Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as it cites non-appealable substantive reasons under Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against a district court judgment regarding a debt dispute. The appellant argued the lower court relied on a non-existent admission of payment, but the court ruled this ground was inadmissible. The court held that such substantive errors fall outside the limited scope of appealable grounds defined in the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11) and 560 of the Civil Procedure Code; Appeals against district court judgments are limited to specific grounds, excluding substantive errors regarding the consideration of facts or admissions not explicitly listed in the appealable reasons.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1510 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1510/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΛΙΜΑΡΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΛΙΜΑΤΙΣΜΟΥ ΘΕΡΜΑΝΣΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΚΛΙΜΑΡΤ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Μαυρή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Ι., κατοίκου …., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/7/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου.
Εκδόθηκε η 106/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/1/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθ. 6278Δ'/19-11-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά, Κ. Κ., που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει, ότι επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο με θυροκόλληση, κατ' άρθρο 128 παρ. 4 στοιχ. α, β και γ ΚΠολΔ, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, αφού αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών.
Υπόκειται προς κρίση η από 16-1-2018 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 106/2017 ανέκκλητη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, το οποίο, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, με τις αποκλίνουσες διατάξεις των μικροδιαφορών (άρθρ. 466-472 ΚΠολΔ), δέχτηκε την από 29-7-2013 αγωγή του αναιρεσίβλητου εναντίον της αναιρεσείουσας και την υποχρέωσε να του καταβάλει το ποσό των 4.205,79 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως υπόλοιπο αμοιβής από σύμβαση παροχής εκ μέρους του υπηρεσιών σ' αυτή, που δραστηριοποιείται στον τομέα εμπορίας ειδών κλιματισμού, ηλεκτρολογικής εγκατάστασης, συντήρησης, επισκευής, και τοποθέτησης ανταλλακτικών σε συστήματα κλιματισμού ψύξης και θέρμανσης, αφού απέρριψε ως αβάσιμη την προβληθείσα από αυτήν (αναιρεσείουσα) ένσταση εξόφλησης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με το λόγο του άρθρου 559 αρ. 8 του ίδιου Κώδικα. "Πράγματα", κατά την έννοια των άνω διατάξεων, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Για να είναι ορισμένος ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως και παραδεκτώς από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει, ότι αν γινόταν δεκτός αυτός ο ισχυρισμός θα είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 99/2016), γιατί διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να τον λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001).
Περαιτέρω για να ιδρυθεί αναιρετικός λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως συμβαίνει όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 22/2005) ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής ή της ένστασης γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ` αυτές (ΟλΑΠ 294/1981).
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραβίαση και δεν ιδρύεται ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, όταν πρόκειται για νομικώς αδιάφορα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 69/2013, ΑΠ 1326/2011, ΑΠ 1492/2011, ΑΠ 163/1994). Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη προταθέντων ισχυρισμών, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων τον ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 11/1996), ή στην περίπτωση που αυτό τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε ( ΑΠ 74/2019).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα.
Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια των άνω διατάξεων, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν καθόλου ή δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ( ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 2053/2014). Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).
Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 766/2017, ΑΠ 1266/2011).
Επίσης, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων, ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων, γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια.
Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1937/2017, ΑΠ 885/1994). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 319/2017).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 και 556 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι και δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Αν υπάρχει αντίφαση, γεγονός που συμβαίνει και όταν προβάλλεται με το αναιρετήριο ο λόγος από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη κάποιο ισχυρισμό, και στη συνέχεια ο λόγος από τον αριθμό 6 του ίδιου άρθρου, ότι απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό χωρίς αιτιολογίες, ο δεύτερος λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος ( ΑΠ 580/2019, ΑΠ 2264/2013, ΑΠ 579/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου, που έκρινε νόμιμη την ένδικη περί καταβολής υπολοίπου συμφωνημένης αμοιβής από σύμβαση παροχής υπηρεσιών αγωγή του αναιρεσίβλητου, ως ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 681 επ. 345 και 346 ΑΚ, ερευνώντας στη συνέχεια την ουσιαστική βασιμότητα αυτής και της προβληθείσας από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ένστασης εξόφλησης, δέχτηκε, μετ' εκτίμηση των από τους διαδίκους προσκομισθεισών αποδείξεων, τα ακόλουθα: " Ο ενάγων είναι ηλεκτρολόγος-ψυκτικός και εργαζόταν στην εναγομένη εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται επαγγελματικά στο χώρο των ειδών κλιματισμού, από το 1989 με σχέση εξαρτημένης διαδικασίας, η οποία άλλαξε σε σχέση παροχής υπηρεσιών.
Συγκεκριμένα το έτος 2009 ο ενάγων προσέφερε στην εναγομένη υπηρεσίες ηλεκτρολογικής εγκατάστασης, συντήρησης, επισκευής, τοποθέτησης ανταλλακτικών σε συστήματα κλιματισμού ψύξης και θέρμανσης- αυτοματισμών- εξαερισμών, για τις οποίες εξέδωσε τα παρακάτω τιμολόγια παροχής υπηρεσιών: 1) υπ' αριθ. …/ …-6-2009 ποσού 15.633 ευρώ, 2) υπ' αριθ.
…/….-11-2009 ποσού 8.378,75 ευρώ και 3) υπ' αριθ. …/…-12-2009 ποσού 9653 ευρώ, συνολικού ποσού, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, 33.664,75 ευρώ. Η πληρωμή των παρεχομένων υπηρεσιών του ενάγοντος γίνονταν από την εναγομένη, όπως συνομολογεί η τελευταία, σε τραπεζικό λογαριασμό του και έναντι των τιμολογίων που εξέδιδε για το συνολικό ποσό της κάθε υπηρεσίας.
Όπως αποδείχθηκε από το αντίγραφο του λογαριασμού, που διατηρεί ο ενάγων στη Eurobank και προσκομίζει, η εναγομένη του κατέβαλε έναντι της συνολικής οφειλής, για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες το 2009, τα παρακάτω ποσά: 1) 27-2-2009 ποσό 1.600,00 ευρώ, 2) 2-4-2009 ποσό 1.600, 00 ευρώ, 3) 15-4-2009 ποσό 800,00 ευρώ, 4) 4-5-2009 ποσό 1.600,00 ευρώ, 5) 1-6-2009 ποσό 1.600,00 ευρώ, 6) 1-7-2009 ποσό 1.600,00 ευρώ, 7) 27-7-2009 ποσό 5.233,00 ευρώ, 8) 28-7-2009 ποσό 800,00 ευρώ, 9) 31-7-2009 ποσό 1.600,00 ευρώ, 10) 1-9-2009 ποσό 1.600,00 ευρώ, 11) 1-10-2009 ποσό 1.600,00 ευρώ, 12) 2-11-2009 ποσό 1.600,00 ευρώ, 13) 1-12-2009 ποσό 1.600,00 ευρώ, 14)21-12-2009 ποσό 1.600,00 ευρώ και 16) 22-1-2010 ποσό 3.425,96 ευρώ (με την) υπ' αριθ.
…-… δίγραμμη επιταγή της Eurobank-EFG, συνολικά του κατέβαλε το ποσό των 29.458,96 ευρώ και οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 4205,79 ευρώ (33.664,75-29.458,96). Ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι έχει εξοφλήσει τον εναγόμενο, δεδομένου ότι στις 19-1-2009 ο λογαριασμός που διατηρούσε παρουσίαζε χρεωστικό σε βάρος του από τη συνεργασία του προηγούμενου έτους, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον "στην καρτέλα προμηθευτή χρήσης 2008", που προσκομίζει δεν αναγράφονται σε ποια τιμολόγια παροχής υπηρεσιών αντιστοιχούν οι καταβολές, δεδομένου ότι η σχέση συνεργασίας του ήταν η παροχή υπηρεσιών, ώστε το δικαστήριο να οδηγηθεί με ασφάλεια στον υπολογισμό της κάθε επιμέρους καταβολής προς εξόφληση συγκεκριμένου τιμολογίου.
Επιπρόσθετα, απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός της εναγομένης περί κατάθεσης ποσού 2.970,27 ευρώ στον λογαριασμό του ενάγοντα, ο οποίος θα έπρεπε να αφαιρεθεί από το αγωγικό κονδύλι, καθόσον, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. …/…-7-2009 (σημ. το ορθό …/…-7-2009) απόδειξη πληρωμής έναντι εξόφλησης του υπ' αριθ. .. τιμολογίου, το οποίο δεν περιλαμβάνεται στα αιτούμενα τιμολόγια και από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει η εξόφληση των επιδίκων τιμολογίων, με δεδομένο ότι η συνεργασία των διαδίκων λύθηκε το 2010 και θα έπρεπε η εναγομένη να επιμεληθεί τέτοιου αποδεικτικού για να κλείσει οριστικά ο λογαριασμός του ενάγοντα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση εξόφλησης, που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα, δέχτηκε την αγωγή του αναιρεσίβλητου και υποχρέωσε αυτή να του καταβάλει το ποσό των 4.205,79 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, υπό τα στοιχ.
α και β, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 5 β του άρθρου 560 ΚπολΔ, συνιστάμενη στο ότι το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του και δεν εξέτασε την ένστασή της περί εξόφλησης της ένδικης απαίτησης του αναιρεσίβλητου, που είχε προβάλει με δήλωση στο ακροατήριο και με τις έγγραφες προτάσεις της και συγκεκριμένα, ότι αυτή είχε καταβάλει στον αναιρεσίβλητο α) στις 19-1-2009 το ποσό των 15.232,80 ευρώ, με την παράδοση σ' αυτόν της υπ' αριθ.
….-… ισόποσης επιταγής της τράπεζας Eurobank, η οποία πληρώθηκε, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από 20-1-2009 αναγγελία πληρωμής της πληρώτριας τράπεζας, καθώς και την υπ' αριθ. …/…-1-2009 απόδειξη πληρωμής, νόμιμα υπογεγραμμένης από αυτόν και β) στις 30-1-2009 σε μετρητά χρήματα το ποσό των 1.600,00 ευρώ, σύμφωνα με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. .../….-1-2009 απόδειξη πληρωμής, νόμιμα υπογεγραμμένης από τον τελευταίο.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο τελικά, με βάση τις παραπάνω αναφερόμενες παραδοχές του, ότι " από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει η εξόφληση των επιδίκων τιμολογίων", έλαβε υπόψη και απέρριψε τον αμέσως πιο πάνω υπό στοιχ. α και β ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί εξόφλησης της επίδικης απαίτησης του αναιρεσίβλητου ως αβάσιμο, ανεξαρτήτως, ότι η προσβαλλόμενη δεν αναφέρει συγκεκριμένα τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα ως καταβληθέντα ποσά των 15.232,80 και 1.600,00 ευρώ και τον τρόπο καταβολής τους.
Με τον ίδιο (πρώτο) λόγο της αίτησης αναίρεσης, υπό στοιχ. δ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία δεν είχαν προταθεί από τους διαδίκους. Ειδικότερα, προβάλλει την αιτίαση ότι αυτό δέχθηκε κατ' ουσία, ότι η πληρωμή στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο γινόταν έναντι των τιμολογίων, που αυτός εξέδιδε για το συνολικό ποσό της κάθε υπηρεσίας του, ισχυρισμό τον οποίο όμως ουδείς των διαδίκων είχε προβάλλει και από τις προσαγόμενες αποδείξεις πληρωμής προέκυπτε, ότι οι πλείστες των καταβολών στον αναιρεσίβλητο γίνονταν έναντι του μεταξύ τους λογαριασμού χρεοπιστώσεων.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, προεχόντως, διότι η άνω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ήταν νομικά αδιάφορη για την έκβαση της προκειμένης δίκης, αναφορικά με την καταβολή της αμοιβής του αναιρεσίβλητου από σύμβαση παροχής υπηρεσιών προς την αναιρεσείουσα και την ένσταση εξόφλησης αυτής, που υπέβαλε η τελευταία.
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, της έλλειψης νόμιμης βάσης, συνιστάμενη στο ότι το δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε την άνω ένστασή της περί εξόφλησης της επίδικης απαίτησης με ελλιπείς, άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Ο λόγος αυτός, προβαλλόμενος σωρευτικώς με τον προαναφερόμενο πρώτο λόγο, υπό στοιχ. α και β, είναι προεχόντως απαράδεκτος, ως αντιφατικός, διότι δεν είναι νοητό το ειρηνοδικείο να μην έλαβε υπόψη την παραπάνω ένσταση της αναιρεσείουσας περί εξόφλησης, όπως προέβαλε με τον πρώτο λόγο και παράλληλα να απέρριψε αυτόν με ελλιπείς, άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, σύμφωνα με τις παραπάνω αναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου, ότι αυτή περιέχει επαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του άρθρου 416 ΑΚ, σε σχέση με την απόρριψη της ένστασης εξόφλησης, αφού το εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεχόμενο, ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει η εξόφληση των επιδίκων τιμολογίων.
Η αιτιολογία δε αυτή, αν και συνοπτική, είναι επαρκής, λαμβανομένου υπόψη, ότι για την επάρκεια της αιτιολογίας είναι αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ο ίδιος δε λόγος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που προβάλλονται σχετικά με την απόρριψη από το δικαστήριο της ουσίας της άνω ένστασης εξόφλησης, που αφορά α) στο ποσό των 15.232,80 ευρώ, που, κατά τους ισχυρισμούς της, έγινε με την παράδοση στις 19-1-2009 στον αναιρεσίβλητο της υπ' αριθ.
…-… ισόποσης επιταγής της τράπεζας Eurobank, η οποία πληρώθηκε, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από 20-1-2009 αναγγελία πληρωμής της πληρώτριας τράπεζας, καθώς και την υπ' αριθ. …/…-1-2009 απόδειξη πληρωμής, νόμιμα υπογεγραμμένης από αυτόν και β) στο ποσό των 1.600 ευρώ, που, κατά τους ισχυρισμούς της, έγινε με καταβολή στις 30-1-2009 μετρητών χρημάτων, σύμφωνα με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ.
…/…-1-2009 απόδειξη πληρωμής, νόμιμα υπογεγραμμένης από τον αναιρεσίβλητο και γ) στο ποσό των 2.970,27 ευρώ, που, κατά τους ισχυρισμούς της, καταβλήθηκε με παράδοση στον αναιρεσίβλητο της υπ' αριθ. …-…, ισόποσης επιταγής της τράπεζας Eurobank EFG και πληρώθηκε, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. …/…-7-2009 απόδειξη, που έχει υπογραφεί από αυτόν, καθώς και από την από 20-7-2009 αναγγελία πληρωμής από την πληρώτρια τράπεζα, σε εξόφληση του υπ' αριθ.
… επιδίκου τιμολογίου και όχι του υπ' αριθ. … τιμολογίου, που δέχτηκε το ειρηνοδικείο, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλήττεται ουσιαστικά η επί της ουσίας ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, με τον πρώτο λόγο, κατά το τελευταίο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 5β του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προτάθηκαν από την ίδια με τις έγγραφες προτάσεις της.
Ειδικότερα, προβάλλει την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, που αφορούσε την παρακράτηση εκ μέρους της, σύμφωνα με το Ν. 3763/2009, ποσοστού 1% της καθαρής αξίας κάθε τιμολογίου και συγκεκριμένα ποσό 156,33 ευρώ για το υπ' αριθ. … τιμολόγιο, ποσό 83,79 ευρώ για το υπ' αριθ. … τιμολόγιο και ποσό 96,53 ευρώ για το υπ' αριθ.
… τιμολόγιο, που είχε παρακρατήσει και αποδώσει για λογαριασμό του αναιρεσίβλητου στη ΔΟΥ, που υπαγόταν, ενώ με το τελευταίο μέρος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης προβάλλει σωρευτικώς ότι το ειρηνοδικείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, διότι απέρριψε τον άνω ισχυρισμό της, χωρίς αιτιολογίες.
Ο άνω λόγος από τον αριθ. 5β του άρθρου 560 ΚΠολΔ, διατυπούμενος ως ανωτέρω, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτόν τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει, ότι αν γινόταν δεκτός ο ισχυρισμός θα είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή θα επηρέαζε ευνοϊκά για την αναιρεσείουσα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Περαιτέρω, ο άνω από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, κατά τα ιστορούμενα, το ειρηνοδικείο δεν εξέτασε κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό αυτό και σε κάθε περίπτωση ως αντιφατικός, σε σχέση με τον αμέσως προηγούμενο λόγο, διότι δεν είναι νοητό το ειρηνοδικείο να μην έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό της και παράλληλα να απέρριψε αυτόν χωρίς αιτιολογίες.
Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τους (περιοριστικά) αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται αντίστοιχος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 1370/2008, ΑΠ 600/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, υπό στοιχ. γ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι έλαβε υπόψη ομολογία της, σχετικά με το "περιστατικό-ισχυρισμό" της πληρωμής των παρεχομένων υπηρεσιών του ενάγοντα εκ μέρους της σε τραπεζικό λογαριασμό και έναντι των τιμολογίων, που εξέδιδε για το συνολικό ποσό της κάθε υπηρεσίας, ενώ αυτή ουδέποτε συνομολόγησε τέτοιο περιστατικό- ισχυρισμό, με αποτέλεσμα να μη λάβει υπόψη τις επικαλούμενες εκ μέρους της καταβολές προς τον αναιρεσίβλητο, που έγιναν, εκτός τραπεζικού λογαριασμού και συγκεκριμένα σε μετρητά, καθώς και με παράδοση τραπεζικών επιταγών, που εξοφλήθηκαν, όπως προέκυπτε από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής.
Με το λόγο αυτό αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη ανύπαρκτη ομολογία αυτής, καθόσον ουδέποτε προέβη σ' αυτή, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης και από τις έγγραφες προτάσεις της. Ο λόγος όμως αυτός, ο οποίος, κατ' ορθή εκτίμηση, εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αριθ. 11 β' ΚΠολΔ (και όχι του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης) είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν περιλαμβάνεται στην περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ του αναιρεσίβλητου, που νίκησε, αφού δεν παρέστη και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-1-2018 αίτηση της αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "ΚΛΙΜΑΡΤ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΛΙΜΑΤΙΣΜΟΥ ΘΕΡΜΑΝΣΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 106/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπογράφει η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ως Προϊσταμένη του καθόσον ο διευθύνων τη συζήτηση και όλα τα μέλη του Δικαστηρίου που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης έπαψαν να είναι τοποθετημένα στο Δικαστήριο τούτο λόγω συνταξιοδότησης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ