Supreme Court dismisses partial appeal by one plaintiff while allowing others' appeal against a lower court decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the second appellant's appeal and additional arguments regarding the termination of the two-year limitation period, declaring her appeal inadmissible. While the first, third, fourth, and fifth appellants successfully challenged specific parts of the first instance judgment, the court partially revoked the lower court's decision regarding their claims. The case was remitted to the same appellate court for further examination by a different judge, with the losing defendant ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 495 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may dismiss an appeal filed by one party while allowing appeals filed by other parties in the same case, provided the grounds for dismissal are distinct from those supporting the other appeals.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1525 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1525/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Ε. του Ε., 2) Μ. Κ. του Α., 3)Δ. Κ. του Κ., 4)Μ. Μ. του Μ., και 5) Γ. Π. του Π., όλων κατοίκων .... Η 2η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο διότι είχε παραιτηθεί από δικόγραφο και το δικαίωμα με την από 11-10-2022 εξώδικο δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε στον αντίδικο νομικό πρόσωπο. Οι 1η, 3η, 4η και 5ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρίνα Γκάτα, η oποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "...", ως καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Μπακογιάννη, η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 126/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 160/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-4-2019 αίτησή τους και τους από 4-10-2022 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 του ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, το οποίο έχει ασκηθεί (άρθρο 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου πριν αρχίσει η προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, αφού αυτός, και αν ακόμη είχε κληθεί και παρασταθεί, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί στην παραίτηση αυτή (ΑΠ 862/2021, ΑΠ 741/2020, ΑΠ 742/2017).
Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο, το οποίο συντάσσεται από τον διάδικο ή τον δικαστικό πληρεξούσιό του για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το δικαστήριο και το οποίο (έγγραφο) κατά το άρθρο ... ΚΠολΔ είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο.
Με βάση τα ανωτέρω, η παραίτηση από το ένδικο μέσο της αναίρεσης (δικόγραφο ή δικαίωμα) μπορεί να γίνει με εξώδικη δήλωση του παραιτούμενου (εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου ... του ΚΠολΔ), η οποία, όταν υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, στην περίπτωση μεν της παραίτησης (μόνο) από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου αρκεί η γενική πληρεξουσιότητα προς τούτο, ενώ στην περίπτωση παραίτησης από το δικαίωμα απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα του παραιτούμενου προς τούτο σύμφωνα με το άρθρο 98 εδαφ.
β του ΚΠολΔ. Η νομότυπη, ως άνω, παραίτηση έχει ως συνέπεια η αναίρεση να θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης (ΑΠ 862/2021, ΑΠ 741/2020, ΑΠ 82/2020, ΑΠ 742/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση φέρονται για συζήτηση η από 9.4.2019 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών 3619/307/2019 αίτηση και οι από 4.10.2022 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου .../5.10.2022 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της με αριθμό 160/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο και πριν το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της υπόθεσης αναγνώσθηκαν: α) η από ...10.2022 δήλωση παραίτησης της δεύτερης αναιρεσείουσας (Μ. Κ. του Α.) από το δικόγραφο της από 9.4.2019 και με αριθμό κατάθεσης 3619/307/2019 αίτησης και από το δικόγραφο των από 4.10.2022 και με αριθμό κατάθεσης .../2022 πρόσθετων λόγων για αναίρεση της με αριθμό 160/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία (παραίτηση) φέρει την υπογραφή του πληρεξούσιου Δικηγόρου της παραιτούμενης Δ..
Β. , β) η συνταχθείσα κατ' άρθρο 96 παρ. 3 εδαφ. β του ΚΠολΔ από 7.10.2022 δήλωση εξουσιοδότησης της δεύτερης αναιρεσείουσας προς τη δικηγορική εταιρεία "... - Δ.. Β.ς", με βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής της από το Κ.Ε.Π.. του Δήμου ..., γ) το αντίγραφο του από ....2019 καταστατικού της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "... - Δ..
Β.ς Δικηγορική Εταιρεία" και δ) η με αριθμό .../...10.2022 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αιγαίου Α. Μ.. Δ., από την οποία προκύπτει ότι η ως άνω, από ...10.2022, δήλωση παραίτησης της δεύτερης αναιρεσείουσας επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος ... - ...ς". Σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη η ως άνω παραίτηση είναι νόμιμη και συνακόλουθα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδαφ. 1 του ΚΠολΔ, η από 9.4.2019 αίτηση αναίρεσης και οι από 4.10.2022 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης της με αριθμό 160/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών θεωρούνται ότι δεν ασκήθηκαν από τη δεύτερη αναιρεσείουσα και πρέπει ως προς αυτήν η δίκη να κηρυχθεί καταργημένη.
Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν περιλαμβάνεται, καθότι δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα για τη συγκεκριμένη αναιρεσείουσα από το αναιρεσίβλητο. Με την από 9.4.2019 και με αριθμό κατάθεσης 3619/307/2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 160/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνδίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών:
α) την από ...3.2017 και με αριθμό κατάθεσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών .../50...1/2017 έφεση των πέντε συνολικά εναγόντων -εκκαλούντων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτος αναιρεσείοντες και β) την από 20.3.2017 και με αριθμό κατάθεσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών .../.../2017 έφεση του εναγομένου -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου ... -...ς κατά της με αριθμό 126/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, επίσης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 20.7.2011 και με αριθμό κατάθεσης .../.../2011 αγωγής των πέντε εναγόντων, μεταξύ των οποίων είναι και οι πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτος αναιρεσείοντες, και με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της πρώτης εναγομένης και μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης ΑΕ" και έγινε εν μέρει δεκτή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του δεύτερου εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του: α) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από ...3.2017 και με αριθμό κατάθεσης .../50...1/2017 έφεση των πέντε εναγόντων -εκκαλούντων, μεταξύ των οποίων και οι ως άνω αναιρεσείοντες, και β) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 20.3.2017 και με αριθμό .../.../2017 έφεση του εναγομένου -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την ως άνω αγωγή ως προς το δεύτερο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο και την απέρριψε κατ' ουσίαν δεχόμενο την ένσταση του εναγομένου -εκκαλούντος -αναιρεσίβλητου περί διετούς παραγραφής των διαλαμβανόμενων στην αγωγή αξιώσεων και απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την αντένσταση των εναγόντων- εφεσίβλητων μεταξύ των οποίων και οι 1η, 3η, 4η και 5ος αναιρεσείοντες περί διακοπής της παραγραφής των αγωγικών τους αξιώσεων.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκείται από τους ηττηθέντες πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτο ενάγοντες-εκκαλούντες-εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσείοντες νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 10.4.2019 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους, δημοσιεύθηκε στις 10.1.2019 (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Επίσης, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται εμπρόθεσμα και παραδεκτά, καθότι το οικείο, από 4.10.2022, δικόγραφο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 5 Οκτωβρίου 2022 (αριθμός κατάθεσης .../2022) και, σύμφωνα με τη με αριθμό .../...10.2022 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αιγαίου Α.
Μ.. Δ., στις 6 Οκτωβρίου 2022 επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος ... -...ς", δηλαδή το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (δηλαδή πριν από τις 8....2022) και που είχε ορισθεί για τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί (άρθρα 577 παρ. 1 και 569 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανόμενων στα ως άνω δικόγραφα λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 561 παρ. 2 και 568 παρ.1 ΚΠολΔ για τον προσδιορισμό δικασίμου της αίτησης αναίρεσης και πάντως κατά τη συζήτησή της πρέπει να προσκομίζονται και όσα έγγραφα είναι αναγκαία για τη διάγνωση του κατ' ουσίαν βασίμου των λόγων αναίρεσης, τα οποία για το σκοπό αυτό ο Άρειος Πάγος επισκοπεί.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτό συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και μάλιστα στην έκταση και στα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφασή του, όσο και η κρίση του δικαστηρίου σχετικά με τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο σε διαδικαστικά έγγραφα, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης (ΑΠ 846/2018, ΑΠ 490/2016 ΑΠ 152/2007).
Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 περ. γ του ΚΠολΔ, όπως η περ. γ' 2 της παρ. 2 του ως άνω άρθρου συμπληρώθηκε από 1.1.2022 με το άρθρο 36 του ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190) και κατά το άρθρο 120 του ίδιου νόμου ισχύει από 1.1.2022: "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)...., β) .....
γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Στη προκειμένη περίπτωση με το πρώτο, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι η με αριθμό 3533/2015 (που από προφανή παραδρομή αναγράφεται στο αναιρετήριο με τον αριθμό 3353/2017) τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αποτελεί δεδικασμένο για τις αξιώσεις των πρώτης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτου αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσιβλήτου που περιλαμβάνονται στην ένδικη από 20.7.2011 αγωγή και αφορούν στην καταβολή σε αυτούς των κατ' αποκοπή εξόδων κίνησης του προσωπικού των Ο.Τ.Α.
Α βαθμού που καθορίζονταν με τις με αριθμούς 2/71516/0022/12.12.2001 (ΦΕΚ Β 1704/19.12.2001), 2/31607/0022/......2002 (ΦΕΚ Β 768/20....2002), 2/35576/0022/13.7.2005 (ΦΕΚ Β 1018/19.7.2005) και 2/50025/0022/3.10.2006 (ΦΕΚ Β 1489/...10.2006) κοινές υπουργικές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών. Ειδικότερα επικαλούνται ότι με την από 1.7.2009 και με αριθμό κατάθεσης .../.../2009 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό η με αριθμό 1004/2011 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και στη συνέχεια, κατόπιν εφέσεων η με αριθμό 3353/2017 (ορθό με αριθμό 3533/2015) απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δεν αιτήθηκαν την καταβολή της ως άνω ένδικης παροχής, αλλά αιτήθηκαν την καταβολή της προβλεπόμενης στο άρθρο 14 του ν. 3016/2002 ειδικής μηνιαίας παροχής.
Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της από 1.7.2009 και με αριθμό κατάθεσης .../.../2009 αγωγής των πρώτης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτου αναιρεσειόντων, την οποία άσκησαν κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης ΑΕ" (μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη) και κατά του Δήμου ...ς ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου ... ...ς ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι με αυτή ζητήθηκε η καταβολή σε καθένα από τους ως άνω αναιρεσείοντες της προβλεπόμενης στο άρθρο 14 του ν. 3016/2012 ειδικής μηνιαίας παροχής (88 ευρώ/μήνα για το διάστημα από 1.1.2002 έως 30....2002 και 176 ευρώ/μήνα για το διάστημα μετά την 1.7.2002).
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό η με αριθμό 1004/2011 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία, αφού απέρριψε την από 1.7.2009 αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία ως παθητικά ανομιμοποιήτη, στη συνέχεια τη δέχθηκε στο σύνολό της ως προς τον δεύτερο εναγόμενο και νυν αναιρεσίβλητο Δήμο και επιδίκασε στον καθένα από τους τότε ενάγοντες και νυν πρώτο, τρίτη, τέταρτη και πέμπτο αναιρεσείοντες, εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά, τα στην ως άνω με αριθμό 1004/2011 πρωτόδικη απόφαση αναγραφόμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο από 31.12.2007 μέχρι την εξόφληση.
Στη συνέχεια, κατόπιν ασκηθεισών εφέσεων από τους τότε ενάγοντες ,μεταξύ των οποίων και οι νυν πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτος αναιρεσείοντες και από τον τότε εναγόμενο και νυν αναιρεσίβλητο Δήμο, εκδόθηκε η τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που έχει τον αριθμό 3533/2015 [και όχι τον αριθμό 3353/2017, που από προφανή παραδρομή αναγράφεται τόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση όσο και στο αναιρετήριο), η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις ως άνω εφέσεις, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Περαιτέρω, από την αντιπαραβολή των δικογράφων της από 1.7.2009 και με αριθμό κατάθεσης .../.../2009 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω με αριθμό 3533/2015 απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και της ένδικης, από 20.7.2011 και με αριθμό κατάθεσης .../.../2011, αγωγής σαφώς προκύπτει ότι στην από 1.7.2009 αγωγή δεν περιλαμβάνεται αίτημα των πρώτης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτου εναγόντων και ήδη πρώτης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτου αναιρεσειόντων για καταβολή σε αυτούς των κατ' αποκοπή εξόδων κίνησης του προσωπικού των Ο.Τ.Α.
Α βαθμού που καθορίζονταν με τις με αριθμούς 2/71516/0022/12.12.2001 (ΦΕΚ Β 1704/19.12.2001), 2/31607/0022/......2002 (ΦΕΚ Β 768/20....2002), 2/35576/0022/13.7.2005 (ΦΕΚ Β 1018/19.7.2005) και 2/50025/0022/3.10.2006 (ΦΕΚ Β 1489/...10.2006) κοινές υπουργικές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών. Επομένως, η με αριθμό 3533/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών δεν αποτελεί δεδικασμένο για το ουσιαστικό ζήτημα της επιδίκασης των κατ' αποκοπή εξόδων κίνησης υπαλλήλων ΟΤΑ, που καθορίζονταν από τις μνημονευόμενες ΚΥΑ, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν έκρινε το ουσιαστικό αυτό ζήτημα.
Όμως, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 160/2019, απόφασή του (σελ. 26 και 27 αυτής) δέχθηκε ότι : "[...] καθίσταται σαφές ότι με την κρινόμενη αγωγή οι ενάγοντες επικαλούνται την αυτή ιστορική και νομική βάση για την ένδικη αξίωση της καταβολής σ' αυτούς του ως άνω επιδόματος εξόδων κίνησης, η οποία είναι ταυτόσημη αφενός μεν κατά τα ποσά από την ασκηθείσα ως άνω προγενέστερη αγωγή, αφετέρου δε το χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητείται η σχετική αξίωση, εμπίπτει σ' αυτό της προγενέστερης (ενν.
από 1.7.2009) αγωγής. Επομένως, η προμνησθείσα 3353/2017 (εννοεί την 3533/2015) τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου παράγει δεδικασμένο ως προς την ένδικη αξίωση των εναγόντων κατά του εναγομένου Δήμου ... -...ς για την καταβολή του ανωτέρω επιδόματος των εξόδων κίνησης που αιτούνται οι ενάγοντες για το επίδικο χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα η σχετική αξίωση να καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο που απορρέει από την 3353/2017 (εννοεί την 3533/2015) απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και ως εκ τούτου να είναι απορριπτέα η ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου [...]".Με τις ως άνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε από αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τα άρθρα 321 και 322 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Τούτο διότι δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο για τις ασκούμενες με την ένδικη από 20.7.2011 αγωγή αξιώσεις των πρώτης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτου εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων από τη με αριθμό 3533/2015 οριστική του απόφαση, ενώ δεν υπάρχει.
Συνεπώς, το Εφετείο έχει υποπέσει στην από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με το ήδη εκτεθέν άρθρο 562 παρ. 2 περ. γ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την 1.1.2022, ο διαλαμβανόμενος στον πρώτο λόγο αναίρεσης ισχυρισμός των ως άνω αναιρεσειόντων, ότι, δηλαδή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι από τη με αριθμό 3533/2015 προγενέστερη τελεσίδικη απόφασή του υπάρχει δεδικασμένο για τις ένδικες αξιώσεις τους, που αφορούν στην καταβολή από το αναιρεσίβλητο των εξόδων κίνησης υπαλλήλων ΟΤΑ, παραδεκτά προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου και οι αντίθετοι περί τούτου ισχυρισμοί του αναιρεσίβλητου, που περιλαμβάνονται στο από ......2022 υπόμνημά του, είναι αβάσιμοι.
Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που δεν διαφοροποιείται με τη μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 140 παρ. 3 του Ν. 4270/2014, (με τον οποίο καταργήθηκε ο ν. 2362/1995) και που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 παρ. 1 του ν.δ. 496/1974, 3 του ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το π.δ. 410/1995 και ισχύσαντος μέχρι την 31-12-2006, Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρισίμου εδώ χρόνου, γέννησης των ενδίκων αξιώσεων), ορίζεται ότι: "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α` του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου κλπ, από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ.
α` ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων και, ως εκ τούτου, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006, ΑΠ 1169/2021). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει, κατ` άρθρο 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ, για παρόμοιες αξιώσεις των εργατών και υπαλλήλων των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, δεν αντίκειται στην αρχή της (δικονομικής) ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού η διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου (ΑΕΔ 1/2012), ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος για το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακρόασης από τα δικαστήρια.
Η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 α` της ΕΣΔΑ (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα), ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (με τις οποίες κατοχυρώνεται η αρχή του σεβασμού της περιουσίας, τάσσονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη στέρηση της ιδιοκτησίας και αναγνωρίζεται η εξουσία των κρατών μελών να ρυθμίζουν με νόμο τη χρήση των αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον), αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί ακόμη και ενοχικά δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής), αλλά όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη θέση τους σε ισχύ (βλ.
ΑΕΔ 9/2009, ως προς την ερμηνεία της, παρομοίου περιεχομένου, διάταξης του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, που θεσπίζει επίσης διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. κατ` αυτών). Ειδικότερα, ενόψει της ευρείας ευχέρειας που παρέχει η επιφύλαξη νόμου του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ο κοινός εθνικός νομοθέτης μπορεί να προβλέπει διαφορετικούς κανόνες για τις δίκες, στις οποίες διάδικος είναι και το Δημόσιο ή άλλος φορέας δημόσιας εξουσίας, εφόσον οι εισαγόμενες εξαιρέσεις από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος.
Έτσι, στο πεδίο των δικών του Δημοσίου, με βάση την ίδια επιφύλαξη νόμου, ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να προβλέψει διαφορετική προθεσμία και αφετηρία παραγραφής διαφορετικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, εφόσον η προβλεπόμενη εκάστοτε προθεσμία δεν είναι υπέρμετρα σύντομη, ώστε να αναιρεί ή να παρεμποδίζει ουσιωδώς την αποτελεσματική άσκηση του προστατευόμενου δικαιώματος.
Εξάλλου, η τακτικότητα στην καταβολή των κάθε είδους απολαβών των υπαλλήλων του Δημοσίου και η ευχερέστερη δικαστική διεκδίκησή τους διαφοροποιούν τις αξιώσεις αυτών για καθυστερούμενες αποδοχές σε σύγκριση με αξιώσεις άλλων δικαιούχων κατά του Δημοσίου, που δεν έχουν βέβαιο χρόνο γέννησης και εμφανίζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, που καθιστούν δυσχερέστερη τη δικαστική διεκδίκησή τους, ώστε να δικαιολογείται η διαφοροποίηση στον χρόνο της παραγραφής, καθώς η διαφορετική ρύθμιση αφορά σε ουσιωδώς διαφορετικές καταστάσεις και δεν δυσχεραίνει την άσκηση των σχετικών αξιώσεων.
Συνεπώς, η προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 διετής παραγραφή από τη γέννηση της αξίωσης είναι επαρκής για τον μέσο επιμελή διάδικο, για τον οποίο είναι εξαρχής γνωστοί οι όροι παροχής των υπηρεσιών του στο Δημόσιο και δεν είναι επιβεβλημένη η προσφυγή σε εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες για την προστασία των συμφερόντων του, ενώ η εισαγόμενη απόκλιση από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετεί σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος (ΟλΑΠ 9/2017, ΑΠ 1169/2021) η συνδρομή των οποίων δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων, (ΟλΑΠ 3/2006, ΟλΑΠ 23/2004, ΑΠ 1241/2018, ΑΠ 1169/2021) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες ή οι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών, υπέρ των ΟΤΑ, επιβαρύνσεων (βλ.
ΟλΑΠ 38/2005, ΑΠ 1169/2021). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 περ. α` και β` του νόμου 2362/1995, η παραγραφή διακόπτεται: "α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών και β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως των κατά του δημοσίου αξιώσεων, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας, για την πληρωμή της απαιτήσεως, αρχής.
Αν η δημόσια αρχή δεν απαντήσει η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι (6) μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως..." (ΑΠ 879/2017, ΑΠ 332/2015). Με βάση την τελευταία αυτή διάταξη, η ως άνω διετής παραγραφή μπορεί να διακοπεί και σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της αγωγής, με την υποβολή αίτησης προς την αρμοδία αρχή για πληρωμή της ιδίας με την αγωγή, κατά περιεχόμενο και αίτημα, απαίτησης (ΑΠ 187/2009), η οποία ουδόλως αποκλείεται να λάβει χώρα με επίδοση της σχετικής αίτησης με δικαστικό επιμελητή.
Εάν λάβει χώρα υποβολή της ανωτέρω αίτησης και παραλείψει η διοίκηση να απαντήσει, νέα ισόχρονη παραγραφή αρχίζει από την επομένη της συμπλήρωσης εξαμήνου από την υποβολή της αίτησης. Συγκεκριμένα, για να διακοπεί η παραγραφή με την υποβαλλόμενη στο νομικό πρόσωπο αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτή η πληρωμή ορισμένης απαίτησης, της οποίας δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που τη θεμελιώνουν, απαιτείται όμως να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την "ταυτότητα" της συγκεκριμένης απαίτησης και τη διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ.
να αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, προκειμένου να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά στην αίτηση (ΑΠ 1169/2021, ΑΠ 1241/2018, ΑΠ 796/2018, ΑΠ 1643/2017, ΑΠ 879/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 261 ΑΚ, όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α 74/20.3.2013) και εφαρμόζεται εν προκειμένω λόγω του κρίσιμου για την ένδικη υπόθεση χρόνου: "Την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής.
Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αν η παραγραφή διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, δηλαδή ομοειδής με αυτή που διακόπηκε, αρχίζει σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως του είδους της, ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους, από την έγερση της αγωγής, διακόπτεται δε μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και αμέσως μετά την επιχείρηση αυτής αρχίζει ισόχρονη με την αρχική παραγραφή, η οποία μπορεί να συμπληρωθεί με την παρέλευση του χρόνου που ίσχυε γι' αυτήν, εφόσον δεν μεσολαβήσει κάποια νέα διαδικαστική ενέργεια ή άλλος λόγος διακοπής πριν από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης (ΟλΑΠ 7/2022).
Επιπλέον, κατά το άρθρο 263 ΑΚ "κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σα να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή".
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ως επανέργεση της αγωγής νοείται η έγερση νέας αγωγής με τους ίδιους διαδίκους και με την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα της ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που ήταν εφαρμοστέα στην δίκη που επρόκειτο να γίνει με βάση την αγωγή από την οποία ο ενάγων παραιτήθηκε, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη (ΑΠ 1169/2021).
Ταυτότητα δε της ιστορικής αιτίας υπάρχει και όταν το αίτημα της νέας αγωγής είναι ελαττωμένο σε σχέση με εκείνο της προγενέστερης αγωγής και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται αναγκαίες διαφοροποιήσεις, με τις οποίες συμπληρώνονται ασάφειες ή ελλείψεις, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 113/2019, ΑΠ 768/2016, ΑΠ 252/2016).
Επομένως, εάν ο δικαιούχος επαναγείρει την αγωγή, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, εντός έξι μηνών από την ημερομηνία της παραίτησής του, η παραγραφεί λογίζεται ότι έχει διακοπεί με την άσκηση της αρχικής αγωγής (ΑΠ 113/2019). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1082/2018, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι, κατά νόμο, ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 1169/2021).
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1169/2021), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1169/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου αναιρετικών λόγων, καθώς και του πρόσθετου λόγου αναίρεσης, ο οποίος περιέχεται στο από 4.10.2022 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης και με τον οποίο συμπληρώνονται οι τρίτος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:
Με την ένδικη από 20.7.2011 και με αριθμό κατάθεσης .../.../2...07.2011 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες, μεταξύ των οποίων οι πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτος αναιρεσείοντες, εξέθεταν ότι με διαδοχικές συμβάσεις, από τις οποίες η αρχική είχε διάρκεια είκοσι τεσσάρων μηνών (διαιρούμενη σε δύο φάσεις) και οι λοιπές ακολούθησαν χωρίς μεταξύ τους διακοπή και οι οποίες καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και των εναγομένων, ήτοι της πρώτης εναγομένης "Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης ΑΕ" και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος ...", του οποίου καθολικός διάδοχος είναι ο δεύτερος εναγόμενος "Δήμος ... -...ς" [δηλαδή ο αναιρεσίβλητος] κατά τα παρατιθέμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, που άρχισαν την 29.1.2001 και διήρκεσαν μέχρι την 31.3.2006, απασχολήθηκαν στη φύλαξη σχολικών κτιρίων του τελευταίου στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος απασχόλησης ανέργων για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας.
Ότι στις 3.4.2006 οι ως άνω συμβάσεις τους μετατράπηκαν εξ αρχής σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου με την περιγραφόμενη στην αγωγή διαδικασία, διότι, αν και μέχρι τότε αναγράφονταν ως "συμφωνητικά συνεργασίας", ήταν εξ αρχής συμβάσεις εργασίας. Ότι κατά τη χρονική περίοδο από την πρόσληψη μέχρι τη μονιμοποίησή τους (δηλαδή από τις 29.1.2001 μέχρι τις 31.3.2006), οι εναγόμενοι δεν τους κατέβαλαν τις νόμιμες αμοιβές τους για:
α) τις παράνομες υπερωρίες, τη νυκτερινή τους εργασία, την εργασία τους κατά τις Κυριακές και αργίες και την εργασία τους κατά τις νυκτερινές ώρες Κυριακών και αργιών, που πραγματοποίησαν σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στην ένδικη αγωγή αναλυτικούς ανά μήνα πίνακες, τις οποίες (αμοιβές) υπολόγισαν με βάση το καταβληθέν σε αυτούς ημερομίσθιο των 35,22 ευρώ (και όχι το μεγαλύτερο ημερομίσθιο που καταβαλλόταν την αντίστοιχη χρονική περίοδο στο μόνιμο προσωπικό του εναγομένου Δήμου), β) τα έξοδα κίνησης, που καθόρισαν στο μηνιαίο ποσό των 117,30 ευρώ για το έτος 2001, στο μηνιαίο ποσό των 176 ευρώ για καθένα από τα έτη 2002, 2003 και 2004, στο μηνιαίο ποσό των 238 ευρώ για τη χρονική περίοδο από 1.1.2005 μέχρι 30....2005 και στο ποσό των 270 ευρώ για τη χρονική περίοδο από 1.7.2005 μέχρι 31.3.2006, γ) το επίδομα γάμου που υπολόγισαν με βάση το καταβληθέν ημερομίσθιο των 35,22 ευρώ, δ), τα επιδόματα αδείας των ετών 2002, 2003, 2004 και 2005, τα οποία υπολόγισαν με βάση το καταβληθέν ημερομίσθιο των 35,22 ευρώ και ε) το επίδομα Πάσχα του έτους 2006, το οποίο επίσης υπολόγισαν με βάση το ως άνω καταβληθέν ημερομίσθιο.
Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι ότι έχουν διακόψει την παραγραφή των ως άνω αξιώσεών τους τόσο με την από 21.12.2007 και με αριθμό κατάθεσης .../2007 αγωγή τους εναντίον των εναγομένων, την οποία κατέθεσαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και επέδωσαν στους αντιδίκους τους και από το δικόγραφο της οποίας παραδεκτά παραιτήθηκαν στις 2.3.2011 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και με τις με αριθμό .../30.12.2005 και .../28.12.2006 αιτήσεις διαμαρτυρίας τους, που νόμιμα κοινοποίησαν στο δεύτερο εναγόμενο στις ημερομηνίες που παρέθεσαν, οι ενάγοντες ζήτησαν με βάση τη σύμβαση εργασίας και επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σε ολόκληρο το ποσό των 31.771,52 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα -πρώτη αναιρεσείουσα, το ποσό των 34.450,52 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα -τρίτη αναιρεσείουσα, το ποσό των 34.061,32 ευρώ στην τέταρτη ενάγουσα -τέταρτη αναιρεσείουσα και το ποσό των 28.178,90 ευρώ στον πέμπτο ενάγοντα -πέμπτο αναιρεσείοντα, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οι ενάγοντες προέβησαν σε περιορισμό των αιτημάτων τους σε εν μέρει αναγνωριστικά. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 126/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως παθητικά ανομιμοποίητη ως προς την πρώτη εναγομένη (και μη διάδικο στην αναιρετική δίκη) και έγινε εν μέρει δεκτή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δεύτερου εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου.
Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε εν μέρει την ένσταση της διετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων και έκρινε ότι είναι παραγεγραμμένες: α) όλες ένδικες αξιώσεις που είχαν γεννηθεί τα έτη 2001 και 2002 και β) οι ένδικες αξιώσεις που αφορούσαν σε αμοιβή υπερωριακής εργασίας και σε επίδομα γάμου που είχαν γεννηθεί καθ' όλο το ένδικο χρονικό διάστημα, παράλληλα δε δέχθηκε εν μέρει την (αντ)ένσταση των εναγόντων περί διακοπής της παραγραφής των αξιώσεών τους για νυκτερινή εργασία, για απασχόληση σε Κυριακές και αργίες, για επιδόματα αδείας των ετών 2003, 2004 και 2005 και για επίδομα Πάσχα του έτους 2006, και, κατόπιν αυτών, επιδίκασε σε κάθε ενάγοντα (μεταξύ των οποίων και οι πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτος αναιρεσείοντες) τα αναγραφόμενα στην πρωτόδικη απόφαση ποσά, με το νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της ένδικης αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Κατά της με αριθμό 126/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως ήδη αναφέρθηκε, άσκησαν εφέσεις οι ενάγοντες και το δεύτερο εναγόμενο και επ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με αριθμό 160/2019, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις, απέρριψε κατ' ουσίαν την από ...3.2017 (και με αριθμό κατάθεσης .../50...1/2017) έφεση των εναγόντων (μεταξύ των οποίων οι πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτος αναιρεσείοντες) και δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 20.3.2017 (και με αριθμό κατάθεσης .../.../2017) έφεση δεύτερου εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή κατά παραδοχή της ένστασης διετούς παραγραφής που το δεύτερο εναγόμενο προέβαλε και την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της αντένστασης διακοπής της ως άνω παραγραφής, που πρότειναν (και) οι πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτος ενάγοντες και ήδη πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτος αναιρεσείοντες.
Ειδικότερα το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε ως προς το κρίσιμο ζήτημα της παραγραφής ή μη των αξιώσεων των ως άνω εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και της διακοπής αυτής της παραγραφής τα ακόλουθα: "Περαιτέρω ως προς τον εναγόμενο Δήμο ...
και ήδη Δήμο ... - ...ς , που αποδείχθηκε κατά τα άνω ότι είναι ο εργοδότης των εναγόντων, αποδείχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις των τελευταίων απέναντι του από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για καταβολή των αμοιβών τους για υπερωριακή απασχόληση, εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, νυχτερινή εργασία , επίδομα εξόδων κίνησης (για το επίδομα τούτο αναφορικά με το χρονικό διάστημα από 29.1.2001 έως 31.12.2001 που δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο από την 3353/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου) επίδομα γάμου για το επίδικο χρονικό διάστημα από 29.01.2001 έως 31.03.2006, επίδομα εορτών Πάσχα 2006 και επίδομα αδείας των ετών 2002, 2003, 2004 και 2005 [...],, έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 Ν.2362/1995 και είναι ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση παραγραφής τους, που προτείνεται από τον εναγόμενο Δήμο, αλλά και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Οι ενάγοντες προέβαλαν την αντένσταση της διακοπής της παραγραφής ισχυριζόμενοι ότι με τις υπ.' αριθμ. .../30.12.2005 και .../ 28.12.2006 διαμαρτυρίες τους που υπέβαλαν στον εναγόμενο Δήμο ... και στη συνέχεια, με την επίδοση στις 27.12.2007 της από 21.12.2007 και με αριθμό κατάθεσης .../2007 αγωγής τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την αναβολή της συζήτησής της στις ....2008 οπότε και ματαιώθηκε η συζήτησή της, με την οποία ζητούσαν από τον εναγόμενο Δήμο να τους καταβάλει για την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την ένδικη αγωγή μεταξύ άλλων και τις επίδικες αξιώσεις, διέκοψαν την παραγραφή των απαιτήσεών τους για τα ανωτέρω έτη .Ότι ακολούθως την 07.04.2010 επέδωσαν στον εναγόμενο την από ...3.2010 κλήση τους για επαναπροσδιορισμό της συζήτησης της ως άνω αγωγής τους, με την οποία ορίστηκε νέα δικάσιμος η 14.02.2011, ότι εν συνεχεία την 02.03.2011 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών) κατά τη συζήτηση της από 01.07.2009 αγωγής τους κατά των αντιδίκων, η οποία αφορούσε σε διαφορετικές από τις επίδικες αξιώσεις τους, νόμιμα και παραδεκτά παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της προγενέστερης ομοίου περιεχομένου αγωγής τους με αριθμό κατάθεσης .../2007 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Ότι ακολούθως εντός της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 263 ΑΚ επέδωσαν στον αντίδικο Δήμο την ένδικη αγωγή τους, η οποία συζητήθηκε μετ' αναβολή κατά τη δικάσιμο της 20.03.2015 και την 13.01.2016 εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Πλην όμως η αντένσταση αυτή , που είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρονται στην προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη, δεν αποδείχθηκε ως βάσιμη στο σύνολό της και είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Και τούτο διότι, οι ενάγοντες με την προαναφερόμενη από 27.12.2005 αίτηση διαμαρτυρίας τους, την οποία επέδωσαν στον εναγόμενο Δήμο στις 30.12.2005, διέκοψαν μόνο την παραγραφή των αξιώσεων που είχαν γεννηθεί κατά το χρονικό διάστημα από 01.12.2003 έως 31.03.2006 , αφού οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων που είχαν γεννηθεί κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα από 29.01.2001 έως 30....2003, κατά τον προαναφερόμενο χρόνο υποβολής της διαμαρτυρίας τους, είχαν ήδη υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν.2362/1995 [....].
Όσον αφορά τις λοιπές αξιώσεις των 1ης,3ης,4ης και 5ου των εναγόντων (ήτοι για το χρονικό διάστημα από 01.12.2003 έως 31.3.2006) [...] άρχισε εκ νέου η διακοπείσα παραγραφή μετά την από 05.01.2006 εξώδικη απάντηση του Δήμου ... -...ς που επιδόθηκε στους ενάγοντες την 12.01.2006 [...], με αποτέλεσμα την έναρξη εκ νέου της διετούς παραγραφής ως προς τις ίδιες αξιώσεις από την επομένη της επιδόσεως της ως άνω εξώδικης απάντησης ήτοι από 13.1.200...
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες με την από 27.12.2005 αίτηση διαμαρτυρίας τους, ζητούσαν την εκκαθάριση των δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα, επιδομάτων αδείας, νυχτερινής εργασίας , απασχόλησης κατά τις Κυριακές και αργίες και λοιπών επιδομάτων, όπως γενικόλογα αναφέρουν στην ως άνω αίτησή τους κατονομάζοντας ενδεικτικά το οικογενειακό επίδομα για τα έτη 2001, 2002, 2003, 2004, 2005.
Επομένως, η διετής παραγραφή διακόπηκε και άρχισε εκ νέου μόνο για τις ανωτέρω αξιώσεις και όχι για υπερωρίες και επίδομα γάμου για το χρονικό διάστημα 2001 - 2006 που ζητούν το πρώτον με την ένδικη αγωγή τους που επιδόθηκε στον αντίδικο Δήμο την 3.08.2011 [...],, ως εκ τούτου οι αξιώσεις τους που αφορούν υπερωρίες και επίδομα γάμου καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 Ν.2362/1995.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια για τις ως άνω αξιώσεις των εναγόντων (ήτοι για υπερωρίες και επίδομα γάμου) ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους ενάγοντες με τον πρώτο λόγο της από ...3.2017 εφέσεώς τους κατά το σχετικό σκέλος αυτού κρίνονται απορριπτέα ως κατ'ουσίαν αβάσιμα.
Περαιτέρω, οι 1η, 3η, 4η και 5ος των εναγόντων, (πλην της 2ης Μ. Κ., το όνομα της οποίας δεν περιλαμβάνεται) στην από 28.12.2006 έγγραφη διαμαρτυρία τους προς τον εναγόμενο Δήμο ... -...ς την οποία επέδωσαν αυθημερόν, επιχείρησαν να διακόψουν τη διετή παραγραφή όσων εκ των ενδίκων αξιώσεων , κατά τα προαναφερόμενα, δεν είχαν παραγραφεί, δηλαδή εκείνων που είχαν γεννηθεί από 1.12.2003 έως 30.03.2006, η ως άνω δε εξώδικος διαμαρτυρία τους αφορούσε τις ίδιες αξιώσεις που εμπεριέχονταν στην από 27.12.2005 αίτηση διαμαρτυρίας τους [...] άρχισε δε εκ νέου η διετής παραγραφή για τις προαναφερόμενες αξιώσεις με την από 3.1.2007 εξώδικη απάντηση του εναγομένου, που επιδόθηκε στην 1η ενάγουσα Ι.
Ε. στις 9.1.2007 και στου λοιπούς στις 5.1.2007 (ήτοι στην 3η ενάγουσα Δ. Κ., στην 4η Μ. Μ. και στον 5ο Γ. Π.), οπότε άρχισε νέα διετής παραγραφή από την επομένη της επιδόσεως της εξώδικης απάντησης ήτοι από 10.1.2007 για την 1η ενάγουσα και από ...1.2007 για τους λοιπούς ενάγοντες [...]. Ακολούθως οι ενάγοντες [...] με την επίδοση στις 27/12/2007 της από 21.12.2007 (αριθμ.
εκθ. κατάθ. .../21.12.2007) αγωγής τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών (βλ. τη νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη από τους εκκαλούντες της από ...3.2017 έφεσης, από 24.10.2008 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αιγαίου Π. Χ. ότι όπως προκύπτει από τα βιβλία του η σχετική έκθεση επιδόσεως της ανωτέρω αγωγής έχει καταστραφεί λόγω παρόδου πενταετίας, πλην όμως η ανωτέρω αγωγή επιδόθηκε την 27.12.2007 με αριθμό επίδοσης ...) επιχείρησαν να διακόψουν τη διετή παραγραφή όσων εκ των ενδίκων αξιώσεων [...] δεν είχαν παραγραφεί, η παραγραφή των οποίων είχε διακοπεί (ως προς τους 1η, 3η, 4η και 5ο των εναγόντων) με την τελευταία ως άνω αίτηση διαμαρτυρίας τους και είχε αρχίσει να τρέχει εκ νέου για την πρώτη ενάγουσα στις 10.1.2007 και για τους λοιπούς στις ...1.2007 (ήτοι στην 3η Δ.
Κ., στην 4η Μ. Μ. και στον 5ο Γ. Π.). [....]. Ωσαύτως δε με την αναβολή της συζήτησης της προγενέστερης αυτής αγωγής από τη δικάσιμο της 10.04.2008 κατά την οποία είχε προσδιορισθεί αρχικά και με τη ματαίωση της συζήτησής της κατά τη μετ'αναβολή δικάσιμο στις 0....2008 και την επαναφορά της προς συζήτηση με την από ...3.2010 κλήση των εναγόντων προς τον εναγόμενο Δήμο στις 07.04.2010, με την οποία ορίστηκε νέα δικάσιμος η 14.02.2011 και εν συνεχεία την παραίτηση των εναγόντων την 02.03.2011 από την άσκηση της ανωτέρω αγωγής, τέλος δε με την επίδοση της κρινόμενης αγωγής στις 03.08.2011, οι ενάγοντες επιχείρησαν εκ νέου να διακόψουν τη διετή παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων που άρχιζε εκ νέου μετά από κάθε νέα διακοπή.
Ωστόσο, παρά την επίδοση στις 27.12.2007 της από 21.12.2007 (αριθμ.εκθ.καταθ..../2007) αγωγής που άσκησαν οι ενάγοντες ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών , την αναβολή της συζήτησής της στις 10.04.2008, την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων και τη ματαίωση της συζήτησής της στις 0....2008 και την αμέσως προεκτεθείσα πορεία της ως άνω αγωγής μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής στις 03.08.2011, η διετής παραγραφή και των ενδίκων αξιώσεων που είχαν γεννηθεί κατά το χρονικό διάστημα από 1.12.2003 έως 31.3.2006, των οποίων είχε διακοπεί η παραγραφή με την από 28.12.2006 αίτηση διαμαρτυρίας των εναγόντων και άρχισε εκ νέου με την από 3.1.2007 εξώδικη απάντηση του εναγομένου Δήμου στην ανωτέρω αίτηση διαμαρτυρίας, που επιδόθηκε στην 1η ενάγουσα Ι.
Ε. στις 9.1.2007, και στους λοιπούς στις 5.1.2007 (ήτοι στην 3η Δ. Κ., στην 4η Μ. Μ. και στον 5° Γ. Π.), οπότε άρχισε εκ νέου νέα διετής παραγραφή από 10.1.2007 για την 1η ενάγουσα και από ...1.2007 για τους λοιπούς ενάγοντες, [....] είχαν ήδη υποκύψει στην ως άνω διετή παραγραφή. Και τούτο διότι οι ένδικες αξιώσεις είναι εντελώς διαφορετικές, κατά την ιστορική και νομική αιτία, αλλά και το αίτημα, από εκείνες που ασκήθηκαν με την επιδοθείσα στις 27.12.2007 προγενέστερη από 21.12.2007 (αριθμ.εκθ.καταθ..../2007) αγωγή που απηύθυναν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και αποτέλεσαν περιεχόμενό της.
Συγκεκριμένα, με την προγενέστερη αυτή αγωγή οι ενάγοντες ιστορούσαν ότι έχουν προσληφθεί με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από τον εναγόμενο Δήμο με ημερομίσθιο 35,22 ευρώ X 22 ημέρες το μήνα, που είχαν όμως τα χαρακτηριστικά συμβάσεως αορίστου χρόνου και ότι αντίστοιχος εργαζόμενος του Δήμου με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου για το έτος 2003 λάμβανε ημερομίσθιο 40,01 ευρώ, για το έτος 2004 λάμβανε ημερομίσθιο 41,96 ευρώ , για το έτος 2005 λάμβανε 43,44 ευρώ και για το έτος 2006 45,64 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων ανθυγιεινού επιδόματος και οικογενειακής παροχής) , με βάση το οποίο προσδιόρισαν την αμοιβή τους για νυχτερινή εργασία, για εργασία σε αργία, εξαιρέσιμες ημέρες και για νυχτερινή εργασία τις αργίες και εξαιρέσιμες ημέρες και ζήτησαν να τους επιδικασθεί:
α) η διαφορά μεταξύ των αποδοχών που οι ενάγοντες είχαν λάβει μεταξύ άλλων ετών και για τα έτη 2003, 2004, 2005, 2006 με βάση τη σύμβασή τους και εκείνων που έπρεπε να λάβουν με βάση τις ετήσιες για τα ίδια ως άνω έτη τακτικές αποδοχές του εργαζόμενου στον εναγόμενο Δήμο με σύμβαση αορίστου χρόνου, περαιτέρω δε, ζητούσαν να τους καταβληθεί η διαφορά μεταξύ των ποσών που έλαβαν ως δώρα Χριστουγέννων, δώρα Πάσχα, επιδόματα αδείας και αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας για τα παραπάνω έτη και των μεγαλυτέρων εκείνων που καταβλήθηκαν για τις αμέσως παραπάνω αναφερόμενες αιτίες (ήτοι ως δώρα Χριστουγέννων, δώρα Πάσχα κ.λ.π.) σε εργαζόμενο του Δήμου με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται κανένα από τα ποσά αυτά, β) η αμοιβή για παρασχεθείσα από τους ίδιους νυκτερινή εργασία, εργασία σε ημέρες αργίας και εξαιρέσιμες και νυκτερινή εργασία σε αντίστοιχες ημέρες, την οποία θα λάμβανε ο άνω εργαζόμενος, υπολογισμένη με βάση το προαναφερόμενο ημερομίσθιό του, αν αυτός είχε πραγματοποιήσει την εργασία που πραγματοποίησαν στις αντίστοιχες ημέρες και ώρες οι ενάγοντες [...] και γ) η ειδική μηνιαία παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, δηλαδή του επιδόματος των 176,00 ευρώ μηνιαίως, ετησίως 2.464 ευρώ (176 Χ14 μήνες) για τα έτη 2002 έως και 2007 και συνολικά για την ως άνω παροχή αιτείτο ο καθένας εκ των εναγόντων το ποσό των 14.784 ευρώ .
Επικουρικά δε ζητούσαν τα ίδια ποσά με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού λόγω αδικοπραξίας, όπως κατά λέξη εκθέτουν στην ως άνω αγωγή τους . Ήδη δε με την κρινόμενη αγωγή οι ενάγοντες επικαλούνται διαφορετική ιστορική και νομική βάση για τις ένδικες αξιώσεις τους, οι οποίες διαφέρουν επιπλέον και κατά τα ποσά από τις ασκηθείσες με την άνω προγενέστερη αγωγή.
Συγκεκριμένα επικαλούνται ότι συνδεόμενοι με τον εναγόμενο Δήμο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (χαρακτηριζόμενες ψευδεπίγραφα από τον εναγόμενο Δήμο ως "συμφωνητικά συνεργασίας") πραγματοποίησαν μεταξύ άλλων νυχτερινή εργασία, εργασία σε Κυριακές και αργίες, βραδινή εργασία σε Κυριακές και αργίες, ζητούν επίσης επίδομα αδείας για τα έτη 2003-2005 ( χρονικό διάστημα για το οποίο κρίθηκε σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ότι δεν είχαν παραγραφεί οι αντίστοιχες αξιώσεις) και δώρο Πάσχα έτους 2006 και ζητούν να τους επιδικασθούν τα αιτούμενα ποσά, που τους οφείλονται, τα οποία υπολογίζουν με βάση το ημερομίσθιό τους , που είχε συμφωνηθεί (ήτοι αυτό των 35,22 ευρώ).
Περαιτέρω, διαφέρει ο αριθμός των νυχτερινών εργασιών κατά τα έτη 2003, 2004 , 2005, 2006 για καθένα εκ των εναγόντων (1ης, 3ης, 4ης και 5ου) από εκείνον που αναφέρουν στην προγενέστερη αγωγή (τον οποίο προσδιορίζουν για όλους τους ενάγοντες σε 40 ημέρες για το έτος 2003,38 ημέρες για το έτος 2004, σε 48 ημέρες για το έτος 2005 και σε 16 ημέρες για το έτος 2006), στην οποία σημειωτέον ουδόλως προσδιορίζουν τον αριθμό αυτό κατά μήνα, ώστε να κριθεί ποιες νυκτερινές εργασίες πραγματοποιήθηκαν τον κρίσιμο μήνα Δεκέμβριο 2003 , που η σχετική τους αξίωση είχε παραμείνει, κατά τα άνω, απαράγραπτη.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα [....], οι αξιώσεις που αποτελούν περιεχόμενο της προγενέστερης αυτής αγωγής δεν ταυτίζονται κατά την ιστορική αιτία και τα ποσά με εκείνες που αποτελούν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και η σχετική αντένσταση διακοπής της παραγραφής με την έγερση της προηγούμενης αγωγής αποδείχθηκε ουσία αβάσιμη, με αποτέλεσμα να μην έχει διακοπεί με την προγενέστερη αυτή αγωγή, την αναβολή, τη ματαίωσή της συζήτησής της, την επαναφορά αυτής με κλήση προς συζήτηση και την παραίτηση από το δικόγραφο αυτής, η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων, που άρχισε εκ νέου να τρέχει μετά τη διακοπή της στις 10.01.2007 όσον αφορά την πρώτη ενάγουσα Ι.
Ε., [...] και στις 0...01.2007 όσον αφορά τους λοιπούς ενάγοντες (3η,4η και 5°)και συμπληρώθηκε με την πάροδο διετίας στις 10.01.2009 ως προς την πρώτη ενάγουσα [...] και στις 0...01.2009 όσον αφορά τους 3η, 4η και 5° των εναγόντων, δηλαδή πριν την επίδοση στις 03.08.2011 της ένδικης αγωγής στον εναγόμενο Δήμο.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η προβληθείσα από τον εναγόμενο ΟΤΑ ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." ένσταση περί διετούς παραγραφής των επίδικων αξιώσεων των εναγόντων που προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρεται με τον δεύτερο λόγο της από 20.03.2017 (αριθμ.εκθ.καταθ..../...24.03.2017) έφεσης του και ν' απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής των εκκαλούντων- εναγόντων της από ...03.2017 (αριθμ.εκθ.καταθ. .../501161/24.03.2017) ένδικης έφεσης ,που προτάθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με τον πρώτο λόγο αυτής.
Επομένως, η εκκαλουμένη , η οποία δέχθηκε, [εννοείται ως προς την αγωγή] κατά την κύρια από τη σύμβαση βάση της, ότι έχει διακοπεί η αρξάμενη διετής παραγραφή αναφορικά με τις επίδικες αξιώσεις των εναγόντων που αφορούν νυκτερινή εργασία, απασχόληση κατά τις Κυριακές και αργίες, βραδινά Κυριακών και αργιών για το χρονικό διάστημα 2003- - 2006, αδείας 2003- 2005 και επίδομα Πάσχα έτους 2006 έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως και κατ'ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο Δήμο να καταβάλει για τις ανωτέρω αιτίες, στην 1η ενάγουσα το συνολικό ποσό των 5.038,51 ευρώ, [...], στην 3η ενάγουσα το ποσό των 7.260,85 ευρώ, στην 4η ενάγουσα το ποσό των 7.096,11 ευρώ και στον 5° ενάγοντα το ποσό των ...097,44 ευρώ με τον νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις. [....].
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός και ως κατ'ουσίαν βάσιμος ο δεύτερος λόγος της έφεσης του εκκαλούντος-ενάγοντος (εννοεί εναγομένου) Δήμου ...-...ς με τον οποίο ο τελευταίος προτείνει την ένσταση παραγραφής όλων των ένδικων αξιώσεων των εναγόντων [....] Περαιτέρω, με το δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι πρώτος, τρίτη, τέταρτη και πέμπτος αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, δεχόμενη ότι οι διαλαμβανόμενες στην ένδικη, από 20.7.2011, αγωγή αξιώσεις τους κατά του δεύτερου εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ - ΟΤΑ Α' βαθμού με την επωνυμία "Δήμος ... ...ς" που προέκυψαν από τις μεταξύ των ως άνω διαδίκων συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υπόκεινται σε διετή και όχι πενταετή παραγραφή παραβίασε τα άρθρα 4 παρ. 1, 22 παρ. 2 και 28 του Συντάγματος, καθώς και το άρθρο 1 περ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ.
Σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δεχόμενο ότι οι ένδικες απαιτήσεις των ως άνω εναγόντων - αναιρεσειόντων κατά του δεύτερου εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου, αφορούν σε αμοιβές τους, που στηρίζονται στις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που είχαν συνάψει με τον αντίδικό τους ΟΤΑ Α βαθμού και ότι ως εκ του χρόνου γέννησής τους (29.1.2001 μέχρι 31.3.2006) υπόκεινται στη διετή παραγραφή που προβλέπεται στο άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου των δαπανών του Κράτους" το οποίο ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο και το οποίο εφαρμόζεται και επί των Ο.Τ.Α.
σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 παρ. 1 του ν.δ. 496/1974, 3 του ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το π.δ. 410/1995 και ισχύσαντος μέχρι την 31.12.2006 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το ως άνω άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε το άρθρο 250 περ. 6 και 17 του ΑΚ και, δεν παραβίασε τα άρθρα 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 και 28 του Συντάγματος, καθώς και το άρθρο 1 περ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, όπως αυτός συμπληρώνεται με το δεύτερο σκέλος του πρόσθετου λόγου αναίρεσης, οι πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτος αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθώς δεν έλαβε υπόψη του την αντένσταση διακοπής της παραγραφής όλων των ενδίκων αξιώσεών τους, αρχικά με την κατάθεση στον αναιρεσίβλητο Δήμο των με αριθμό πρωτ. .../30.12.2005 και .../28.12.2006 διαμαρτυριών τους και στη συνέχεια με την από 21.12.2007 και με αριθμό κατάθεσης .../2007 προγενέστερη της ένδικης -ομοίου ωστόσο με αυτή περιεχομένου- αγωγή τους κατά του αναιρεσίβλητου, την οποία (αντένσταση διακοπής της παραγραφής) είχαν παραδεκτά προτείνει πρωτοδίκως και παραδεκτά επανέφεραν στο Εφετείο.
Από τις ήδη εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την αντένσταση των πρώτης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτου εναγόντων και ήδη πρώτης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτου αναιρεσειόντων, περί διακοπής της παραγραφής των διαλαμβανόμενων στην ένδικη, από 20.7.2011, αγωγή αξιώσεών τους και την δέχθηκε εν μέρει.
Ειδικότερα, δέχθηκε ότι η διετής παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων διακόπηκε διαδοχικά με την επίδοση στον αναιρεσίβλητο Δήμο των .../30.12.2005 και .../28.12.2006 δηλώσεων διαμαρτυρίας των ως άνω αναιρεσειόντων και ότι η αρξάμενη μετά την τελευταία δήλωση διαμαρτυρίας (νέα) διετής παραγραφή δεν διακόπηκε εκ νέου με την άσκηση της από 21.12.2007 αγωγής τους (και) κατά του αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, καθώς η προγενέστερη αυτή αγωγή δεν έχει την ίδια νομική και ιστορική αιτία και τα ίδια αιτήματα με την ένδικη από 20.7.2011 αγωγή.
Επομένως, ο ως άνω τρίτος, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όπως παραδεκτά συμπληρώνεται με το δεύτερο σκέλος του πρόσθετου λόγου αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Με τον τέταρτο (και τελευταίο), από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο οποίος παραδεκτά συμπληρώνεται με το πρώτο σκέλος του πρόσθετου λόγου αναίρεσης, οι πρώτοι, τρίτη, τέταρτη και πέμπτος αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με τις παρατιθέμενες στον οικείο λόγο παραδοχές της, σύμφωνα με τις οποίες η άσκηση της από 21.12.2007 αγωγής τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που στις 27.12.2007 επιδόθηκε στον τότε εναγόμενο και νυν αναιρεσίβλητο Δήμο και οι διαδικαστικές πράξεις που ακολούθησαν μέχρι την άσκηση της ένδικης από 20.7.2011 αγωγής δεν διέκοψαν την διετή παραγραφή όλων των με την ένδικη αγωγή επιδιωκόμενων αξιώσεών τους καθότι οι αξιώσεις τους αυτές είναι εντελώς διαφορετικές, κατά την ιστορική και νομική αιτία, αλλά και τα αιτήματα, από εκείνες που αποτέλεσαν περιεχόμενο της προγενέστερης από 21.12.2007 αγωγής και με το αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε από τις παραδοχές αυτές, σύμφωνα με το οποίο είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη η ως άνω παραδεκτά προταθείσα και αντένστασή τους (περί διακοπής, δηλαδή, της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεών τους με την άσκηση της από 21.12.2007 αγωγής), παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 261 και 263 του ΑΚ.
Από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 21.12.2007 και με αριθμό κατάθεσης .../2007 αγωγής των εναγόντων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτος αναιρεσείοντες, που ασκήθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών (και) κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος ...ς", [του οποίου καθολικός διάδοχος είναι ο αναιρεσίβλητος Δήμος ...- ...ς] και του δικογράφου της ένδικης, από 20.7.2011 και με αριθμό κατάθεσης .../.../2011 αγωγής που ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (και) από τους πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτο ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (και) κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος ... -...ς, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας ή μη του ως άνω τέταρτου λόγου αναίρεσης, όπως αυτός συμπληρώνεται με το πρώτο σκέλος του πρόσθετου λόγου αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής:
Με την προγενέστερη της ένδικης, από 21.12.2007 αγωγή οι πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτος ενάγοντες και ήδη πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτος αναιρεσείοντες εξέθεταν ότι κατά τις χρονικές περιόδους που παρέθεσαν για τον καθένα τους, [οι οποίες, σημειωτέον ταυτίζονται με τις χρονικές περιόδους που παραθέτουν στην ένδικη από 20.7.2011 αγωγή] με διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και της πρώτης εναγομένης (και μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης ΑΕ" και του δεύτερου εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος ...", απασχολήθηκαν στη φύλαξη σχολικών κτιρίων του τελευταίου στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος απασχόλησης ανέργων για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας.
Ότι στις 3.4.2006 οι ως άνω συμβάσεις τους μετατράπηκαν εξ αρχής σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου με την περιγραφόμενη στην αγωγή διαδικασία, παρότι μέχρι τότε αναγράφονταν ως "συμφωνητικά συνεργασίας". Ότι από τις 29.1.2001, που προσλήφθηκαν, μέχρι και τις 31.3.2006 εργάσθηκαν ως σχολικοί φύλακες σε καθημερινή βάση, αργίες και Σαββατοκύριακα σε τρεις βάρδιες συνολικής ημερήσιας διάρκειας οκτώ ωρών (7:00 -15:00, 15:00 -23:00 και 23:00 - 7:00) και για 22 ημέρες το μήνα, έναντι ημερήσιας αποζημίωσης 35,22 ευρώ το μήνα, τελώντας υπό τις οδηγίες, τις εντολές και την επίβλεψη των οργάνων του δεύτερου εναγομένου, καλύπτοντας, ως σχολικοί φύλακες, πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού.
Ότι με δεδομένο ότι οι συμβάσεις τους είχαν το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έπρεπε στην αμοιβή τους να συμπεριλαμβάνονται και δώρα εορτών, επίδομα αδείας και λοιπά επιδόματα (π.χ. οικογενειακό επίδομα) καθώς και να ελάμβαναν την αμοιβή/προσαύξηση που ορίζει ο νόμος για την απασχόλησή τους κατά τις Κυριακές και αργίες και για την εργασία τους κατά τις νυκτερινές ώρες, με αποτέλεσμα να τους οφείλονται για κάθε έτος απασχόλησής τους, αρχής γενομένης από το έτος 2001 και μέχρι τις 31.3.2006, τα παρατιθέμενα στους αντίστοιχους για κάθε ενάγοντα ετήσιους πίνακες κονδύλια, που αφορούν σε:
α) διαφορές του ημερομισθίου τους με το ημερομίσθιο του με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου προσωπικού του δεύτερου εναγομένου και σ' αυτό προσθέτουν το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και την οικογενειακή παροχή, β) διαφορές επιδομάτων εορτών, επιδομάτων αδείας και αποζημίωσης μη ληφθείσας άδειας γ) αποζημίωση για νυκτερινή εργασία 62 ημερών το έτος 2001, 55 ημερών το έτος 2002, 40 ημερών το έτος 2003, 38 ημερών το έτος 2004, 48 ημερών το έτος 2005 και 15 ημερών το έτος 2006, δ) αποζημίωση για εργασία τους σε 51 Κυριακές και αργίες το έτος 2001, 35 Κυριακές και αργίες το έτος 2002, 41 Κυριακές και αργίες το έτος 2003, 39 Κυριακές και αργίες το έτος 2004, 48 Κυριακές και αργίες το έτος 2005 και 11 Κυριακές και αργίες το έτος 2006, ε) για νυκτερινή τους εργασία σε 12 Κυριακές και αργίες το έτος 2001, 12 Κυριακές και αργίες το έτος 2002, 10 Κυριακές και αργίες το έτος 2003, 13 Κυριακές και αργίες το έτος 2004, 12 Κυριακές και αργίες το έτος 2005 και 1 Κυριακή ή αργία το έτος 2006 και στ) έξοδα κίνησης, τα οποία προσδιορίζουν στο μηνιαίο ποσό των 117,39 ευρώ για το έτος 2001, στο μηνιαίο ποσό των 176 ευρώ για το έτος 2002, στο μηναίο ποσό των 176 ευρώ για το έτος 2003, στο μηνιαίο ποσό των 206 ευρώ για το έτος 2004, στο μηνιαίο ποσό των 238 ευρώ για το πρώτο εξάμηνο του έτους 2005 και στο μηνιαίο ποσό των 270 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.7.2005 μέχρι 31.3.200...
Επιπλέον εξέθεταν ότι δικαιούνταν για τα έτη 2002, 2003, 2004 , 2005 και 2006: α) την ειδική μηνιαία αμοιβή που χορηγήθηκε σε επιλεγμένες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου δυνάμει της με αριθμό 2/96691/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 341/28.3.2001) συνολικού ποσού 20.000 ευρώ, γ) την ειδική μηνιαία παροχή ύψους 210 ευρώ, που χορηγήθηκε στις ίδιες ως άνω κατηγορίες δυνάμει της με αριθμό 2/75109/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 176/2003) συνολικού ποσού ...640 ευρώ και γ) την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, δηλαδή το μηνιαίο επίδομα των 176 ευρώ συνολικού ποσού 14.784 ευρώ.
Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι ότι έχουν διακόψει την παραγραφή των ως άνω αξιώσεών τους με τις με αριθμούς .../30.12.2005 και .../28.12.2006 αιτήσεις διαμαρτυρίας τους, που νόμιμα κοινοποίησαν στο δεύτερο εναγόμενο Δήμο, οι ενάγοντες ζήτησαν με βάση τη σύμβαση εργασίας και επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σε ολόκληρο σε κάθε ενάγοντα το συνολικό ποσό των 100.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της από 21.12.2007 αγωγής.
Στην ένδικη, από 20.7.2011 και με αριθμό κατάθεσης .../.../2011 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως ήδη εκτέθηκε, οι ενάγοντες, μεταξύ των οποίων οι πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτος ενάγοντες και ήδη πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτος αναιρεσείοντες, ιστορούσαν ότι με διαδοχικές συμβάσεις, από τις οποίες η αρχική είχε διάρκεια είκοσι τεσσάρων μηνών (διαιρούμενη σε δύο φάσεις) και οι λοιπές ακολούθησαν χωρίς μεταξύ τους διακοπή και οι οποίες καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και των εναγομένων, ήτοι της πρώτης εναγομένης "Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης ΑΕ" και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δήμος ...", [του οποίου καθολικός διάδοχος είναι ο δεύτερος εναγόμενος "Δήμος ... -...ς" και ήδη αναιρεσίβλητος] κατά τα παρατιθέμενα χρονικά διαστήματα, που άρχισαν την 29.1.2001 και διήρκεσαν μέχρι την 31.3.2006, απασχολήθηκαν στη φύλαξη σχολικών κτιρίων του τελευταίου στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος απασχόλησης ανέργων για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας.
Ότι στις 3.4.2006 οι ως άνω συμβάσεις τους, οι οποίες μέχρι τότε αναγράφονταν ως "συμφωνητικά συνεργασίας" μετατράπηκαν εξ αρχής σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου με την περιγραφόμενη στην αγωγή διαδικασία, διότι εξ αρχής είχαν το χαρακτήρα αυτό, αφού τελούσαν υπό τις οδηγίες και τις εντολές του δεύτερου εναγομένου.
Ότι κατά τη χρονική περίοδο από την πρόσληψή τους μέχρι τη μονιμοποίησή τους, (δηλαδή από τις 29.1.2001 μέχρι τις 31.3.2006), οι εναγόμενοι δεν τους κατέβαλαν τις νόμιμες αμοιβές τους για: α) τις παράνομες υπερωρίες, τη νυκτερινή τους εργασία, την εργασία τους κατά τις Κυριακές και αργίες και την εργασία τους κατά τις νυκτερινές ώρες Κυριακών και αργιών που πραγματοποίησαν σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στην ένδικη αγωγή αναλυτικούς ανά μήνα πίνακες, τις οποίες (αμοιβές) ζήτησαν με βάση το καταβληθέν σε αυτούς ημερομίσθιο των 35,22 ευρώ (και όχι το μεγαλύτερο ημερομίσθιο που καταβαλόταν την αντίστοιχη χρονική περίοδο στο μόνιμο προσωπικό του εναγομένου Δήμου), β) τα έξοδα κίνησης, που καθόρισαν στο μηνιαίο ποσό των 117,30 ευρώ για το έτος 2001, στο μηνιαίο ποσό των 176 ευρώ για καθένα από τα έτη 2002, 2003 και 2004, στο μηνιαίο ποσό των 238 ευρώ για τη χρονική περίοδο από 1.1.2005 μέχρι 30....2005 και στο ποσό των 270 ευρώ για τη χρονική περίοδο από 1.7.2005 μέχρι 31.3.2006, γ) το επίδομα γάμου που υπολόγισαν με βάση το καταβληθέν ημερομίσθιο των 35,22 ευρώ, δ), τα επιδόματα αδείας των ετών 2002, 2003, 2004 και 2005, τα οποία υπολόγισαν με βάση το καταβληθέν ημερομίσθιο των 35,22 ευρώ και ε) το επίδομα Πάσχα του έτους 2006, το οποίο επίσης υπολόγισαν με βάση το ως άνω καταβληθέν ημερομίσθιο.
Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι ότι έχουν διακόψει την παραγραφή των ως άνω αξιώσεών τους τόσο με την από 21.12.2007 και με αριθμό κατάθεσης .../2007 αγωγή τους εναντίον των εναγομένων, την οποία κατέθεσαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και επέδωσαν στους αντιδίκους τους και από το δικόγραφο της οποίας παραδεκτά παραιτήθηκαν στις 2.3.2011 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσο και με τις με αριθμό .../30.12.2005 και .../28.12.2006 αιτήσεις διαμαρτυρίας τους, που νόμιμα κοινοποίησαν στο δεύτερο εναγόμενο, ζήτησαν με βάση τη σύμβαση εργασίας και επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν σε ολόκληρο το ποσό των 31.771,52 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα -πρώτη αναιρεσείουσα, το ποσό των 34.450,52 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα -τρίτη αναιρεσείουσα, το ποσό των 34.061,32 ευρώ στην τέταρτη ενάγουσα -τέταρτη αναιρεσείουσα και το ποσό των 28.178,90 ευρώ στον πέμπτο ενάγοντα -πέμπτο αναιρεσείοντα, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Από την αντιπαραβολή του περιεχομένου της από 21.12.2007 (προγενέστερης) αγωγής και της ένδικης, από 20.7.2011, αγωγής συνάγονται τα ακόλουθα: Και οι δύο αγωγές στηρίζονται στην ίδια νομική και ιστορική βάση και έχουν ταυτόσημα τα ακόλουθα αιτήματα καταβολής αμοιβής α) για νυκτερινή εργασία, β) για εργασία σε Κυριακές και αργίες, γ) για νυκτερινή εργασία σε Κυριακές και αργίες, δ) για επιδόματα αδείας των ετών 2002, 2003, 2004 και 2005, ε) για επίδομα γάμου και στ) για έξοδα κίνησης του προσωπικού ΟΤΑ Α βαθμού και απλώς στην ένδικη αγωγή οι αξιώσεις για καταβολή αμοιβής για νυκτερινή εργασία, εργασία σε Κυριακές και αργίες καθώς για νυκτερινή εργασία σε Κυριακές και αργίες περιορίζονται σε συγκεκριμένες ανά μήνα ημέρες και οι εν λόγω αξιώσεις, καθώς και τα επιδόματα αδείας ζητούνται με βάση το καταβληθέν στους ενάγοντες -αναιρεσείοντες ημερομίσθιο των 35.52 ευρώ, που είναι μικρότερο του ημερομισθίου του μόνιμου προσωπικού του αναιρεσίβλητου, με το οποίο ζητούνταν οι ίδιες αξιώσεις στην προγενέστερη αγωγή.
Σύμφωνα δε με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ο ως άνω περιορισμός των συγκεκριμένων αιτημάτων δεν μεταβάλλει την ταυτότητά τους, διότι δικονομικά (άρθρα 223 και 224 του ΚΠολΔ) αυτό μπορούσε να γίνει και με τις προτάσεις στο πλαίσιο μιας μόνο δίκης (ΑΠ 1169/2021). Αντίθετα στην προγενέστερη της ένδικης αγωγή, όπως προκύπτει από τους ενσωματωμένους σε αυτή ετήσιους πίνακες, δεν περιέχονται τα αιτήματα καταβολής αμοιβής για παράνομη υπερωριακή εργασία και καταβολής του επιδόματος εορτής Πάσχα του έτους 200...
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις ήδη εκτεθείσες κατά λέξη παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι παρά την επίδοση στις 27.12.2007 στον εναγόμενο Δήμο της (προγενέστερης της ένδικης) από 21.12.2007 (αριθμ.εκθ.καταθ..../2007) αγωγής που άσκησαν οι ενάγοντες ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών , την αναβολή της συζήτησής της στις 10.04.2008, τη ματαίωση της συζήτησής της στις 0....2008 και την επαναφορά της συζήτησής της με την από ...3.2010 κλήση των εναγόντων, που στις 7.4.2010 επιδόθηκε στην εναγόμενο Δήμο και ορίσθηκε να δικασθεί στις 14.2.2011 και την εν συνεχεία παραίτηση των εναγόντων από το δικόγραφό της στις 2.3.2011, μέχρι την επίδοση της κρινόμενης, από 20.7.2011 αγωγής που έλαβε χώρα στις 03.08.2011, η διετής παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων των πρώτης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης εναγόντων [δηλαδή αυτών που αφορούσαν στην καταβολή αμοιβής α) για νυκτερινή εργασία, β) για εργασία σε Κυριακές και αργίες, γ) για νυκτερινή εργασία σε Κυριακές και αργίες, δ) για επιδόματα αδείας των ετών 2002, 2003, 2004 και 2005, ε) για επιδόματα γάμου και στ) για έξοδα κίνησης του προσωπικού των ΟΤΑ Α βαθμού, οι οποίες είχαν γεννηθεί κατά το χρονικό διάστημα από 1.12.2003 έως 31.3.2006 και των οποίων είχε διακοπεί η παραγραφή με τις με αριθμούς .../30.12.2005 και .../28.12.2006 αιτήσεις διαμαρτυρίας των ως άνω εναγόντων-αναιρεσειόντων, κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής είχαν ήδη υποκύψει στη διετή παραγραφή που ορίζεται στο άρθρο 90 παρ. 3 του τότε ισχύοντος ν. 2362/1995, καθότι οι διαλαμβανόμενες σε αυτήν αξιώσεις είναι εντελώς διαφορετικές, κατά την ιστορική και νομική αιτία, αλλά και το αίτημα, από τις αξιώσεις τους, που ασκήθηκαν με την επιδοθείσα στις 27.12.2007 προγενέστερη από 21.12.2007 (αριθμ.εκθ.καταθ..../2007) αγωγή τους, την οποία απηύθυναν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Με τις παραδοχές του, όμως, αυτές και το αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε από αυτές, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 261 και 263 του ΑΚ, όπως το άρθρο 263 ΑΚ ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο, οι οποίες αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Τούτο διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, η ένδικη από 20.7.2011 αγωγή και η προγενέστερη αυτής, από 21.12.2007 αγωγή στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία και ειδικότερα στα ίδια νομικά ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι ταυτόσημα και στις δύο αγωγές και περιλαμβάνουν (εκτός των άλλων) και τα ταυτόσημα αιτήματα καταβολής:
α) αμοιβής νυκτερινής εργασίας, β) αμοιβής εργασίας σε Κυριακές και αργίες, γ) αμοιβής νυκτερινής εργασίας σε Κυριακές και αργίες, δ) επιδομάτων αδείας των ετών 2002, 2003, 2004 και 2005 (εκ των οποίων το επίδομα αδείας του έτους 2002 έπρεπε να καταβληθεί μέχρι 31.12.2002), ε) επιδομάτων γάμου και στ) και εξόδων κίνησης του προσωπικού των ΟΤΑ Α βαθμού, που αφορούν στη χρονική περίοδο από 1.12.2003 μέχρι 31.3.200...
Επομένως, στις 27.12.2007 που επιδόθηκε η (προγενέστερη της ένδικης) από 21.12.007 αγωγή, επήλθε νέα διακοπή της διετούς παραγραφής των ως άνω ενδίκων αξιώσεων των πρώτης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτου αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσίβλητου Δήμου, και η διακοπή αυτή συνεχίστηκε καθ' όλη την προεκτεθείσα διαδικαστική πορεία της εν λόγω αγωγής και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής που έλαβε χώρα με την επίδοσή της στις 3.8.2011 στον αναιρεσίβλητο Δήμο, καθότι από την παραίτηση των ως άνω αναιρεσειόντων από το δικόγραφο της από 21.12.2007 (προγενέστερης) αγωγής, που έγινε στις 2.3.2011, μέχρι την άσκηση της ένδικης από 20.7.2011 αγωγής των ιδίων αναιρεσειόντων που έγινε με την επίδοσή της στις 3.8.2011 στον αναιρεσίβλητο Δήμο, δεν έχει παρέλθει εξάμηνο και η διακοπείσα στις 2.3.2011 παραγραφή θεωρείται σαν να μην διακόπηκε (άρθρο 263 παρ. 2 του ΑΚ).
Ενόψει αυτών, ο προεκτεθείς τέταρτος λόγος αναίρεσης και το πρώτο σκέλος του πρόσθετου λόγου αναίρεσης, που συμπληρώνει τον συγκεκριμένο αναιρετικό λόγο, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι όλες οι διαλαμβανόμενες στην ένδικη αγωγή αξιώσεις των ως άνω αναιρεσειοντων δεν έχουν παραγραφεί, πρέπει να γίνουν κατά ένα μέρος δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι.
Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης και το πρώτο σκέλος του πρόσθετου λόγου αναίρεσης είναι βάσιμοι, πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτά η ένδικη, από 9.4.2019 και με αριθμό κατάθεσης 3619/307/2019 αίτηση και το πρώτο σκέλος του διαλαμβανόμενου στο από 4.10.2022 και με αριθμό κατάθεσης .../5.10.2022 δικόγραφο πρόσθετου λόγου για αναίρεση της με αριθμό 160/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Στη συνέχεια πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, με αριθμό 160/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών: α) κατά το μέρος που δέχεται ότι η απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με αριθμό 3533/2015 (και όχι με αριθμό 3353/2017, που από προφανή παραδρομή αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση) αποτελεί δεδικασμένο για την (επιμέρους) αξίωση των πρώτης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτου εναγόντων και ήδη πρώτης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτου αναιρεσειόντων κατά του (δεύτερου) εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου που αφορά στα έξοδα κίνησης προσωπικού ΟΤΑ Α βαθμού που ορίζονται στις με αριθμούς 2/71516/0022/12.12.2001 (ΦΕΚ Β 1704/19.12.2001), 2/31607/0022/......2002 (ΦΕΚ Β 768/20....2002), 2/35576/0022/13.7.2005 (ΦΕΚ Β 1018/19.7.2005) και 2/50025/0022/3.10.2006 (ΦΕΚ Β 1489/...10.2006) κοινές υπουργικές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών και β) κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αντένσταση της διακοπής της κατά το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 διετούς παραγραφής, την οποία (αντένσταση) παραδεκτά πρότειναν οι πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτος ενάγοντες και ήδη πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτος αναιρεσείοντες για τις απαιτήσεις τους κατά του (δεύτερου) εναγομένου -αναιρεσίβλητου Δήμου ... ...ς που γεννήθηκαν κατά τη χρονική περίοδο από 1.12.2003 μέχρι 31.3.2006 και αναφέρονται σε:
α) αμοιβή νυκτερινής εργασίας, β) αμοιβή εργασίας σε Κυριακές και αργίες, γ) αμοιβή νυκτερινής εργασίας σε Κυριακές και αργίες, δ) επιδόματα αδείας των ετών 2002, 2003, 2004 και 2005, ε) επιδόματα γάμου και στ) έξοδα κίνησης προσωπικού ΟΤΑ Α βαθμού. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τα αναιρούμενα μέρη της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή από εκείνον που τη δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Τέλος, το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ - ΟΤΑ Α βαθμού με την επωνυμία "Δήμος ...- ...ς", που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτου αναιρεσειόντων, που άσκησαν πρόσθετο λόγο αναίρεσης, παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων" σε συνδυασμό με το άρθρο 285 του ν. 3852/2010.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκαν η από 9.4.2019 και με αριθμό κατάθεσης 3619/307/2019 αίτηση και ο διαλαμβανόμενος στο από 4.10.2022 και με αριθμό κατάθεσης .../5.10.2022 δικόγραφο πρόσθετος λόγος της δεύτερης αναιρεσείουσας Κ. Μ. του Α. για αναίρεση της με αριθμό 160/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα.
Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμό 160/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους πρώτη, τρίτη, τέταρτη και πέμπτο αναιρεσείοντες (δηλαδή ως προς τους Ε. Ι. του Ε., Κ. Δ. του Κ., Μ. Μ. του Μ. και Π. Γ. του Π.).
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα αναιρούμενα μέρη της, όπως αυτά περιγράφονται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης, στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ - ΟΤΑ Α βαθμού με την επωνυμία "Δήμος ...- ...ς) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των πρώτης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτου αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αμέσως αρχαιότερος Αρεοπαγίτης της σύνθεσης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ