Legislator Case Law & Legislation
931/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to prove substantive appeal arguments.

Case Number 931/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's final decision regarding a civil dispute involving defamation and procedural errors. The appellants argued for the annulment based on alleged violations of civil procedure law and misinterpretation of statutes concerning the deletion of offensive phrases. The court rejected these claims because the appellants failed to demonstrate that the deleted phrases were essential to their legal claims or that they properly raised the specific procedural objections required by law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57 and 59 of the Civil Code; Articles 206, 553, 559, 562 of the Code of Civil Procedure: An appeal regarding the deletion of offensive phrases in court documents is inadmissible unless the substance of the case is challenged and the deleted phrases constitute necessary elements of the legal claim.

Keywords

AI generated
civil appeal procedure deletion of offensive phrases substantive appeal arguments procedural admissibility prejudicial question legal claim elements court costs liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 57 and 59 of the Civil Code
Articles 206, 553 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1, number 16 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 16 and Article 562, paragraph 2, letter gamma of the Code of Civil Procedure
Article 496, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 33/1996
Supreme Court Case 620/2006
Supreme Court Case 1339/1985
Supreme Court Case 1720/2009
Supreme Court Case 1002/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 931 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 931/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δ. Μ. και 2. Δ. Μ. του Ι., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Γ. του Σ., δικηγόρου, κατοίκου ... και 2 Ι. Γ. του Α., δικηγόρου, κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν αυτοπροσώπως αμφότεροι.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Σεπτεμβρίου 2003 αγωγή της αρχικώς εκκαλούσας Κ. Μ., η οποία απεβίωσε στις 4-4-2012, την δίκη της οποίας συνεχίζουν οι ήδη αναιρεσείοντες, την από 28 Σεπτεμβρίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 22 Οκτωβρίου 2003 αγωγή του δεύτερου των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1417/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 221/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8 Μαΐου 2013 αίτησή της και τους από 13 Μαΐου 2013 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 9 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων (κυρίων και προσθέτων) της αναίρεσης.

Οι αναιρεσείοντες ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, οι αναιρεσίβλητοι την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τους, παραδεκτώς, με ιδιαίτερο δικόγραφο, εντός της οριζομένης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας ασκηθέντες και προς τους αναιρεσιβλήτους επιδοθέντες, από 17-6-13 πρόσθετους λόγους (Ολ. ΑΠ 33/1996), ζητείται η αναίρεση, για τους διαλαμβανομένους στα παραπάνω δικόγραφα λόγους, της 221/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ συνάγεται ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του δικαιούται να αξιώσει: α)την άρση της προσβολής, β)την παράλειψή της στο μέλλον, γ)αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ) και δ)χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επίσης, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, για την προαναφερθείσα αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται, επιπλέον, σχετική υπαιτιότητα του προσβάλλοντος. Ακόμη, προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας κάποιου, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του, δοθέντος ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, στο δικαίωμα της προσωπικότητας περιλαμβάνεται τόσο ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, που είναι και ο πυρήνας του δικαιώματος, όσο και η ελεύθερη ανάπτυξη αυτής.

Εξάλλου, η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των ως άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο, ενώ διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης.

Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Όμως, δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά το άρθρο 361 του ΠΚ.

Αντικείμενο της προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου, θεμελιουμένη επί της ηθικής αξίας, εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'-δ' του ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ.

του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.

γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρου 367 ΠΚ), για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. του ΑΚ. Επομένως, με την κατά τα ως άνω άρση του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις (λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ), και συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 του ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.

Εξάλλου, νόμιμο καθήκον είναι εκείνο που πηγάζει από τον νόμο και παρέχει δικαίωμα στον φορέα να ενεργήσει, εντός όμως των προδιαγεγραμμένων ορίων. Ειδικότερα ο νομίμως διορισμένος δικηγόρος έχει υποχρέωση να υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και ενώπιον κάθε αρχής (άρθρο 39 ν.δ. 3026/54 περί του Κώδικα Δικηγόρων).

Επίσης, ο δικηγόρος κατά την άσκηση του λειτουργήματός του, οφείλει να εκτελεί την ανατιθέμενη εντολή ευσυνείδητα και επιμελώς (άρθρο 46 παρ. 1 του ίδιου ν.δ.) και υποχρεούται να τηρεί την προσήκουσα ευπρέπεια και μετριότητα εκφράσεων κατά τις προφορικές και έγγραφες ενέργειες του (άρθρο 48 του ιδίου ν.δ).

Ακόμη, ο δικηγόρος υποχρεούται να μην υπογράφει δικόγραφα που δεν συνετάγησαν από αυτόν ή για τα οποία δεν διασκέφθηκε προηγουμένως με το συντάκτη τους (αρθρ. 51 του ίδιου ν.δ). Έτσι, ο δικηγόρος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, υποχρεούται να ενεργεί εντός λογικών ορίων και οι πράξεις ή οι φράσεις του, να επιβάλλονται στη συγκεκριμένη περίπτωση, ιδιαίτερα, όσες φορές επιδιώκεται να καταδειχθεί η μη προσήκουσα συμπεριφορά του αντίδικου δικηγόρου.

Η χρήση φράσεων ή λέξεων, δηλωτικών μομφής ή χαρακτηρισμού μιας ενέργειας, είναι δυνατό να ελεγχθεί, αν υπερβαίνει το αναγκαίο και επιβαλλόμενο μέτρο υπεράσπισης του εντολέα (ΑΠ 285/2012, 109/2012, 488/2010, 772/2004, 788/2000). Εξάλλου κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ 1254/10, 179, 495/13).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191, 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609, 495/13).

Με τους δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος του, τρίτο, έκτο και πρώτο πρόσθετο λόγους της αναίρεσης προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες οι από το αρθ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων άρθ. 914, 361, 362, 367 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, αφενός απέρριψε με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, ως ουσιαστικά αβάσιμες τις από 6-9-2003 και 22-10-2003 αγωγές αυτών κατά των αναιρεσιβλήτων για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω των σε βάρος τους διαπραχθεισών αδικοπραξιών (συκοφαντική δυσφήμηση - ψευδής καταμήνυσης - απάτη και παράβαση καθήκοντος), δεχθείσα ως και ουσιαστικά βάσιμη την προταθείσα, προς αντίκρουσή τους, από τους αναιρεσιβλήτους, από το αρθ. 367 παρ. 1 εδαφ.

γ ΠΚ ένσταση και απορρίπτοντας την προβληθείσα απ' αυτούς (αναιρεσείοντες), προς αντίκρουσή της παραπάνω ένστασης, αντένστασης από το αρθ. 367 παρ. 2 ΠΚ και αφετέρου έκανε δεκτή, με τις ίδιες ως άνω αιτιολογίες, ως και ουσιαστικά βάσιμη την από 28-9-2003 κατ' αυτών αγωγή των αναιρεσιβλήτων για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την αναφερομένη σ' αυτήν αδικοπραξία των αναιρεσειόντων (συκοφαντική δυσφήμηση εξύβριση) απορρίπτοντας την προς απόκρουσή της προβληθείσα από αυτούς (αναιρεσείοντες) ένστασης από το αρθ. 367 παρ. 1 εδαφ.

γ ΠΚ, κατ' αποδοχή της προταθείσας προς κατάλυση αυτής (ένσταση) από το αρθρ. 367 παρ. 2 ΠΚ αντένστασης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, η τελευταία, μετ' εκτίμηση των προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε τα παρακάτω αναφορικά με τα κρίσιμα ως άνω ζητήματα: "Μεταξύ, αφενός της Κ.

Μ. και του συζύγου και πληρεξούσιου δικηγόρου της Δ. Μ., αφετέρου δε της Α. Λ. (ήδη αποβιώσασας αδελφής της Κ. Μ.) και των πληρεξουσίων δικηγόρων της Α. Γ. και Γ. Γ. έχει δημιουργηθεί ιδιαιτέρας εκτάσεως δικαστική διένεξη, με την υποβολή εκατέρωθεν μεγάλου αριθμού ενδίκων βοηθημάτων, η οποία αφορά, κυρίως, την περιουσία της Μ.

χήρας Α. Β. (αδελφής της Κ. Μ. και της Α. Λ.), η οποία ήδη απεβίωσε, καθώς και τη γνησιότητα των από 10-2-2002 και από 22-11-2004 ιδιόγραφων διαθηκών της Μ. χήρας Α. Β. και της Α. Λ., αντιστοίχως. Στα πλαίσια της αντιδικίας αυτής, στις 18-2-2003, ο Α. Γ., ενεργώντας ως πληρεξούσιος δικηγόρος της Α. Λ., η οποία ήδη απεβίωσε (στις 27-2-2005), κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά της Κ.

συζύγου Δ. Μ. την από 17-2-2003 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1402/18-2-2003 αίτηση περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, την οποία υπέγραφε ο προαναφερθείς δικηγόρος και η ίδια ως άνω εντολέας του. Με την αίτηση αυτή, η αιτούσα (Α. Λ.) ζητούσε να της παρασχεθεί η άδεια να προβεί στο άνοιγμα της με αριθμό … θυρίδας του Υποκαταστήματος Πεύκης Αττικής της τράπεζας με την επωνυμία "ALPHA BANK", παρουσία συμβολαιογράφου, προκειμένου να απογραφούν τα εντός αυτής ευρεθησόμενα αντικείμενα, ακόμα αιτήθηκε την άδεια μεταφοράς της θυρίδας αυτής στο νέο κατάστημα της ίδιας τράπεζας στην Πεύκη Αττικής και να υποχρεωθεί η καθής η αίτηση (Κ.

Μ.) να της παραδώσει το ένα εκ των κλειδιών της θυρίδας που αυτή κατείχε. Της θυρίδας αυτής δικαιούχος ήταν η Μ. χήρα Α. Β., η οποία μετέπειτα απεβίωσε (στις 30-8-2003) και η οποία τότε παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Μάλιστα, για το λόγο αυτό, η αιτούσα (Α. Λ.) είχε διοριστεί προσωρινή δικαστική συμπαραστάτρια της Μ.

χήρας Α. Β., δυνάμει της με αριθμό 731/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Στην εν λόγω αίτηση, η αιτούσα ισχυριζόταν, μεταξύ άλλων, ότι το υποκατάστημα της ως άνω τράπεζας επρόκειτο να μεταφερθεί σε άλλο χώρο, και ως εκ τούτου, θα έπρεπε να μεταφερθεί και το περιεχόμενο της σχετικής θυρίδας, ότι το κλειδί της θυρίδας είχε παραδώσει η ίδια στην καθής (Κ.

Μ.), ζητούσε δε να της επιστραφεί, προκειμένου να ανοίγει η θυρίδα και να καταγραφούν τα αντικείμενα που περιείχε. Επίσης, στην αίτησή της αυτή ανέφερε ότι, στις 19-12-2001, που η Μ. χήρα Α. Β. νοσηλευόταν σοβαρά ασθενής σε ιδιωτική κλινική, συντάχθηκε ειδικό πληρεξούσιο (με αριθμό .../19-2-2001), με το οποίο η τελευταία παρέσχε στην καθής (Κ.

Μ.) και στον σύζυγο της (Δ. Μ.), την πληρεξουσιότητα, ενεργώντας για λογαριασμό της, εκτός των άλλων, να ανοίγουν θυρίδες, να κλείνουν και να ανοίγουν τραπεζικούς λογαριασμούς, και ότι το πληρεξούσιο αυτό είχε καταστεί ανενεργό, αφού η ίδια (αιτούσα) είχε μετέπειτα διοριστεί προσωρινή δικαστική συμπαραστάτρια της ασθενούς αδελφής της (Μ.

χήρα Α. Β.). Στις 12-3-2003, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, παραστάθηκε με την αιτούσα (Α. Λ.) ο έτερος των πληρεξουσίων δικηγόρων της Γ. Γ. (υιός του Α. Γ.), ο οποίος στη συνέχεια κατέθεσε το από 17-3-2003 σημείωμα (προτάσεις), με το οποίο ισχυρίστηκε, εκτός των άλλων, ότι η ως άνω θυρίδα είχε ανοιγεί μετά την εμφάνιση της ασθένειας της αδελφής των διαδίκων Μ.

χήρας Α. Β., χωρίς να έχει προβεί στο άνοιγμα αυτής η τελευταία, ούτε η αιτούσα (Α. Λ.). Επίσης, στο σημείωμα αυτό, αφού αμφισβητείτο η εγκυρότητα του προαναφερθέντος (με αριθμό .../19-12-2001) πληρεξουσίου της Μ. χήρας Α. Β. προς την καθής (Κ. Μ.) και το σύζυγο της (Δ. Μ.), αναφερόταν ότι με τη χρήση αυτού είχαν αναληφθεί από τις τράπεζες "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος" και "ALPHA BANK" μεγάλα χρηματικά ποσά από το λογαριασμό της Μ.

χήρας Α. Β.. Επιπλέον, με την κατάθεση του ως άνω σημειώματος, ο προαναφερθείς πληρεξούσιος δικηγόρος της αιτούσας (Γ. Γ.) προσκόμισε και αντίγραφα των με αριθμό 731/2003 πρακτικών συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που συντάχθηκαν κατά τη συζήτηση της από 5-6-2002 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4891/06-06-2002 αιτήσεως της Α.

Λ., η οποία είχε εισαχθεί προς εκδίκαση δια του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιά, ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, περί θέσεως της Μ. χήρας Α. Β. σε κατάσταση πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης. Στα πρακτικά αυτά περιέχονται οι κατά τη συζήτηση της ως άνω υποθέσεως διενεργηθείσες καταθέσεις, δηλαδή η ένορκη κατάθεση της Ά.

Λ. και η χωρίς όρκο εξέταση της Α. Λ. στις οποίες, μεταξύ άλλων, γινόταν αναφορά περί του ότι η Κ. σύζυγος Δ. Μ. και ο σύζυγος της είχαν ανοίξει παράνομα τραπεζικές θυρίδες και είχαν αναλάβει κοσμήματα, λίρες και μεγάλο χρηματικό ποσό από τραπεζικό λογαριασμό, των οποίων δικαιούχος ήταν Μ. χήρα Α. Β.. Επί της ως άνω αιτήσεως (των ασφαλιστικών μέτρων), εκδόθηκε η με αριθμό 2761/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως ουσιαστικώς αβάσιμη.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την αιτιολογία της ως άνω αποφάσεως, δεν προέκυψε "ότι για την μεταφορά της Τράπεζας και των θυρίδων, που έχουν οι διάφοροι δικαιούχοι, πρέπει να προηγηθεί καταγραφή του περιεχομένου αυτών, ούτε ότι ζήτησε τούτο η Τράπεζα από την αιτούσα ούτε ότι υφίσταται κίνδυνος στην περιουσία της υπό προσωρινή δικαστική συμπαράσταση τελούσας από την μεταφορά αυτή, η οποία προφανώς γίνεται με ευθύνη της Τράπεζας", ενώ περαιτέρω κρίθηκε ότι με την ως άνω με αριθμό 731/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, "δεν δίδεται αυτή η αρμοδιότητα στην αιτούσα προσωρινή συμπαραστάτιδα της Μ.

Α. Β. Β. ήτοι για άνοιγμα της θυρίδας αυτής, ενώ η καθ' ής δεν δύναται μετά την απόφαση που προεκτέθηκε, που έχει γνωστοποιηθεί στην Τράπεζα από την αιτούσα να προβή σε άνοιγμα της θυρίδας αυτής". Επίσης, με αφορμή την κατάθεση της ως άνω αιτήσεως (ασφαλιστικών μέτρων), η Κ. σύζυγος Δ. Μ. υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς την από 5-9-2003 μήνυσή της κατά των ως άνω δικηγόρων (Α.

Γ. και Γ. Γ.) και κατά της Α. Λ., την οποία επισυνάπτει στην ως άνω υπό στοιχείο α' ένδικη αγωγή της. Στη μήνυση αυτή η μηνύτρια ανέφερε ότι οι μηνυόμενοι με την υποβολή της ως άνω αιτήσεως και την κατάθεση του σημειώματος τους και των σχετικών εγγράφων, όπως προεκτέθηκε, τελέσαν εις βάρος της τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης, της ψευδούς καταμήνυσης, της απάτης στο Δικαστήριο και της παράβασης καθήκοντος.

Ειδικότερα, η ως άνω μηνύτρια (Κ. Μ.) ισχυρίσθηκε ότι οι μηνυόμενοι (Α. Γ. και Γ. Γ.), επιδιώκοντας να δημιουργήσουν έντονη και ατέρμονη δικαστική διαμάχη μεταξύ της εντολέως τους Α. Λ. από τη μια πλευρά και αυτής και του συζύγου της από την άλλη, για δικό τους όφελος, εμφάνιζαν αυτήν (μηνύτρια) ως ύποπτη τελέσεως παρανόμων πράξεων όσον αφορά το άνοιγμα της εν λόγω τραπεζικής θυρίδας και θυρίδας άλλης τράπεζας, καθώς και για την παρακράτηση του περιεχομένου τους, αλλά και εν γένει σχετικώς με ενέργειες που αφορούσαν την περιουσία της Μ.

χήρας Α. Β.. Όμως, η μήνυση αυτή, ως προς τους προαναφερθέντες δικηγόρους απορρίφθηκε ως ουσιαστικώς αβάσιμη, δυνάμει της με αριθμό 658/2004 διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς, η οποία επικυρώθηκε με τη με αριθμό 97/2004 διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε σχετική προσφυγή της μηνύτριας κατά της ως άνω διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς.

Στη συνέχεια, οι Α. Γ. και Γ. Γ. άσκησαν εναντίον της Κ. συζύγου Δ. Μ. και του συζύγου της την ως άνω υπό στοιχείο β' ένδικη αγωγή τους, λόγω της ηθικής βλάβης που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν από την εις βάρος τους άσκηση της ως άνω υπό στοιχείο α' αγωγής. Ακολούθως, ο Δ. Μ., μόλις έλαβε γνώση της ως άνω υπό στοιχείο β' αγωγής, υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς την από 22-10-2003 μήνυση του, κατά των Α.

Γ. και Γ. Γ., την οποία επισυνάπτει στην ως άνω υπό στοιχείο γ' ένδικη αγωγή του, καταμηνύοντας αυτούς για την τέλεση εις βάρος του των αξιόποινων πράξεων της συκοφαντικής δυσφήμησης, της ψευδούς καταμήνυσης και της παράβασης καθήκοντος. Ειδικότερα, ο μηνυτής (Δ. Μ.) ισχυρίσθηκε ότι οι μηνυόμενοι (Α. Γ. και Γ.

Γ.) με την υποβολή της ως άνω αιτήσεως και την κατάθεση του σημειώματος τους και των σχετικών εγγράφων, όπως προεκτέθηκε, καθώς και με την ως άνω υπό στοιχείο β' αγωγή τους, στην οποία επαναλαμβάνονται οι ίδιοι με την προαναφερθείσα αίτηση και σημείωμα ισχυρισμοί τους, προσβάλουν την τιμή και υπόληψη του, ενόψει του ότι εμφανίζουν αυτόν όχι ως απλό συντάκτη της ως άνω υπό στοιχείο α' αγωγής της συζύγου του, αλλά ως διάδικο, μαζί με εκείvη.

Βάσει της μηνύσεως αυτής του Δ. Μ., αρχικώς, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των Α. Γ. και Γ. Γ. για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού και μη και κατ' εξακολούθηση (άρθρα 45, 98, 363-362 ΠΚ), όμως, μετά τη διενέργεια σχετικής προανακρίσεως, εκδόθηκε το με αριθμό 216/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, που απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία για την ως άνω αξιόποινη πράξη εις βάρος των κατηγορουμένων (Α.

Γ. και Γ. Γ.), κατ' εφαρμογήν του άρθρου 367 παρ. 1 εδ. γ του ΠΚ, μάλιστα, ήδη, το βούλευμα αυτό έχει καταστεί αμετάκλητο (βλ. τη με αριθμό 2051/3-12-2009 βεβαίωση του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς και το με αριθ. πρωτοκ. 5743/2-12-2009 πιστοποιητικό του γραμματέα του Αρείου Πάγου).

Από τα στοιχεία που προεκτέθηκαν, όσον αφορά την ως άνω υπό στοιχείο α' αγωγή (της Κ. Μ.), αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι αυτής Α. Γ. και Γ. Γ. υπέβαλαν την εν λόγω αίτηση (ασφαλιστικών μέτρων) και το σχετικό σημείωμα, αντιστοίχως, ενεργώντας στα πλαίσια των νομίμων καθηκόντων τους ως πληρεξούσιοι δικηγόροι της εντολέως τους (αιτούσας) Α.

Λ.. Ειδικότερα, οι προαναφερθέντες δικηγόροι περιέλαβαν στο ως άνω δικόγραφο της αιτήσεως και στο σημείωμα τα σχετικά στοιχεία και περιστατικά, που είχε εκθέσει σ' αυτούς η εντολέας τους (Α. Λ.), τα οποία κατά την άποψη της ήταν αληθή, επιδιώκοντας να θεμελιώσουν τα αντίστοιχα δικαιώματά της και όχι για να βλάψουν την τιμή ή την υπόληψη της καθής η αίτηση Κ.

συζύγου Δ. Μ.. Μάλιστα, το ότι τα ως άνω εκτιθέμενα στην εν λόγω αίτηση και στο σημείωμα αποτελούν πεποιθήσεις της ίδιας της Α. Λ. αποδεικνύεται και από το ότι η τελευταία είχε αναφέρει τα σχετικά περιστατικά (δηλαδή το παράνομο άνοιγμα της ως άνω τραπεζικής θυρίδας και την ανάληψη από τράπεζες χρηματικών ποσών των οποίων δικαιούχος ήταν η Μ.

χήρα Α. Β.) κατά την εξέταση της ενώπιον διαφόρων δικαστικώv αρχών (βλ. τη με στοιχεία ΑΒΜ-Α03/1116/14-4-2003 μήνυση αυτής ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Πειραιώς και τη χωρίς όρκο κατάθεση της ίδιας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που περιλαμβάνεται στα με αριθμό 731/29-1-2003 πρακτικά συνεδρίασης του ίδιου Δικαστηρίου).

Σημειωτέον ότι, δυνάμει της με αριθμό 575/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, η Κ. Μ. και ο Δ. Μ. κρίθηκαν ένοχοι των αξιόποινων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας μάρτυρα, οι οποίες συνίστανται και στο ότι αυτοί ανέφεραν, μεταξύ άλλων, ψευδώς στη με στοιχεία ΒΜΑ 04/372 έγκληση τους κατά του Α.

Γ. ότι ο τελευταίος, ενώ ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος της Α. Λ., συνέταξε για λογαριασμό της το από 23-10-2003 υπόμνημα στο οποίο ανέγραψε, εν γνώσει του ψευδώς, ότι αυτοί (Κ. Μ. και Δ. Μ.), την 26-11-2001, ανέλαβαν παρανόμως από την τηρουμένη στην τράπεζα "ALPHA BANK" θυρίδα της Μ. Β. ομόλογα αξίας 165.000.000 δραχμών και 2.000 χρυσές λίρες Αγγλίας και ότι, την 24-12-2001, ο Δ.

Μ. ανέλαβε από το κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στην Πεύκη, από το λογαριασμό της Μ. Β., μεγάλα χρηματικά ποσά (συνολικού ύψους 89.772, 56 ευρώ) με τη χρήση του από 19-12-2001 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου. Ειδικότερα, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την εν λόγω απόφαση του, δέχθηκε ότι τα ως άνω αναφερόμενα στο από 23-10-2003 υπόμνημα της Α.

Λ., τα οποία αφορούν την Κ. Μ. και το σύζυγο της, δεν προέκυψε ότι περιλήφθησαν σ' αυτό από πρωτοβουλία του Α. Γ. ή κατόπιν προτροπής του προς την εντολέα του (Α. Λ.), με οποιοδήποτε τρόπο και μέσα, καθώς και ότι αυτός δεν είχε ιδία γνώση για τα σχετικά περιστατικά παρά μόνον η εντολέας του, ενήργησε δε αυτός καθ' υπόδειξη της τελευταίας (βλ.

σελ. 16-17 της ως άνω αποφάσεως). Επίσης, στην ως άνω αίτηση και στο σημείωμα οι προαναφερθέντες δικηγόροι δεν ανέφεραν συγκεκριμένα στοιχεία κάποιων αξιόποινων πράξεων, που τυχόν τελέσθηκαν από την καθής Κ. Μ., αλλά εξέθεσαν τον εν γένει κίνδυνο τελέσεως παράνομων πράξεων, που αφορούσαν την περιουσία της Μ.

χήρας Α. Β.. Μάλιστα, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, τα σχετικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στα εν λόγω έγγραφα (αίτηση και σημείωμα) εκτέθηκαν για τη θεμελίωση των αντίστοιχων δικαιωμάτων της αιτούσας Α. Λ., δεν προκύπτει η ύπαρξη δόλου (άμεσου) του Α. Γ. και Γ. Γ. για να προκαλέσουν την καταδίωξη της καθής η αίτηση Κ.

Μ., στοιχείο το οποίο, όπως προεκτέθηκε (στη σκέψη υπό στοιχείο II), είναι απαραίτητο για τη στοιχειοθέτηση της επικαλούμενης από την τελευταία αξιόποινης πράξεως της ψευδούς καταμηνύσεως (άρθρο 229 παρ. 1 του ΠΚ). Ακόμη, δεν προέκυψε ότι οι προαναφερθέντες δικηγόροι (Α. Γ. και Γ. Γ.) υποστήριξαν τους εν λόγω ισχυρισμούς τους, που περιλαμβάνονται στην ως άνω αίτηση και στο σημείωμα, με την εν γνώσει προσαγωγή πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων, ούτε γνησίων αλλά ανακριβών κατά το περιεχόμενο τους, δηλαδή με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση ψευδών αποδεικτικών μέσων, που απαιτείται, όπως προεκτέθηκε (στη σκέψη υπό στοιχείο

ΙΙΙ), για τη στοιχειοθέτηση του επικαλούμενου από την Κ. Μ. εγκλήματος της απάτης στο Δικαστήριο (άρθρο 386 του ΠΚ). Εξάλλου, στην προκείμενη περίπτωση, δεν στοιχειοθετείται ούτε η αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 του ΠΚ), που επικαλείται η τελευταία, γιατί, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις (υπό στοιχείο IV), για τις πλημμέλειες των δικηγόρων κατά την άσκηση των συνήθων καθηκόντων τους, βάσει της σχετικής σχέσεως εντολής, δεν προσδίδεται σ' αυτούς η ιδιότητα του υπαλλήλου.

Επίσης, τα ίδια με τα προεκτεθέντα ισχύουν και ως προς την άνω υπό στοιχείο γ' αγωγή (του Δ. Μ.), δηλαδή οι εναγόμενοι αυτής Α. Γ. και Γ. Γ., όσον αφορά την εν λόγω αίτηση (ασφαλιστικών μέτρων) και το σχετικό σημείωμα, αντιστοίχως, ενήργησαν στα πλαίσια των νομίμων καθηκόντων τους ως πληρεξούσιοι δικηγόροι της εντολέως τους (αιτούσας) Α.

Λ., και συγκεκριμένα, για την υποστήριξη των αντίστοιχων δικαιωμάτων της κατά τη διεξαγωγή της σχετικής υποθέσεως, και όχι για να βλάψουν την τιμή ή την υπόληψη του Δ. Μ.. Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, οι προαναφερθέντες δικηγόροι, στην εν λόγω δίκη περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, υπερασπίσθηκαν τα δικαιώματα της εντολέως τους (Α.

Λ.), τα οποία κατά την πεποίθηση της είχε, χωρίς να υπερβούν το αναγκαίο και επιβαλλόμενο μέτρο και σε κάθε περίπτωση οι σχετικές ενέργειες τους εγκρίθηκαν από την τελευταία. Ακόμη, όσον αφορά την επικαλούμενη από τον ενάγοντα (της υπό στοιχείο γ' αγωγής) Δ. Μ. προσβολής της προσωπικότητας του λόγω του περιεχομένου της ως άνω υπό στοιχείο β' αγωγής των Α.

Γ. και Γ. Γ., πρέπει να σημειωθεί ότι τα περιστατικά τα οποία περιλαμβάνονται σ' αυτήν και αφορούν το Δ. Μ., κρίνονται απαραίτητα για την υποστήριξη των σχετικών ισχυρισμών τους και την αντίστοιχη θεμελίωση του επικαλούμενου δικαιώματος τους, χωρίς να υπάρχει υπέρβαση του προσήκοντος μέτρου. Μάλιστα, η αναφορά στην ως άνω αγωγή (υπό στοιχείο β') περί του ότι ο Δ.

Μ. δεν είναι μόνον συντάκτης της ως άνω υπό στοιχείο α' αγωγής της συζύγου του, ως πληρεξούσιος δικηγόρος της, αλλά και ο ίδιος λαμβάνει θέση διαδίκου υιοθετώντας τις δυσμενείς ως προς τους Α. Γ. και Γ. Γ. φράσεις που περιέχονται σ' αυτήν, δεν συνιστά γεγονός κατά την έννοια του νόμου, αλλά αποτελεί αξιολογική κρίση, η οποία είναι δικονομικώς αναγκαία για τη θεμελίωση της ως άνω (υπό στοιχείο β') αγωγής τους ως προς αυτόν (Δ.

Μ.). Εξάλλου, η αναφορά στην τελευταία αγωγή (υπό στοιχείο β') περί του ότι η Α. Λ. είχε υποβάλλει εναντίον του Δ. Μ. μήνυση (με αριθμ. Α03/1116), η οποία αφορούσε το άνοιγμα της τραπεζικής θυρίδας, την οποία διατηρούσε στην "ALPHA BANK" η Μ. χήρα Α. Β., δεν αναιρεί το ότι ο Α. Γ. και ο Γ. Γ. περιέλαβαν στην αγωγή τους αυτή τα περιστατικά που ήταν αναγκαία για τη θεμελίωση του επικαλούμενου δικαιώματος τους, δηλαδή προς προστασία αυτού, ενόψει του ότι στην ως άνω υπό στοιχείο α' αγωγή της Κ.

συζύγου Δ. Μ., η οποία προηγήθηκε της δικής τους (υπό στοιχείο β') και αποτέλεσε την κύρια αιτία ασκήσεώς της, αναφερόταν η μήνυση αυτή και το σχετικό συμβάν. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, η υποβολή της εν λόγω αιτήσεως (ασφαλιστικών μέτρων) και του σημειώματος, καθώς και η άσκηση της ως άνω υπό στοιχείο β' αγωγής των Α.

Γ. και Γ. Γ., κατά το σχετικό βάσιμο ισχυρισμό (ένσταση) των τελευταίων, δηλαδή των εναγομένων των ως άνω υπό στοιχεία α' και γ' αγωγών, δεν συνιστά άδικη πράξη, αφού έγινε για την εκτέλεση των προαναφερθέντων νόμιμων καθηκόντων τους ως πληρεξουσίων δικηγόρων της Α. Λ. (ως προς την αίτηση και το σημείωμα) και για τη διαφύλαξη (προστασία) ιδίου δικαιώματός τους, και συγκεκριμένα, του επικαλούμενου στην ως άνω υπό στοιχείο β' αγωγή τους δικαιώματος της προσωπικότητας τους, χωρίς να προκύπτει η ύπαρξη υπαιτιότητας τους, με οποιαδήποτε μορφή, ως προς την επικαλούμενη προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων Κ.

Μ. και Δ. Μ., ούτε προέκυψε σκοπός εξύβρισης αυτών. Επομένως, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες (υπό στοιχείο Ι) σκέψεις, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικώς βάσιμη της σχετικής ενστάσεως (άρθρο 367 παρ. 1 εδ. γ του ΠΚ), που προέβαλαν και επαναφέρουν οι προαναφερθέντες εναγόμενοι (Α. Γ. και Γ. Γ.) και απορριπτόμενων των αντίστοιχων αντεστάσεων (άρθρο 367 παρ. 2 του ΠΚ), που κατ' εκτίμηση των ισχυρισμών τους προέβαλαν οι ενάγοντες των ως άνω υπό στοιχεία α' και γ' αγωγών Κ.

σύζυγος Δ. Μ. και Δ. Μ., δεν θεμελιώνεται η αναφερόμενη στις προαναφερθείσες αγωγές αξίωση των εναγόντων αυτών, ενόψει του ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς τους, όπως αντίθετα αλλά αβάσιμα αυτοί ισχυρίζονται. Κατά συνέπεια, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του και με την ίδια ως άνω αιτιολογία του απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμες τις ένδικες υπό στοιχεία α' και γ' αγωγές (της Κ.

συζύγου Δ. Μ. και του Δ. Μ., αντιστοίχως), δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων. Περαιτέρω, όσον αφορά την ως άνω υπό στοιχείο β' αγωγή των Α. Γ. και Γ. Γ., με αυτήν οι τελευταίοι ισχυρίζονται ότι βάσει του περιεχομένου της προασκηθείσας ως άνω υπό στοιχείο α' αγωγής της Κ. συζύγου Δ.

Μ. προκύπτει προσβολή της τιμής και υπόληψης τους, κυρίως, ως προς το ζήτημα της διεξαγωγής από αυτούς, ως πληρεξούσιων δικηγόρων της Α. Λ., της υποθέσεως που αφορά την εν λόγω από 17-2-2003 αίτηση (ασφαλιστικών μέτρων) κατά της Κ. συζύγου Δ. Μ.. Ειδικότερα, στην ως άνω υπό στοιχείο α' αγωγή (και στην επισυναπτόμενη σ' αυτή από 5-9-2003 μήνυση της ενάγουσας) αναγράφονται τα ακόλουθα: "Οι δυο πρώτοι μηνυόμενοι, δικηγόροι-πατέρας και υιός [δηλαδή ο Α.

Γ. και ο Γ. Γ.], οι οποίοι εμφανίζονται ως πληρεξούσιοι δικηγόροι της τρίτης μηνυομένης [δηλαδή της Α. Λ.], κυρίως ο πρώτος (διότι ο δεύτερος εμφανίζεται ως βοηθός και αντικαταστάτης του πρώτου), έχουν εξαπολύσει εναντίον εμού [δηλαδή της Κ. συζύγου Δ. Μ.] και του συζύγου μου δικηγόρου Αθηνών και πληρεξουσίου μου (όπου χρειάζεται), ανηλεή διωγμό, δια πρωτοφανών ψευδών μηνύσεων και συκοφαντιών, εν γνώσει των και με σκοπό να μας εκβιάσουν και να πετύχουν παράνομα οφέλη...

Στην προσπάθειά τους αυτή, να "στηρίξουν" τον άνω ψευδή διωγμό μας και τον διασυρμό της τιμής και υπολήψεως εμού και του συζύγου μου και την δημιουργία έχθρας και μίσους μεταξύ των αδελφών, εμού και της τρίτης μηνυομένης ώστε να ανοίγουν, επ' ωφελεία των, ατέρμονες αντιδικίες και δίκες μεταξύ μας, όπως και πέτυχαν, άσκησαν "ενισχυτική" των άνω προσπαθειών των, την από 17/2/2003 αίτηση της τρίτης μηνυομένης, με το ψευδές και συκοφαντικό περιεχόμενο, ότι, δήθεν, εγώ με τον σύζυγο μου, κατακρατούμε κλειδί θυρίδας (αρ. 397) Τραπέζης (Υποκαταστήματος Πεύκης 148 ALPHA BANK), μισθώτρια της οποίας ήταν η υπό προσωρινή δικαστική συμπαράσταση υπό την ανωτέρω, τελούσα, τελευταίως, εν ζωή, αδελφή μας Μ.

Β. ...". Τα προεκτεθέντα, που περιλαμβάνονται στην ως άνω υπό στοιχείο α' αγωγή, ανεξαρτήτως του εάν περιέχουν αξιολογικές κρίσεις, συνδέονται και σχετίζονται με γεγονός, το οποίο, κατά τα προαναφερθέντα, δεν είναι αληθές, δηλαδή με το ότι ο Α. Γ. και ο Γ. Γ. ενήργησαν για την πρόκληση αντιδικίας μεταξύ αφενός της Κ.

συζύγου Δ. Μ. και αφετέρου της Α. Λ., επιδιώκοντας προσωπικά οφέλη και όχι την έννομη προστασία των συμφερόντων της εντολέως τους. Επιπλέον, στην ίδια ως άνω αγωγή (υπό στοιχείο α') περιλαμβάνονται ιδιαίτερα δυσμενείς φράσεις για τον Α. Γ. και Γ. Γ. (όπως "...ανηλεή διωγμό...", "...δια πρωτοφανών ψευδών μηνύσεων και συκοφαντιών, εν γνώσει των και με σκοπό να μας εκβιάσουν και να πετύχουν παράνομα οφέλη...", "...την δημιουργία έχθρας και μίσους μεταξύ αδελφών..."), που εκδηλώνουν περιφρόνηση για το πρόσωπο τους, ώστε να συνιστούν προσβολή της προσωπικότητάς τους.

Σημειωτέον ότι η χρήση των προαναφερθεισών περιφρονητικών φράσεων κρίνεται ότι δεν ήταν αναγκαία για να καταστεί εφικτή από το Δικαστήριο η εκτίμηση των στοιχείων της σχετικής αγωγής, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες της ως άνω υπό στοιχείο Α' εφέσεως, αφού τα σχετικά περιστατικά, τα οποία αφορούν την ως άνω επικαλούμενη παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων, μπορούσαν να εκτεθούν με πληρότητα, χωρίς να περιληφθούν οι φράσεις αυτές, που όμως χρησιμοποιήθηκαν προς εξύβριση τους.

Επίσης, τα προεκτεθέντα δεν αφορούν μόνον την ενάγουσα της ως άνω υπό στοιχείο α' αγωγής, αλλά και το συντάκτη αυτής πληρεξούσιο δικηγόρο και σύζυγο της Δ. Μ., ο οποίος ανεξαρτήτως του ότι ενήργησε στα πλαίσια της σχετικής δικηγορικής εντολής, όφειλε κατά την εκτέλεση των σχετικών καθηκόντων του να τηρήσει το προσήκον μέτρο στην υπεράσπιση της εντολέως του, και να αποφύγει τη χρήση φράσεων που δεν επιβάλλονται στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, όπως προαναφέρθηκε, αυτός με τη χρήση των ως άνω φράσεων υπερέβη το αναγκαίο και επιβαλλόμενο μέτρο.

Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι, ο Δ. Μ., λόγω της στενής σχέσεως του με την εντολέα του σύζυγό του, προφανώς, είχε ιδία γνώση για τα περιστατικά που περιέλαβε στην ως άνω αγωγή (υπό στοιχείο α'). Έτσι μπορούσε να προβεί σε επιλογή των καταλλήλων και αναγκαίων εκφράσεων για την έκθεση τους και να αποφύγει τη χρήση των ως άνω περιφρονητικών φράσεων.

Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, η Κ. σύζυγος Δ. Μ. και ο Δ. Μ. με την ως άνω υπό στοιχείο α' αγωγή προσέβαλαν παρανόμως και υπαιτίως την προσωπικότητα, και συγκεκριμένα, την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων της ως άνω υπό στοιχείο β' αγωγής Α. Γ. και Γ. Γ., ενώ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη η σχετική ένσταση (άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ), περί άρσης του αδίκου χαρακτήρα της εν λόγω πράξης, που προέβαλαν και επαναφέρουν οι προαναφερθέντες εναγόμενοι, ενόψει του ότι, σε κάθε περίπτωση, από τον τρόπο της εκδήλωσης και τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε αυτή προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς στην προσβολή της τιμής των ως άνω εναγόντων, με αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου τους και περιφρόνησης τους, κατά το σχετικό βάσιμο ισχυρισμό (αντένσταση κατ' άρθρον 367 παρ.2 του ΠΚ) αυτών." Υπό τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57, 914 ΑΚ, 361, - 363, 367 ΠΚ διαλαβούσα στο σκεπτικό της πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καλύπτουν με πληρότητα το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, με αποτέλεσμα να ελέγχονται αρνητικώς οι προβαλλόμενες (από το άρθ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ) αιτιάσεις, με τους 2ο (κατά δεύτερο μέρος του) τρίτο, έκτο και πρώτο πρόσθετο λόγο.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4, 566 & 1 και 577 & 3 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι, στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 λόγο αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν ή δεν έλαβε αυτά υπόψη ενώ προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως. Τέλος, πρέπει να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στο διατακτικό (ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 58/2008).

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το αρθ. 559 αρ. 11 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο Α) δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα απ' αυτούς έγγραφα και ειδικότερα "α) την 1172/05 απόφαση του Τριμελούς Εφ. Πλημ/των Πειραιώς, β) το 229/09 βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου Πλημ/των Πειραιώς, γ) το 92/12 βούλευμα του Πενταμελούς Εφ.

Πειραιώς, δ) την 618/12 απόφαση του Πενταμελούς Εφ. Πειραιώς, ε) την 1714/11 απόφαση του Τριμελούς Εφ. Πλημ/των Πειραιώς και στ) το υπ' αριθμ. 427/12 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου με το οποίο βεβαιωνόταν ότι η 575/11 απόφαση είχε καταργηθεί με απόσυρση της υποθέσεως βάσει του ν. 4043/12" και Β) έλαβε υπόψη χωρίς σχετική νόμιμη επίκληση το από 23-10-2003 υπόμνημα που είχε καταθέσει ο πρώτος αναιρεσίβλητος για λογαριασμό της Α.

Λ. σε άλλη υπόθεση". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος λόγω αοριστίας που απορρέει από την έλλειψη αναφοράς α) του περιεχομένου των φερομένων ως παρά το νόμο μη ληφθέντων ή ληφθέντων υπόψη ως άνω εγγράφων, β) της επίκλησης της προσκομιδής αυτών και του τρόπου της γενομένης επίκλησης, γ) του ισχυρισμού προς απόδειξη ή ανταπόδειξη των οποίων προσκομίσθηκαν τα εν λόγω έγγραφα καθώς και των λόγων οι οποίοι καταδεικνύουν την ουσιώδη επίδραση του ισχυρισμού αυτού στην έκβαση της δίκης.

Ανεξάρτητα από τα παραπάνω ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αφορά στα υπό στοιχ. Α στ. και Β έγγραφα κρίνεται απορριπτέος (και) ως αβάσιμος καθόσον από την επισκόπηση των ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατατεθεισών προτάσεων των αναιρεσειόντων και της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει αφενός ότι δεν υπήρξε νόμιμη επίκληση της προσκομιδής του πρώτου από τα παραπάνω έγγραφα αφού αυτή έγινε όχι με τις προτάσεις αλλά με την προσθήκη των προτάσεων και χωρίς την επίκληση συνδρομής νομίμου γι' αυτό λόγου (ΑΠ 774/96) ανεξάρτητα του ότι οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες ισχυριζόμενοι ότι η απόφαση στην οποία αφορά αυτό "είναι άσχετη με την παρούσα υπόθεση ή δεν αφορά την επίδικη περίπτωση" συνομολογούν τη μη ουσιαστική επίδραση αυτής στην έκβαση της δίκης, και αφετέρου ότι η αναφορά της προσβαλλομένης απόφασης στο παραπάνω υπό στοιχ.

Β' έγγραφο (από 23-10-03 υπόμνημα) έγινε εξαιτίας της επίκλησης όχι αυτού τούτου του εγγράφου από κάποιον από τους διαδίκους, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, αλλά λόγω της μετ' επικλήσεως προσκομιδής από τους αναιρεσίβλητους της υπ' αριθμ. 575/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφ. Πειραιώς στο σκεπτικό αλλά και το διατακτικό της οποίας γίνεται εκτενής αναφορά στο παραπάνω υπόμνημα.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 566 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για το ορισμένο του απ' αυτήν προβλεπομένου αναιρετικού λόγου, της παραμόρφωσης, δηλαδή, του περιεχομένου νομίμως επικληθέντος και ληφθέντος υπόψη από την προσβαλλομένη απόφαση εγγράφου, απαιτείται να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο δικόγραφο α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε με αναφορά του περιεχομένου του, β) το περιεχόμενο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ώστε να καθίσταται δυνατή η σύγκριση και συνακόλουθα η κρίση περί της επικαλουμένης ή όχι παραμόρφωσης, και γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το εν λόγω έγγραφο καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης (ΑΠ 333/11, ΑΠ113/10, ΑΠ 333/09, ΑΠ 1573/06).

Κατ' ακολουθίαν αυτών οι δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, και όγδοος λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το αρθ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση της παραμόρφωσης από την προσβαλλομένη απόφαση των ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου νομίμως προσκομισθέντων εγγράφων (βουλεύματα και αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν επί συναφών μεταξύ των διαδίκων ποινικών και αστικών δικών), τα οποία αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης (ΑΠ 25/2011, ΑΠ 2060/07, ΑΠ 339/96) κρίνεται απορριπτέος ως ενδεής των απαιτουμένων για την πληρότητα της προβολής του σχετικού αναιρετικού λόγου στοιχείων, που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, αφού οι αναιρεσείοντες περιορίζονται μόνο στην ενάριθμη αναφορά της διάταξης που προβλέπει το προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο χωρίς να επικαλούνται περαιτέρω κανένα από τα προαναφερθέντα στοιχεία.

Από τη διάταξη του άρθρου 52 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι λόγοι εξαίρεσης δικαστών ορίζονται περιοριστικώς στην παραπάνω διάταξη, σ' αυτούς δε δεν περιλαμβάνεται η συμμετοχή του δικαστή στη σύνθεση του δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε απόφαση που έχει οποιαδήποτε συνάφεια προς την υπόθεση για την οποία προβάλλεται αιτίαση εξαίρεσης, του νόμου περιοριζομένου μόνο στην εξαίρεση του δικαστή ο οποίος μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη με έφεση ή αναίρεση απόφαση (ΑΠ 388/85).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθμ. 2 περ. β' και 3 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν στη σύνθεση του δικαστηρίου έλαβε μέρος δικαστής, του οποίου είχε γίνει, δεκτή η εξαίρεση, ή όταν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για εξαίρεση δικαστή, αν και, ο δικαστής αυτός, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η απόφαση, έπρεπε κατά το νομό να εξαιρεθεί.

Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς προκύπτει, ότι, για να θεμελιωθούν οι, προβλεπόμενες από αυτές αναιρετικές πλημμέλειες δεν αρκεί απλώς η συνδρομή λόγου εξαιρέσεως στο πρόσωπο του δικαστή, από αυτούς που αναφέρονται, στο άρθρο 52 του ΚΠολΔ, αλλά θα πρέπει, στη μεν περίπτωση του εδαφίου 2 περ. β' του άρθρου 559 ο δικαστής να έλαβε μέρος στη σύνθεση του δικαστηρίου, παρά το γεγονός ότι, είχε διαταχθεί η εξαίρεση αυτού, στη δε περίπτωση του εδαφίου 3 του άρθρου 559 να απορρίφθηκε όμοια αίτηση εξαιρέσεως, αν και, σύμφωνα με τα περιστατικά που δέχθηκε η απορριπτική απόφαση, ο δικαστής έπρεπε κατά το νόμο να εξαιρεθεί (ΑΠ 1121/2001).

Συνεπώς, είναι αβάσιμος, και κατά τα δύο σκέλη του, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλονται οι από το αρθ. 559 αρ. 2β και 3 ΚΠολΔ πλημμέλειες μόνο με την επίκληση ότι στη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση μετείχε, ως μέλος, ο εφέτης Ιωάννης Αποστολόπουλος, ο οποίος είχε μετάσχει στη σύνθεση του δικαστικού συμβουλίου το οποίο εξέδωσε βούλευμα συναφές προς την ένδικη υπόθεση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 176 ΚΠολΔ και 98-110, του ισχύοντος κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλομένης απόφασης, κώδικα δικηγόρων προκύπτει ότι, η καταψήφιση του ηττηθέντος διαδίκου στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αναγομένη δε σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρ. 98 Κωδ.

Δικηγ.) δεν υπόκειται στον, δια του αρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικό έλεγχο εφόσον αυτή υπερβαίνει τα από τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων οριζόμενα κατώτατα όρια (ΑΠ 613/2010). Κατ' ακολουθίαν αυτών ο έβδομος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την, από το αρθ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση, με την επίκληση ότι, η δικηγορική αμοιβή που διαλαμβάνεται στην επιδικασθείσα σε βάρος τους, ως ηττηθέντων, δικαστική δαπάνη είναι υπέρογκη, υπερβαίνουσα κατά πολύ τα οριζόμενα από το δικηγορικό κώδικα κατώτατα όρια κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 206, 553 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, οι αποφάσεις που διατάσσουν τη διαγραφή εξυβριστικών ή άλλων αναρμόστων φράσεων που περιέχονται στα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων, δεν υπόκεινται αυτοτελώς σε αναίρεση, εάν δεν προσβάλλεται και η ουσία της υπόθεσης, αλλά, και στην περίπτωση αυτή, εφόσον οι υπό διαγραφή φράσεις συνιστούν αναγκαία στοιχεία της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ενστάσεως (ΑΠ 620/2006).

Κατ' ακολουθίαν αυτών ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το αρθ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του αρθ. 206 ΚΠολΔ, δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ότι συντρέχει περίπτωση διαγραφής των διαλαμβανομένων στις πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις αυτών (αναιρεσειόντων) αναρμόστων φράσεων, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού ναι μεν η σχετική, περί διαγραφής, παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης συμπροσβάλλεται με την ουσία της υπόθεσης, δεν γίνεται όμως περαιτέρω επίκληση ότι οι διαγραφείσες φράσεις αποτελούν θεμελιωτικό στοιχείο της ένδικης αγωγής τους ή της προς απόκρουση της κατ' αυτών αγωγής των αναιρεσιβλήτων προβληθείσας ένστασης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 16 και 562 παρ. 2 γ ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του προβλεπομένου από την πρώτη από τις παραπάνω διατάξεις αναιρετικού λόγου, της κατά παράβαση δηλαδή του νόμου αποδοχής της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας δεδικασμένου απαιτείται η προβολή του σχετικού περί δεδικασμένου ισχυρισμού ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και η επίκληση της εν λόγω προβολής στο αναιρετήριο δικόγραφο (ΟλΑΠ 1339/85, ΑΠ 1720/2009, 1002/2005).

Κατ' ακολουθίαν αυτών ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την από το αρθ. 559 αρ. 16 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παράβαση του νόμου, αρνήθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου απορρέοντος από την 2761/03 απόφαση του Μονομελούς Πρωτ. Πειραιώς, κρίνεται απορριπτέος ως αόριστος αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται στο αναιρετήριο δικόγραφο, αλλά ούτε προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης και των προτάσεών τους ότι τον περί υπάρξεως δεδικασμένου σχετικό ισχυρισμό είχαν προτείνει ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προς ρευνα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, μετά των προσθέτων λόγων, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 496 §4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-5-13 και με αριθμ. κατάθ. 51/2013 αίτηση και τους από 17-6-13 και με αριθμ. κατάθ. 68/13 προσθέτους λόγους αναίρεσης της 221/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Πειραιώς Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ