Legislator Case Law & Legislation
567/2009 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against labor court verdict regarding vacation pay calculation errors.

Case Number 567/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Piraeus Court of Appeal's decision regarding vacation pay disputes. The appellants argued the lower court failed to correctly calculate annual leave and sick leave allowances by using the wrong divisor for their income. The court found the lower court erred in its calculation method for the years 2001, 2002, 2004, and 2005, but upheld its ruling on the 2003 claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8)(b) and 559(9)(c) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court partially allows an appeal when a lower court fails to apply the correct mathematical formula for calculating statutory benefits, but dismisses claims where the court correctly applied the law despite procedural errors.

Keywords

AI generated
vacation pay calculation annual leave allowance sick leave benefits labor dispute appeal Code of Civil Procedure divisor error partial remittal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 178(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 567 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 567/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ... και 3) ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σαξώνη.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ Α.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Λεβέντη, Κωνσταντίνο Καλαβρό και Ανδρέα Μαμαγκάκη. Δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-3-2006 τρεις αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5500/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 968/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-3-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 30-12-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του πρώτου λόγου αναιρέσεως κατά το μέρος του κατά το οποίο αυτός κρίθηκε βάσιμος και την απόρριψη του ίδιου λόγου αναιρέσεως κατά τα υπόλοιπα μέρη του, καθώς και όλων των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Επειδή η τυχόν αοριστία του ίδιου του δικογράφου της αγωγής, ποιοτική ή ποσοτική, η αναγόμενη στην παράθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το με βάση αυτά προβαλλόμενο αίτημα, ώστε αυτό να είναι ως λογικό επακόλουθο αυτών σαφές, ελέγχεται, αντίστοιχα, ως παράβαση με βάση τους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενους λόγους αναιρέσεως.

Πάντως, ο από τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, για την από το δικαστήριο, παρά το νόμο μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό (ή λόγο εφέσεως) που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ, γ Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται η δικονομική αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας η δημιουργική αντίστοιχης εκκρεμότητας δίκης, όπως είναι και το ένδικο μέσο της εφέσεως, όχι όμως και οι λόγοι της εφέσεως, τους οποίους πρέπει, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, να περιέχει το έγγραφο της εφέσεως, η μη λήψη υπόψη των οποίων στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, έλαβε υπόψη του και δη στο σύνολό του και τον πρώτο λόγο της εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της και από αυτούς εκκληθείσας υπ' αριθ. 5500/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με τον οποίο αυτοί παραπονούνταν, εκτός άλλων, και για εσφαλμένη μη απόρριψη ως αόριστων των ενστάσεων του αναιρεσιβλήτου για εξόφληση των απαιτήσεων των αναιρεσειόντων για διαφορές αποδοχών άδειας και επιδόματος άδειας για το έτος 2003, ερεύνησε τον λόγο αυτόν εφέσεως και τελικά τον απέρριψε, όπως εκτιμάται, στο σύνολό του και δη, ως εκ του πράγματος, και κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του ως αβάσιμο, αφού δέχτηκε ότι οι ως άνω ενστάσεις ήταν ουσιαστικά βάσιμες, όπως είχε δεχτεί και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κρίση η οποία λογικώς προϋποθέτει προηγούμενη κατάφαση αναφορικά με το ορισμένο των εν λόγω ενστάσεων.

Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β ' Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το από την τελευταία διάταξη μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του. Ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του τον αμέσως πιο πάνω λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από τον αριθμό 9 περ.

γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, επειδή, ειδικότερα, κατά το λόγο αναιρέσεως, άφησε αδίκαστο το λόγο αυτόν εφέσεως κατά το σχετικό αμέσως πιο πάνω μέρος του, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι ο λόγος εφέσεως κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του δεν ερευνήθηκε, δεν ιδρύεται στην περίπτωση αυτήν ο από την προαναφερόμενη διάταξη (του άρθρου 559 αριθ. 9 περ, γ' Κ.Πολ.Δ) προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως.

2. Επειδή με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά άλλο από τα μέρη του προβάλλεται ότι το Εφετείο με το να δεχτεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων για διαφορές αποδοχών άδειας και επιδόματος άδειας για το έτος 2003 είχαν πλήρως εξοφληθεί παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 3 και 257 του ΑΚ, 3 παρ. 1 του α.ν 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και έτσι υπέπεσε στη από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή δεν χωρεί παραίτηση κατά νόμο από τις εν λόγω αξιώσεις.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορρριφθεί, προεχόντως, διότι στηρίζεται επί της εσφαλμένης πορϋποθέσεως ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι οι αναιρεσείοντες είχαν εγκύρως παραιτηθεί από τις αμέσως πιο πάνω αξιώσεις τους, πράγμα όμως που δεν αληθεύει. Δεδομένου ότι το Εφετείο τις ως άνω ενστάσεις του αναιρεσιβλήτου δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμες επειδή έκρινε ότι οι προαναφερόμενες αξιώσεις των αναιρεσειόντων είχαν πλήρως εξοφληθεί (αποσβεστεί) με καταβολή των οικείων χρηματικών ποσών κατά το άρθρο 416 του ΑΚ.

Το δε περαιτέρω αναφερόμενο στην απόφασή του ότι οι αναιρεσείοντες είχαν παραιτηθεί από την (άλλη) από 19-12-2003 αγωγή τους κατά του αναιρεσιβλήτου αναφέρθηκε, όπως εκτιμάται, όχι για στήριξη έγκυρης παραιτήσεως των αναιρεσειόντων από τις εν λόγω αξιώσεις τους, αλλ' απλώς και μόνο για ενίσχυση του αποδεικτικού του πορίσματος για απόσβεση με καταβολή των αξιώσεων αυτών. 3.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγινε δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι αναφορικά με τις ως άνω (στις προηγούμενες σκέψεις της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενες) ενστάσεις του αναιρεσιβλήτου αποδείχτηκε ότι οι ενστάσεις αυτές εξοφλήσεως των κονδυλίων για διαφορές αποδοχών άδειας και επιδομάτων άδειας για το έτος 2003 είναι ουσιαστικά βάσιμες, αφού προέκυψε ότι και οι τρεις αναιρεσείοντες ικανοποιήθηκαν πλήρως και εξοφλήθηκαν ως προς τις εν λόγω αξιώσεις τους.

Με βάση δε την παραδοχή του αυτήν δέχτηκε ότι οι σχετικές ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων για το έτος 2003 έχουν αποσβεστεί και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της ως άνω εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της και από αυτούς εκκληθείσας υπ' αριθ. 5500/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά το μέρος του με το οποίο αυτοί παραπονούνταν για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με τα εν λόγω ζητήματα.

Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο επί των ζητημάτων τούτων στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση κατά το κεφάλαιό της που αναφέρεται στις αμέσως πιο πάνω ενστάσεις του αναιρεσιβλήτου για εξόφληση με αντίστοιχες καταβολές των προαναφερόμενων ένδικων αξιώσεων των αναιρεσειόντων για διαφορές αποδοχών άδειας και επιδομάτων άδειας για το έτος 2003, εφόσον διέλαβε στην απόφασή του αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες επί των ζητημάτων αυτών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Και αυτό γιατί τα περιστατικά που δέχεται το Εφετείο αναφορικά με τα ζητήματα αυτά, δηλαδή τις ως άνω ενστάσεις του αναιρεσιβλήτου για καταβολή δεν είναι ικανά, για να ελεγχθεί να πράγματι ο αναιρεσίβλητος έχει εξοφλήσει με αντίστοιχες καταβολές τις προαναφερόμενες ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων για διαφορές αποδοχών άδειας και επιδομάτων άδειας για το έτος 2003, εφόσον δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια ειδικότερα αφενός ποιο ήταν το ύψος των απαιτήσεων αυτών καθενός από τους αναιρεσείοντες και αφετέρου το ύψος των ποσών που καταβλήθηκαν σε κάθε έναν από αυτούς για κάθε μία από τις εν λόγω απαιτήσεις του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν πράγματι οι εν λόγω (ένδικες) αξιώσεις των αναιρεσειόντων έχουν εξοφληθεί εξολοκλήρου, χωρίς να αρκεί το όλως αορίστως και ασαφώς αναφερόμενο στην απόφαση ότι και οι τρεις αναιρεσείοντες ικανοποιήθηκαν πλήρως και εξοφλήθηκαν ως προς τις διαφορές αποδοχών άδειας και επιδομάτων άδειας για το έτος 2003.

Εφόσον μόνη η παραδοχή αυτή δεν είναι ικανή για να καταστήσει εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την εκ μέρους του Εφετείου ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1 του α.ν 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, καθώς και των οικείων διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1, 27, 35 παρ. 1 στοιχεία β'και δ', 3 και 4 του ισχύ ουσιαστικού νόμου έχοντος Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 45058/7/71 της 7/22-7-1971 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως, Εμπορικής Ναυτιλίας και Εργασίας (Φ.Ε.Κ τ.

Β' 579), η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση, αλλά και της διατάξεως του άρθρου 416 του ΑΚ, που εφάρμοσε και ήταν εφαρμοστέες. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών (όπως εκτιμάται) αιτιολογιών επί των αμέσως πιο πάνω ζητημάτων, που αφορούν τις ενστάσεις του αναιρεσιβλήτου για εξολοκλήρου εξόφληση των προαναφερόμενων ένδικων αξιώσεων, αντίστοιχα, των αναιρεσειόντων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

4. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' Κ.Πολ.Δ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, όχι όμως και το περιεχόμενο των νομικών διατάξεων ή άλλων τέτοιων συναφών προς αυτές, για τις οποίες γεννάται ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση και γενικά οι ισχυρισμοί για εφαρμογή σε μια τέτοια περίπτωση ορισμένων κανόνων δικαίου, οι οποίοι εφαρμόζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ακόμη και χωρίς να έχει γίνει επίκληση αυτών.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά τον υπολογισμό των ένδικων αξιώσεων των αναιρεσειόντων για διαφορές αποδοχών άδειας και επιδομάτων άδειας για τα έτη 2001, 2002, 2004 και 2005 "αυθαιρέτως αφαίρεσε τις αναλογίες επιδομάτων Χριστουγέννων και Πάσχα από τις μηνιαίες αποδοχές τους του Απριλίου και Δεκεμβρίου κάθε έτους όταν καταβάλλονται τα αντίστοιχα δώρα, όταν οι μήνες αυτοί εμπεριέχονταν στο τελευταίο πριν την καταβολή της άδειας τρίμηνο, ενώ (οι αναιρεσείοντες) δεν τις άθροισαν και έτσι δεν εμπεριέχονταν στις αποδοχές των μηνών αυτών.

Έτσι δέχτηκε ότι οι αποδοχές....(των αναιρεσειόντων) κατά τους μήνες αυτούς ήταν μικρότερες και επιδίκασε αντίστοιχα κατά ένα μέρος τα σχετικά κονδύλια της (ένδικης) αγωγής...", υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενη πλημμέλεια, ως "λαβόν υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", ενόψει του ότι ο αναιρεσίβλητος δεν προέβαλε σχετικό ισχυρισμό και αίτημα, αφού οι αναιρεσείοντες συνυπολόγισαν όχι τα προαναφερόμενα επιδόματα στις μηνιαίες αποδοχές τους των μηνών Απριλίου και Δεκεμβρίου κάθε έτους, αλλά μόνο τις καταβληθείσες μηνιαίες αποδοχές τους, κατά τα περαιτέρω στο λόγο αυτόν αναιρέσεως σχετικώς διαλαμβανόμενα.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος στο σύνολό του, αφού δεν πρόκειται εδώ για λήψη υπόψη από το Εφετείο "πραγμάτων", κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διατάξεως, αλλά για επιτρεπόμενη αυτεπάγγελτη εφαρμογή αρμοζόντων, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε να μην ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτήν.

5. Επειδή, κατά το άρθρο 35 παρ. 1 στοιχεία β' και δ', 3 και 4 του ως άνω στην 3η σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενου Κανονισμού Εργασίας, οι αποδοχές άδειας, εκτός άλλων, και των μόνιμων εργατών του αναιρεσιβλήτου Ο.Λ.Π ισούνται με το γινόμενο των ημερών άδειας, που δικαιούται κάθε ένας, επί το βασικό ημερομίσθιο της απασχολήσεώς του.

Ως βασικό ημερομίσθιο για τον υπολογισμό των αποδοχών άδειας των μονίμων εργατών λογίζεται εκείνο της επικρατέστερης απασχολήσεως αυτών κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από τη χορήγηση της άδειας, προκειμένου δε περί των μόνιμων εργατών, που απασχολούνται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες δημητριακών και γαιανθράκων, το καθοριζόμενο για την απασχόληση αυτή βασικό ημερομίσθιο.

Με τις αποδοχές της κανονικής άδειας του εργατικού προσωπικού καταβάλλεται και το ιδιαίτερο επίδομα άδειας, όπως τούτο προβλέπεται. Οι αποδοχές άδειας, που καταβάλλονται σε όλους τους απασχολούμενους με οποιοδήποτε τρόπο σε φορτοεκφορτωτικές και λοιπές εργασίες του λιμένος εργάτες, προσαυξάνονται κατά ποσοστό 25%.

Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι οι αποδοχές άδειας των μόνιμων εργατών του αναιρεσιβλήτου Ο.Λ.Π ισούνται με το γινόμενο των ημερών άδειας, που δικαιούται κάθε ένας, επί το βασικό ημερομίσθιο της απασχολήσεώς του, ως τέτοιου λογιζομένου, για τον υπολογισμό των εν λόγω αποδοχών άδειας, εκείνου της επικρατέστερης απασχολήσεως αυτών κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από τη χορήγηση της ετήσιας κανονικής άδειας.

Το βασικό δε αυτό ημερομίσθιο εξευρίσκεται με τη διαίρεση του συνόλου όλων των αποδοχών του εργαζομένου κατά το εν λόγω τελευταίο τρίμηνο δια του αριθμού 3 (και ακολούθως δια του αριθμού 25) και όχι με τη διαίρεση δια αριθμού που προκύπτει από τις ημέρες πραγματικής απασχολήσεως του εργαζομένου κατά το χρονικό διάστημα του ως άνω τελευταίου τριμήνου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, ο μισθωτός, που απασχολείται σε οποιοδήποτε εργοδότη με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δικαιούται κάθε έτος επίδομα άδειας, το οποίο ισούται με το σύνολο των αποδοχών των ημερών άδειας, με τον περιορισμό να μη υπερβαίνει τις αποδοχές δέκα πέντε ημερών για εκείνον που αμείβεται με μηνιαίο μισθό και τις αποδοχές δέκα τριών εργασίμων ημερών για εκείνον που αμείβεται με ημερομίσθιο ή με άλλον τρόπο.

Ειδικότερα, η έννοια των συνήθων αποδοχών, επί των οποίων υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα άδειας, είναι ταυτόσημη με τις τακτικές αποδοχές, που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και είναι ίσες με εκείνες τις αποδοχές, τις οποίες θα δικαιούνταν ο μισθωτός, αν είχε απασχοληθεί κατά τον αντίστοιχο χρόνο της κανονικής άδειας αναψυχής του.

Ως τακτικές δε αποδοχές θεωρούνται ο συμβατικός ή ο νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, η οποία καταβάλλεται ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας τακτικώς ανά μήνα ή σε σταθερώς επαναλαμβανόμενα χρονικά διαστήματα. Από τη διάταξη αυτήν του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 σε συνδυασμό με τις ως άνω διατάξεις του προοαναφερόμενου Κανονισμού Εργασίας, σαφώς προκύπτει ότι το επίδομα άδειας των ίδιων πιο πάνω εργατών είναι ίσο με τις αποδοχές 13 εργασίμων ημερών με βάση ημερομίσθιο που εξευρίσκεται με τη διαίρεση του συνόλου όλων των συνυπολογιστέων κατά το νόμο αποδοχών του εργαζομένου κατά το τελευταίο πριν τη λήψη της άδειας δωδεκάμηνο (ώστε να περιληφθούν όλες οι εργοδοτικές παροχές οι οποίες καταβλήθηκαν κατά το χρονικό αυτό διάστημα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας τακτικώς ανά μήνα ή σε σταθερώς επαναλαμβανόμενα μερικότερα χρονικά διαστήματα) δια του αριθμού 12 (και ακολούθως δια του αριθμού 25) και όχι με τη διαίρεση δια αριθμού που προκύπτει από τις ημέρες πραγματικής απασχολήσεως του εργαζομένου κατά το χρονικό διάστημα του ως άνω δωδεκαμήνου.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατά λύση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση.

Όμως, όπως ήδη στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως αναφέρθηκε, ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκεμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων:

α) Κατά τον υπολογισμό των αξιώσεων καθενός από τους αναιρεσείοντες για τις διαφορές αποδοχών άδειας για τα έτη 2001, 2002, 2004 και 2005 διαίρεση το σύνολό όλων των αποδοχών τούτου, ο οποίος, όπως δέχτηκε, εργαζόταν στον αναιρεσίβλητο Ο.Λ.Π ως μόνιμος λιμενεργάτης δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από τη χορήγηση της ετήσιας κανονικής άδειάς του δια του αριθμού 3 και ακολούθως δια του αριθμού 25 και με τον τρόπο αυτόν προσδιόρισε το βασικό ημερομίσθιο της επικρατέστερης απασχολήσεως αυτού κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από τη χορήγηση της ετήσιας κανονικής άδειας αναπαύσεώς του.

Και β) κατά τον υπολογισμό των αξιώσεων καθενός από τους αναιρεσείοντες για τις διαφορές για τα επιδόματα άδειας για τα ίδια έτη προέβη στη διαίρεση του συνόλου όλων των συνυπολογιστέων κατά το νόμο αποδοχών τούτου κατά το τελευταίο πριν από τη λήψη της ετήσιας άδειας αναπαύσεώς του δωδεκάμηνο δια του αριθμού12 και ακολούθως δια του αριθμού 25 και με τον τρόπο αυτόν προσδιόρισε το μέσο ημερομίσθιο αυτού κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, το οποίο ημερομίσθιο πολλαπλασίασε επί τον αριθμό 13 και έτσι εξεύρε το επίδομα άδειας που κάθε ένας αναιρεσείων δικαιούνταν να λάβει για κάθε ένα από τα αμέσως πιο πάνω έτη.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του α.ν 539/1945, κατά την οποία κατά τη διάρκεια της άδειας αναπαύσεώς του ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα δικαιούνταν, αν απασχολούνταν στην υπόχρεη επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο ή τις αποδοχές τις τυχόν για την περίπτωση αυτήν καθορισμένες με συλλογική σύμβαση, αλλ' ούτε και την ως άνω διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966.

Και αυτό γιατί κατά τον υπολογισμό των παραπάνω αξιώσεων των αναιρεσειόντων ακολούθησε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες αρχές, εφόσον, για μεν την εξεύρεση του βασικού ημερομισθίου της επικρατέστερης απασχολήσεως καθενός από τους αναιρεσείοντες διαίρεσε το σύνολο όλων των αποδοχών τούτου, κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από τη χορήγηση της ετήσιας κανονικής άδείας του δια του αριθμού 3 (και ακολούθως δια του αριθμού 25), προσδιορίζοντας με τον τρόπο αυτόν και δη ορθά το βασικό ημερομίσθιο της επικρατέστερης απασχολήσεως αυτού κατά το εν λόγω τελευταίο τρίμηνο για κάθε ένα από τα παραπάνω έτη, για δε την εξεύρεση του επιδόματος άδειας καθενός αναιρεσιβλήτου για κάθε ένα από τα ίδια έτη προέβη στη διαίρεση του συνόλου όλων των συνυπολογιστέων κατά το νόμο αποδοχών τούτου κατά το τελευταίο πριν από τη λήψη της ετήσιας άδειας αναπαύσεώς του δωδεκάμηνο δια του αριθμού 12 και ακολούθως δια του αριθμού 25, προσδιορίζοντας με τον τρόπο αυτόν και δη ορθά το μέσο ημερομίσθιο αυτού κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, το οποίο ημερομίσθιο πολλαπλασίασε επί τον αριθμό 13.

Επομένως τόσο ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 3 παρ. 1 του α.ν 539/1945, όσο και ο τέταρτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως κατά το από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4505/1966, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, έλαβε υπόψη του τους αγωγικούς ισχυρισμούς καθενός από τους αναιρεσείοντες αφενός ότι για τον υπολογισμό των αξιώσεών του για τις διαφορές για τις αποδοχές άδειας για τα έτη 2001, 2002, 2004 και 2005 θα έπρεπε να διαιρεθεί το σύνολο όλως των αποδοχών τούτου κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από τη χορήγηση της ετήσιας κανονικής άδειάς του δια του αριθμού του συνόλου των εν λόγω μηνών της πραγματικής απασχολήσεώς του, ανάλογα με τις πραγματικές ημέρες εργασίας του κατά το εν λόγω τρίμηνο, για κάθε ένα από τα αμέσως πιο πάνω έτη και αφετέρου ότι για τον υπολογισμό των αξιώσεών του για τις διαφορές για τα επιδόματα άδειάς του για τα ίδια έτη θα έπρεπε να διαιρεθεί το σύνολό όλων των αποδοχών τούτου κατά το τελευταίο πριν από τη λήψη της ετήσιας άδειας αναπαύσεώς του δωδεκάμηνο δια του αριθμού του συνόλου των μηνών της πραγματικής απασχολήσεώς του ανάλογα με τις πραγματικές ημέρες απασχολήσεως του κατά το εν λόγω δωδεκάμηνο για κάθε ένα από τα πιο πάνω έτη.

Έστω και αν στη συνέχεια τελικά έκρινε (και ορθά) ότι κάθε ένας από τους εν λόγω αγωγικούς ισχυρισμούς ήταν κατά ένα μέρος βάσιμος, επειδή οι αμέσως πιο πάνω διαιρέσεις θα έπρεπε να γίνουν δια των αριθμών 3 και 12, αντίστοιχα, κατά τα προαναφερόμενα. Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως κατά τα υπόλοιπα από την τελευταία διάταξη, αντίστοιχα, μέρη τους, με τα οποία υποστηρίζονται, αντίστοιχα, τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

6.Επειδή, κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το μέρος του κατά το οποίο αυτός κρίθηκε βάσιμος και δη μόνο κατά το μέρος της που αφορά τις ενστάσεις του αναιρεσιβλήτου για εξολοκλήρου εξόφληση των αξιώσεων των αναιρεσειόντων για διαφορές αποδοχών άδειας και επιδομάτων άδειας για το έτος 2003. Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ πρέπει η υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χωρεί η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτήν. Το αναιρεσίβλητο, ως ηττώμενο, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, κατά το σχετικό αίτημα αυτών, κατά τα άρθρα 183 και 176 Κ.Πολ.Δ, μειωμένη όμως, λόγω της μερικής νίκης και της μερικής ήττας καθενός διαδίκου μέρους, σύμφωνα με το άρθρο 178 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2915/2001, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί μερικώς και δη μόνο κατά το στο αιτιολογικό αναφερόμενο μέρος της την υπ' αριθ. 968/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της ως προς το οποίο χώρησε η αναίρεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, το οποίο ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ