβριο 2017, την 16η-1-2019 και 24-11-2019, καθώς και ως προς την επιβληθείσα για την πράξη αυτή ποινή αλλά και ως προς την επιβληθείσα συνολική ποινή.
Κηρύσσει απαράδεκτη την ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για τις επί μέρους παραβάσεις του άρθρου 37 περ. α' του Ν. 4635/2019 που αφορούν α) το χρονικό διάστημα από 9-9-2017 μέχρι τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2017, β) την 16η Ιανουαρίου 2019 και γ) την 24η Νοεμβρίου 2021.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της που αφορά την επιβολή στον αναιρεσείοντα ποινής για τις υπόλοιπες κατ' εξακολούθηση τελεσθείσες εκ μέρους του αξιόποινες παραβάσεις του άρθρου 37 παρ. α' του Ν. 4635/2019 αλλά και την καθορισθείσα σε βάρος του συνολική ποινή φυλάκισης, για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους εκτός από αυτούς, που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ