Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling voluntary jurisdiction does not allow new evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment rendered by the First Instance Court in voluntary jurisdiction proceedings. The appellant argued the lower court failed to consider specific defenses regarding the defendant's insolvency, claiming the trial court overlooked unproven allegations. The court rejected this, ruling that voluntary jurisdiction procedures strictly prohibit the admission of new facts or arguments not previously proposed, thereby validating the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8)(a) and 560(5)(a) of the Code of Civil Procedure; In voluntary jurisdiction proceedings, the appellate court cannot consider facts or arguments not previously proposed by the parties, rendering such appeals inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1510 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1510/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Καβουρίνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL PLC", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL PLC", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και της εκδοχέως αυτής με την επωνυμία "POLIS FINANCE LIMITED", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρεία παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "CREDIT M", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 7) υπό εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "PROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστρια αυτής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση Ανώνυμη Εταιρεία Ειδικός Εκκαθαριστής Πιστωτικών Ιδρυμάτων" και δ.τ. "PQH Ενιαία Ειδική Εκκαθάριση ΑΕ", 8) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΛΕΜΑΝ ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο Κιλκίς και εκπροσωπείται νόμιμα και 9) Μ.
Γ. του Χ., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, ενώ οι 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7η, 8η και 9η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2015 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιλίου και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο κύρια παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "POLIS FINANCE LIMITED". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 433/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 367/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-1-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 4-1-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1318/4/2023), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 367/2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, πέμπτης, έκτης, όγδοης και ένατης των εφεσίβλητων και ήδη δεύτερης, τρίτης τέταρτης, πέμπτης, έκτης, όγδοης και ένατης των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL PLC", "CITIBANK INTERNATIONAL PLC", "ΚΛΕΜΑΝ ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ" και Μ.
Γ., αντίστοιχα. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 815/2024, ΑΠ 596/2024).
Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1508/2022).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες, από τον αναιρεσείοντα με αριθ. ...-2023, ...-2023, ...-2023, ...-2023, ...-2023, ...-2023, ...-2023, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Σ. Ρ. και την με αριθ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κιλκίς Α. Χ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 4-1-2023, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στη δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη, έβδομη, όγδοη και ένατη των αναιρεσίβλητων.
Επομένως, αφού οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση (άρθρ. 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρ. 2 παρ.5 του ίδιου νόμου 4336/2015), ως εκ του χρόνου υποβολής - κατάθεσης, στις 28-12-2015, της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1508/2022).
Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κλπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στη περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στη "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι, κατά τα προαναφερόμενα, η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).
Όπως, εξάλλου, προκύπτει από τη πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, δηλ.
με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1060/2023, ΑΠ 808/2023, ΑΠ 609/2023, ΑΠ 539/2022, ΑΠ 758/2020, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 508/2020).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1061/2023).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων, αιτών την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση, τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις, κατ' εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου: Α] ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος του ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, αλλά και μεταγενέστερα, καθώς και Β] ότι με το να δεχθεί ως ορισμένη την ένσταση δόλιας περιέλευσής του (αιτούντος) σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τις πιστώτριες, την οποία πρότειναν με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι παριστάμενες πιστώτριες, αλλά και με σχετικό λόγο έφεσης η πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία-πιστώτρια, παραβίασε ευθέως την ως άνω διάταξη ουσιαστικού κανόνα δικαίου, καθώς αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί η ως άνω διάταξη.
Ως προς τα ζητήματα αυτά, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδ. β'του ν. 3869/2010, 739 επ. του ΚΠολΔ), δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''.... Ο αιτών, ηλικίας 47 ετών, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης, είναι έγγαμος και πατέρας δύο ενήλικων τέκνων, ηλικίας 24 και 19 ετών αντίστοιχα.
Εργαζόταν ανέκαθεν ως ιδιωτικός υπάλληλος και ήδη εργάζεται στην εταιρία ΗΛΙΟΑΚΜΗ Α.Ε., με μηνιαίες αποδοχές ποσού 420,00 ευρώ κατά μέσο όρο. Η σύζυγος του εργάζεται, ομοίως, ως ιδιωτική υπάλληλος στην εταιρία PRINTEC Α.Ε., με μηνιαίες αποδοχές 950,00 ευρώ κατά μέσο όρο και συνεπώς το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημά τους ανέρχεται σε 1.370,00 ευρώ, από το οποίο, ποσό 1.170,00 ευρώ περίπου απαιτείται για την κάλυψη των μηνιαίων δαπανών διαβίωσης αυτών και των τέκνων τους, τα οποία παρότι ενήλικα, διαβιούν μαζί τους και διατρέφονται από αυτούς καθόσον δεν έχουν ολοκληρώσει τις σπουδές τους και τυγχάνουν άνεργα.
Διαμένουν σε ιδιόκτητη κατοικία του αιτούντος στο Ίλιον Αττικής και συγκεκριμένα σε διαμέρισμα του πρώτου ορόφου οικοδομής που βρίσκεται στην οδό ..., συνολικής επιφάνειας 88 τ.μ., έχουσας αντικειμενική αξία 55.440,00 ευρώ, η οποία περιήλθε σ' αυτόν δυνάμει του με αριθ. .../1999 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Περιστερίου Σ.
Μ.-Φ., νομίμως μεταγραφέντος. Επιπλέον, ο αιτών έχει στην ιδιοκτησία του ποσοστό 40% εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 521,25 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Μελίσσια" της Δημοτικής Ενότητας Ανθούσας του Δήμου Παλλήνης Αττικής, επί της οδού Θήρας, εκτός σχεδίου πόλεως, αντικειμενικής αξίας 6.192,45 ευρώ, το οποίο περιήλθε σ' αυτόν δυνάμει του με αριθ. .../2011 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ιλίου Π.
Θ., νομίμως μεταγραφέντος.
Περαιτέρω, προέκυψε ότι συνεπεία της οικονομικής ύφεσης και της ελληνικής κρίσης χρέους καθώς και των εφαρμοστικών νόμων των μνημονίων με τα επακόλουθα μέτρα λιτότητας και στον ιδιωτικό τομέα, το μέσο μηναίο και ετήσιο ατομικό εισόδημα του αιτούντος έχει μειωθεί από το έτος 2010 και μετά, οπότε από το ποσό των 33.331,00 ευρώ μειώθηκε σε 9.531,00 ευρώ (...).
Προέκυψε, επίσης, ότι ο αιτών, σε χρόνο προγενέστερο της κατάθεσης της ένδικης αίτησης και δη από το έτος 1999, προέβαινε συνεχώς σε υπέρμετρο τραπεζικό δανεισμό για την επίτευξη επιπέδου διαβίωσης ανώτερου από τις οικονομικές δυνατότητες του ιδίου και της συζύγου του. Ειδικότερα, ο αιτών έχει συνάψει δεκατέσσερις (14) συμβάσεις δανείων, που αφορούν τόσο στεγαστικά δάνεια τα οποία έλαβε ο ίδιος, πλην ενός στο οποίο συμβλήθηκε ως εγγυητής, συνολικού υπολοίπου οφειλής 155.190,38 ευρώ, για τα οποία (πλην του στεγαστικού δανείου στο οποίο συμβλήθηκε ως εγγυητής) υπάρχει εμπράγματη ασφάλεια υπέρ των ανωτέρω πιστωτριών τραπεζών στην κύρια κατοικία του αιτούντος (για το δάνειο στο οποίο συμβλήθηκε ως εγγυητής υπάρχει εμπράγματη ασφάλεια επί ετέρου ακινήτου, ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη), όσο και πιστωτικές κάρτες και καταναλωτικά δάνεια, συνολικού υπολοίπου οφειλής 40.197,27 ευρώ, όπως τα εν λόγω χρέη εξειδικεύονται ως προς το ύψος, το είδος και τον πιστωτή στο δικόγραφο της αιτήσεώς του.
Οφείλει, επίσης, στην πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία και ήδη έβδομη εφεσίβλητη "ΤΡΑΠΕΖΑ PROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" ποσό 46.760,90 ευρώ από τις υπ' αριθ. .../2012 και .../2013 διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών και στην όγδοη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΚΛΕΜΑΝ ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ" ποσό 38.983,47 ευρώ από την υπ' αριθ. .../2012 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Το έτος 2011 ο αιτών αποχώρησε από την εργασία του στην εταιρία ELDON'S και στη συνέχεια βρήκε εργασία στην εταιρία ΗΛΙΟΑΚΜΗ Α.Ε., με συνέπεια να παραμείνει άνεργος για μικρό χρονικό διάστημα, να μειωθούν σημαντικά οι αποδοχές του (....) και να αντιμετωπίζει δυσκολίες εξόφλησης των μέχρι τότε οφειλών του στις πιστώτριες τράπεζες, καθώς οι μηνιαίες δόσεις ανέρχονταν ήδη σε 1.300,00 ευρώ περίπου.
Παρά το γεγονός αυτό, ωστόσο, προέβη σε νέο δανεισμό, λαμβάνοντας καταναλωτικά δάνεια, ενώ παράλληλα, λόγω αδυναμίας του να διαχειριστεί τα χρέη του, δεν αξιοποίησε τη λοιπή ακίνητη περιουσία του με ενδεχόμενη εκποίησή της για την απομείωση των οφειλών του. Ήδη κατά το χρόνο συζητήσεως της αιτήσεως, το σύνολο των υποχρεώσεων του αιτούντος προς τις πιστώτριες τράπεζες ανέρχεται στο ποσό των 281.132,00 ευρώ.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο αιτών δεν επέδειξε συμπεριφορά συνετού καταναλωτή, διότι, ανεξάρτητα από τον τρόπο προώθησης των τραπεζικών προϊόντων και παρά το γεγονός ότι αμφότερα τα δύο ακίνητα που διαθέτει περιήλθαν σ' αυτόν από γονική παροχή και όχι από αγορά και επομένως δεν απαιτήθηκαν χρήματα για την απόκτηση τους, προέβαινε τακτικά στην εκτεταμένη απόλαυση υπέρμετρων τραπεζικών αγαθών μέσω στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών, χωρίς να έχει κάποιον ιδιαίτερο λόγο ή ανάγκη, αφού κατά τα προαναφερόμενα, που συνομολογούνται και από τον ίδιο, το εισόδημα του από την εργασία του, σε συνδυασμό με το εισόδημα της συζύγου του, ήταν ικανοποιητικό για την αντιμετώπιση των βιοτικών αναγκών της οικογένειάς τους.
Επιπροσθέτως, ήδη από το έτος 2010, όπως ο ίδιος συνομολογεί, διέβλεπε ως ενδεχόμενη την αδυναμία αποπληρωμής των υποχρεώσεων του στο μέλλον, καθόσον η εταιρία στην οποία εργαζόταν είχε περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση και αδυναμία πληρωμής των αποδοχών του και ο ίδιος ήταν σε αναζήτηση νέας εργασίας, με συνέπεια το οικογενειακό εισόδημα να μην επαρκεί για την κάλυψη των υποχρεώσεών του απέναντι στις πιστώτριες τράπεζες.
Αντί, όμως, να φροντίσει να τερματίσει το οικονομικό του αδιέξοδο με την έγκαιρη εξόφληση των εκάστοτε χρεώσεων των πιστωτικών καρτών και των ληξιπρόθεσμων δόσεων των υπολοίπων δανείων από τα υφιστάμενα εισοδήματά του, ώστε να μην επιβαρύνεται άλλο με τόκους, έξοδα κ.λπ., αυτός συνέχιζε να δανείζεται παρότι διέβλεπε ως ενδεχόμενη την αδυναμία αποπληρωμής των υποχρεώσεων του στο μέλλον, αποδεχόμενος αυτό ως επακόλουθη συνέπεια.
Παράλληλα, δεν επικαλέστηκε, ούτε απέδειξε ότι είχε τυχόν εισοδήματα από άλλες πηγές, τα οποία χρησιμοποιούνταν ως συμπλήρωμα του συνολικού ποσού των δόσεων που έπρεπε να καταβάλλει μηνιαίως στις πιστώτριες, ο δε επικαλούμενος δανεισμός από το συγγενικό και φιλικό περιβάλλον του προκειμένου να καλύπτει τις δόσεις των δανείων τη χρονική περίοδο 2011-2012, αφενός δεν αποδείχθηκε, αφετέρου έρχεται σε αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, καθώς οι μηνιαίες υποχρεώσεις του αιτούντος ανέρχονταν τότε σε 1.300,00 ευρώ, ποσό ιδιαίτερα υψηλό ώστε να καλύπτεται εξ ολοκλήρου από συγγενείς και φίλους και δη για διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους.
Επιπλέον, ο αιτών δεν απέδειξε ότι κατά την ανάληψη των επίδικων οφειλών του, ανέμενε ή ήλπιζε σε μεταγενέστερη βελτίωση των οικονομικών του, ώστε να υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής των χρεών του, αλλά ούτε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε, κατά τον ίδιο παραπάνω χρόνο, πιθανή βελτίωση του οικογενειακού εισοδήματος στο μέλλον, ώστε να προσδοκά δικαιολογημένα και με βεβαιότητα ότι με την αύξηση των εισοδημάτων του ιδίου ή της συζύγου του θα δύνανται να αποπληρώνει προσηκόντως τις δανειακές του υποχρεώσεις.
Ο προτεινόμενος πρωτοδίκως καθ' υποφοράν από τον αιτούντα ισχυρισμός, ότι οι πιστώτριες τράπεζες χορήγησαν σ' αυτόν τα επίδικα δάνεια, τελώντας όμως σε γνώση και αποδεχόμενες το ενδεχόμενο να μην αποπληρωθούν αυτά εκ μέρους του λόγω ανεπάρκειας των εισοδημάτων του κατόπιν ελέγχου της φερεγγυότητάς του, επί του οποίου επιχειρεί να θεμελιώσει την αντένσταση του συντρέχοντας πταίσματος (άρθρ. 300 ΑΚ), είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι για την ευδοκίμηση της σχετικής αντένστασης του οφειλέτη, απαιτείται η ύπαρξη προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ των υποχρεώσεων που ανέλαβαν οι δανειολήπτες και των οικονομικών τους δυνάμεων κατά το χρόνο ανάληψης των εν λόγω υποχρεώσεων, στοιχεία που όμως ουδόλως επικαλείται εν προκειμένω ο αιτών.
Σε κάθε περίπτωση, ενδεχόμενη παράλειψη από την πλευρά του πιστωτή, πριν χορηγήσει την πίστωση, να ενεργήσει επισταμένη έρευνα της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δε συνεπάγεται αυτοδικαίως ότι ο πιστωτής θα πρέπει να αναλάβει άνευ άλλου τινός τον κίνδυνο της ματαίωσης της ικανοποίησης των απαιτήσεών του από την επελθούσα αδυναμία πληρωμών του δανειολήπτη, ιδιαίτερα μάλιστα όταν ο πιστωτής έχει προνοήσει να ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο αυτό με την επίτευξη εμπράγματων εξασφαλίσεων, όπως εν προκειμένω.
Κατά συνέπεια, αποδείχθηκε ότι ο αιτών δολίως περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής των χρεών του, δεκτής γενομένης ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της προβληθείσας σχετικής ένστασης δόλου εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση, την οποία επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης η εκκαλούσα, η δε κατάφαση της αποδειχθείσας ως άνω δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του αναιρεί για αυτόν την ιδιότητα του καλόπιστου υπερχρεωμένου οφειλέτη που δικαιούται να υπαχθεί στις προστατευτικές διατάξεις του ν. 3869/2010.
Κατόπιν τούτου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής των οφειλών του στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 και η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά, έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος και επέβαλε σ' αυτόν, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση, την υποχρέωση να καταβάλει το συνολικό ποσό των 44.352,00 ευρώ εντός χρονικού διαστήματος δεκαπέντε (15) ετών, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και τν εκτίμηση των αποδείξεων.....''.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως άνω, δικάσαν ως Εφετείο, δικαστήριο, δέχθηκε ως και κατ' ουσία βάσιμο τον ισχυρισμό της εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας-πιστώτριας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE" και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, ότι ο αιτών-πρώτος εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων, περιήλθε εκ δόλου (ενδεχόμενου) σε αδυναμία πληρωμών και δέχθηκε και κατ' ουσία τη προαναφερόμενη έφεση αυτής (πιστώτριας) κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιλίου, που είχε κρίνει διαφορετικά, την οποία και εξαφάνισε και στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη, από 28-12-2015, αίτηση του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της σχετικής, κατ' άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένστασης της τότε εκκαλούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης.
Κρίνοντας έτσι, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο και δεχόμενο ότι το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας, καθώς και ότι για τη παραδοχή της σχετικής ένστασης αρκεί και ενδεχόμενος δόλος εκ μέρους του υπερχρεωμένου οφειλέτη, τέτοια δε περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία πληρωμών ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, πλην όμως ουδόλως αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα, ερμήνευσε ορθά και δεν παραβίασε ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή σ` αυτήν των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.
Αυτό δε, διότι, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών και εν προκειμένω του αιτούντος-αναιρεσείοντος περιορίζεται στη πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η παράλειψη από τη πλευρά των πιστωτών (τραπεζών) να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023), η κατάφαση δε του δόλου αυτού δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι οι τράπεζες χορήγησαν σε αυτόν τα δάνεια, χωρίς να αξιολογήσουν εκ των προτέρων τη πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητά του, δοθέντος ότι η σχετική παράλειψή τους δεν αίρει τον δόλο του, εφόσον αυτός, παρά την όποια επιθετική τακτική των τραπεζών, γνώριζε καλύτερα από τον καθένα και εν προκειμένω καλύτερα από τις τράπεζες, τη πραγματική οικονομική του κατάσταση και σταθμίζοντας τις συνθήκες επέλεξε να συναλλαχθεί με αυτές (τράπεζες).
Εξ άλλου, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στη προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τη προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, αλλά και σε μεταγενέστερο χρόνο, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διάταξης και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η κατάγνωση σε βάρος του εν λόγω αναιρεσείοντος ενδεχόμενου δόλου κατά τους προεκτεθέντες χρόνους (ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων και μεταγενέστερα), αφού ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στη πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, με επαρκή και χωρίς αντίφαση αιτιολογία, προσδιορίζει αναλυτικά: α) το ύψος των δανειακών συμβάσεων, που ανέλαβε ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, το οποίο ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 281.132,00 ευρώ, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης στη πρωτοβάθμια δίκη, προερχόμενο από δεκατέσσερις δανειακές συμβάσεις, οι οποίες αφορούν στεγαστικά δάνεια συνολικού υπόλοιπου οφειλής 155.190,38 ευρώ και πιστωτικές κάρτες και καταναλωτικά δάνεια, συνολικού υπόλοιπου οφειλής 40.197,27 ευρώ, ενώ οφείλει στην έβδομη αναιρεσίβλητη πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ PROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" ποσό 46.760,90 ευρώ από τις με αριθ. .../2012 και .../2013 διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών και στην όγδοη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΚΛΕΜΑΝ ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ" ποσό 38.983,47 ευρώ από την με αριθ. .../2012 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος, καθώς και της συζύγου του, κατά τα έτη 2009-2012 με τις κατά έτος αποδοχές τους, γ) την ηλικία του αιτούντος και της συζύγου του, καθώς και την οικογενειακή τους κατάσταση, δ) ότι τα δάνεια λήφθησαν από το έτος 1999 και μεταγενέστερα όταν το, κατά μήνα, οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος ανέρχονταν στο ποσό των 1.370 ευρώ (420,00 ευρώ του ιδίου και 950,00 ευρώ της συζύγου του) και ότι για την εξυπηρέτηση των δανείων απαιτούνταν το ποσό των 1.300 ευρώ κατά μήνα, όταν για τη κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών απαιτούνταν ποσό 1.170 ευρώ κατά μήνα, ε) ότι, προέβαινε αυτός, στον ως άνω δανεισμό αποδεχόμενος το ενδεχόμενο να μην ανταποκριθεί στην εξόφλησή τους (δανείων), καθόσον εκ των προτέρων γνώριζε την εισοδηματική του κατάσταση και ότι ήταν αδύνατο να τα εξυπηρετήσει συνολικά, δεδομένου ότι, κατά τα παραπάνω, το μόνο σταθερό εισόδημά τους ήταν ο (καθαρός) μισθός του, ο οποίος από το έτος 2010 μειώθηκε περαιτέρω και στ) ότι οι ως άνω οικονομικές υποχρεώσεις, που ανέλαβε έναντι των πιστωτών του, προβαίνοντας σε συνεχή δανεισμό με διαρκείς λήψεις και καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών, χωρίς να υφίσταται εμφανής λόγος γι' αυτό, υπερέβαιναν τις δυνατότητές του, όπως αυτές θα διαμορφώνονταν, εν γνώσει του ότι το εισόδημά του δεν επαρκεί για την εξόφληση των δανείων και μη προσδοκώντας βάσιμα σε βελτίωση της γενικότερης οικονομικής του θέσης ή προσωπικής του κατάστασης, ώστε να ανταποκριθεί στα χρέη του.
Τα περιστατικά αυτά, που το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχόμενος δόλος κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, αλλά και μεταγενέστερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, κατά το οποίο ο αναιρεσείων μπορούσε να προβλέψει ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές του δυνατότητες (αλλά και της συζύγου του), θα τον οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών του και εντούτοις αποδέχτηκε και επιδοκίμασε τη συμπεριφορά αυτή.
Στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού της πορίσματος, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε ανέλεγκτα, εξειδικεύοντας αναλυτικά, τις δανειακές συμβάσεις, το οικογενειακό εισόδημα του αναιρεσείοντος κατά τα αναλυτικά αναφερθέντα χρονικά διαστήματα των ετών κυρίως 2009-2012, όπως και την οικογενειακή του κατάσταση και τη περιουσία του, καθώς και ότι η υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον αυτός συμφώνησε με τις πιστώτριες την απόλαυση τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο διατυπώνεται σαφώς.
Τέλος και η, εμπεριεχόμενη στον αναιρετικό λόγο, αιτίαση περί αοριστίας της ένστασης δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον από τη παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας (της από 27-9-2017 έφεσης της πρώτης αναιρεσίβλητης και των προτάσεων των παριστάμενων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πιστωτριών), προκύπτει ότι η ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, υποβλήθηκε παραδεκτά από τη δεύτερη ('Aλφα τράπεζα) των καθών η αίτηση και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιλίου, επαναφέρθηκε δε παραδεκτά, με την, από 27-9-2017 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας πιστώτριας, δεδομένου ότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος συλλογής των αποδείξεων και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας, επιτρέπεται η προβολή κρίσιμων περιστατικών και ισχυρισμών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας, αλλά και της κατ' έφεση δίκης (ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 686/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 438/2019).
Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη καθόσον περιέχει, κατά τα προαναφερόμενα και κατά τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ στοιχεία και ειδικότερα ότι ο αιτών συμφώνησε αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και σύνεση, με τα ως άνω πιστωτικά ιδρύματα την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, ύψους 281.132,00 ευρώ, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Συνακόλουθα το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση και να απορρίψει τις αντενστάσεις του αιτούντος-αναιρεσείοντος ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη.
Ο ίδιος δε λόγος αναίρεσης καθό μέρος αναφέρεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για την παραδοχή της πιο πάνω ένστασης ως ουσιαστικά βάσιμης, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις προαναφερόμενες διατάξεις πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας.
Σε ακολουθία των παραπάνω, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι με τους οποίους προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5α', β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1224/2024, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 5/2020).
Δεν ιδρύεται, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 1224/2024, ΑΠ 34/2023, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 595/2020), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή του καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1224/2024, ΑΠ 554/2020, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 1224/2024, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 694/2020, ΑΠ 90/2019).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το τρίτο αναιρετικό λόγο, προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδ. α` και β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη του "πράγμα" που προτάθηκε, δηλ.
ότι δεν έλαβε υπόψη "... τον ισχυρισμό του (αντένσταση) περί αοριστίας της προτεινόμενης από τους αναιρεσίβλητους ένστασης περί δόλιας περιέλευσής του σε αδυναμία πληρωμών καθόσον λείπουν τα στοιχεία ορισμένου της ένστασης" και έλαβε υπόψη "πραγματικά περιστατικά τα οποία ούτε επικαλέστηκαν, ούτε προσκόμισαν οι αντίδικοι".
Από τη προσβαλλόμενη απόφαση όμως, προκύπτει ότι: α) το Εφετείο, έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ρητώς αλλά και εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή αντίθετων εκείνων που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό όπως αναφέρθηκε στον αμέσως παραπάνω αναιρετικό λόγο και β) κατά το μέρος που προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδ.
α` του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον στη παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδ. α` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 625/2024, ΑΠ 686/2024, ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδ.
α` του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 21/2023, ΑΠ 1226/2023, ΑΠ 808/2023, ΑΠ 651/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 686/2021, ΑΠ 257/2020). Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).
Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.
β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 597/2024, ΑΠ 1225/2023).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 4-1-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1318/4/2023), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 367/2021 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ