Legislator Case Law & Legislation
1531/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal in labor dispute, ordering state to pay damages and costs.

Case Number 1531/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the State's appeal against a lower court judgment in a labor dispute. The State argued for a complete reversal, but the Court found no need for further factual clarification. Consequently, the Court upheld the lower court's decision to award the employee €18,073.66 plus interest and ordered the State to pay the litigation costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; When an appeal leaves no legal ground for further trial by the court of first instance, the Supreme Court may render the final judgment directly without remitting the case.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal Supreme Court jurisdiction partial remittal state liability litigation costs allocation interest on damages final judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553 paragraph 1 item b, 556 paragraph 1, 558, 564 paragraph 3 and 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 21 of the Decree of 26.6/10.7.1944
Article 580 paragraph 3 item a of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 2 of Law 3693/1957
Articles 178 and 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180 paragraph 1, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957 in conjunction with paragraph 2 of the common ministerial decision of 8.12.1992/20.1.1993
Article 45 of Law 4607/2019

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1531 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1531/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, εκπροσωπούμενη από τον Διοικητή της, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Ιωάννας Ρουσσιά πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις

Της αναιρεσίβλητης: Β. Α. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπύρου Παυλάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1948/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3141/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-6-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 30-6-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 5621/ 568/6-7-2023) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 3141/6-7-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία α) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. 1948/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 30-6-2016 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 43031/1309/2016) αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, και β) αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δίκασε εκ νέου την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 18.073,66 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας 6% από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, καταδικάζοντας συγχρόνως τούτο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης-ενάγουσας, τα οποία όρισε στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κ.Δ. της 26.6/10.7.1944, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 109 του ΕισΝΑΚ, "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής".

Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 (ΦΕΚ Α' 65/24-4-2019), με τίτλο "Τοκοφορία οφειλών του Δημοσίου", ορίσθηκε ότι: "1. Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως.

Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για: α) τις απαιτήσεις των φορολογουμένων της παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 (Α' 170), β) τις περιπτώσεις όπου σε σύμβαση, στην οποία συμβάλλεται νόμιμα το Δημόσιο, έχει περιληφθεί ειδική πρόβλεψη σχετικά με το εφαρμοζόμενο επιτόκιο, γ) τις αξιώσεις ιδιωτών που στηρίζονται σε ειδικές και ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, με τις οποίες έχει καθοριστεί, ρητά και ειδικά, ύψος επιτοκίου.

Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος. 2. Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων.

Ειδικές διατάξεις νόμου, οι οποίες προβλέπουν ρητά διαφορετικό χρόνο έναρξης της τοκοφορίας, εξακολουθούν να ισχύουν". Με την ως άνω ρύθμιση του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 τροποποιήθηκε το πλαίσιο για την τοκοφορία των οφειλών του Δημοσίου, με μείωση του επιτοκίου από το έως τότε ισχύον έξι τοις εκατό (6%) ετησίως, στο ύψος που ορίζεται στην εν λόγω νέα διάταξη, επειδή, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, το (προ)ισχύον νόμιμο επιτόκιο για τις οφειλές του Δημοσίου (ύψους 6% ετησίως), εκτός του γεγονότος ότι κρίνεται ιδιαίτερα υψηλό για τις σημερινές δημοσιονομικές συνθήκες, λόγω του αμετάβλητου χαρακτήρα του, δεν προσαρμόζεται στο εκάστοτε χρηματοοικονομικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα τη σοβαρή επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, λαμβανομένου υπόψη και του ρυθμού απονομής δικαιοσύνης και, επίσης, με τη ρύθμιση αυτή ενοποιήθηκε η έως τώρα υφιστάμενη νομοθεσία και καθιερώνεται ενιαίος τρόπος υπολογισμού του οφειλόμενου από το Δημόσιο τόκου (νόμιμου και υπερημερίας), για τις οφειλές αυτού, ανεξάρτητα από την αιτία τους, με αναφορά στο επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), το οποίο ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος (γένεση επιδικίας), πλέον των προτεινόμενων εκατοστιαίων μονάδων (ΑΠ 853/2023, 1303/2022).

Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου 45 του ως άνω νόμου, που ορίζει ότι "οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος", σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο νόμος αυτός δημοσιεύθηκε την 24η Απριλίου 2019, συνάγεται ότι στις υποθέσεις, οι οποίες είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, συνεπώς και ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την 24η Απριλίου 2019, το επιτόκιο οφειλών του Δημοσίου μέχρι και τις 30-04-2019 θα υπολογίζεται σε ποσοστό 6% ετησίως, σύμφωνα με την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 21 του Κ.Δ. της 26.6/10.7.1944 και από 1-5-2019 θα υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 (ΑΠ 853/2023, 875/2023, 1303/2022). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες (παραδοχές) πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 656/2024, ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο αφενός εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 21 του από 26.6/10.7.1944 διατάγματος "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, αφετέρου δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, υποχρεώνοντας έτσι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει τόκο επί του επιδικασθέντος στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ποσού, για το μετά την 1-5-2019 χρονικό διάστημα, με επιτόκιο 6% ετησίως και όχι με το επιτόκιο του άρθρου 45 Ν. 4607/2019, που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς δίκες.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού η νέα ως άνω ρύθμιση του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019, με έναρξη ισχύος την 24-4-2019, ίσχυε τόσο κατά τον χρόνο συζήτησης της από 19-12-2017 έφεσης του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου (29-9-2020), όσο και κατά τον χρόνο δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (6-7-2021), συνεπώς καταλάμβανε και την εκκρεμή στις 24-4-2019 ένδικη αξίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, για επιδίκαση τόκου, κατά το μέρος που η αξίωση αυτή ανάγεται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου και, ως εκ τούτου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρέλειψε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019, η οποία ήταν εφαρμοστέα για το μετά την 1-5-2019 χρονικό διάστημα, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που η κρίση του αυτή (περί τοκοδοσίας) αφορά στο χρονικό διάστημα μετά την 1-5-2019, αφού έκτοτε ο οφειλόμενος από το Δημόσιο τόκος υπολογίζεται με βάση τη νεότερη και ειδική ρύθμιση του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 και όχι κατά το άρθρο 21 του διατάγματος "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο δεν είναι εφαρμοστέο για το χρονικό αυτό διάστημα.

Κατόπιν αυτού, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο των τόκων.

Με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 και 2 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 52 περ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, ορίζεται ότι "1. Επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανομένη εις τας αποδοτέας προς τον νικώντα διάδικον δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεος του ελαχίστου ορίου της διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυναμένη πάντως να υπερβή δι' όλας τας καθ' έκαστον βαθμόν δικαιοδοσίας πράξεις τας δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς. 2. Εις τας δίκας μετά του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα: α) όταν αμφότεροι οι διάδικοι είναι υπαίτιοι και β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήση και εν μέρει ηττηθή".

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Ν. 3693/1957, περί συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων στο σύνολό τους σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας των διαδίκων σε δίκες με διάδικο το Δημόσιο, την οποία (διάταξη) δεν εφάρμοσε μολονότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ειδικότερα δε, ενώ εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, δικάζοντας εκ νέου την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ακολούθως καταδίκασε το εκκαλούν - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης - ενάγουσας, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία όρισε στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και τη μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής, αντί να συμψηφίσει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Ν. 3693/1957, η οποία ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση και εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε, καταδίκασε το εκκαλούν - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης - ενάγουσας, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία όρισε στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης της παρ. 1 του ως άνω άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση.

Κατόπιν αυτού, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξη των δικαστικών εξόδων.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' και β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 42/2005, 41/2002, 25/2001, ΑΠ 585/2022, 353/2021, 362/2020, 836/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, να κρατηθεί και να δικαστεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, εν συνεχεία δε, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει το επιδικασθέν (με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μη αναιρούμενο μέρος) ποσό των 18.073,66 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως για το διάστημα έως και 30-4-2019 και με το επιτόκιο του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 για το διάστημα από 1-5-2019 και εφεξής και, τέλος, να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρο 22 παρ. 2 του Ν. 3693/1957 σε συνδ.

με τα άρθρα 178 και 183 του ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδ.

προς την παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 3141/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος της.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη το επιδικασθέν (με την ως άνω υπ' αριθ. 3141/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μη αναιρεθέν μέρος), ποσό των δέκα οκτώ χιλιάδων εβδομήντα τριών και εξήντα έξι λεπτών (18.073,66) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως για το χρονικό διάστημα έως και 30-4-2019 και με το επιτόκιο του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 και εφεξής.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ