Legislator Case Law & Legislation
1520/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on noise nuisance case citing lack of substantive law violation regarding interpretation rules.

Case Number 1520/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a noise nuisance dispute. The appellant argued that the appellate court failed to apply specific statutory interpretation rules concerning noise limits, claiming this constituted a substantive law violation. The court rejected this claim, finding that the lower court's assessment of the noise levels and the application of the relevant noise regulation did not constitute a violation of the mandatory interpretation rules required for an appeal to be admissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the alleged violation of substantive law rules on the interpretation of declarations does not exist, as the court's evaluation of facts and evidence does not constitute a violation of these specific interpretative rules.

Keywords

AI generated
noise nuisance substantive law violation interpretation rules appeal admissibility civil procedure code noise regulation court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 591, 614 no. 1, 615 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 4 of Article 1 of Law 4335/2015
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 3 no. 1 of Law 3741/1929
Article 577 no. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1520 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1520/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Π. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κουτσαγγέλη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Χ. - Γ. Τ. του Κ., κατοίκου Π. Α., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριάνα Νάκκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 239/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-9-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 15-09-2021 (με αριθμ. έκθ. κατάθ. …/21-09-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 239/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 591, 614 περ. 1, 615 επ. ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, ρητά ή έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων, καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευόμενης δικαιοπραξίας, και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αλλά με την ερμηνεία, που έδωσε, παραβίασε τους κανόνες αυτούς (ΑΠ 1971/2013, ΑΠ 1651/2013, ΑΠ 1134/2013, ΑΠ 558/2012, ΑΠ 841/2011, ΑΠ 1440/2006).

Επομένως, η προσφυγή στους πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας της δικαιοπραξίας, που διαπιστώνεται, έστω και εμμέσως, από το δικαστήριο της ουσίας και, κατά συνέπεια, για τη σαφή δήλωση, δηλαδή εκείνη, όπου οι χρησιμοποιηθείσες λέξεις μόνες τους και χωρίς άλλο αποδίδουν τη δηλωθείσα βούληση των μερών, δεν υφίσταται έδαφος αναζήτησης της αληθινής δηλωθείσας βούλησης των μερών, στο πλαίσιο ερμηνείας του σχετικού συμβατικού όρου (ΑΠ 1316/2022, ΑΠ 355/2020).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, αν ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (ΑΚ 173 και 200), πρέπει να αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι το δικαστήριο της ουσίας, αφού διαπίστωσε την ύπαρξη κενών ή είχε αμφιβολία ως προς την έννοια μιας δικαιοπραξίας, δεν εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες, το οποίο, ακολούθως, για τη βασιμότητα του λόγου αυτού, πρέπει να προκύπτει.

Ο έλεγχος της παραβίασης γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1829/2012, ΑΠ 10/2011). Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 480/2018, ΑΠ 220/2014, ΑΠ 319/2013, ΑΠ 1643/2011, ΑΠ 1618/2010).

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα περιστατικά: "Δυνάμει της αριθμό ……./14-12-1993 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Αθηνών E. Μορφωπού - Χρόνη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Παπάγου (τόμος ..

με αύξ. αριθμό ..), συστήθηκε οριζόντια ιδιοκτησία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1002,1117 ΑΚ και του ν.3741/ 1929, επί ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του Δήμου Παπάγου Αττικής, στο 249ο οικοδομικό τετράγωνο και επί της οδού ..... Σύμφωνα με την πράξη αυτή, σε συνδυασμό και με το με αριθμό ……/14-6-1995 συμβόλαιο γονικής παροχής ψιλής κυριότητας οριζόντιας ιδιοκτησίας - διαμερίσματος, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμος ..

με αύξ. αριθμό …), η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) απέκτησε την ψιλή κυριότητα της με στοιχεία ΑΓΜ-5 οριζόντιας ιδιοκτησίας - διαμερίσματος του Γ' ορόφου πάνω από το ισόγειο, εμβαδού 89,82 τ.μ., της υπό στοιχεία Κι πολυκατοικίας. Μετά το θάνατο του πατέρα της, επικαρπωτή του διαμερίσματος, στις 24-12-2005, n επικαρπία του διαμερίσματος ενώθηκε με την ψιλή κυριότητα και κατέστη πλήρης κυρία αυτού.

Δυνάμει του με αριθμό …../16-10-2002 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Στασινόπουλου, που μεταγράφηκε στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμος … με αυξ. αριθμό ….), η εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη) απέκτησε την κυριότητα της με στοιχεία ΑΓΜ-3 οριζόντιας ιδιοκτησίας - διαμερίσματος του B' ορόφου πάνω από το ισόγειο της ίδιας πολυκατοικίας, εμβαδού 89,81 τ.μ..

Το διαμέρισμα της εναγόμενης βρίσκεται ακριβώς κάτωθι του διαμερίσματος της ενάγουσας. Κατά το άρθρο 32 παρ. 1,4 του ως άνω κανονισμού της πολυκατοικίας, στον οποίο προσχώρησαν και οι διάδικοι, ορίζεται ότι "o ιδιοκτήτης οιασδήποτε αυτοτελούς ιδιοκτησίας δικαιούται να χρησιμοποιεί την ιδιοκτησία του ως απόλυτος και απεριόριστος κύριος και να προβαίνει σε εκμίσθωση ή παραχώρηση της χρήσης αυτής με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο σε τρίτους, με τον όρο ότι αυτός ή οι ένοικοι της ιδιοκτησίας του δεν θα παρεμποδίζουν την άσκηση των δικαιωμάτων των λοιπών, ιδιοκτητών και ενοίκων, θα τηρούν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις αστυνομικές διατάξεις, την παρούσα σύσταση ιδιοκτησιών και κανονισμό σχέσεων συνιδιοκτητών, τα ήθη, τα έθιμα και τις κοινωνικές συνθήκες γενικά και δεν θα παρενοχλούν τους λοιπούς ιδιοκτήτες και ενοίκους".

Κατά το άρθρο 34 παρ. 1,4 του ίδιου ως άνω κανονισμού, ορίζεται ότι "Η χρήση των αυτοτελών και ανεξάρτητων ιδιοκτησιών πρέπει να είναι σύμφωνη με τους νόμους, τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις και τις διατάξεις του κανονισμού αυτού και να γίνεται με τρόπο που να μην ενοχλεί τους λοιπούς ιδιοκτήτες και ενοίκους των διαμερισμάτων...

Η χρήση κάθε αυτοτελούς ιδιοκτησίας υπόκειται στους ακόλουθους κανόνες: ...στ. Ως προς τους θορύβους: Απαγορεύεται η πρόκληση ενοχλητικών θορύβων, ιδίως ραδιοφώνου, τηλεόρασης, μουσικών οργάνων, μηχανημάτων, συσκευών ή λόγω παιχνιδιών ή αθλοπαιδιών ή άλλων ενοχλήσεων και ιδιαίτερα τις ώρες μεσημβρινής ή νυχτερινής ανάπαυσης (κοινής ησυχίας)".

Από τη διατύπωση του άρθρου 34 παρ. 1,4 εδ. στ. του ως άνω κανονισμού προκύπτει σαφώς ότι απαγορεύεται η πρόκληση ενοχλητικών θορύβων τις ώρες κοινής ησυχίας. Τούτο προκύπτει από τη χρήση του επιρρήματος "ιδιαίτερα", το οποίο τέθηκε προφανώς για να περιορίσει χρονικά την απαγόρευση πρόκλησης θορύβων στα διαμερίσματα, αφού εάν υπήρχε πρόθεση να απαγορευθούν οι θόρυβοι όλες τις ώρες της ημέρας δεν θα χρειαζόταν η προσθήκη της φράσης "και ιδιαίτερα τις ώρες μεσημβρινής ή νυχτερινής ανάπαυσης (κοινής ησυχίας)".

Εξάλλου, θα αντέβαινε στην κοινή λογική η απαγόρευση της χρήσης καθημερινών οικιακών συσκευών, όπως ραδιόφωνο και τηλεόραση, σε ώρες που δεν ορίζονται ως ώρες κοινής ησυχίας. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι η εναγόμενη και τα δύο ανήλικα παιδιά της παίζουν πιάνο τις απογευματινές ώρες από τις 18.00 έως τις 21.00 τις καθημερινές και τα Σαββατοκύριακα από τις 12.00 έως τις 13.00.

Το γεγονός ότι η εναγόμενη και τα παιδιά της παίζουν πιάνο τις παραπάνω ώρες κατατέθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τόσο από τον μάρτυρα της ενάγουσας - αδελφό της αλλά και από τη μάρτυρα της εναγόμενης -σύνοικο στην πολυκατοικία των διαδίκων, Ε. Σ.. Το ότι ο θόρυβος από το πιάνο στο διαμέρισμα της εναγόμενης ακούγεται τις απογευματινές ώρες μεταξύ των ωρών 18:00 και 21:00 αναγράφεται και στην από 28/3/2019 εξώδικη διαμαρτυρία που απηύθυνε η ενάγουσα στην εναγόμενη αλλά και στην από 22/10/2019 ένορκη κατάθεση της Μ.

Π., μητέρας της ενάγουσας, η οποία συγκατοικεί με την τελευταία στο ως άνω διαμέρισμα. Προσθέτουν αμφότερες βέβαια, τόσο η ενάγουσα όσο και η μητέρα της, ότι τα Σαββατοκύριακα ακούγεται το πιάνο από το πρωί και σε ακατάστατες ώρες κατά τη διάρκεια της ημέρας, πουθενά όμως δεν αναφέρουν ότι η πρόκληση θορύβων από το πιάνο της ενάγουσας (σ.σ.ορθό εναγομενης) λαμβάνει χώρα σε ώρες κοινής ησυχίας.

Από όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συνάγεται ότι δεν υφίσταται η επικαλούμενη στην αγωγή παραβίαση του κανονισμού πολυκατοικίας από την εναγόμενη λόγω πρόκλησης θορύβου, ώστε να μπορεί να στοιχειοθετηθεί η αγωγική αξίωση με τη χρήση μουσικών οργάνων και ειδικά πιάνου. Ούτε άλλωστε προέκυψε από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα παραβίαση από την εναγόμενη του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν 3741/1929, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι κατά την ενάσκηση των δικαιωμάτων της στην ιδιοκτησία της βλάπτει τα δικαιώματα της ενάγουσας που απορρέουν από τη δική της αποκλειστική κυριότητα στο διαμέρισμά της.

Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Εφόσον λοιπόν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε διαφορετικά και δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη εκτίμησε εσφαλμένα τις αποδείξεις και συνεπώς έσφαλε όπως βασίμως, κατά τούτο, η εναγόμενη υποστηρίζει με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της.

Μετά ταύτα η κρινόμενη έφεση της εναγόμενης πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, στη συνέχεια δε πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη υπ' αριθμόν 39/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να δικαστεί κατ' ουσίαν και να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει διαφορετικά και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή κατ'ουσίαν. Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, διατείνεται ότι το Εφετείο, αν και διαπίστωσε, έμμεσα, αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο του άρθρου 32 παρ. 4 περ.

στ της υπ' αριθμ. … /14-12-1993 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίας Μορφωπού - Χρόνη και ειδικότερα, ως προς το αν η πρόκληση ενοχλητικών θορύβων προερχόμενων ιδίως από ραδιόφωνο, τηλεόραση, μουσικά όργανα, αθλοπαιδιές ή άλλες ενοχλήσεις είναι απαγορευμένη περιοριστικά μόνο κατά τις ώρες κοινής ησυχίας, εντούτοις δεν προσέφυγε στους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Όπως προκύπτει όμως από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δεν διαπίστωσε την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς την έννοια του κρίσιμου όρου της ως άνω συμβολαιογραφικής πράξης, αλλά δέχθηκε, ως ευθέως προκύπτουσα από αυτό τον όρο, την απαγόρευση πρόκλησης ενοχλητικών θορύβων κατά τις ώρες κοινής ησυχίας από τους συνιδιοκτήτες της ένδικης πολυκατοικίας κατά τη χρήση των οριζοντίων ιδιοκτησιών τους.

Δεν ήταν, ως εκ τούτου, υποχρεωμένο το Εφετείο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για να διακριβώσει το νόημα της κρίσιμης δήλωσης βούλησης των συνιδιοκτητών με το συγκεκριμένο όρο του Κανονισμού και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα. Σε κάθε περίπτωση, οι διαλαμβανόμενες στον ως άνω αναιρετικό λόγο περαιτέρω αιτιάσεις, σχετικά με την, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ερμηνεία και το νόημα του ως άνω συμφωνηθέντος όρου του Κανονισμού της πολυκατοικίας, πλήττουν, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς το σαφές περιεχόμενο του ανωτέρω όρου και συνακόλουθα ως προς τη μη συνδρομή κενού ή ασάφειας, και επομένως, κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτες.

Συνακολούθως, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω, το Εφετείο δεχόμενο, ότι σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 1, 4 εδ. στ του Κανονισμού της πολυκατοικίας απαγορεύεται η πρόκληση ενοχλητικών θορύβων κατά τις ώρες κοινής ησυχίας, δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου, αλλά αφού ανέγνωσε σωστά το συγκεκριμένο άρθρο ως προς τα τιθέμενα όρια της απαγόρευσης, κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

Eιδικά η αιτίαση της τελευταίας ότι, παρότι με το ανωτέρω άρθρο δεν απαγορεύεται η χρήση των αναφερόμενων σ' αυτό συσκευών κ.λπ. αντικειμένων κατά τις ώρες της κοινής ησυχίας, εντούτοις το Εφετείο δέχθηκε, ότι απαγορεύεται η χρήση τους κατά τις ώρες αυτές, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η επικαλούμενη παραδοχή.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 3 του Ν 3741/1929: "ο ιδιοκτήτης κάθε ορόφου ή μέρους αυτού έχει πάντα τα εις τον κύριο ανήκοντα δικαιώματα, εφόσον η άσκησις αυτών δεν παραβλάπτει την χρήσιν των άλλων ιδιοκτητών. Υπό τους όρους αυτούς δύναται να επιχειρήσει μεταβολάς ή προσθήκας και επί των αδιαιρέτως κοινών μερών του οικοδομήματος".

Με τη διάταξη αυτή γίνεται γνήσια παραπομπή στις γενικές διατάξεις που ρυθμίζουν το περιεχόμενο της κυριότητας, άρα και στο άρθρο 1000 του ΑΚ, που ορίζει, ότι ο κύριος του πράγματος μπορεί, εφόσον δεν προσκρούει στο νόμο ή σε δικαιώματα τρίτων, να διαθέσει κατ' αρέσκεια και να αποκρούσει κάθε ενέργεια άλλου πάνω σε αυτό.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι η ενάσκηση του δικαιώματος κάθε συνιδιοκτήτη για απόλυτη χρήση της αυτοτελούς ιδιοκτησίας του πρέπει να γίνεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη βλάπτονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών, που απορρέουν είτε από τη δική τους αποκλειστική κυριότητα σε όροφο ή διαμέρισμα ορόφου, είτε από την αναγκαία συγκυριότητά τους σε κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής (άρθρα 1117 ΑΚ και 2 του Ν 3741/1929).

Πότε επέρχεται βλάβη στους λοιπούς συνιδιοκτήτες είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της οροφοκτησίας, τις ανάγκες των επιμέρους διαιρετών ιδιοκτησιών, τη δυνατότητα χρήσης των κοινών μερών και το σκοπό που εξυπηρετούν τα κοινά μέρη στην όλη ιδιοκτησία της οροφοκτησίας, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη και των απαιτήσεων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών (ΑΠ 1044/2011, ΑΠ 1369/2005).

Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει επίσης, ότι οι συνιδιοκτήτες κοινής οικοδομής, που υπήχθησαν στο καθεστώς αυτού του νόμου, μπορούν ελεύθερα να ρυθμίσουν με σύμβαση, η οποία καταρτίζεται με σύμπραξη όλων και περιβάλλεται συστατικά τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, δυναμένη να συμπεριληφθεί στην αρχική συστατική πράξη της οριζόντιας ιδιοκτησίας ή σε ιδιαίτερο συμβολαιογραφικό έγγραφο και η οποία μεταγράφεται, καταχωριζόμενη στο περιθώριο του τίτλου της ιδιοκτησίας, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τόσο ως προς τα αναγκαίως αδιαίρετα πράγματα όσο και ως προς τις διαιρεμένες (οριζόντιες) ιδιοκτησίες τους επί ορόφων ή διαμερισμάτων.

Οι περιορισμοί της κυριότητας που απορρέουν από μια τέτοια σύμβαση, όπως είναι και η απαγόρευση συγκεκριμένης χρήσης στη χωριστή ιδιοκτησία, έχουν, κατά τη ρητή επιταγή του άρθρου 13 παρ. 3 του πιο πάνω νόμου, το χαρακτήρα δουλείας και δεσμεύουν τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους αυτών που συνήψαν τον κανονισμό ή προσχώρησαν σ' αυτόν.

Συνεπώς, με τον κανονισμό εγκύρως καθιερώνονται περιορισμοί και απαγορεύσεις στη χρήση των ανωτέρω πραγμάτων και πέραν των αναφερομένων στο άρθρο 3 του ανωτέρω νόμου. Κατ' ακολουθία τούτων, αν με κάποιο όρο απαγορεύεται στους συνιδιοκτήτες η ενέργεια μεταβολών σε κάθε περίπτωση ή ορισμένη χρήση των πραγμάτων αυτών, η απαγόρευση ισχύει και όταν από την απαγορευμένη πράξη δεν παραβλάπτεται η χρήση, ούτε θίγονται τα δικαιώματα των άλλων συνιδιοκτητών τους ή του όλου οικοδομήματος, ούτε μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός του.

Έτσι δεν απαιτείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η έρευνα, αν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις του νόμου, για να κριθεί, αν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη, ως αντικείμενη στον κανονισμό, ενέργεια συνιδιοκτήτου. Αντιθέτως, αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών αναφορικά με τον τρόπο χρήσης των διαιρετών ιδιοκτησιών, καθένας από τους συνιδιοκτήτες έχει όλα τα δικαιώματα που ανήκουν στον κύριο, μεταξύ των οποίων και η επιλογή της χρήσης της χωριστής ιδιοκτησίας, εφόσον η άσκηση αυτών δεν βλάπτει τα δικαιώματα των άλλων ιδιοκτητών ή δεν μειώνει την ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος (ΑΠ 881/2019, ΑΠ 770/2015, ΑΠ 1044/2011).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 947/2020, ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 845/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου, παραπονούμενη για εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν 3741/1929. Ειδικότερα, υποστηρίζει, ότι το Εφετείο δεν αναφέρει στην απόφασή του, αν η ένταση του εκπεμπόμενου θορύβου από το πιάνο, που παίζει η αναιρεσίβλητη και τα δύο ανήλικα τέκνα της κατά τις ώρες 18.00 έως 21.00 καθημερινά (κατά τις οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προβλέπεται απαγόρευση από τον Κανονισμό), δεν εκφεύγει των ανεκτών ορίων ή αν περιορίζεται εντός των ανεκτών ορίων από διάφορα μέσα (π.χ.

ηχομόνωση κ.λπ.), ώστε να δικαιολογείται η παραδοχή, ότι η αναιρεσείουσα δεν παραβλάπτεται στη χρήση της ιδιοκτησίας της και στην άσκηση των δικαιωμάτων της, που απορρέουν από τη δική της αποκλειστική κυριότητα στο διαμέρισμά της. Οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως ελλείψεις σχετικά με την ένταση των θορύβων από την ιδιοκτησία της αναιρεσίβλητης κατά τις λοιπές ώρες της ημέρας, πλην αυτών της κοινής ησυχίας, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο (πόρισμα) είναι διαφορετικό από εκείνο, που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα για το ότι η αναιρεσίβλητη δεν παρέβλαψε τη χρήση του διαμερίσματος της αναιρεσείουσας και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του Ν 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα) και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-09-2021 (αριθμ. κατάθ. …./21-09-2021) αίτηση για αναίρεση της 239/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ