Legislator Case Law & Legislation
584/2017 AI generated

Greek Supreme Court dismisses appeal for lack of substantive law violation and procedural admissibility.

Case Number 584/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the Public Power Corporation's appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision. The appellant argued for substantive law violations, contradictory reasoning, and procedural errors regarding a lawyer's signature, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the appeal failed to meet the strict requirements for challenging substantive law violations and that procedural arguments were either misdirected or not properly raised.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) & 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated or if the decision lacks legal basis due to contradictory or insufficient reasoning, requiring specific identification of the error in the grounds of appeal.

Keywords

AI generated
substantive law violation procedural admissibility contradictory reasoning legal basis requirement code of civil procedure appeal grounds legal error identification

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure
Art. 562(2) of the Code of Civil Procedure
Art. 495(4) of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 584 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 584/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." (ΔΕΗ Α.Ε.), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευσταθία Βατάλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Ασπασίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20173/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1573/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 29-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί της από 9-3-2015 αίτησης για αναίρεση της 1573/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011, 7/2006).

Για το ορισμένο δε του λόγου αυτού, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Ολ.ΑΠ 20/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, δε, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με τις παραδοχές της, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 1 και 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 2095/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη) διατηρεί από το έτος 1994 βιομηχανική επιχείρηση με αντικείμενο την κατεργασία μετάλλου και πλαστικού και την κατασκευή μεταλλικών εξαρτημάτων.

Στις 9.3.1994 συνήψε εγγράφως με την εναγόμενη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ ΑΕ) (ήδη αναιρεσείουσα) σύμβαση, με βάση την οποία η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στις, κείμενες στη ..., βιομηχανικές εγκαταστάσεις της ενάγουσας ηλεκτρική ενέργεια ισχύος 135 ΚVA για τη λειτουργία της πιο πάνω επιχειρήσεώς της, ο υπολογισμός δε της αξίας της καταναλωθείσας ενέργειας θα γινόταν, όπως συνομολογούν οι διάδικοι, με βάση το βιομηχανικό τιμολόγιο (...).

Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, η τιμολόγηση της καταναλωθείσας ενέργειας των πελατών της εναγομένης με βάση το βιομηχανικό αυτό τιμολόγιο, δεν επιβάλλεται από καμία διάταξη νόμου αλλά πραγματοποιείται από την εναγόμενη με τη συνδρομή συγκεκριμένων προϋποθέσεων. Ειδικότερα, απαιτείται άσκηση από μέρους των πελατών της μεταποιητικής δραστηριότητας σύμφωνα με τον Κώδικα και Λεξικό Ταξινομήσεως των Κλάδων Οικονομικής Δραστηριότητας (ΣΤΑΚΟΔ - Στατιστική Ταξινόμηση των κλάδων οικονομικής δραστηριότητας), που χρησιμοποιείται από τους υπαλλήλους της εναγομένης για την ορθή ένταξη αυτών στο εφαρμοστέο τιμολόγιο.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι μέχρι το έτος 1997 η εναγομένη, για τη χορήγηση ρεύματος με βιομηχανικό τιμολόγιο, απαιτούσε την κατάθεση σ’ αυτήν από τους πελάτες της μίας απλής αίτησης, ακολουθούσε δε από τους υπαλλήλους της η διενέργεια αυτοψίας στους χώρους της κύριας δραστηριότητάς τους. Από τις 20.5.1998 και μετέπειτα όμως, τόσο για την αρχική ηλεκτροδότηση όσο και για τις περιπτώσεις επαύξησης και υπέρβασης της συμφωνημένης ισχύος, απαιτεί οι πελάτες της να της γνωστοποιήσουν την πρόθεσή τους να υπαχθούν στο βιομηχανικό τιμολόγιο προσκομίζοντας, συγχρόνως, την άδεια λειτουργίας της επιχειρήσεώς τους.

Επομένως, λόγω της εφαρμοζόμενης κατά το χρόνο εκείνο ανωτέρω τακτικής της για τη σύναψη μεταξύ των διαδίκων της προαναφερόμενης αρχικής συμβάσεως, δεν είχε προσκομιστεί από την ενάγουσα άδεια λειτουργίας της επιχειρήσεώς της, πέραν του ότι τέτοια άδεια και ειδικότερα η υπ’ αρ. πρωτ. .../11.9.2000 εκδόθηκε για πρώτη φορά το έτος 2000.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι επειδή περί τα μέσα περίπου του έτους 2003 διαπιστώθηκε από την εναγόμενη υπέρβαση της συμφωνηθείσας ισχύος των 135 ΚVΑ στις εγκαταστάσεις της ενάγουσας, η οποία έφθασε να ανέρχεται σε 250 ΚVΑ, η πρώτη απέστειλε στη δεύτερη την προσκομιζόμενη .../19.5.2003 επιστολή της, στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε τα εξής: "1.

Σας πληροφορούμε ότι όπως διαπιστώσαμε παραλαμβάνετε από το δίκτυό μας ισχύ μεγαλύτερη των 135 ΚVΑ η οποία καθορίσθηκε σαν το ανώτατο συμφωνημένο όριο ισχύος με το από - μεταξύ μας Συμβόλαιο παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στις εγκαταστάσεις σας στη .... 3. Εάν θεωρήσουμε σα νέα ισχύ τη μέγιστη ισχύ που απορροφήθηκε από τις εγκαταστάσεις σας (σε μονάδες των 50 ΚVΑ) δηλαδή 250 ΚVΑ σας πληροφορούμε ότι η συμμετοχή σας για την επαύξηση των 115 ΚVΑ ανέρχεται σε 5.121,28 ευρώ πλέον ΦΠΑ 18%. 4.

Σημειώνουμε ότι για τη ρύθμιση της υπόψη αντισυμβατικής ενέργειάς σας είναι απαραίτητο να υπογραφεί μεταξύ μας και νέο συμβόλαιο παροχής ρεύματος και να προσκομίσετε την προβλεπόμενη από το Ν. 4483/65 υπεύθυνη δήλωση του εγκαταστάτη σας". Με την ίδια δε ως άνω επιστολή τάχθηκε προθεσμία στην ενάγουσα προς εκπλήρωση των ανωτέρω υποχρεώσεών της μέχρι τις 21.7.2003.

Η τελευταία όμως, όπως η ίδια συνομολογεί, δεν τακτοποίησε ως όφειλε τις ως άνω υποχρεώσεις της, ούτε ο νόμιμος εκπρόσωπός της ή άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο προσήλθε να υπογράψει τη νέα σύμβαση για τη χορήγηση της ως άνω αυξημένης ισχύος..., η ανάγκη υπογραφής της οποίας ρητά μνημονευόταν στην πιο πάνω επιστολή.

Κατόπιν τούτων και ενόψει της ως άνω υπερβάσεως από την ενάγουσα της συμφωνηθείσας ισχύος, η εναγομένη εξέδωσε στις 14.8.2003 την προσκομιζόμενη εντολή σύνδεσης σε υπάρχουσα παροχή, με την οποία προέβη σε αύξηση της ισχύος στις εγκαταστάσεις της ενάγουσας από Νο 6 σε Νο 7. Ακολούθως δε στις 4.5.2004 η εναγομένη προέβη με πρωτοβουλία της, κυρίως για λόγους ασφάλειας, στις απαραίτητες ενέργειες για την εξασφάλιση της απαιτούμενης αυξημένης ισχύος στις εγκαταστάσεις της ενάγουσας και χρέωσε την τελευταία μέσω του λογαριασμού της με το ποσό των 5.640,18 ευρώ, που αποτελούσε την οικονομική συμμετοχή της για την προαναφερθείσα επαύξηση ισχύος.

Η ενάγουσα αποδέχθηκε την παραπάνω οικονομική συμμετοχή, προέβη σε διακανονισμό της και κατέθεσε στην εναγομένη την υπ’ αριθμ. ... 11.9.2003 εγγυητική επιστολή της ... Τράπεζας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη τιμολογούσε από τις 4.5.2004 την καταναλωθείσα από την ενάγουσα ενέργεια με τιμολόγιο γενικής χρήσης και όχι βιομηχανικό, καθώς είχε θέσει σε εκκρεμότητα την υπογραφή της νέας συμβάσεως με την ενάγουσα, με την οποία άλλωστε θα προβλέπονταν η χορήγηση σ’ αυτήν της αυξημένης ισχύος των 250 ΚVΑ και το τιμολόγιο βάσει του οποίου θα χρεωνόταν για την ενέργεια που θα κατανάλωνε, αναμένοντας την προσκόμιση από την ενάγουσα της άδειας λειτουργίας της επιχειρήσεώς της, την οποία έθετε πλέον ως απαραίτητη, κατά τα προεκτεθέντα, προϋπόθεση, για την κατάρτιση της νέας συμβάσεως

... Είναι βέβαια, αληθές ότι η ενάγουσα είχε ενημερωθεί για την ανάγκη υπογραφής νέας συμβάσεως με την ως άνω από 19.5.2003 επιστολή της εναγόμενης, πλην όμως, όπως από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενό της προκύπτει, δε γινόταν σ’ αυτήν καμία απολύτως αναφορά στην αναγκαιότητα προσκόμισης άδειας λειτουργίας της επιχείρησης, παρά μόνον της υπεύθυνης δήλωσης του εγκαταστάτη αλλά και οι οικονομικές υποχρεώσεις αυτής προς τη ΔΕΗ...

Παρά το γεγονός επομένως, ότι οι εγκαταστάσεις της ενάγουσας, μετά τις απαραίτητες αλλαγές των καλωδιώσεών της, πληρούσαν τις τεχνικές προϋποθέσεις προς κατανάλωση ρεύματος αυξημένης πλέον ισχύος, με βιομηχανικό τιμολόγιο, η εναγομένη χρέωνε αυτό με μη βιομηχανικό, καθώς ποτέ δεν καταρτίστηκε νέα σύμβαση, αν και κατά τον παραπάνω χρόνο μεταβολής της τιμολόγησης, είχε ήδη εφοδιαστεί η ενάγουσα με την απαιτούμενη, κατά τα ανωτέρω, άδεια και συγκεκριμένα τη με αρ. .../ 11.9.2000 άδεια της επιχειρήσεώς της, παρόλο που κατά την έναρξη της ηλεκτροδοτήσεως της επιχειρήσεώς της από την εναγομένη το έτος 1994, στερούνταν άδειας λειτουργίας, η οποία για πρώτη φορά εκδόθηκε στις 11.9.2000, μέχρι δε τα μέσα περίπου του έτους 2003, οπότε διαπιστώθηκε η προαναφερθείσα υπέρβαση ισχύος, δεν είχε εμφανισθεί κανένα πρόβλημα στη λειτουργία της συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων, ώστε να παραστεί οποιαδήποτε ανάγκη προσκόμισης της άδειας αυτής.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι περιοδικοί λογαριασμοί που απέστειλε η εναγομένη στην ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2004 έως το Μάιο του 2007 και τους οποίους αυτή έχει εξοφλήσει, είχαν επιβαρυνθεί λόγω της χρεώσεως των καταναλώσεων της ενάγουσας με τιμολόγιο γενικής χρήσης αντί βιομηχανικού με το συνολικό ποσό των 18.222,48 ευρώ...

Ενόψει όμως της εκ μέρους των εκπροσώπων της ενάγουσας μη υπογραφής της νέας σύμβασης αυξημένης ισχύος με την προηγούμενη προσκόμιση της άδειας λειτουργίας της επιχειρήσεώς της και το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η εναγομένη κατ’ αρχήν νομίμως προέβη στην πιο πάνω μεταβολή της τιμολόγησης των καταναλώσεων της ενάγουσας και εισέπραξε το παραπάνω ποσό ως οφειλόμενο για την παρασχεθείσα από αυτήν στην ενάγουσα ηλεκτρική ενέργεια.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη, χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, η αγωγή απορριπτέα κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την κύρια βάση της. Ερευνώντας όμως το παρόν Δικαστήριο τη νόμιμη... επικουρική βάση της, συνεκτιμά κατ’ αρχήν το γεγονός ότι η ενάγουσα επί δεκαετία σχεδόν - ως το 2003 - από τότε που συμβλήθηκε αρχικά με την εναγομένη προς παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις της, πληρώντας τους κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης ισχύοντες και απαιτούμενους όρους και προϋποθέσεις, χρεώνονταν για την κατανάλωσή τους από την τελευταία με τιμολόγιο βιομηχανικού ρεύματος, καθώς και ότι αμέσως μετά την ενημέρωσή της από αυτήν για την υπέρβαση της ισχύος της, ευθυγραμμιζόμενη προς τις απαιτήσεις της, με βάση τις υποδείξεις της, που ελάμβανε κατά τη συχνότατη, όπως ανωτέρω αποδείχθηκε, επικοινωνία και συνεννόησή της με την εναγόμενη, έσπευσε άμεσα να προβεί σε αναβάθμιση και επέκταση των καλωδιώσεων των εγκαταστάσεών της προκειμένου να πληρεί εκ νέου τις τεχνικές προδιαγραφές προς χορήγηση βιομηχανικού και πάλι ρεύματος, ενώ παράλληλα ρύθμισε στο έπακρο τις μέχρι τότε οικονομικές της υποχρεώσεις από την πιο πάνω επαύξηση της ισχύος του ρεύματος εκ μέρους της με έντοκο διακανονισμό σε μηνιαίες δόσεις, που εξόφλησε, όπως συνομολογείται, με παράλληλη καταβολή προκαταβολής και χορήγηση εγγυητικής επιστολής, ότι παρά τα ανωτέρω η εναγομένη, ζητώντας εγγράφως την κατάρτιση νέας σύμβασης δεν την ενημέρωσε παράλληλα - εγγράφως και πάλι ούτε όμως και προφορικά - για την ανάγκη προσκόμισης άδειας λειτουργίας της επιχείρησης, ως απαραίτητο πλέον έγγραφο για την κατάρτιση, αρκούμενη στην τυπική παράθεση των δικαιωμάτων της ιδίας από τη χορήγηση εκ μέρους της ηλεκτρικού ρεύματος στην καταναλώτρια ενάγουσα, με αποτέλεσμα ευλόγως αυτή να θεωρεί ότι, πληρώντας πλέον τις τεχνικές προδιαγραφές, συνέχιζε να χρεώνεται με το βιομηχανικό τιμολόγιο, ενώ δικαιολογημένα δεν αντιλήφθηκε ότι συνέβαινε το αντίθετο, διότι ούτως ή άλλως οι λογαριασμοί κατανάλωσης ρεύματος που ελάμβανε τακτικά ήταν διογκωμένοι δεδομένων των μεγάλων αναγκών σε κατανάλωση που είχε η επιχείρησή της κατ’ εκείνο το χρόνο αφενός αλλά και του γεγονότος, ότι σ’ αυτούς εμπεριέχονταν και οι ρυθμισμένες μηνιαίες δόσεις του προαναφερόμενου διακανονισμού.

Λαμβάνοντας επίσης υπόψη το γεγονός ότι μόλις έγινε αντιληπτή από την ενάγουσα η κατά τα ανωτέρω επιβάρυνση των λογαριασμών κατανάλωσης ρεύματος επί τριετία σχεδόν, αυτή έσπευσε στην εναγομένη προς παροχή διευκρινίσεων και συναντώντας αφενός την ακαμψία των υπηρεσιών της, σε τέτοιο βαθμό, χρειάστηκε παρέμβαση Εισαγγελέως ώστε μόνον κατόπιν εντολής του της χορηγήθηκαν όλα τα έγγραφα του φακέλου της μόλις το Σεπτέμβριο του 2007, αφετέρου δε προέβη άμεσα στην κατάρτιση της νέας σύμβασης, αφού πληρούσε ήδη από το 2003 όλες τις απαραίτητες τεχνικές και οικονομικές προδιαγραφές, προσκομίζοντας παράλληλα την άδεια λειτουργίας, που όπως αποδείχθηκε κατείχε από το έτος 2000, πληρώντας επί πλέον και την τυπική αυτή προϋπόθεση ενώ σε κάθε περίπτωση έχοντας ενημερωθεί σχετικά, θα μπορούσε να εφοδιαστεί και να προσκομίσει νέα άδεια υπό την επωνυμία, που είχε μετά την τροποποίησή της κατά την 28-12-2004 το παρόν Δικαστήριο, άγεται στην κρίση ότι η άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης να έχει εισπράξει το επί πλέον ποσό των 18.222,48 Ε ως διαφορά στη χρέωση κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος και η άρνησή της να το αποδώσει στην ενάγουσα υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματός της, καθώς (κρίνεται) ότι το νόμιμο κατ’ αρχήν δικαίωμά της ασκείται καταχρηστικά.

Και τούτο διότι λόγω της πραγματικής κατάστασης που κατά τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, από τη διαπίστωση της αυξημένης κατανάλωσης (2003) ως τη διαπίστωση της χρέωσης με το μη βιομηχανικό τιμολόγιο αλλά και τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, με τη συμμόρφωση της ενάγουσας προς τις υποδείξεις της εναγομένης προκειμένου να δικαιούται και πάλι τη χρέωση με βιομηχανικό τιμολόγιο αλλά και την όλη συμπεριφορά της τελευταίας καθίσταται μη ανεκτή η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματός της, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες, για την υπόχρεη ενάγουσα, καθώς είχε δημιουργηθεί σ’ αυτήν, από τη συμπεριφορά της εναγομένης, σε συνάρτηση με εκείνη της ενάγουσας και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι η εναγόμενη δικαιούχος θα συνεχίσει πλέον να τη χρεώνει με το βιομηχανικό τιμολόγιο.

Πρέπει δε να τονιστεί ότι η ανωτέρω συμπεριφορά της ενάγουσας και η δημιουργηθείσα κατάσταση που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για αυτήν επιπτώσεις, καθώς χρεώθηκε με το προαναφερόμενο επί πλέον ποσό, τελούν σε ουσιώδη σχέση με την όλη προηγούμενη συμπεριφορά της εναγομένης, που εκτενώς αναφέρθηκε.

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, η άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης είναι καταχρηστική, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, αλλά και του άρθρου 288 αυτού, που λειτουργεί ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα και ως διορθωτική αυτών και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, που μετά την υπογραφή της αρχικής συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων, μετεβλήθησαν οι προϋποθέσεις κατάρτισης νέας σύμβασης και απαιτείτο πλέον η προσκόμιση και άδειας λειτουργίας της επιχείρησης της ενάγουσας, την οποία αν και κατείχε αυτή, δεν προσεκόμισε από άγνοια και πλημμελή ενημέρωσή της από την εναγομένη, με αποτέλεσμα, να μην ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο εκπλήρωσης της υποχρέωσης της ενάγουσας.

Για τους λόγους αυτούς πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδώσει το πιο πάνω ποσό στην ενάγουσα, νομιμότοκα από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής... Συνακόλουθα, απορριπτόμενης κατ’ ουσίαν και της ένστασης καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, διότι εφόσον η εναγομένη δεν επικαλείται ότι η ενάγουσα επί μακρόν χρόνο εν γνώσει της επιβάρυνσής της των λογαριασμών με το μη βιομηχανικό τιμολόγιο κατέβαλλε επί όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα αυτούς χωρίς να διαμαρτυρηθεί, η άσκηση της κρινομένης μετά τη διαπίστωση του γεγονότος αυτού, δεν αποδείχθηκε κατά τα ανωτέρω ότι υπερβαίνει προφανώς τα ελάχιστα όρια, που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της ενάγουσας, πρέπει να γίνει δεκτή από ουσιαστική άποψη μερικά η αγωγή κατά την επικουρική της βάση".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν είχε ερευνήσει την επικουρική βάση της αγωγής της, την έκανε δεκτή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να της καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό των 18.222,48 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ,τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, με ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειχθέντα σ’ αυτές. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά έκρινε ότι, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, ότι η αναιρεσίβλητη, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, κάλυπτε όλες τις προϋποθέσεις για την συνέχιση της χρέωσής της με το μειωμένο βιομηχανικό τιμολόγιο, αφού διέθετε την απαιτούμενη άδεια από το έτος 2000 και η μη προσκόμισή της οφειλόταν στην έλλειψη σχετικής ενημέρωσης από την αναιρεσείουσα, ότι είχε εγκαίρως προσαρμόσει τις καλωδιώσεις της και δικαιολογημένα δεν είχε αντιληφθεί την αυξημένη χρέωσή της, καθιστά αντίθετη στην συναλλακτική καλή πίστη την, λόγω μόνο της μη υπογραφής της απαιτούμενης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, τιμολόγησή της, με το αυξημένο τιμολόγιο γενικής χρήσης από την αναιρεσείουσα.

Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η τελευταία, με τον πρώτο (υπό στοιχείο 1.2) λόγο αναίρεσής της, για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, επικαλούμενη μη εκτίμηση και των ανωτέρω κριτηρίων, ως στοιχείων του πραγματικού της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, η με την κατ’ επίφαση επίκληση του ίδιου αναιρετικού λόγου επικαλούμενη αντίθετη με τις παραδοχές του Εφετείου εκτίμησή τους από την αναιρεσείουσα, είναι απαράδεκτη, αφού πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση αυτού.

Εξάλλου, με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη κρίση του Δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των προαναφερθεισών διατάξεων, που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις απαιτούμενες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις, έτσι ώστε καθίσταται ευχερής ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών.

Επομένως οι τρίτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη αιτιολογίας είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά το σκέλος τους με το οποίο προσάπτεται στο αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ανεπαρκής και αντιφατική αιτιολογία, είναι απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες ήσαν απαραίτητες και σε τι συνίστανται οι αντιφάσεις.

Επισημαίνεται ότι ως εκ περισσού, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής της αναιρεσίβλητης, εφόσον τέτοια ένσταση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των ενώπιον του Εφετείου, από 28-3-2014 προτάσεών της δεν είχε υποβληθεί. Επομένως είναι άνευ αντικειμένου η επικαλούμενη με τον πρώτο (υπό το σκέλος 1.3) λόγο της κρινόμενης αίτησης, αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με την οποία η αναιρεσείουσα πλήττει την σχετική περί της εν λόγω ένστασης παραδοχή της προσβαλλόμενης, προσάπτοντάς της σχετικώς, εσφαλμένη εκτίμηση της κρίσης της ως προς την προηγηθείσα συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, πέραν του ότι είναι και απαράδεκτη, εφόσον συνιστά ανεπίτρεπτη αναιρετικά, επιχειρούμενη επί της ουσίας επανεκτίμηση της υπόθεσης.

Περαιτέρω, με τον πρώτο (υπό στοιχείο 1.4) λόγο αναίρεσής της η αναιρεσείουσα επικαλείται παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 2251/1994, 5 παρ. 1 και 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος και εσφαλμένη ερμηνεία αυτών, με την έννοια της παράλειψης προσφυγής από το Εφετείο στις διατάξεις του άρθρου 200 ΑΚ, διότι ενώ η ίδια λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και καθορίζει το περιεχόμενο της συναφθείσας με την αναιρεσίβλητη σύμβασης, την οποία και αποδέχθηκε (ως καταναλωτής), η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, αντιθέτως, ότι, ζητώντας (η αναιρεσείουσα) από την αναιρεσίβλητη την κατάρτιση νέας σύμβασης, δεν την ενημέρωσε παράλληλα για την ανάγκη προσκόμισης άδειας λειτουργίας της επιχείρησής της.

Ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον ουδόλως εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τι ακριβώς συνίσταται η παράβαση των άνω διατάξεων και γιατί τις ερμήνευσε εσφαλμένα το Εφετείο, ούτε και σε τι συνίσταται η εσφαλμένη μη προσφυγή στη διάταξη του άρθρου 200 ΑΚ. Πέραν αυτών, όμως, ο άνω λόγος είναι απαράδεκτος και ως αλυσιτελής, εφόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο δέχθηκε ως μη ισχύουσα την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, λόγω μη πληροφόρησης της αναιρεσίβλητης για την ανάγκη προσκομιδής της αδείας της, ισχυρισμός που δεν ανταποκρίνεται στις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, που δεχόμενο το αντίθετο, επεκύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε απορρίψει την κύρια, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, βάση.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης.

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκόμισή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 931/2014,1320/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι για την διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος δεν έλαβε υπόψη της τα εξής αποδεικτικά μέσα που είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει: 1) τις περιεχόμενες στα πρακτικά καταθέσεις των ένορκα εξετασθέντων μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, 2) την .../19-5-2003 επιστολή της, 3) το από 9-3-1994 συμβόλαιο και τους γενικούς όρους και συμφωνίες ..., 4) το περιεχόμενο του από 19-9-2009 εφετηρίου και της 20173/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 5) το περιεχόμενο των από 28-4-2014 προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, 6) το περιεχόμενο των ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προτάσεών της και 7) τις .../11.9.2000 και .../ 24.11.2006 άδειες ΝΑΘ.

Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, όσον αφορά μεν τα ανωτέρω με αριθμούς 4, 5 και 6 έγγραφα (δικόγραφο έφεσης, απόφαση πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου) διότι αυτά δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, αλλά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, κατά δε τα λοιπά, λόγω αοριστίας που απορρέει από την έλλειψη αναφοράς, α) του περιεχομένου των φερομένων ως παρά το νόμο μη ληφθέντων υπόψη ως άνω εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, β) του ισχυρισμού προς απόδειξη ή ανταπόδειξη των οποίων προσκομίσθηκαν τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και γ) των λόγων οι οποίοι καταδεικνύουν την ουσιώδη επίδραση του ισχυρισμού αυτού στην έκβαση της δίκης.

Αντιφατικοί μεταξύ τους λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι. Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας αφενός δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του κάποιο συγκεκριμένα έγγραφο, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και αφετέρου παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 579/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ίδιων προαναφερόμενων με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησής της, μαρτυρικών καταθέσεων και εγγράφων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος προεχόντως διότι είναι αντιφατικός έναντι του δεύτερου λόγου με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται την πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη των εγγράφων αυτών, πέραν του ότι τα ανωτέρω με αριθμούς 4, 5 και 6 διαδικαστικά έγγραφα, όπως και τα πρακτικά με τις καταθέσεις των μαρτύρων δεν υπόκεινται σε παραμόρφωση κατά την έννοια του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ δημιουργείται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί λόγος αναίρεσης με βάση την εν λόγω διάταξη, πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου (ΑΠ 812/2011). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με ειδικότερη αιτίαση του τρίτου λόγου της αίτησής της, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη, αλλά και ότι το νόμιμο, κατ’ αρχήν δικαίωμά της ασκείται καταχρηστικά. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί η αποδιδόμενη πλημμέλεια (εκτός του ότι δεν υφίσταται) αποδίδεται στο σκεπτικό και όχι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος (υπό στοιχείο 1.1) λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται παραβίαση του άρθρου 111 και 532 ΚΠολΔ, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα έκρινε παραδεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης αν και η πράξη κατάθεσής της δεν έφερε υπογραφή δικηγόρου, είναι απαράδεκτος προεχόντως διότι αναφέρεται σε παράβαση διάταξης δικονομικού και όχι ουσιαστικού κανόνα δικαίου. Σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε άλλωστε προκύπτει από την επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων της αναιρεσείουσας προβολή του σχετικού ισχυρισμού (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ δεν εμπίπτει σε κάποια από τις προβλεπόμενες από την ίδια διάταξη εξαιρέσεις.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί αυτή λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Μαρτίου 2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." για αναίρεση της 1573/2014 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2017.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ