Legislator Case Law & Legislation
1498/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lease termination, ruling public entity must pay full costs.

Case Number 1498/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a lease termination dispute. The appellant, a public entity, argued that the tenant did not voluntarily vacate the premises, but the court found the documents showed the landlord explicitly requested termination upon the lease's expiration. Consequently, the court ruled the appeal was groundless and ordered the public entity to pay the full legal costs of the losing party.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; Article 28(4) of Law 2579/1998: A public legal person enjoying public immunities is not exempt from paying legal costs if its legal services are not administered by the State Legal Council, and the full amount of costs must be awarded to the opposing party.

Keywords

AI generated
public entity legal costs State Legal Council exemption lease termination dispute civil appeal dismissal public law immunities

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 28(4) of Law 2579/1998
Article 93 of the Constitution
Article 94 of the Constitution

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1498 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1498/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του Γενικού Νοσοκομείου ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κοκκονό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ι. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Μάνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2014 μη οριστική και 9/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 45/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-3-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 93 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται: "Τα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά και οργανώνονται με ειδικούς νόμους", ενώ με το άρθρο 94 ορίζεται "1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2.

Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας, μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια. 4.

Στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια μπορεί να ανατεθεί και κάθε άλλη αρμοδιότητα διοικητικής φύσης, όπως νόμος ορίζει. Στις αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνεται και η λήψη μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις. Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει".

Το Σύνταγμα, με τις διατάξεις αυτές, οργανώνει την απονομή της δικαιοσύνης με τη λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων, αντίστοιχων προς τη φύση των αναφυόμενων δικαστικών διαφορών, ως ιδιωτικών ή διοικητικών, κατά τα λοιπά, δε, αναθέτει στον κοινό νομοθέτη την υποχρέωση να θεσπίζει τους κατάλληλους δικονομικούς κανόνες για την εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών από τα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών από το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα διοικητικά δικαστήρια, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Εξαίρεση από τον κανόνα της κατανομής της δικαιοδοσίας, ανάλογα με τη φύση της διαφοράς ως ιδιωτικής ή διοικητικής, επιτρέπεται με τις τασσόμενες στο άρθρο 94 παρ. 3 του Συντάγματος προϋποθέσεις (ΑΠ 1002/2020). Το άρθρο 1 του ΚΠολΔ ορίζει, ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) Οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που ο νόμος έχει υπαγάγει σ' αυτά και γ) οι υποθέσεις δημόσιου δικαίου που ο νόμος έχει υπαγάγει σ' αυτά.

Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν 1406/1983 υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, πλην άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδ. 1), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπομένη από τη σύμβαση αυτή αξίωση.

Είναι δε η σύμβαση διοικητική, αν, αθροιστικώς, α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., β) με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό και γ) το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., είτε με βάση το κανονιστικό καθεστώς που διέπει τη σύμβαση, είτε με βάση ρήτρες που προβλέπονται κανονιστικά και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον, με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΕΔ 10/2003, ΑΕΔ 3/1999, ΑΠ 4/2018, ΑΠ 408/2010).

Περαιτέρω, οι διατάξεις του Ν 813/1978 "περί εμπορικών και ετέρων τινών κατηγοριών μισθώσεων", όπως ισχύουν μετά τη θέση σε ισχύ του Π.Δ. 34/10-2-1995, που κωδικοποίησε τις διατάξεις νόμων περί εμπορικών μισθώσεων, εφαρμόζονται και στις μισθώσεις ακινήτων, που καταρτίζονται με ΝΠΔΔ, ως εκμισθωτή, υπό την προϋπόθεση ότι οι μισθώσεις αυτές εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 αυτού (ήδη 1 και 2, 3 του ανωτέρω Π.Δ.), διότι ο Ν 813/1978, σε σχέση με τις προστατευόμενες μισθώσεις επαγγελματικής στέγης, περιέχει ρύθμιση ειδική, η οποία, ως τέτοια, επικρατεί της νομοθεσίας που αναφέρεται στη διαχείριση της περιουσίας των ΝΠΔΔ (ΑΠ 62/2019, ΑΠ 304-305/2014, ΑΠ 806/2012, ΑΠ 553/1995).

Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 4 του ΚΠολΔ. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια, δεχόμενα ότι έχουν δικαιοδοσία, επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, αλλά, με βάση το πλαίσιο που ορίζεται στο άρθρο 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2018), στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 1002/2020, ΑΠ 4/2018, ΑΠ 59/2017, ΑΠ 1296/2014, σχετ.

ΑΠ 1252/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη σύμβαση μίσθωσης κυλικείου στο Γ.Ν. Πέλλας μεταξύ του αναιρεσείοντος εκμισθωτή και του αναιρεσίβλητου μισθωτή δεν συνιστά διοικητική σύμβαση, διότι δεν συντρέχουν οι αθροιστικώς προβλεπόμενες προϋποθέσεις προς τούτο, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη.

Η δε από αυτή (τη σύμβαση μίσθωσης) διαφορά, που διέπεται από τις διατάξεις του ΠΔ 34/1995 "περί εμπορικών μισθώσεων", συνιστά διαφορά (μισθωτική) ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ενώ τη φύση της αυτή δεν επηρεάζει το γεγονός, ότι η σύμβαση καταρτίσθηκε κατόπιν διενέργειας πλειοδοτικού διαγωνισμού, όπως προβλέπει ο νόμος για τις μισθώσεις των ΝΠΔΔ.

Επομένως, το Εφετείο δεν έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων με το να κρίνει, ότι η ως άνω διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και να δικάσει και απορρίψει κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου ΝΠΔΔ κατά της υπ' αριθμ. 9/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή αποζημίωσης της άυλης εμπορικής αξίας του ενάγοντος μισθωτή λόγω λήξης της σύμβασης μίσθωσης κατόπιν δήλωσης του εκμισθωτή, ότι δεν επιθυμεί την παράτασή της μετά τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας, και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα νομιμοτόκως το ποσό των 240.000 ευρώ.

Συνακολούθως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 5, όπως υποστηρίζει το αναιρεσείον, που ερευνάται κατά προτεραιότητα, επιτρεπτά, διότι ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 91/2019, ΑΠ 1446/2018), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 52/2021, ΑΠ 125/2020, ΑΠ 303/2016).

Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Επίσης δεν υπάρχει παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο.

Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναίρεσης, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 612/2020, ΑΠ 1199/2018). Το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η ένστασή του του άρθρου 281 του ΑΚ, που είχε απορριφθεί πρωτοδίκως και την οποία επανέφερε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με λόγο έφεσης, με την οποία (ένσταση) ισχυριζόταν, ότι αφενός ο ενάγων μισθωτής αποχώρησε οικειοθελώς, χωρίς να θέσει θέμα αποζημίωσής του για την άυλη εμπορική αξία, και ότι αφετέρου το εναγόμενο αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες, που θα επιδεινωθούν αν η αγωγή γίνει δεκτή.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την κρίση του ότι είναι μη νόμιμη η ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, που πρότεινε ο εναγόμενος, και κατ' επέκταση ο συναφής λόγος της έφεσής του, ορθά ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε.

Και τούτο, διότι η τυχόν οικειοθελής αποχώρηση του μισθωτή στερεί από αυτόν το δικαίωμα αποζημίωσης για την αποκατάσταση της άυλης εμπορικής αξίας με συνέπεια την απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης και όχι ως καταχρηστικής, ενώ περαιτέρω οι οικονομικές δυσχέρειες του εναγομένου εκμισθωτή δεν καθιστούν την άσκηση της σχετικής αξίωσης αποζημίωσης του μισθωτή αντιβαίνουσα στη διάταξη του ανωτέρω άρθρου.

Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με το συναφή λόγο αναίρεσης, τα εξής περιστατικά: "Με τη με αριθμό 1/4/24-1-2001 απόφαση του ΔΣ του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο ...ς" αποφασίσθηκε η διενέργεια δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού για την εκμίσθωση ενός χώρου ιδιοκτησίας του ΝΠΔΔ, εμβαδού 14,50 τ.μ., με βοηθητικό χώρο 4,50 τ.μ..

στο ισόγειο του Νοσοκομείου προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κυλικείο. Με την υπ' αριθ. 5/9/20-3-2001 απόφασή του, το ΔΣ του Νοσοκομείου κατακύρωσε υπέρ του ενάγοντος το αποτέλεσμα του διαγωνισμού που διενεργήθηκε την 12-3-2001, καθώς ο τελευταίος αναδείχθηκε πλειοδότης του διαγωνισμού με προσφορά μηνιαίου μισθώματος 3.721.000 δρχ.

και ακολούθησε η σύναψη του από 1-4-2001 έγγραφου ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης. Ως διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε το χρονικό διάστημα από 1-4-2001 ως 31-3-2004 (τριετία), με μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 3.721.000 δρχ., πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6%. Ακολούθησε η σύναψη του από 1-4-2004 ιδιωτικού φωνητικού μίσθωσης κυλικείου, με το οποίο συμφωνήθηκε η παράταση της παραπάνω μίσθωσης μέχρι τη συμπλήρωση δωδεκαετίας, ήτοι ως την 31-3-2013, καθώς επίσης και η αναπροσαρμογή σε ποσοστό 3% κατ' έτος επί του καταβαλλόμενου μισθώματος, ανερχομένου αυτού την 1-4-2004 σε 11.247,60 ευρώ, Την 31-12-2012 ο ενάγων κατέθεσε την υπ' αριθ. 64/31-12-2012 αγωγή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς, με σκοπό τη μείωση του μισθώματος, το οποίο με την με αριθμό 29/2013 οριστική απόφαση του την έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη, καθορίζοντας το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 10.000 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου, για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την 31-3-2013.

Μετά την κατ' αυτής άσκηση έφεσης από μέρους του ΝΠΔΔ, εξεδόθη η με αριθμό 36/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας, έτσι, την πρωτόδικη απόφαση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο απέστειλε στον ενάγοντα την υπ' αριθ. 04/2569/7-3-2013 επιστολή του, στην οποία επί λέξει αναγράφεται: "ΘΕΜΑ:

Ενημέρωση για την λήξη ιδιωτικού συμφωνητικού. Σας ενημερώνουμε ότι το μεταξύ μας συναφθέν ιδιωτικό συμφωνητικό, αναφορικά με την μίσθωση του κυλικείου του Νοσοκομείου, έχει ισχύ έως 31.03.2013, οπότε και ολοκληρώνονται δώδεκα έτη μίσθωσης. Σύμφωνα με τους όρους του συμφωνητικού, σιωπηρή παράταση ή ανανέωση της διάρκειας μίσθωσης δεν επιτρέπεται.

Ως εκ τούτου από τις 01.04.2013 πρέπει να διακόψετε τη χρήση του κυλικείου του Νοσοκομείου. Παρακαλούμε για τις ενέργειές σας". Ο ενάγων απάντησε με την από 19-3-2013 και με αριθμό 5208/21-3-2013 επιστολή του, ενημερώνοντας τον εκμισθωτή ότι "[...] σας ενημερώνω ότι, επιφυλασσόμενος παντός νομίμου δικαιώματος μου, θα σας αποδώσω το μίσθιο κυλικείο την Κυριακή 31 Μαρτίου 2013 και ώρα 22.00 [...]",συντάχθηκε, δε, στη συνέχεια το με αριθμό 3929/5-4-2013 αποδεικτικό παράδοσης-παραλαβής, κατά το οποίο "βεβαιώνεται ότι στις 31-3-2013 παραδόθηκε ο χώρος του κυλικείου και το κλειδί στον Αν.

Διοικητή του Γ.Ν. Πέλλας (Νοσοκομείο ...ς)". Ας σημειωθεί, ότι την 22-3-2013 (ήτοι σε χρόνο πριν την 31-3-2013, που έληγε η μίσθωση) δημοσιεύθηκε η με αριθμό 11/2013 διακήρυξη δημόσιου ανοικτού πλειοδοτικού διαγωνισμού για την ανάδειξη αναδόχου εκμετάλλευσης του κυλικείου, στην οποία υπήρχε πρόβλεψη ότι από 30-6-2013, οπότε θα παραδίδονταν προς χρήση η νέα πτέρυγα του Νοσοκομείου, το κυλικείο μεταστεγαζόταν σε ισόγειο χώρο της νέας πτέρυγας, έκτασης 18 τ.μ. (άρθρο 14 παρ. 20 των γενικών όρων της διακήρυξης).

Ο ενάγων δεν συμμετείχε στον νέο αυτόν διαγωνισμό, θεωρώντας ασύμφορη τη ενδεχόμενη μεταστέγαση της επιχείρησής του. Ωστόσο από το προαναφερόμενο έγγραφο που απεστάλη από τον εκμισθωτή προς τον ενάγοντα, σαφώς προκύπτει ότι o εκμισθωτής δεν επιθυμούσε την ανανέωση της επίδικης σύμβασης ή την κατάρτιση νέας με τον ενάγοντα, καθώς λίγο πριν την οριστική λήξη της μίσθωσης, ενημέρωσε τον μισθωτή ότι την επομένη ημέρα της λήξης της δωδεκαετίας πρέπει να διακόψει τη χρήση του κυλικείου του Νοσοκομείου εκφράζοντας σαφώς τη βούλησή του για τη μη συνέχιση της μίσθωσης πέραν της δωδεκαετίας.

Κατόπιν αυτού δεν μπορεί από την προαναφερόμενη συμπεριφορά του εναγομένου να θεωρηθεί ότι το τελευταίο επέδειξε εμμονή στη συνέχιση της μίσθωσης με τους ίδιους όρους, έτσι ώστε η λύση αυτής και η απόδοση του μισθίου να οφείλονται σε οικειοθελή αποχώρηση του μισθωτή, αλλά, αντιθέτως, εκδηλώθηκε επιθυμία του για διακοπή αυτής κατά τη λήξη της (λόγω συμπλήρωσης της δωδεκαετίας) και για απόδοση του μισθίου, ο δε μισθωτής παρέδωσε τη χρήση αυτού, συμμορφούμενος στην αξίωση του εκμισθωτή.

Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι την 22-3-2013 δημοσιεύθηκε η με αριθμό 11/2013 διακήρυξη δημόσιου ανοικτού πλειοδοτικού διαγωνισμού για την ανάδειξη αναδόχου εκμετάλλευσης του κυλικείου, στον οποίον ο ενάγων μπορούσε, εάν το επιθυμούσε, να συμμετάσχει, διότι τούτος δεν συνιστά εμμονή του εκμισθωτή στη συνέχιση της μίσθωσης με τον ενάγοντα, αλλά διαγωνισμό για τη σύναψη νέας σύμβασης (η οποία, ενδεχομένως, δεν θα κατακυρώνονταν και πάλι στον ενάγοντα, εάν υφίσταντο καλύτερες προσφορές).

Άλλωστε, με την ως άνω προκήρυξη το εναγόμενο επεδίωκε τη μίσθωση του κυλικείου το οποίο όμως επρόκειτο να στεγασθεί σε άλλο σημείο του Νοσοκομείου, γεγονός που σε κάθε περίπτωση καταδεικνύει ότι το εναγόμενο δεν επεδίωκε τη συνέχιση της μίσθωσης με τον ενάγοντα με τους ίδιους όρους. Επιπλέον τα ανωτέρω δεν αναιρέθηκαν από τη μάρτυρα του εναγομένου που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η οποία κατέθεσε ότι ο ενάγων έφυγε οικειοθελώς εφόσον δεν κατέθεσε έγγραφο που να αιτηθεί κάτι άλλο σε απάντηση της ενημέρωσης για τη λήξη της δωδεκαετίας, καθώς δεν υπήρχε σχετική υποχρέωση του ενάγοντος, ενώ όλα τα ανωτέρω επιβεβαιώθηκαν από τον μάρτυρα του ενάγοντος, ο οποίος ήταν εργαζόμενος στο κυλικείο και ο οποίος κατέθεσε ότι έφυγαν από το κυλικείο γιατί το ζήτησε το εναγόμενο.

Μετά ταύτα, εφόσον την αποζημίωση για την αποκατάσταση της άυλης εμπορικής αξίας του μισθίου δικαιούται να αξιώσει ο μισθωτής μόνο αν ο εκμισθωτής επιδιώκει την απόδοση του μισθίου λόγω λήξης της μίσθωσης, ο εναγόμενος εκμισθωτής υπέχει υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα μισθωτή την, οριζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 60 παρ. 1 π.δ. 34/1995 (πριν από την κατάργησή του με την παρ. 3 του άρθρου 13 του Ν. 4242/2014), αποζημίωση για αποκατάσταση της άυλης εμπορικής αξίας, η οποία είναι ισόποση των 24 μηνιαίων μισθωμάτων, υπολογιζόμενη με βάση το καταβαλλόμενο κατά τον χρόνο λήξης της ένδικης μίσθωσης, μηνιαίο μίσθωμα των 10.000 ευρώ (αφού αυτό είναι το καθορισθέν δικαστικώς μίσθωμα για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης της υπ' αριθ. 64/2012 αγωγής μέχρι την 31-3-2013, οπότε έληξε η μίσθωση), χωρίς το αναλογούν τέλος χαρτοσήμου (...), ήτοι το συνολικό ποσό των (24Χ10.000) 240.000 ευρώ".

Aκολούθως, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου εκμισθωτή και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 9/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή αποζημίωσης για την αποκατάσταση της άυλης εμπορικής αξίας του ενάγοντος μισθωτή λόγω λήξης της σύμβασης μίσθωσης κατόπιν δήλωσης του εκμισθωτή, ότι δεν επιθυμεί τη συνέχισή της μετά τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας, και επιδικάσθηκε στον ενάγοντα νομιμοτόκως το ποσό των 240.000 ευρώ.

Το αναιρεσείον με το 2ο λόγο της αναίρεσής του αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας, ότι με αυτήν παραμορφώθηκε το περιεχόμενο α) της από 7-3-2013 επιστολής του αναιρεσείοντος περί λήξης της σύμβασης μίσθωσης και δήλωσής του ότι ο μισθωτής οφείλει να αποδώσει τη χρήση του μισθίου και β) της από 21-3-2013 επιστολής του αναιρεσίβλητου μισθωτή περί απόδοσης του μισθίου, με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός του, από τα οποία έγγραφα εσφαλμένα συνήγαγε, ότι ο εναγόμενος δεν αποχώρησε οικειοθελώς από το μίσθιο.

Από την επισκόπηση των εγγράφων αυτών, τα οποία, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για να διαπιστωθεί, αν υπάρχει η επικαλούμενη παραμόρφωση, προκύπτει, ότι ο εκμισθωτής με τη δήλωσή του στο μισθωτή, ότι ο τελευταίος την επόμενη ημέρα της λήξης της δωδεκαετίας πρέπει να διακόψει τη χρήση του κυλικείου του Νοσοκομείου, εκδήλωσε τη βούλησή του για τη μη συνέχιση της μίσθωσης πέραν της δωδεκαετίας, ενώ η απόδοση της χρήσης του μισθίου από τον ενάγοντα μισθωτή, με την επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματός του, δεν συνιστά οικειοθελή αποχώρηση του μισθωτή, αλλά συμμόρφωσή του στην αξίωση του εκμισθωτή να παραδοθεί το μίσθιο την 01-04-2013.

Συνεπώς, το Εφετείο ορθώς ανέγνωσε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, ο δε συναφής λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, πέραν του ότι, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος (το Εφετείο) δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου τους σε συνδυασμό με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, έγγραφα και ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Κατά το άρθρο 22 παρ. 3 του Ν 3693/1957, οι περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του ίδιου άρθρου εφαρμόζονται και στις δίκες, στις οποίες διάδικος είναι υπουργός ή νομάρχης ή νομικό πρόσωπο του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Συνεπώς το γεγονός ότι ορισμένο ν.π.δ.δ. απολαύει, με βάση διάταξη νόμου, των απαλλαγών, ατελειών και προνομίων του Δημοσίου, δεν δικαιολογεί την εφαρμογή και των διατάξεων για τη δικαστική δαπάνη, αφού δεν πρόκειται για προνόμιο ή απαλλαγή, αλλά για διάταξη αναφερόμενη μόνο στη δικαστική υπεράσπιση από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΑΠ 760/2021, ΑΠ 198/2021, ΑΠ 68/2019, ΑΠ 611/2018, ΑΠ 762/2015, ΑΠ 589/2015, ΑΠ 1228/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, ναι μεν αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει τα προνόμια απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου (άρθρ. 28 παρ. 4 του Ν 2579/1998), η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και η σε βάρος του, ως ηττηθέντος διαδίκου, δικαστική δαπάνη πρέπει να επιβληθεί πλήρης (άρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 03-03-2020 αίτηση (αριθμ. κατάθ. 74/04-03-2020) για αναίρεση της 45/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ