Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment for failure to consider evidence, ruling the lower court properly evaluated all submitted proof.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Third Instance Court's final decision regarding a construction contract dispute. The appellant argued the appellate court ignored his expert witness testimony and technical report, but the court found the lower court had explicitly considered all evidence, including the witness deposition and expert report, in its reasoning. Consequently, the appeal was dismissed, the security deposit was returned to the state, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11γ) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; The appellate court is not required to separately evaluate every piece of evidence if it has considered all submitted proof, provided no ambiguity remains regarding the assessment of the evidence in the judgment's reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1501 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1501/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Θ. του Σ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Κωνσταντινίδου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. χήρας Ε. Β., 2) Μ. Β. του Ε., 3) Ε. Β. του Ε. και 4) Σ. Β. του Ε., απάντων κατοίκων ..., ως νομίμων κληρονόμων του αποβιώσαντα συζύγου της πρώτης και πατέρα των υπολοίπων. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Τσιρογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2009 ανακοπή του αρχικού διαδίκου Ε. Β., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 143/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 214/2017 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-3-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Ο Ε. Β. του Μ., ο οποίος απεβίωσε την ...-2010 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους ήδη αναιρεσίβλητους, με την από 22-4-2009 ανακοπή του, ζήτησε να ακυρωθεί η με αριθμό .../2009 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στον καθού η ανακοπή, ήδη αναιρεσείοντα, το χρηματικό ποσό των 29.750 ευρώ, νομιμοτόκως από 16-12-2008, ως οφειλόμενο υπόλοιπο από σύμβαση υπεργολαβίας, για τους στην ανακοπή αναφερόμενους λόγους.
Με τη με αριθμό 143/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που εκδόθηκε ερήμην του καθού η ανακοπή, έγινε δεκτός ο πρώτος λόγος ανακοπής, σύμφωνα με τον οποίο, από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση του καθού για την οποία εκδόθηκε η τελευταία και αφού κρίθηκε ότι παρείλκε η εξέταση των λοιπών λόγων ανακοπής, ακυρώθηκε στο σύνολό της η με αριθμό .../2009 Διαταγή Πληρωμής.
Επί της από 6-5-2011 εφέσεως που άσκησε ο ηττηθείς καθού η ανακοπή, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων από το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, στο οποίο συνέχισαν τη δίκη για τον θανόντα αρχικό ανακόπτοντα οι κληρονόμοι του-ήδη αναιρεσίβλητοι, η με αριθμό 214/2017 τελεσίδικη απόφασή του, η οποία εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος - καθού η ανακοπή, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της ανακοπής , δέχθηκε τον πρώτο ως άνω λόγο ανακοπής, και αφού έκρινε ότι παρείλκε η εξέταση των λοιπών λόγων ανακοπής, ακύρωσε στο σύνολό της την με αριθμό .../2009 Διαταγή Πληρωμής.
Κατά της παραπάνω απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ασκήθηκε η κρινόμενη από 5-3-2018 αίτηση αναίρεσης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή καθώς και το ποσό της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ` άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα ( ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 402/2020).
Εξάλλου, η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής και ασκείται όπως και η αγωγή, πρέπει δε στο δικόγραφο της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι (ενστάσεις) κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 923/2020).
Με την εν λόγω ανακοπή ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να προβάλλει λόγους είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής λόγω έλλειψης των διαδικαστικών προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοσή της, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της μη έγγραφης απόδειξης της απαίτησης, είτε ενστάσεις κατά της ύπαρξης της απαίτησης (ΑΠ 913/2020, ΑΠ 368/2019).
Στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά, αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας που επέρχεται με την άσκηση της και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής.
Αν ο λόγος της ανακοπής είναι τυπικός, όπως συμβαίνει με αυτόν της μη κατά τον ανακόπτοντα έγγραφης απόδειξης της απαίτησης, για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και του ποσού αυτής, τότε αντικείμενο της δίκης της ανακοπής και, κατά συνέπεια, της επ' αυτής δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου, δεν καθίσταται και το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού με μόνη τη διαπίστωση της βασιμότητας του τυπικού αυτού λόγου της ανακοπής γίνεται δεκτό το αίτημα αυτής και ακυρώνεται άνευ ετέρου η διαταγή πληρωμής (Ολ.ΑΠ 43/2005, Ολ.Α.Π. 10/1997).
Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Ειδικότερα, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στις ως άνω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007), κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 849/2017).
Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 416/2018).
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 849/2017, ΑΠ 447/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ανακόπτων , Ε. Β., ως ανάδοχος - εργολάβος του έργου ''Αποκατάσταση χώρων ανεξέλεγκτης διάθεσης απορριμμάτων του Δήμου Φαρκαδόνας'' ανέθεσε στον καθ'ου η ανακοπή Θ.
Θ. την υπεργολαβία για το τμήμα ΧΑΔΑ του Δ.Δ. Γριζάνου, στη θεση "Πράσινο". Με αίτηση του καθ' ου η ανακοπή εκδόθηκε από το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων η αριθμ. .../2009 διαταγή πληρωμής, με την οποία διατάχτηκε ο ανακόπτων να καταβάλει σ' αυτόν, το ποσό των 29.750 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τα εξής έγγραφα:
α) την από 6.2.2008 εργολαβική σύμβαση που συνήψε ο ανακόπτων με το Δήμο Φαρκαδόνας και αφορούσε την εκτέλεση του έργου "Αποκατάσταση χώρων ανεξέλεγκτης διάθεσης απορριμμάτων" δαπάνης 708.399,99 ευρώ, β) τον από 13.11.2008 αναθεωρητικό πίνακα του τμήματος του έργου Δ.Δ.Γριζάνου του Δήμου Φαρκαδόνας ύψους 131.071,63 ευρώ, γ) το με αριθμ. ....2008 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε ο καθού ποσού 29.750 ευρώ, δ) το ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας-υπεργολαβίας μεταξύ ανακόπτοντος και καθ' ου η ανακοπή, που αφορά το σύνολο των εργασιών του Δ.Δ.
Γριζάνου θέση "Πράσινο", ε) τις αποδείξεις καταβολής του συνολικού ποσού 53.100 ευρώ και ειδικότερα την από 9.4.2008, ποσού 6.000 ευρώ, την αριθμ. ... εντολή προς πληρωμή της Αγροτικής Τράπεζας, ποσού 37.500 ευρώ και από την 22.10.2008 απόδειξη καταβολής ποσού 23.327,36 ευρώ, ποσό από εξοφληθείσα επιταγή 9.602,82 ευρώ και στ) το συνολικό ποσό κρατήσεων υπέρ τρίτων από 11.000 ευρώ.
Πρέπει να λεχθεί, ότι κανένας από τους διαδίκους δεν προσκομίζει την αίτηση του καθού η ανακοπή προς έκδοση της ως άνω Διαταγής πληρωμής. Από όλα τα ανωτέρω έγγραφα προκύπτει ότι, η από 6.2.2008 εργολαβική σύμβαση, που συνήψε ο ανακόπτων με το Δήμο Φαρκαδόνας και αφορούσε την εκτέλεση του έργου "Αποκατάσταση χώρων ανεξέλεγκτης διάθεσης απορριμμάτων" δαπάνης 708.399,99 ευρώ, δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω και δεν αποδεικνύει τίποτε για την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής.
Το με αριθμ. ....2008 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, που εξέδωσε ο καθού, ποσού 29.750 ευρώ, δεν φέρει την υπογραφή του καθού η αίτηση. Στην διαταγή πληρωμής αναφέρεται ως έγγραφο από το οποίο προκύπτει η απαίτηση του καθού η ανακοπή, σε συνδυασμό με τα λοιπά έγγραφα, "το ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας-υπεργολαβίας μεταξύ ανακόπτοντος και καθ' ου η ανακοπή, που αφορά το σύνολο των εργασιών του Δ.Δ.
Γριζόνου θέση "Πράσινο"". Το έγγραφο αυτό δεν αναφέρεται στην διαταγή πληρωμής πότε συνετάγη (δεν αναφέρεται η ημεροχρονολογία υπογραφής του) και ποιό το περιεχόμενο του. Συνομολογείται όμως από τον ανακόπτοντα, ότι πρόκειται για το από 12.3.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεργολαβίας. Με αυτό συμφωνείται, ότι ο ανάδοχος, για έργο, συνολικής δαπάνης 107.000€, δηλ.
εν προκειμένω ο ανακόπτων, θα παρακρατήσει .1. την πληρωμή κρατήσεων όλου του ποσού των 107.000,00€ όπως προβλέπεται στην αρχική σύμβαση του Αναδόχου με τον Δήμο Φαρκαδόνας 1.2. κρατήσεις υπέρ του ΙΚΑ ύψους 3% 1.3. κρατήσεις για την Εγγυητική Επιστολή. 1.4. το ποσό του 3%, που αφορά φόρο, θα παρακρατηθεί και θα του δοθεί σχετική Βεβαίωση Παρακράτησης Φόρου για τα αντίστοιχα ποσά που απαιτούνται για κάθε Λογαριασμό- Πιστοποίηση του έργου. 2.
Ο Ανάδοχος (ανακόπτων Ε. Β.) θα πάρει καθαρά, από το ποσό των 107.000,00€ το ποσό των 23.000€ (είκοσι τρια χιλ. ευρώ) και αναλογικά εάν γίνουν λιγότερες ή περισσότερες εργασίες. Σε όλα τα ποσά που αναφέρονται δεν περιλαμβάνεται ο Φ.Π.Α. 3. Ο Υπεργολάβος θα κατασκευάσει βάσει των προδιαγραφών της μελέτης όλο το έργο του ΧΑΔΑ Δ.Δ.
Γριζάνου και θα εκδώσει για το ποσό της είσπραξης το αντίστοιχο τιμολόγιο. 4. Θα γίνει παρακράτηση ποσού 12.000,00€ (δώδεκα χιλ. ευρώ) από ,το σύνολο του έργου για αέρα προς τρίτους. Στο ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό αναφέρεται ότι με αυτό οι συμβαλλόμενοι εξειδικεύουν την μεταξύ τους οικονομική σχέση για τη εύκολη διαχείριση του τμήματος του έργου ΧΑΔΑ του Δ.Δ.
Γριζάνου θέση "Πράσινο". Σημειώνουν ότι το συμφωνητικό αυτό αποτελεί το τελικό κείμενο και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανένα. Επίσης, σημειώνουν, ότι δεν μπορεί να δημοσιευτεί από κανένα εκ των συμβαλλομένων για καμιά αιτία. Ακόμη το παρόν δεσμεύει το συμφωνητικό υπεργολαβίας που είναι κατατεθειμένο στη ΔΟΥ Τρικάλων και το οποίο έχει τυπικό χαρακτήρα.
Στο ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό δεν αναφέρεται ρητά πουθενά το εργολαβικό αντάλλαγμα του καθού η ανακοπή υπεργολάβου. Τούτο αναφέρεται στο με ημερομηνία 4-4-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό που προσκομίζει ο εκκαλών-ανακόπτων εργολάβος - ανάδοχος. Τούτο έχει κατατεθεί στην ΔΟΥ Τρικάλων στις 11-4-2008, με αριθ. 2641.Το εργολαβικό αντάλλαγμα σύμφωνα με το ιδιωτικό συμφωνητικό της 4-4-2008 είναι της τάξεως του 50% (πενήντα τοις εκατό) και ανέρχεται στο ποσό των 39.750 € (τριάντα εννέα χιλιάδων επτακοσίων πενήντα ευρώ) το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του συμφωνητικού.
Από το ιδιωτικό συμφωνητικό που προσκομίζεται για την έκδοση της διαταγής πληρωμής ορίζεται ότι ο ανακόπτων, θα παρακρατήσει: 1. για την πληρωμή κρατήσεων όλου του ποσού των 107.000 €, όπως προβλέπεται στην αρχική σύμβαση του Αναδόχου με τον Δήμο Φαρκαδόνας, χωρίς να εξειδικεύονται οι κρατήσεις, το ποσό τους ή το ποσοστό τους και σε ποιό ποσό. 1.2.
οι κρατήσεις υπέρ του ΙΚΑ ύψους 3%, χωρίς να εξειδικεύεται επί ποίου ποσού και για ποια αιτία 1.3. κρατήσεις για την Εγγυητική Επιστολή, χωρίς να αναφέρεται το ποσό των κρατήσεων 1.4. το ποσό του 3%, που αφορά φόρο, θα παρακρατηθεί και θα του δοθεί σχετική βεβαίωση παρακράτησης Φόρου για τα αντίστοιχα ποσά που απαιτούνται για κάθε Λογαριασμό-Πιστοποίηση του έργου.
Αναφέρεται μόνο ποιο ποσό θα λάβει, καθαρό, ο ανάδοχος-ανακόπτων από το ποσό των 107.000,00€ δηλ. το ποσό των 23.000,€ (είκοσι τρία χιλ. ευρώ) και αναλογικά εάν γίνουν λιγότερες ή περισσότερες εργασίες. Σε όλα τα ποσά που αναφέρονται δεν περιλαμβάνεται ο Φ.Π.Α. Ο αναφερόμενος στην διαταγή πληρωμής από 13.11.2008 αναθεωρητικός πίνακας του τμήματος του έργου Δ.Δ.Γριζάνου του Δήμου Φαρκαδόνας, ύψους 131.071,63 ευρώ, δεν φέρει καμία υπογραφή.
Αντίθετα στο ποσό του πίνακα αυτού αντιπαρατίθεται το ποσό των 492.345,85 €, από όμοιο πίνακα που προσκομίζει ο ανακόπτων και φέρει τις υπογραφές των συμπραξάντων υπαλλήλων της ΤΥΔΚ Τρικάλων. Σε κάθε περίπτωση στην διαταγή πληρωμής δεν αναφέρεται τι αντιπροσωπεύει το ποσό των 131.071,63 € και με ποιο τρόπο σχετίζεται με την απαίτηση που αναγράφεται στο προαναφερόμενο ανυπόγραφο τιμολόγιο.
Τέλος το συνολικό ποσό κρατήσεων υπέρ τρίτων από 11.000 ευρώ, που αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής ως έγγραφο υπό στοιχείο στ δεν υπάρχει στη δικογραφία και σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρεται στην διαταγή πληρωμής με ποιο τρόπο αποδεικνύει την απαίτηση των 29.750 ευρώ, του ανυπόγραφου τιμολογίου. Με βάση τα προαναφερθέντα έγγραφα (ενν.
επειδή) δεν αποδεικνύεται η απαίτηση του καθού η ανακοπή από τα αναφερόμενα στη διαταγή πληρωμής έγγραφα πρέπει να γίνει δεκτή η ανακοπή, που έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 632 παρ. 1 ΚΠολ.Δικ) και να ακυρωθεί η Διαταγή Πληρωμής .....''.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, αμέσως ή εμμέσως, κενό ή ασάφεια στην περιεχόμενη στο επίμαχο από 12-3-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας -υπεργολαβίας δικαιοπρακτική βούληση των διαδίκων, σχετικά με το εργολαβικό αντάλλαγμα του αναιρεσείοντος υπεργολάβου, ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ούτε και προσέφυγε στη χρήση των κανόνων αυτών, αλλά αντίθετα εκτιμώντας το περιεχόμενο του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού, δέχθηκε ανελέγκτως ότι το τελευταίο δεν αναφέρει πουθενά το εργολαβικό αντάλλαγμα του αναιρεσείοντος υπεργολάβου και ότι τούτο (εργολαβικό αντάλλαγμα) αναφέρεται στο με ημερομηνία 4-4-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό που προσκομίζει ο εκκαλών-ανακόπτων εργολάβος και έχει κατατεθεί στη ΔΟΥ Τρικάλων στις 11-4-2008, με αριθ. 2641, το οποίο όμως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση του γενομένου δεκτού λόγου ανακοπής, γιατί δεν περιλαμβάνετο στα έγγραφα, με βάση τα οποία, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αν και διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας στην από 12-3-2008 επίδικη σύμβαση, ως προς την δικαιοπρακτική βούληση των μερών, παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., είναι αβάσιμος.
O προβλεπόμενος από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 1230/2014).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αναφορικά με την κρίση της ότι δεν αποδεικνύεται η απαίτησή του ποσού 29.750 ευρώ, στο οποίο αφορά η εκδοθείσα διαταγή πληρωμής. Συγκεκριμένα ως προς το λόγο αυτό αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής: ''Διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως, δοθέντος ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και πάσχει εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.
Συγκεκριμένα, η αιτιολόγησή της είναι ανεπαρκής, εξαντλείται στην αναφορά και μόνο κάποιων όρων, χωρίς να καταλήγει σε συμπέρασμα για τα κρίσιμα ζητήματα, που τέθηκαν με την έφεσή μου, και αποτέλεσμα να κρίνει ουσιαστικά αυθαίρετα ότι δεν αποδεικνύεται η απαίτησή μου του ποσού των 29.750 ευρώ, στο οποίο αφορά η εκδοθείσα διαταγή πληρωμής, την οποία ανέκοψε ο αρχικός αντίδικός μου''.
Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ως αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτόν ο κανόνας ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της.
Κατά το άρθ. 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ως "αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης και ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου.
Αίτηση, κατά την ανωτέρω έννοια αποτελεί και η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 81/2022, ΑΠ 353/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/08).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 1442/2017, ΑΠ 432/2016) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.
Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 2/1989, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/15).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άνω άρθρο 559 αριθμ. 8 β` ΚΠολΔ πλημμέλεια (και όχι από τον αριθ. 9), και συγκεκριμένα ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με την επίκληση ότι με τους λόγους της έφεσής του, πρόβαλε ισχυρισμούς που το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη σχετικά με την ύπαρξη και το μέγεθος της απαίτησής του κατά του αρχικού διαδίκου - ανακόπτοντος εργολάβου - αναδόχου, που αποδεικνύονται από τα έγγραφα που προσκόμισε, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Δ. Ρ., πολιτικού μηχανικού, που εξετάστηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου καθώς και την τεχνική έκθεση - πραγματογνωμοσύνη του τελευταίου . Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 β` ΚΠολΔ και άρα στην προκειμένη περίπτωση δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, υπό την επίκληση δε της από το άρθρο αυτό πλημμέλειας, ο αναιρεσείων απαραδέκτως πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανωτέρω ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 584/2017).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκόμισή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 584/2017, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 150/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, κατ` επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι για την διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα προσκόμισε με επίκλησή τους, και συγκεκριμένα την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Δ. Ρ. , πολιτικού μηχανικού καθώς και την τεχνική έκθεση - πραγματογνωμοσύνη του τελευταίου. Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Δ. Ρ.) καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της αποφάσεως, που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, προς απόδειξη των οποίων αυτός επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών.
Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Απορρίπτει την από 5-3-2018 αίτηση του Θ. Θ. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 214/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
- Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ