Appeal dismissed as inadmissible for challenging a co-defendant and exceeding the original claim scope.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the first-instance judgment against a co-defendant, ruling such appeals are inadmissible due to lack of legal interest. The appellant argued the lower court erred in interpreting property transfers and exceeded the original claim by recognizing ownership of a different plot. The court rejected these arguments, stating the appeal must target the winning defendant and that the alleged errors did not meet the specific grounds for appeal against first-instance decisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 558, 559, 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a first-instance judgment must be directed against the winning defendant, not a co-defendant, and must strictly adhere to the grounds for appeal, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 558 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 558/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Φ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κούβαρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Π. Π. του Γ., συζ. Κ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χαραμίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, 2. Α. Κ. συζ. Σ. το γένος Σ. Α. και β) Σ. Κ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2008 αγωγή της Π. Π. ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 68/553/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-9-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 28-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις εκθέσεις επίδοσης 1512β και 1913β/1.6.2011 της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας ... του Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής (της 7-12-2011) επιδόθηκε νόμιμα στους δεύτερη και τρίτο αναιρεσιβλήτους.
Οι τελευταίοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση πατά την απουσία τους.
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικητή αντιδίκου του αναιρεσείοντος, όχι δε κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέλαβε διάταξη υπέρ αυτού που βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 15-16/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, η πρώτη αναιρεσίβλητη-ενάγουσα άσκησε κατά του αναιρεσείοντος και των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων την ένδικη περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου αγωγή της, η οποία έγινε εν τέλει δεκτή από το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, ως έχοντας καταλάβει το επίδικο ακίνητο αυθαίρετα και παράνομα, να της το αποδώσουν.
Υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα δεν συντρέχει κανένας λόγος που να δικαιολογεί την απεύθυνση της αίτησης αναίρεσης και κατά των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι διατέλεσαν στη δίκη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο, ομόδικους του αναιρεσείοντα, αφού η αγωγή έγινε δεκτή ως προς όλους τους εναγομένους-αναιρεσείοντα και προαναφερόμενους ομοδίκους του, δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων- και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν περιέλαβε διάταξη υπέρ αυτών (ομοδίκων του αναιρεσείοντος), που να βλάπτει αυτόν -αναιρεσείοντα-.
Γι' αυτό, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τους ομοδίκους του αναιρεσείοντος, δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, ως απαράδεκτη.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, οι οποίοι όμως εφαρμόζονται τότε μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων.
Επομένως, τότε μόνο ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και παρόλα αυτά δεν εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών.
Το στοιχείο αυτό, ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων, πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εκτίμησης της πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 5 παρ.1 εδάφ, β' Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να εκτίθεται περαιτέρω η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει και επιπλέον πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι ειδικότερα τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, του οποίου την ερμηνεία και εφαρμογή αφορούν τα εν λόγω διδάγματα, αφού, αλλιώς, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτονται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, οι από το άρθρο 560 αριθ. 1 περ. α και β ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 975 και 1045 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη-ενάγουσα απόκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία που αποτελούσε την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής της, ενώ, εάν ορθά έκρινε και ορθά ερμήνευε τους ουσιαστικούς ως άνω κανόνες δικαίου και τους περί ερμηνείας των δικαιοπραξιών (κανόνες), καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, θα έπρεπε να απορρίψει την έφεσή της κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση και εν τέλει και την ένδικη αγωγή, δεδομένου, ότι ούτε η ίδια η πρώτη αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε ότι αυτή και οι προκτήτορές της άσκησαν φυσική εξουσία στο επίδικο με διάνοια κυρίου, ούτε ότι απέκτησε αυτό-επίδικο- με έκτακτη χρησικτησία, ούτε επίσης η ίδια προσδιορίζει συγκεκριμένο χρόνο κατά τον οποίο οι προκτήτορές της άρχισαν να εκμισθώνουν το επίδικο προς τρίτους, εκτός των άλλων, και για το λόγο ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται σε καμία από τις πράξεις αποδοχής κληρονομίας και τις διαδοχικές συμβολαιογραφικές μεταβιβάσεις τις οποίες αυτή επικαλέστηκε, δηλαδή, α) τη με αριθμό .../1983 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, με την οποία οι προκτήτορές της Π.
χήρα Δ. Π., Χ. Π. του Δ. και Γ. Π. του Δ. αποδέχθηκαν την κληρονομία που άφησε σ' αυτούς ο αποβιώσας το έτος 1966 σύζυγος της πρώτης και πατέρας των λοιπών Δ. Π. του Χ., και β) το με αριθμό .../26-9-2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Παρασκευής Τσουκτορίδου-Μανδάλτση -που δεν είναι συμβόλαιο αγοραπωλησίας, όπως η ίδια ισχυρίστηκε, αλλά συμβόλαιο δωρεάς- με το οποίο ο Δ.
Π. μεταβίβασε με δωρεά στη δικαιοπάροχό της (πρώτη αναιρεσίβλητη ενάγουσα) Κ. Π. το 1/2 εξ αδιαιρέτου αγρού και με το οποίο οι συμβαλλόμενοι ταυτίζουν τον αγρό στη θέση "Όπισθεν Νεκροταφείων της Μητροπόλεως" με τον αριθμό 605 αγροτεμάχιο, όπως και με αριθμό .../2007 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της ίδιας συμβολαιογράφου, το οποίο όμως και αν υποτεθεί αληθές πρέπει να σημειωθεί ειδικότερα ως προς τον ισχυρισμό της πρώτης αναιρεσίβλητης-ενάγουσας ότι το με αριθμό 605 αγροτεμάχιό της συνορεύει και με το 607 αγροτεμάχιο, ότι σε κανένα από τα προαναφερόμενα συμβόλαιά της δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο, παρά μόνο στη με αριθμό .../2008 διορθωτική πράξη της συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Παρασκευής Τσουκτορίδου-Μανδάλτση, η οποία έγινε για να σφετεριστεί αυτή (πρώτη αναιρεσίβλητη-ενάγουσα) το επίδικο τμήμα.
Το δευτεροβάθμιο επίσης Δικαστήριο, δέχθηκε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη-ενάγουσα έγινε κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, γιατί νεμήθηκαν αυτό τελευταία και οι δικαιοπάροχοί της από πριν το έτος 1966 και έκτοτε συνεχώς μέχρι το Νοέμβριο του 2006 που ο αναιρεσείων και οι ομόδικοί του δεύτερη και τρίτος αναιρεσίβλητος τον απέβαλαν από αυτό, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας (άρθρα 1045 και 1051 ΑΚ) και, έτσι, έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του με αριθμό 606 αγροτεμαχίου, το οποίο έχει περιέλθει στον αναιρεσείοντα κατά ποσοστό 63,65% εξ αδιαιρέτου που αντιστοιχεί σε έκταση 1751 τ.μ., κατά δε το υπόλοιπο ποσοστό 36,35% εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχεί σε έκταση 1000 τ.μ., στους ομοδίκους του, δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, με τα μεταβιβαστικά συμβόλαια της συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Ανθούλας Σιγκούδη, α) .../2006 και .../2004, αντίστοιχα.
Περαιτέρω, ότι στο επίδικο ακίνητο ενεργούσαν διακατοχικές πράξεις ο αναιρεσείων και πριν από αυτόν, πάνω από 50 χρόνια, ο δικαιοπάροχός του και ποτέ η πρώτη αναιρεσίβλητη ενάγουσα και ο δικαιοπάροχός της, γι' αυτό και δεν μεταβιβάστηκε σ' αυτήν (πρώτη αναιρεσίβλητη-ενάγουσα)το εν λόγω ακίνητο, ενώ με το δεδομένο ότι αυτή και ο δικαιοπάροχός της, ενόψει της κατοικίας τους στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα, αντίστοιχα, δεν καλλιεργούσαν τον αγρό τους οι ίδιοι, αλλά τον εκμίσθωναν σε τρίτους.
Έτσι, και αν υποτεθεί ως αληθής, ότι έπραξε κάποια φυσική εξουσία από τους μισθωτές τους, αυτή σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δεν έγινε με διάνοια κυρίου, αφού το επίδικο δεν είχε μεταβιβαστεί σ' αυτήν και τους δικαιοπαρόχους της. Αλλά και από την ερμηνεία των μεταβιβαστικών προς αυτήν και τους δικαιοπαρόχους της πιο πάνω δικαιοπραξιών, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται το επίδικο, έπρεπε να κριθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ως προς αυτό-επίδικο- δεν υπήρχε διάνοια κυρίου και, συνακόλουθα να απορρίψει την έφεση και εν τέλει και την ένδικη αγωγή.
Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί, υπό την επίκληση του άρθρου 560 αριθ. 1 εδαφ. α' και β' ΚΠολΔ, πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και ως αόριστος όσον αφορά την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφού δεν αναφέρεται σ' αυτόν, ότι το Δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως κενό στις προεκτιθέμενες μεταβιβαστικές δικαιοπραξίες ούτε καθορίζονται επακριβώς σ' αυτόν ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβίασε το Δικαστήριο της ουσίας, σε τι συνίσταται η παραβίασή τους, σε ποιους κανόνες δικαίου αναφέρονται και σε τι συνίσταται το σφάλμα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο, αν, δηλαδή, αφορά, την ερμηνεία αυτών των κανόνων ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που αποδείχθηκαν σ' αυτούς.
ΙΙΙ. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατ' εκτίμησή του, αποδίδεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, η από το άρθρο 559 αρ. 9 περ. β' πλημμέλεια, γιατί με την προσβαλλόμενη απόφασή του επιδίκασε επί πλέον αυτού που ζητήθηκε και συγκεκριμένα, διότι, ενώ στην αγωγή δεν περιέχεται αίτημα επικουρικό για έκτακτη χρησικτησία, αλλά ζητείται το επίδικο ως τμήμα του 605 αγροτεμαχίου, "η αναιρεσιβαλλόμενη υπερβαίνουσα το πλαίσιο του αιτήματος υπολαμβάνει τη ύπαρξη αιτήματος επικουρικού και δέχεται την αγωγή αναγνωρίζοντας την ενάγουσα ως κυρία τμήματος άλλου αγροτεμαχίου και δη του 606 με δήθεν έκτακτη χρησικτησία". Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, εφόσον η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αμέσως πιο πάνω πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 9 περ. β' ΚΠολΔ δεν εμπίπτει στην περιοριστική απαρίθμηση των λόγων της αναίρεσης κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων και που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.9.2010 αίτηση του Γ. Φ. του Π., για αναίρεση της 68/553/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ