Supreme Court dismisses appeal on Article 559(9) ground for adjudicating facts not requested in divorce case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final divorce judgment regarding child support and visitation. The appellant argued the lower court erred by ruling on specific financial facts that were not formally requested as separate claims. The court rejected this, holding that the court properly assessed these facts to determine the appellant's income and calculate the appropriate child support amount.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9) and 559(9)(a) of the Code of Civil Procedure; The court's decision on facts not formally requested as a separate claim is not an error under Article 559(9) if those facts are necessary to determine the scope of the main claim or to calculate the measure of relief.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1500 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1500/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Χ. του Δ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Πέτρουλα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Σ. του Γ., ατομικά και ως έχουσας την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της Ε. Χ. του Ε. και Δ. Χ. του Ε., κατοίκων …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Βασιλακοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια της ως άνω αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/5/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 2/6/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1924/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/9/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 03-09-2019 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών γονέων και τέκνων εκδοθείσα υπ` αριθ. 1924/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ` αριθμ. 58/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε μερικά αντίθετες αγωγές εκείνων για την άσκηση της επιμέλειας επί των ανηλίκων τέκνων τους, την οφειλόμενη για τα τελευταία διατροφή και για την επικοινωνία με αυτά, έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσιβλήτου αναφορικά με το κεφάλαιο διατροφής των ανήλικων τέκνων και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να προκαταβάλει διατροφή σ` αυτήν για λογαριασμό των δύο ανηλίκων τέκνων τους το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως για καθένα για χρονικό διάστημα δύο ετών από την άσκηση της αγωγής. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1 KΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Α'. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 429/ 2019).
Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από το νόμο, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1148/2019, ΑΠ 1486/2018, ΑΠ 927/2017, ΑΠ 120/2013, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).
Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης, η οποία περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 488/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1150/2011).
Β'. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 81/2020).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του KΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 19/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους κατά το σχετικό πρώτο σκέλος αυτών, προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 περ.
β` KΠολΔ., ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ο αναιρεσείων, προβάλλει, ότι ενώ πρότεινε τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και με την έφεση και τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αναφορικά με τις οικονομικές του δυνάμεις για τη διατροφή των τέκνων τους, τους ισχυρισμούς: 1) ότι από τα ετήσια εισοδήματά του, του έτους 2015, προερχόμενα από εγκατάσταση φωτοβολταϊκών και από την εκμίσθωση τριών επαγγελματικών χώρων της ιδιοκτησίας του, ανερχόμενα σε 27.855 ευρώ, δαπάνησε για φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις συνολικά 25.927 ευρώ απομένοντος υπολοίπου 1.927 ευρώ ετησίως, που αντιστοιχούν σε καθαρό μηνιαίο εισόδημα 160,00 ευρώ, 2) ότι από τα ετήσια εισοδήματά του, του έτους 2016, προερχόμενα από τις ίδιες ως άνω πηγές, ανερχόμενα σε 23.074 ευρώ, δαπάνησε για φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις συνολικά 20.413 ευρώ απομένοντος υπολοίπου 2.656 ευρώ ετησίως, που αντιστοιχούν σε καθαρό μηνιαίο εισόδημα 221,00 ευρώ, και 3) ότι αυτός συνεισέφερε στη διατροφή των τέκνων τους με την παραχώρηση σ' αυτά της επί της οδού …0 στο … οικογενειακής κατοικίας της κυριότητάς του, εντούτοις το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 KΠολΔ.
Οι άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος δεν αποτελούν "πράγματα", σύμφωνα με όσα εκτίθενται παραπάνω, αλλά προβλήθηκαν ως επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, και δη οι δύο πρώτοι προς ενίσχυση των μη γενομένων δεκτών από την προσβαλλόμενη απόφαση ισχυρισμών του περί των μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων του και περί μικρότερης αναλογίας του στη διατροφή των ανηλίκων, ο τρίτος.
Επομένως, εκ του ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα ως άνω επιχειρήματα του αναιρεσείοντος δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 KΠολΔ λόγος αναίρεσης και οι αντίθετοι από το άρθρο αυτό πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης κατά το σχετικό πρώτο σκέλος τους είναι απαράδεκτοι. Εξάλλου, οι ίδιοι ως άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος προβαλλόμενοι με τους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους κατά το δεύτερο σκέλος αυτών, υπό το πρίσμα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό τους έλεγχο.
Τούτο δε διότι, για τη θεμελίωση των λόγων αυτών, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας, οι συγκεκριμένες διατάξεις του νόμου, που φέρονται, από τον αναιρεσείοντα, ως παραβιασθείσες, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα και η επίδραση που είχε στο διατακτικό της απόφασης.
Σε κάθε δε περίπτωση τα όσα ο αναιρεσείων επικαλείται προς στοιχειοθέτηση των ως άνω εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 8 ΚΠολΔ λόγων, συνιστούν αιτιάσεις του, που, υπό το πρόσχημα της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττουν την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα πορίσματα των αποδείξεων.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 224/2018). Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγή ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 616/2020, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 590/2019, ΑΠ 268/2019, ΑΠ 927/2017).
Ήτοι δεν υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 KΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 1016/2019, ΑΠ 224/2018, ΑΠ 162/2018).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489, 1493 ΑΚ προκύπτει ότι οι γονείς, είτε υπάρχει μεταξύ τους γάμος και συμβιώνουν, είτε έχει διακοπεί η συμβίωση, είτε έχει εκδοθεί διαζύγιο, έχουν κοινή και ανάλογη με τις δυνάμεις τους υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και εάν αυτό έχει περιουσία, της οποίας όμως τα εισοδήματα ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματά του δεν αρκούν για τη διατροφή του.
Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του και περιλαμβάνει τα αναγκαία για τη συντήρηση και εν γένει εκπαίδευσή του έξοδα. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβιώσεως, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη επιτηρήσεως και εκπαιδεύσεως και την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου.
Κατέστησε δε ο νομοθέτης υπεύθυνους και τους δύο γονείς, ενόψει της ισότητας των δύο φύλλων και της αμοιβαίας υποχρέωσής τους, προς ανατροφή και εκπαίδευση του τέκνου. Για να καθοριστεί το ποσό της δικαιούμενης διατροφής αξιολογούνται κατ` αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια προσδιορίζονται οι ανάγκες του τέκνου, καθοριστικό δε στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, δηλαδή οι όροι διαβιώσεώς του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις.
Η υποχρέωση διατροφής είναι κατά κανόνα χρηματική υποχρέωση, χωρίς όμως να αποκλείεται η εκπλήρωσή της και σε είδος. Παροχές σε είδος που συνυπολογίζονται στην υποχρέωση του γονέα για διατροφή του τέκνου, είναι, μεταξύ άλλων, η συνεισφορά της οικοκυράς, η παροχή οικίας, καθώς και η παροχή προσωπικών υπηρεσιών για την ανατροφή, περιποίηση, φροντίδα και επιμέλεια του τέκνου.
Έτσι ο γονέας, που συζεί με το ανήλικο τέκνο, μπορεί, κατά τον υπολογισμό του οφειλόμενου από αυτόν ποσού διατροφής του, να συνυπολογίσει οτιδήποτε συνδέεται με την εξαιτίας της συνοίκησης πραγματική διάθεση χρημάτων για τις ανάγκες του τέκνου, όπως ενοίκιο, κατανάλωση ρεύματος, ύδατος, θέρμανσης κλπ, καθώς και άλλες προσωπικές υπηρεσίες που απορρέουν από αυτή (ΑΠ 1016/2019, ΑΠ 1612/2017, ΑΠ 1048/2015, ΑΠ 120/2013).
Στην αγωγή δεν είναι απαραίτητο να γίνεται αναφορά στις οικονομικές δυνάμεις του άλλου γονέα (δηλαδή του μη εναγομένου που συνήθως είναι ο έχων την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου),ούτε το Δικαστήριο υποχρεούται αυτεπαγγέλτως να ερευνήσει αυτές, προκειμένου να προβεί σε επιμερισμό της υποχρέωσης διατροφής του ανηλίκου μεταξύ των δύο γονέων του.
Αυτές ο εναγόμενος δικαιούται να τις επικαλεσθεί κατ' ένσταση, προκειμένου να επιτύχει τον περιορισμό της δικής του υποχρέωσης για τη διατροφή του τέκνου, κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην οικονομική δυνατότητα και στη βάση αυτής υποχρέωση συνεισφοράς του άλλου γονέα (ΑΠ 2210/2017). Η δαπάνη για την εξυπηρέτηση στεγαστικών ή καταναλωτικών δανείων δεν προαφαιρείται από τα εισοδήματα του υποχρέου, αλλά λαμβάνεται υπόψη ως επί πλέον βιοτική ανάγκη του (ΑΠ 837/2009, ΑΠ 471/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, το οποίο δίκασε αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία έκρινε αγωγές εκείνων για την άσκηση της επιμέλειας αυτών επί των ανηλίκων τέκνων των, την οφειλομένη για τα τελευταία διατροφή και για την επικοινωνία με αυτά, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση (σχετικά με την συμβολή του εναγομένου στη διατροφή των δύο ανηλίκων τέκνων των διαδίκων) τα εξής : " Οι διάδικοι τέλεσαν, στις …, νόμιμο θρησκευτικό γάμο, στον Ιερό Ναό Αγίου … … από τον οποίο απέκτησαν δύο (2) τέκνα, την Ε.
Χ., που γεννήθηκε στις … και τον Δ. Χ., που γεννήθηκε στις 28/2/2…008. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και έχει ήδη διασπαστεί, ο δε εναγόμενος-ενάγων διαμένει ήδη εκτός της συζυγικής εστίας. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων, στερούνται εισοδημάτων από περιουσία και δεν είναι δυνατόν να εργαστούν λόγω της ανηλικότητάς τους, με αποτέλεσμα να αδυνατούν να διαθρέψουν τον εαυτό τους.
Συνεπώς, διατηρούν νόμιμη αξίωση διατροφής έναντι των γονέων τους, ανάλογα με τις οικονομικές δυνάμεις τους. Η ενάγουσα-εναγομένη μητέρα των ανηλίκων κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής δεν εργάζονταν. Η ίδια εργαζόταν μέχρι το 2005 ως ιδιωτική υπάλληλος, έκτοτε απασχολήθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου και στη συνέχεια με την ανατροφή των τέκνων της.
Διαθέτει ακίνητη περιουσία, η οποία όμως είναι απρόσοδη αποτελούμενη από μία οικία επιφάνειας 60 τ.μ. στην …, μία οικία στην … επιφάνειας 65 τ.μ., ένα κατάστημα επί της οδού … αρ. …, στην …, επιφάνειας 25 τ.μ., ένα οικόπεδο στο …, επιφάνειας 242 τ.μ., εντός σχεδίου πόλεως και ένα αγροτεμάχιο στην …, επιφάνειας 1.100,00 τ.μ..
Συμμετέχει δε με ποσοστό 5% στην ομόρρυθμη εταιρία του συζύγου της, δίχως όμως να προκύπτει ότι έχει (ή είχε) έσοδα ως εταίρος. Η ενάγουσα διαμένει στην οικογενειακή κατοικία στο … με τα ανήλικα τέκνα της, και δεν βαρύνεται με δαπάνες μίσθωσης κατοικίας ωστόσο επιβαρύνεται με μέρος των λειτουργικών εξόδων της οικίας στην οποία διαμένει.
Η ενάγουσα δεν αποδείχτηκε ότι διαθέτει δική της τραπεζική κατάθεση ύψους 115.000,00 ευρώ, καθόσον το εν λόγω χρηματικό ποσό αποτελείται από το εφάπαξ που είχε λάβει η μητέρα της από την εργασία της, σε συνδυασμό με τις αποταμιεύσεις της τελευταίας ούτε ότι είχε αναλάβει το ποσό των 20.000,00 ευρώ από το χρηματοκιβώτιο της οικογενειακής κατοικίας και ότι το ιδιοποιήθηκε, μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης.
Άλλη περιουσία ή εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει, ούτε βαρύνεται με την υποχρέωση διατροφής άλλου προσώπου. Επίσης, επιμελείται για την ανατροφή των τέκνων της και παρέχει σε αυτά κάθε είδους οικιακή εξυπηρέτηση και φροντίδα ή άλλες υπηρεσίες, που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας συνδέονται με τη συνοίκηση και είναι αποτιμητές σε χρήμα.
Περαιτέρω ο ενάγων-εναγόμενος είναι εργολάβος κατασκευής οικοδομών και μετά τη συνταξιοδότηση του πατέρα του (με τον οποίο συνεργαζόταν στο ίδιο αντικείμενο), συνέστησε ομόρρυθμη εταιρία με τη μητέρα του, με την επωνυμία "Ε. Χ. και ΣΙΑ Ο.Ε.", ενώ μετά τη συνταξιοδότηση της μητέρας του υπεισήλθε στην εταιρία με ποσοστό συμμετοχής 5%, η ενάγουσα σύζυγός του.
Για το φορολογικό έτος 2015 δήλωσε ως εισοδήματα που απαλλάσσονται από το φόρο ή φορολογούνται με ειδικό τρόπο, το ποσό των 6.000,00 ευρώ και ως ακαθάριστο εισόδημα από εκμίσθωση καταστημάτων, γραφείων και αποθηκών το ποσό των 21.855,00 ευρώ. Για το φορολογικό έτος 2014 δήλωσε, αντίστοιχα, τα ποσά των 6.000,00 ευρώ και 27.449,50 ευρώ, ενώ για το οικονομικό έτος 2014 δήλωσε, αντίστοιχα, το ποσό των 7.933,59 ευρώ και το ποσό των 35.158,00 ευρώ, καθώς και το ποσό των 1.776,00 ευρώ ως τόκους καταθέσεων ημεδαπής.
Ο ίδιος διαθέτει ακίνητη περιουσία και ειδικότερα: α) ισόγεια επαγγελματική στέγη στον … (οδ. … αρ. …), επιφάνειας 234,84 τ.μ., με αποθήκη στο υπόγειο, επιφάνειας 242, 40 τ.μ., β) επαγγελματική στέγη πρώτου ορόφου στο … (οδ. … αρ. …),επιφάνειας 250,40 τ.μ., γ) επαγγελματική στέγη δευτέρου ορόφου στο Δήμο … (οδ. … αρ. …), επιφάνειας 242,37 τ.μ.
κατοικία στο Δήμο … (οδ. … αρ. …), επιφάνειας 154,51 τ.μ., με βοηθητικούς χώρους 18,65 τ.μ. και υπόγεια θέση στάθμευσης 107,54 τ.μ. , ε) τρεις (3) υπόγειες θέσεις στάθμευσης στο Δήμο … (οδ. …) , επιφάνειας 11,25 τ.μ. έκαστη και υπόγεια αποθήκη επιφάνειας 174,74 τ.μ. στ) ισόγεια επαγγελματική στέγη στο Δήμο … (οδός …), επιφάνειας 130,50 τ.μ., ζ) ισόγεια επαγγελματική στέγη στο Δήμο … (οδός …), επιφάνειας 77,60 τ.μ., η) οικόπεδο στο Δήμο … (οδ.
… ), επιφάνειας 77,60 τ.μ, η) οικόπεδο στο Δήμο … (οδ. …), επιφάνειας 187,50 τ.μ. και θ) αγροτεμάχιο στο Δήμο … (θέση …), επιφάνειας 908,39 τ.μ.. Ως μέλος της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας, με ποσοστό συμμετοχής 95%, έλαβε εργολαβικό αντάλλαγμα τα 4300/00 εξ αδιαιρέτου σε οικόπεδο εκτάσεως 651,33 τ.μ., με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σε αυτά, πλην των οριζοντίων ιδιοκτησιών που περιήλθαν στους οικοπεδούχους με αντιπαροχή, δυνάμει του με αριθμ. 13.644/2006 προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστού εξ αδιαιρέτου της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Αναστασίας Σταματιάδου- Τερζοπούλου, που βρίσκεται (το οικόπεδο) στο … και περιβάλλεται από τη Λεωφόρο …, ανώνυμη οδό, Λεωφόρο … και πεζόδρομο.
Επίσης, ανέλαβε, δυνάμει του με αριθμ. … προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστού εξ αδιαιρέτου της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Αναστασίας Σταματιάδου-Τερζοπούλου, την οικοδόμηση στο όνομα της άνω ομόρρυθμης εταιρείας του, με το σύστημα της αντιπαροχής, πολυώροφης οικοδομής σε οικόπεδο εκτάσεως 366,900 τ.μ. (ιδιοκτησίας του πατέρα του.
Δ. Χ.), που βρίσκεται στη ... (οδ. … αρ. …), με εργολαβικό αντάλλαγμα τη μεταβίβαση στην εταιρεία ή σε τρίτους τα 474,25ο/00 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο, που αντιστοιχούν στις οριζόντιες ιδιοκτησίες που θα οικοδομηθούν, πλην αυτών που θα περιέλθουν στον οικοπεδούχο πατέρα του, ως αντιπαροχή, δίχως όμως να αποδειχτεί ότι στην ως άνω οικοδομή έχει πωληθεί κάποια οριζόντια ιδιοκτησία, μέχρι σήμερα.
Αποδείχτηκε ότι τα μοναδικά εισοδήματα του εναγομένου-ενάγοντος, από τα ακίνητα που διαθέτει προέρχονται από την εκμίσθωση τριών (3) επαγγελματικών χώρων στο …, καθώς και από το πρόγραμμα των φωτοβολταϊκών. Διαμένει στην οικία των γονέων του, ήτοι δεν βαρύνεται με δαπάνες μίσθωσης κατοικίας, επιβαρύνεται όμως με μέρος των λειτουργικών δαπανών της εν λόγω οικίας.
Είναι συνδικαιούχος σε τραπεζικές καταθέσεις ύψους 360.000, 00 ευρώ της Τράπεζας Κύπρου, της Τράπεζας Πειραιώς και της Τράπεζας Eurobank Ergasias χωρίς να προκύπτει ότι πρόκειται η αποκλειστικά για δικά του χρήματα, καθόσον στους εν λόγω τραπεζικούς λογαριασμούς των ανωτέρω Τραπεζών, όπου τηρούνται τα παραπάνω χρηματικά ποσά, αναφέρονται ως συνταξιούχοι οι γονείς του.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι διέθετε, κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2016 έως και 30/6/2016 μετοχές συνολικής αξίας 337,40 ευρώ. Άλλη περιουσία ή εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει, ούτε βαρύνεται με την υποχρέωση διατροφής άλλου προσώπου. Περαιτέρω τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, φοιτούν σε Δημόσιο Σχολείο.
Οι δαπάνες διαβίωσής τους είναι οι συνήθεις των παιδιών της ηλικίας τους και της αυτής οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως των γονέων τους. Με βάση λοιπόν τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες των γονέων των ανηλίκων η κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ανάλογη διατροφή, η οποία προσδιορίζεται από τις ανάγκες τους, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής τους και περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα για τη διατροφή, ψυχαγωγία, υπόδηση, ένδυση, δαπάνες διαμονής και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη προσδιορίζονται στο ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως για το καθένα από αυτά.
Στο ποσό αυτό συνυπολογίζεται και η παροχή προσωπικής εργασίας και της φροντίδας της ενάγουσας, υπηρεσίες οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, είναι αποτιμητές σε χρήμα όπως επίσης και η δαπάνη ηλεκτροφωτισμού, ύδρευσης, θέρμανσης. Με τα δεδομένα αυτά ο εναγόμενος πρέπει να μετέχει στην ανάλογη διατροφή τους, με το ποσό των 500 ευρώ για το καθένα, το οποίο είναι σε θέση να καταβάλλει, με βάση την προαναφερθείσα οικονομική του δυνατότητα και την προσωπική του κατάσταση σε συσχετισμό με την αντίστοιχη οικονομική δυνατότητα και την προσωπική κατάσταση της μητέρας, για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επομένη της επίδοσης της αγωγής της ενάγουσας, εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μήνα με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής της ενάγουσας, εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μήνα με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση της πληρωμής κάθε δόσεως μέχρι την εξόφληση.
Κατά το υπόλοιπο ποσό συμμετέχει η μητέρα των ανηλίκων με την προσφορά της προσωπικής της εργασίας και απασχόλησης για την φροντίδα και περιποίησή τους, η οποία είναι αποτιμητή σε χρήμα. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η εκκαλουμένη έσφαλε εφόσον έκρινε ότι η συνεισφορά του εκκαλούντος στο ποσό των 500 ευρώ, που εκτίμησε τις συνολικές δαπάνες διατροφής των ανηλίκων αντί του ποσού των 600 ευρώ, ανέρχεται σε 400 ευρώ αντί του ποσού των 500 ευρώ το μήνα κατά τους βάσιμους εν μέρει σχετικούς λόγους της εφέσεως της ενάγουσας.
Με βάση αυτά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε με το αναγνωρίζει την υποχρέωση του αναγομένου να καταβάλλει μικρότερο ποσό διατροφής για καθένα των ανηλίκων τέκνων του κατά παραδοχή ως βασίμων των σχετικών λόγων της έφεσης της ενάγουσας ενώ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι έφεσης του εναγομένου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η έφεση του ενάγοντος και η έφεση της ενάγουσας πρέπει να γίνει αντίθετα εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, και αφού κρατηθεί και εκδικαστεί η υπόθεση στο δικαστήριο τούτο να γίνει δεκτή η αγωγή για το ποσό των 500 ευρώ το οποίο πρέπει να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα για λογαριασμό εκάστου των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων Ε.
και Δ. Χ. ως μηνιαία διατροφή αυτών με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και επί διετία ...".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1489 εδ. β' και 1493 του ΑΚ, περιέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς τον προσδιορισμό των αναγκών σε χρήμα των δύο ανήλικων τέκνων των διαδίκων, της οικονομικής δυνατότητας του αναιρεσείοντος και του ποσού με το οποίο αυτός πρέπει να συμμετέχει στη διατροφή των εν λόγω τέκνων του.
Ειδικότερα, οι ως άνω πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, κατά την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών αναφορικά με τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα του προσδιορισμού των αναγκών σε χρήμα των ανηλίκων τέκνων και της οικονομικής δυνατότητας του αναιρεσείοντος στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και οι οποίες (παραδοχές) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το υποκείμενο σ' αυτόν ποσοστό συμμετοχής του υποχρέου αναιρεσείοντος στη διατροφή των ανηλίκων το οποίο (ποσοστό) κρίνεται ανάλογο προς τις οικονομικές δυνατότητες αυτού.
Επομένως, ο τα αντίθετα υποστηρίζων τρίτος λόγος αναίρεσης από το έρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι τον προβαλλόμενο ως άνω (από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) αναιρετικό λόγο δεν μπορεί να θεμελιώσει ούτε η επίκληση συνδρομής αντιφατικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης από τον αναιρεσείοντα, συνισταμένης στη μη αποτίμηση σε χρήμα της παρεχόμενης από αυτόν με την παραχώρηση της οικογενειακής στέγης δαπάνη διαμονής των τέκνων και στη μη αφαίρεση αυτής (δαπάνης) από το ποσό της διατροφής τους, καθόσον ο εν λόγω αναιρετικός λόγος κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος αφού οι επικαλούμενες προς θεμελίωση της προβαλλόμενης αιτίασης ως άνω ελλείψεις, δε μπορούν, ως αναφερόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, να θεμελιώσουν, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, τον προβαλλόμενο ως άνω λόγο.
IV. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες, για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ` αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 104/2021). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1132/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κρίνοντας επί του πρωτοδίκως προταθέντος και επαναφερθέντος ενώπιόν του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος εκ μέρους της ενάγουσας αναφορικά με τη διατροφή των ανήλικων τέκνων τους, με δύο σκέλη, ήτοι : α) ότι η ενάγουσα δεν έκανε καμία προσπάθεια προκειμένου να ανεύρει εργασία ώστε να συμβάλλει και αυτή στη διατροφή των τέκνων τους και β) ότι ουδόλως προσπάθησε να εκμεταλλευθεί την περιουσία της με την εκμίσθωση της μίας από τις δύο εξοχικές της κατοικίες αποκομίζοντας ένα ικανοποιητικό εισόδημα, τον απέρριψε με την αιτιολογία ότι και αν ακόμη υποτεθούν αληθινά τα γεγονότα αυτά δεν θεμελιώνεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση δικαιώματος και συγκεκριμένα δέχθηκε τα ακόλουθα : "Ο εκκαλών με σχετικό λόγο έφεσής του, επαναφέρει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, που είχε παραδεκτά προβάλει και πρωτοδίκως, ισχυριζόμενος, ότι η άσκηση του τελευταίου γίνεται καθ' υπέρβαση των ακραίων αξιολογικών ορίων που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι η αντίδικος του δεν έχει κάνει καμία προσπάθεια να ανεύρει εργασία ώστε να συμβάλει και αυτή στην διατροφή των ανηλίκων τέκνων τους αλλά και καμία προσπάθεια να εκμεταλλευθεί την περιουσία της η οποία είναι ικανή να της αποφέρει ικανοποιητικό εισόδημα.
Ο ισχυρισμός, όμως αυτός, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει καταχρηστική άσκηση των αγωγικών αξιώσεων. Τα ίδια που έκρινε και η εκκαλουμένη ορθά εφάρμοσε το νόμο και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών είναι για το λόγο αυτό απορριπτέα". Με αυτήν την κρίση, το Εφετείο, δεν παρέλειψε να κρίνει επί προταθέντων "πραγμάτων" (ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ), αλλά, αντίθετα, αποφάνθηκε σχετικά, απορρίπτοντας ρητά το σχετικό ισχυρισμό ως μη νόμιμο.
Κατόπιν αυτών, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει ν` απορριφθεί ως αβάσιμος. Σε κάθε δε περίπτωση και με την παραδοχή ότι προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αρθ. 1 KΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβίασης της εν λόγω διάταξης και πάλι είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι τα ως άνω εκτιθέμενα θεμελιωτικά της εν λόγω ένστασης του εναγομένου πραγματικά περιστατικά δεν αρκούσαν για να προκαλέσουν την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ και ορθώς επομένως αυτή αξιολογήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως μη νόμιμη.
V. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. α` Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο όρος "επιδίκασε" στην παραπάνω περίπτωση νοείται υπό ευρεία έννοια, και σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε σε αίτημα έστω και με αναγνωριστική διάταξη.
Ως αίτηση θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου, που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της απόφασης, όχι όμως και εκείνη της ένστασης ή της αντένστασης ή του λόγου έφεσης και γενικά εκείνη που αναφέρεται σε κάθε άλλου είδους "πράγματα", με την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ίδιου Κώδικα (ΑΠ 567/2009, ΑΠ 941/2009).
Με τον τελευταίο κατά σειρά πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας έκρινε επί ζητήματος που δεν ζητήθηκε, ήτοι δέχθηκε ότι : "Η ενάγουσα δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει δική της τραπεζική κατάθεση ύψους ...., ούτε ότι είχε αναλάβει το ποσό των 20.000 ευρώ από το χρηματοκιβώτιο της οικογενειακής κατοικίας και ότι το ιδιοποιήθηκε μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης", ενώ ο ίδιος, που είχε ισχυριστεί τα περιστατικά αυτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο καθώς και με τον 4ο λόγο της έφεσής του, παραιτήθηκε νόμιμα ενώπιον του Εφετείου από το λόγο αυτό.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης ελέγχεται ως αβάσιμος, καθόσον με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, αφού δεν αποφάσισε με διάταξη (ή αιτιολογία με προσόντα διατακτικού) για αίτημα που δεν υποβλήθηκε. Συνακόλουθα, σε συνέπεια με την παραδοχή ότι δεν πρόκειται για αυτοτελή αίτηση κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, αλλά για επί μέρους πραγματικά περιστατικά, που μαζί με άλλα, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, προσδιορίζουν τα εισοδήματα της αναιρεσίβλητης και με βάση αυτά το μέτρο της οφειλόμενης από αυτήν ανάλογης διατροφής στα τέκνα της, θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο από τον αριθμ. 9 περ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 03-09-2019 αίτηση του Ε. Χ. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1924/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 04 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ