Legislator Case Law & Legislation
686/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against default judgment due to procedural time limits extended by pandemic court closures.

Case Number 686/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a default judgment rendered during the pandemic court closure period. The appellant argued that the procedural time limits were invalidly calculated because they did not account for the statutory suspension of court operations from March to May 2020. The court held that the specific provisions of Law 4690/2020 and Law 4790/2021 correctly extended these deadlines, rendering the original judgment procedurally flawed.

Legislator headnote

AI generated

Art. 74(1) Law 4690/2020; Art. 83(1) Law 4790/2021: The period of court closure suspension does not count towards procedural time limits, and the remaining time resumes only after the suspension ends plus an additional thirty days.

Keywords

AI generated
pandemic court closure procedural time limits default judgment appeal statutory suspension period Civil Procedure Code

Cited Legislation

AI generated
Art. 74(1) Law 4690/2020
Art. 83(1) Law 4790/2021

Cited Case Law

AI generated
AP 1544/2023
Supreme Court allows appeal against debt restructuring decision due to alleged fraud and procedural error.
AP 609/2023
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring order, ruling evidence assessment and missing income data inadmissible.
AP 539/2022
Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment on debt default due to lack of legal basis.
AP 154/2018
Supreme Court allows appeal against eviction order due to erroneous legal reasoning regarding guarantor's liability scope.
AP 636/2017
Supreme Court dismisses appeal for non-admissibility as facts were already considered and rejected by second instance court.
AP 528/2017
Supreme Court dismisses appeal against land ownership judgment regarding agricultural land vs forest status.
AP 21/2023
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of legal grounds and improper challenge to evidence evaluation.
AP 1226/2023
Supreme Court dismisses appeal in voluntary insolvency case citing lack of grounds and inadmissible arguments.
AP 808/2023
Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis and insufficient factual grounds in debt dispute.
AP 651/2021
Supreme Court dismisses appeal against bank loan decision due to inadmissible arguments and procedural errors.
AP 883/2021
Supreme Court allows partial annulment of voluntary enforcement judgment regarding property auction necessity.
AP 686/2021
Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds, upholding lower court's assessment of financial capacity evidence.
AP 257/2020
Supreme Court dismisses appeal regarding debt restructuring law where no costs are awarded.
AP 805/2019
Supreme Court dismisses appeal in voluntary jurisdiction case due to inadmissibility of specific procedural defect argument.
AP 1061/2023
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring judgment under voluntary jurisdiction rules.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 686 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 686/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα .

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Δ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευφροσύνη Βερώνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4934/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 824/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-6-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (A` 104) ορίζεται ότι "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του ΚΠολΔ, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ.1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), δηλ.

η 6-4-2021" (ΑΠ 811/2023, ΑΠ 1232/2023, ΑΠ 380/2023, ΑΠ 987/2022). Στην ερευνώμενη υπόθεση, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η υπό κρίση, από 9-6-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 80260/154/14-10-2021), αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), με αριθ. 824/2019 τελεσίδικη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσής της (23-1-2019) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε 23-1-2021, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 εδ.

α' του ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ. α' του ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του, δικάζοντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 14-10-2021. Συνακόλουθα, η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ), επισημαινόμενου περαιτέρω και του ότι στη θέση της αρχικώς (τρίτης) καθής η αίτηση-εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank-Ergasias AE" υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχός της, η αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank ΑΕ", λόγω διάσπασης της πρώτης με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της δεύτερης τραπεζικής εταιρίας (άρθρ. 16 του ν. 2515/1997 και άρθρ.57 παρ.

και 59-74 του ν. 4601/2019) (ΑΠ 183/2022), ενώ δεν επηρεάζεται το κύρος της αίτησης αναίρεσης από το ότι στην επιδοθείσα στον αναιρεσίβλητο αίτηση αναγράφεται ως διεύθυνσή του η οδός "Α. αρ. ..-Ν. Μ.", καθόσον όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα με αριθ. ….'/….-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Ο.

Σ., η αίτηση αναίρεσης επιδόθηκε στη πραγματική διεύθυνση του αναιρεσίβλητου στην οδό «Α. αρ. ..-Ν. Μ.", παρέλαβε δε ο ίδιος το ως άνω δικόγραφο (ΑΠ 644/2004). Από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής:

Ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την, από 20-1-2014 (αριθ. έκθ. κατάθ. …./2014), αίτηση, με την οποία, επικαλούμενος ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών προς τους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές του, καθώς και έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας, ζήτησε τη διευθέτηση των οφειλών του από το δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του έναντι των πιστωτών του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχε υποβάλει, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή περιουσιακή του κατάσταση, όπως αναλυτικά την περιέγραφε στην αίτησή του, καθώς επίσης, να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της οικογένειας αυτού.

Επί της αίτησης εκδόθηκε η με αριθ. 4934/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσία, ρύθμισε τα χρέη του, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, ενώ εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του και επέβαλε την καταβολή των μηνιαίων δόσεων, που καθόρισε προς διάσωση της κύριας κατοικίας του.

Κατά της απόφασης αυτής η τρίτη καθής η αίτηση πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία - στη θέση της οποίας υπεισήλθε στη παρούσα δίκη η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρία - άσκησε την από ….2017 (αριθ. έκθ. κατάθ…../…./2017) έφεση, με την οποία προέβαλε, ως (μοναδικό) λόγο έφεσης την ένσταση της δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του (άρθρ. 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010), ισχυριζόμενη ότι περιήλθε από δόλο (ενδεχόμενο) σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, καθόσον αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και σύνεση, προέβη στη λήψη των φερόμενων για ρύθμιση τραπεζικών προϊόντων που υπερβαίνουν τις 175.000 ευρώ, από περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα, ενώ γνώριζε, τόσο κατά το χρόνο λήψης των δανείων αλλά και μεταγενέστερα, ότι δεν διέθετε την οικονομική δυνατότητα εξυπηρέτησης των δανείων που του χορηγήθηκαν, προκειμένου να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που του επέτρεπαν τα εισοδήματά του, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή και ζήτησε την εξαφάνιση της ως άνω απόφασης και την απόρριψη της αίτησης.

Το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης, στις 21-1-2014, της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 1508/2022).

Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κλπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στη περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στη "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι, κατά τα προαναφερόμενα, η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 1352/2021).

Όπως, εξάλλου, προκύπτει από τη πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, δηλ.

με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 156/2018). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 609/2023, ΑΠ 539/2022, ΑΠ 758/2020, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 εδ. β' του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο ...

δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης (ΑΠ 24/2023, ΑΠ 21/2023). "Πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης όταν με αυτούς προτείνονται παραδεκτά στο εφετείο νέοι αυτοτελείς ισχυρισμοί (άρθρο 527 του ΚΠολΔ) ή υποβάλλεται παράπονο για την απόρριψη πρωτοδίκως αυτοτελούς ισχυρισμού του εκκαλούντος ή για την αποδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου του (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 994/2022, ΑΠ 194/2021, ΑΠ 248/2019), όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής.

Εξάλλου, με την εφαρμοζόμενη στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, διάταξη του άρθρου 765 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι: "Κατά τη δίκη στο εφετείο μπορούν να υποβληθούν νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί και είναι δυνατή η επίκληση και η προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος, που καθιερώνεται στην εκούσια δικαιοδοσία και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας αυτής, επιτρέπεται η προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών και κρίσιμων πραγματικών περιστατικών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά και στη κατ` έφεση δίκη και, έτσι, καθιερώνεται εξαίρεση από το συγκεντρωτικό σύστημα (ΑΠ 1486/2022, ΑΠ 490/2021, ΑΠ 507/2020, ΑΠ 438/2019).

Ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί δεν νοούνται μόνο οι οψιγενείς ή οι άλλοι προνομιακοί ισχυρισμοί του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, αλλά και όσοι στηρίζονται σε περιστατικά που ήδη είχαν λάβει χώρα κατά το χρόνο της πρωτοβάθμιας δίκης, χωρίς να προταθούν εγκαίρως από το διάδικο, καθώς και όσοι ισχυρισμοί προτάθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά κατά τρόπο αόριστο ή απαράδεκτο (ΑΠ 1486/2022).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το μοναδικό αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία αιτιάται τη προσβαλλόμενη απόφαση αποδίδοντας τη πλημμέλεια του άρθρου 5 εδ. β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη ''πράγμα'' που προτάθηκε και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη την ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη αναιρεσίβλητου σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, την οποία ενώπιον του, ως Εφετείο δικάσαντος, δικαστηρίου προέβαλε η εκκαλούσα-αναιρεσείουσα τράπεζα, παραδεκτά ως λόγο έφεσης, διότι ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας επιτρέπεται η προβολή κρίσιμων περιστατικών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας, αλλά και της κατ` έφεση δίκης.

Ως προς το ζήτημα αυτό, που ενδιαφέρει εν προκειμένω τον αναιρετικό λόγο, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β'του ν. 3869/2010, 739 επ. του ΚΠολΔ), δέχτηκε ότι: '' .... κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου η εκκαλούσα με δήλωση της πληρεξούσιας της δικηγόρου ....., που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δήλωσε σαφώς (...) τα εξής: ...

δεν αναφέρει πουθενά αυτό, δεν μπορούμε να καταλάβουμε γι' αυτό δεν υποβάλλουμε και ένσταση δόλιας περιέλευσης σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής. Από τα ανωτέρω σαφώς συνάγεται ότι η εκκαλούσα όχι μόνο δεν προέβαλε, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, αλλά σαφώς δήλωσε ότι δεν υποβάλλει τέτοια ένσταση.

Επισημαίνεται ότι η εκκαλούσα δεν προσκομίζει αντίγραφο των προτάσεών της ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ώστε να διαπιστωθεί τι αναγράφεται σε αυτές αναφορικά με την άνω ένσταση, μολονότι στις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αναφέρει ότι αυτό προσκομίζεται με την ένδειξη σχ. 6 (τα προσκομιζόμενα σχετικά δεν φέρουν αρίθμηση, ούτε εμπεριέχεται σε αυτά αντίγραφο των προτάσεων της εκκαλούσας ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου).

Σε κάθε περίπτωση όμως, ενόψει της προφορικότητας της διαδικασίας που ισχύει εν προκειμένω, η ένσταση αυτή θα έπρεπε να είχε προταθεί στο ακροατήριο. Επίσης, από πρακτικά της πρωτόδικης δίκης προκύπτει ότι η ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του δεν προτάθηκε ούτε από την δεύτερη καθ' ης η αίτηση ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.

Περαιτέρω, ως αναφέρεται και στην νομική σκέψη της παρούσα απόφασης, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτού (..).

Συνεπώς, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο ότι ο αιτών βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας των ληξιπρόθεσμων χρεών του, δεν εξέτασε αν αυτός περιήλθε σε μία τέτοια κατάσταση από δόλο, και, κατά συνέπεια, δέχτηκε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του περίπτωση εφαρμογής του Ν. 3869/ 2010. Ενόψει αυτών, όσα περί του αντιθέτου ισχυρίζεται η εκκαλούσα, με τον μοναδικό λόγο έφεσης, τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα στην ουσία τους ......''.

Με τη κρίση του αυτή όμως, το, δικάσαν ως Εφετείο, δικαστήριο, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 5 εδ. β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη πραγμάτων προταθέντων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία έχουν παραδεκτά προταθεί, ενώπιον του Εφετείου, με λόγο έφεσης.

Ειδικότερα, η ένσταση ενδεχόμενου δόλου προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του, ως Εφετείο δικάσαντος, δικαστηρίου ως (μοναδικός) λόγος έφεσης από την αναιρεσείουσα - εκκαλούσα κατά το άρθρο 765 του ΚΠολΔ, με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες, είτε μη γνήσιες) εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ` άρθρ. 3 εδ.

β` του ν. 3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ, το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι επιτρέπεται η προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών και κρίσιμων πραγματικών περιστατικών και στη κατ` έφεση δίκη, όπως εν προκειμένω και, έτσι, καθιερώνεται εξαίρεση από το συγκεντρωτικό σύστημα (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 636/2017), ήταν δε ορισμένη (η ένσταση) καθόσον αναφέρεται ότι ο αιτών-πιστωτής αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και σύνεση, προέβη στη λήψη των φερόμενων για ρύθμιση τραπεζικών προϊόντων που υπερβαίνουν τις 175.000 ευρώ, από περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα, ενώ γνώριζε, τόσο κατά το χρόνο λήψης των δανείων αλλά και μεταγενέστερα, ότι δεν διέθετε την οικονομική δυνατότητα εξυπηρέτησης των δανείων που του χορηγήθηκαν, προκειμένου να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που του επέτρεπαν τα εισοδήματά του, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή, δεν ήταν δε ανάγκη, για τη πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα, όπως προεκτέθηκε (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 609/2023, ΑΠ 539/2022).

Επίσης πρέπει να επισημανθεί ότι κατά τη διαδικασία αυτή (εκούσια) δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδ. α` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 528/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδ. α` του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 21/2023, ΑΠ 1226/2023, ΑΠ 808/2023, ΑΠ 651/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 686/2021, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 805/2019), όχι όμως και από τον αριθ. 8 εδ.

β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και, συνακόλουθα, από τον αριθ. 5 εδ. β`του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα, της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, όπως εν προκειμένω (ΑΠ 21/2023). Επομένως, ο περί τούτου από τον αριθμό 5 εδ. β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.

ε`του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα). Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ.

β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδ. β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "..... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 59/2021).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθ. 824/2019 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ