Legislator Case Law & Legislation
1497/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming trial court ignored evidence of unauthorized signature on lawsuit.

Case Number 1497/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a civil lawsuit. The appellant argued that the trial court failed to consider a 2011 written declaration stating he did not authorize the lawsuit, which was signed by his lawyer without his knowledge. The court held that the First Instance Court had properly evaluated all evidence, including the appellant's appearance in court and testimony, and was not required to explicitly mention every piece of evidence in its reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 932, 297, 298, 299, 330 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court ruled that a lower court is not obligated to make specific mention or separate evaluation of every piece of evidence considered when forming its finding of fact, provided it has taken all relevant documents into account.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence evaluation unauthorized signature civil procedure court reasoning legal representation judicial review

Cited Legislation

AI generated
Articles 914, 932, 297, 298, 299, 330 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 11g of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1497 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1497/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Χ. του Χ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Μπρέγιαννο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Γ. του Σ., κατοίκου ... Παραστάθηκε για τον εαυτό του με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ,2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-8-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1856/2006 μη οριστική και 4030/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 687/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-1-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 914,932, 297, 298, 299, 330 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία ή χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή της παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές και δ) πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενεργείας, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και της κοινωνικής εν γένει δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, που απορρέει από την κοινωνικά επιβεβλημένη και από τη θεμελιώδη δικαιϊκή αρχή συνεπούς συμπεριφοράς.

Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία (ΑΠ 1361/2013), σε αυτήν δε περιλαμβάνονται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος. Εφ` όσον δε γίνεται επίκληση υπαίτιας συμπεριφοράς, με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, στον ειδικότερο προσδιορισμό αυτής (της υπαιτιότητας) προβαίνει το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς εντεύθεν να επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 660/2022, ΑΠ 1206/2019).

Εξάλλου, κατά την έννοια της ίδιας ως άνω διατάξεως, ερμηνευόμενης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνο όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας σε άλλον, αλλά και όταν, χωρίς να την αποσκοπεί, προβλέπει και αποδέχεται την επέλευση της ζημίας αυτής, είτε ως αναγκαία, είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς προσώπου του κύκλου δραστηριότητός του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής της, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.

Αιτιώδης σύνδεσμος τέλος υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρ. 298 Α.Κ.) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε(ΑΠ 1207/2022).

Κατά το άρθρο 57 Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παρανόμως στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ιδίου Κώδικα και στην περίπτωση του άρθρου 57, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προστατεύεται, έτσι, με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ` επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1207/2022, ΑΠ 1735/2009), και αποτελεί η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.

Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (ΑΠ 1207/2022, ΑΠ 1017/2020, ΑΠ 1429/2019, ΑΠ 1284/2017).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 1 ΚΠολΔ οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοι αυτών οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστεως, να αποφεύγουν ενέργειες που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης, να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην υπόθεση, έτσι ακριβώς όπως τα γνωρίζουν με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια, αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις. Η διάταξη αυτή που αποσκοπεί στον περιορισμό της καταχρήσεως των δικονομικών δυνατοτήτων επιβάλλει στο διάδικο την τήρηση, κατά τη διενέργεια των διαφόρων διαδικαστικών πράξεων, των κανόνων των χρηστών ηθών και της καλής πίστεως. Επίσης, καθιερώνει ως γνήσια υποχρέωση (και όχι απλώς ως δικονομικό βάρος) την τήρηση του καθήκοντος αληθείας. Τούτο απαγορεύει στα ανωτέρω πρόσωπα να προβάλλουν αναληθείς πραγματικούς ισχυρισμούς, την ανακρίβεια των οποίων γνωρίζουν, και αφετέρου να αμφισβητούν πραγματικούς ισχυρισμούς του αντιδίκου, καίτοι γνωρίζουν ότι είναι αληθείς. Δηλαδή, η παράβαση του καθήκοντος αυτού προϋποθέτει ενσυνείδητο ψεύδος.

Περαιτέρω, η παράβαση του καθήκοντος της αλήθειας, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν πληροί και τις προϋποθέσεις στοιχειοθετήσεως της απάτης, συνεπάγεται και υποχρέωση προς αποζημίωση του αντιδίκου (άρθρα 914, 919 ΑΚ) αν δεν αντιμάχεται το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση που τελικά εκδόθηκε, όπως λ.χ. συμβαίνει όταν η αγωγή που ασκήθηκε κατά παράβαση του καθήκοντος αληθείας απορρίφθηκε τελεσίδικα ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Στην περίπτωση αυτή, όποιος βλάφτηκε από την παράβαση του καθήκοντος αληθείας του αντιδίκου του, μπορεί να αξιώσει από τον παραβάτη αποζημίωση για περιουσιακή ζημία που έπαθε (επί πλέον εκείνης που καλύφθηκε από τη δικαστική δαπάνη), εφόσον η ζημιά του τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράβαση, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την προσβολή της προσωπικότητάς του και γενικά για ηθική βλάβη, αφού μία τέτοια αγωγή (για αποζημίωση ή ηθική βλάβη) δεν αντιμάχεται το ουσιαστικό δεδικασμένο, αλλά συμπορεύεται μ' αυτό (ΑΠ 820/2021, ΑΠ 1480/2017).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006 ΑΠ 1382/2019).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1382/2019). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''Ο ενάγων και νυν εφεσίβλητος ονόματι Ε. Χ.(ήδη αναιρεσείων) άσκησε εναντίον του Μ. Κ. (ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) και εναντίον του νυν δεύτερου εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος Γ.

Γ.(ήδη αναιρεσιβλήτου), ο οποίος είναι δικηγόρος, την από 28-4-2005 (αρ. εκ. κατ. ΓΑΚ 6690/2015) αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκε ότι ο Μ. Κ. (... πρώτος εναγόμενος) άσκησε κατά της (μη διαδίκου) εταιρείας με την επωνυμία "Β. Μ. και ΣΙΑ" και κατά του ίδιου (Ε. Χ.) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 24.05.2005 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4083/275.2005) αγωγή του, με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία εργατικού ατυχήματος καθώς και καταβολή δεδουλευμένων κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή αυτή, στην οποία διελήφθησαν ψευδείς και συκοφαντικοί ισχυρισμοί για τον ίδιο, την αναλήθεια των οποίων γνώριζε ο τότε ενάγων, όταν έδωσε τις σχετικές πληροφορίες και εντολή στον συντάκτη της αγωγής, δικηγόρο του Γεώργιο Γούλα, ο οποίος αγνοώντας υπαιτίως την αναλήθεια των εν λόγω ισχυρισμών και χωρίς να ελέγξει τη βασιμότητα τους, τους περιέλαβε στο αγωγικό δικόγραφο.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο Μ. Κ. είχε ασκήσει ενώπιον Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 24.5.2005 (με αρ. εκ. κατ. 4083/2005) αγωγή του με τη διαδικασία των εργατικών διαφορών εναντίον της Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Β. Μ. ΣΙΑ Ε.Ε" και του νυν ενάγοντος και τότε του δεύτερου εναγομένου Ε. Χ., στην οποία εξέθετε ότι δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που σύναψε προφορικά στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη την 30.3.2003 με την πρώτη εναγομένη εταιρεία - εργοδότρια, η οποία διατηρεί και εκμεταλλεύεται κατάστημα πώλησης φρούτων και λαχανικών εντός της κεντρικής λαχαναγοράς στον αρ. 1-25-27, δια του δεύτερου εναγομένου, ο οποίος ασκεί ουσιαστικά την επιχειρηματική δραστηριότητα στην ως άνω επιχείρηση, προσελήφθη για να παρέχει εργασία ως εργάτης και ειδικότερα ως φορτωτής και εκφορτωτής εμπορευμάτων, τα οποία στη συνέχεια τακτοποιούσε, αντί των προβλεπομένων στη ΕΓΣΣΕ αποδοχών και ότι εργάστηκε στην ως άνω επιχείρηση μέχρι την 21.5.2005, οπότε υπέστη εργατικό ατύχημα.

Με το περιεχόμενο αυτό ζήτησε, όπως παραδεκτά περιόρισε μέρος του αιτήματος του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι με βάση τη σύμβαση εργασίας, άλλως τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού να του καταβάλουν ο καθένας εις ολόκληρον το ποσό των 11.837,07 ευρώ, που αφορά μισθολογικές διαφορές για το διάστημα από 30.3.2003 έως 31.12.2003 και από 1.9.2004 έως 8.1.2005 με το νόμιμο τόκο μέχρις εξοφλήσεως και να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλλουν το ποσό των 8.547,2 ευρώ που αφορά μισθολογικές διαφορές για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της εργασίας του καθώς και το ποσό των 103.5015 ευρώ ως αποζημίωση του λόγω απώλειας εισοδήματος και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τον τραυματισμό που υπέστη δε εργατικό ατύχημα την 11.5.2005 κατά τη διάρκεια της εργασίας του άλλως το ποσό των 101.757,5 ευρώ με βάση τις διατάξεις τον ν. 551/15.

Την ως άνω αγωγή συνέταξε και υπέγραψε ο δικηγόρος Γεώργιος Γούλας (νυν εκκαλών). Ο τότε ενάγων παραστάθηκε στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γ. Γ., πρότεινε μάρτυρα ο οποίος εξετάστηκε για την απόδειξη της αγωγής του και προσκόμισε την υπ' αριθμό 2591/17.5.2005 ένορκη βεβαίωση η οποία δεν ελήφθη υπόψη, διότι δεν προέκυπτε κλήτευση των αντιδίκων του.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά με την με αριθμό 2082/2006 απόφαση έκρινε τα εξής: "ο τότε ενάγων προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που σύναψε προφορικά στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη την 30.5.2005 με την πρώτη εναγομένη εταιρεία - εργοδότρια, η οποία διατηρεί και εκμεταλλεύεται κατάστημα πώλησης φρούτων και λαχανικών εντός της κεντρικής λαχαναγοράς στον αρ. 1-25-27, της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος δεν υπήρξε εταίρος, ούτε προέκυψε ότι ασκούσε ουσιαστικά επιχειρηματική δραστηριότητα στην ως άνω επιχείρηση

Προέκυψε ότι ο εναγόμενος διατηρεί δικό του κατάστημα (με ατ. 10 και 12 της κεντρικής λαχαναγοράς μέσω της εταιρείας "Planet Fruits ΕΠΕ"

Το γεγονός ότι η βασική εταίρος της πρώτης εναγομένης είναι πεθερά του δεύτερου εναγομένου δεν καθιστά τη δική της συμμετοχή άνευ εταίρου τυπική δεδομένου ότι αυτή διατηρεί το ως άνω κατάστημα επί πολλά έτη, μεταβίβασε δε ήδη το ποσοστό συμμετοχής της στην εγγονή της Μ. Χ., που πλέον το εκμεταλλεύεται η ίδια. Η συγγενική τους σχέση με τον δεύτερο εναγόμενο δικαιολογεί την παρουσία του αλλά και τη βοήθεια του κάποιες φορές στο κατάστημα της πρώτης εναγομένης, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η Β. Μ. την περίοδο από 22.11.2004 και μετά ασθένησε από καρκίνο και δεν μπορούσε να παραβρίσκεται στο κατάστημα αλλά αυτό δεν τον καθιστά υπεύθυνο.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως προς αυτόν λόγω έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης του....". Η ως άνω αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή (ενν. ως) βάσιμη κατ' ουσίαν ως προς την πρώτη εναγομένη και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 3.525,38 ευρώ με το νόμιμο τόκο μέχρις εξοφλήσεως. Επί της ανωτέρω αγωγής στη συνέχεια εκδόθηκε η με αριθμό 321/2007 του Πολυμελούς Εφετείου Πειραιά στο οποίο η υπόθεση μεταβιβάστηκε, κατόπιν άσκησης αντίθετων εφέσεων από τους διαδίκους οι οποίες συνεκδικάστηκαν κατά τη δικάσιμο της 16.11.2007, στο ακροατήριο του οποίου παρέστη ο τότε εκκαλών -εφεσίβλητος Μ.

Κ. μετά του δικηγόρου του Κυριάκου Λυσιασίδη. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο τότε ενάγων - εκκαλών προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που καταρτίστηκε την 30.5.2005 με την πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα εταιρεία - εργοδότρια με την επωνυμία "Β. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε", η οποία διατηρεί και εκμεταλλεύεται κατάστημα πώλησης φρούτων και λαχανικών εντός της κεντρικής λαχαναγοράς στον Αγ.

Ιωάννη Ρέντη στον αρ. 1-25-27 για να παρέχει την εργασία του ως εργάτης... Ο δεύτερος εναγόμενος γαμβρός της Β. Μ. ότι ο εναγόμενος διατηρεί δικό του κατάστημα (με αρ. 10 και 12 της κεντρικής λαχαναγοράς μέσω της εταιρείας "Planet Fruits ΕΠΕ" και διατηρεί χωριστό κατάστημα με αρ. Μ10 και 12 της κεντρικής λαχαναγοράς ......

και ποτέ δεν υπήρξε εταίρος της πρώτης εναγομένης, με την οποία και μόνο ο ενάγων σύναψε εργασιακή σχέση, ούτε προέκυψε ότι ασκούσε ουσιαστικά επιχειρηματική δραστηριότητα στο κατάστημα αυτής. Η στενή συγγενική σχέση του δεύτερου εναγομένου με την Β. Μ. και τη διάδοχο αυτής Μ. δικαιολογεί την παρουσία του δεύτερου εναγομένου στην κατάστημα της πρώτης των εναγομένων προς παροχή βοήθειας, λαμβανομένης υπόψη και της σοβαρής ασθένειας της Β.

Μ., η οποία προσβλήθηκε από καρκίνο, χωρίς να καθίσταται εξ'αυτού του λόγου υπεύθυνος του καταστήματος, ούτε προστηθείς της πρώτης εναγομένης. Τελικά κρίθηκε τελεσιδίκως ότι ως προς τον νυν ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο ορθώς απορρίφθηκε η προαναφερόμενη αγωγή. Εκ των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος είναι δικηγόρος, κατά τη σύνταξη της ανωτέρω αγωγής, που άσκησε ο Μ.

Κ. κατά του νυν ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου (Ε. Χ.) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, διέλαβε εν γνώση του ψευδείς και συκοφαντικούς ισχυρισμούς για το πρόσωπο του Ε. Χ. (νυν ενάγοντος - εφεσιβλήτου), χωρίς να ελέγξει τη βασιμότητα τους. Τούτο διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προαναφερόμενης αγωγής ο τότε ενάγων ισχυρίστηκε ότι σύναψε προφορικά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 30.3.2003 με το δεύτερο εναγόμενο για να εργαστεί στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης εταιρείας η οποία διατηρεί και εκμεταλλεύεται κατάστημα πώλησης φρούτων και λαχανικών εντός της κεντρικής λαχαναγοράς στον αρ. 1-25-27, ο οποίος (δεύτερος εναγόμενος) ασκεί ουσιαστικά την επιχειρηματική δραστηριότητα στην ως άνω επιχείρηση και αιτήθηκε την καταβολή αποζημίωσης λόγω απώλειας εισοδήματος και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τον τραυματισμό που υπέστη σε εργατικό ατύχημα, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα ανωτέρω.

Ο εκκαλών, ως συντάξας την αγωγή δικηγόρος, δεν βαρύνεται με οποιαδήποτε μορφής υπαιτιότητα γιατί συμπεριέλαβε στην υπ' αυτόν συνταχθείσα αγωγή τους ανωτέρω ισχυρισμούς, την βασιμότητα ή μη των οποίων δεν μπορούσε, ούτε είχε την υποχρέωση να διαπιστώσει, εφόσον ο εντολέας του δεν ισχυρίστηκε ότι ο νυν ενάγων είχε την ιδιότητα του εταίρου της τότε πρώτης εναγομένης εταιρείας, ώστε να έχει την υποχρέωση να ερευνήσει σχετικά στο Γ.Ε.Μ.Η, ούτε είχε την δυνατότητα ή την υποχρέωση να διαπιστώσει την αλήθεια ή μη του ισχυρισμού του εντολέα του περί του αν ευθύνεται ο νυν ενάγων και ήδη εφεσίβλητος για το εργατικό ατύχημα, το οποίο υπέστη ο τότε εντολέας του.

Ο δε εν λόγω εντολέας ο Μ. Κ. επικαλέστηκε και αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισε μετ' επικλήσεως στο δικαστήριο, που δίκασε την αγωγή, ήτοι μάρτυρα απόδειξης, την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση και καταστάσεις κινητής τηλεφωνίας από τις οποίες προκύπτει ότι έγιναν κλήσεις στην Αίγυπτο από κινητό που ανήκει στην εταιρεία στην οποία μετέχει ως εταίρος ο νυν ενάγων και ήδη εφεσίβλητος.

Το γεγονός δε ότι ο νυν ενάγων ήταν εταίρος σε άλλη εταιρεία δεν αποδεικνύει ότι ο συντάξας δικηγόρος δολίως επικαλέστηκε ότι ασκούσε εν τοις πράγμασι επιχειρηματική δραστηριότητα στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης. Περαιτέρω δεν θεμελιώνει δόλια επίκληση ψευδών γεγονότων και εν γένει δόλια συμπεριφορά εκ μέρους του συντάξαντος την αγωγή δικηγόρου η κοινοποίηση σε αυτόν της 29.6.2005 εξώδικης δήλωσης του νυν ενάγοντα και ήδη εφεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε να ανακαλέσει ο εντολέας του εκκαλούντος και ίδιος την εναντίον του αγωγή την αβασιμότητα και αναλήθεια των επικαλούμενων περιστατικών της οποίας δεν έλεγξαν.

Σε κάθε περίπτωση την αλήθεια ή μη των αγωγικών ισχυρισμών την έκρινε το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου δικάστηκε η ανωτέρω αγωγή ως αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο και όχι ο συντάξας δικηγόρος, ο οποίος έχει την υποχρέωση να μην επικαλείται στο δικόγραφο εν γνώσει του ψευδή περιστατικά. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του εκκαλούντος περί του ότι ο τότε ενάγων δεν είχε δώσει εντολή σύνταξης της αγωγής αυτής στον νυν εκκαλούντα δικηγόρο και ούτε γνώριζε το περιεχόμενο της.

Τούτο διότι όπως προκύπτει από τα ταυταριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά ο Μ. Κ. παραστάθηκε στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γ. Γ. και στο δευτεροβάθμιο μετά άλλου δικηγόρου, όπως δε προκύπτει από την εκκαλούμενη απόφαση πρότεινε μάρτυρα ο οποίος εξετάστηκε για την απόδειξη της αγωγής του και προσκόμισε την υπ' αριθμό 2591/17.5.2005 ένορκη βεβαίωση καθώς και λοιπά αποδεικτικά μέσα (καταστάσεις κινητής τηλεφωνίας).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω αποδειχθέντων, πρέπει η ανωτέρω αγωγή να απορριφθεί ως αβάσιμη και κατ' ουσία.......''. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο το οποίο προηγουμένως είχε κάνει δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν την από 4-3-2016 έφεση του αναιρεσιβλήτου, κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, είχε εξαφανίσει την εκδοθείσα ερήμην των εναγομένων υπ' αριθ. 4030/2015 πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι ο αναιρεσίβλητος υποχρεούται να καταβάλει στον αναιρεσείοντα, εις ολόκληρον με τον Μ.

Κ., το ποσό των 10.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο, και ακολούθως είχε δικάσει επί της αγωγής, απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ως προς τον αναιρεσίβλητο.

Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της τήρησης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου του καθήκοντος αληθείας, κατά τη σύνταξη της από 24-5-2005 αγωγής του Μ. Κ. κατά του αναιρεσείοντος και της εταιρίας ''Β.

Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ'', η παράβαση του οποίου συνιστά γενεσιουργό λόγο υποχρεώσεως σε αποζημίωση και σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στηριζόμενη σε αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57,59, 914, 919, 932, 298, 299 του ΑΚ, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 116 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αποτελεί διάταξη ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες συνεπώς δεν παραβίασε εκ πλαγίου με την μη εφαρμογή τους, δεδομένου ότι αναφέρονται με σαφήνεια και επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως προς τον αναιρεσίβλητο, με τις υποστηρίζουσες αυτό ουσιαστικές παραδοχές α) ότι ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος συμπεριέλαβε στην από 24-5-2005 αγωγή, που συνέταξε για λογαριασμό του εντολέως του Μ.

Κ., όσα εξέθεσε ο τελευταίος σε αυτόν, μεταξύ των οποίων και τους κρίσιμους επίδικους ισχυρισμούς ότι ο εντολέας του σύναψε προφορικά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 30.3.2003 με τον δεύτερο εναγόμενο-ήδη αναιρεσείοντα για να εργαστεί στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία ''Β.

Μ. & ΣΙΑ ΕΕ'', η οποία διατηρεί και εκμεταλλεύεται κατάστημα πώλησης φρούτων και λαχανικών εντός της κεντρικής λαχαναγοράς στον αρ. 1-25-27, ότι ο δεύτερος εναγόμενος ασκεί εν τοις πράγμασι την επιχειρηματική δραστηριότητα στην ως άνω εταιρεία και ότι ευθύνεται ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων για το εργατικό ατύχημα, το οποίο υπέστη ο τότε εντολέας του, β) ότι δεν αποδείχθηκε γνώση του αναιρεσίβλητου για το αναληθές των ισχυρισμών του εντολέως του, γ)ότι ο αναιρεσίβλητος δεν μπορούσε να ελέγξει ως προς την βασιμότητά τους τους ισχυρισμούς αυτούς, ούτε είχε την υποχρέωση να διαπιστώσει την αναλήθειά τους, και παρέβη την σχετική υποχρέωσή του από υπαιτιότητά του(ενν.

αμέλεια), εφόσον ο εντολέας του δεν ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων είχε την ιδιότητα του εταίρου της τότε πρώτης εναγομένης εταιρείας, ώστε να έχει την υποχρέωση ο αναιρεσίβλητος να ερευνήσει σχετικά στο Γ.Ε.Μ.Η, ούτε είχε την δυνατότητα ή την υποχρέωση να διαπιστώσει την αλήθεια ή μη του ισχυρισμού του εντολέα του περί του αν ευθύνεται ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων για το εργατικό ατύχημα, το οποίο υπέστη ο τότε εντολέας του, ούτε δημιουργείται τέτοια υποχρέωσή του από το γεγονός ότι ο αναιρεσείων συμμετείχε ως εταίρος και σε άλλη εταιρία και ότι ο εντολέας του αναιρεσίβλητου δικηγόρου υποστήριξε τους ισχυρισμούς του, προτείνοντας μάρτυρα, ο οποίος και εξετάστηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ως άνω αγωγής και προσκόμισε την υπ' αριθ. 2591/2005 ένορκη βεβαίωση καθώς και λοιπά αποδεικτικά μέσα (καταστάσεις κινητής τηλεφωνίας).

Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος δεν αφορούν στην αιτιολογία αλλά στην επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου, που συνέχεται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει κατ' εκτίμηση στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19(όχι δε και 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 584/2017).

Στην πολιτική δίκη αποδεικτικά μέσα είναι, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια. Τα τελευταία είναι συμπεράσματα τα οποία συνάγει το δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία άλλων γεγονότων. Έτσι, αν ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει κάποιο έγγραφο, που έχει αποδεικτική δύναμη υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 438, 439 και 443 ΚΠολΔ, προς απόδειξη πραγματικού γεγονότος, από την αλήθεια του οποίου ο δικαστής, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατόπιν συλλογισμού μπορεί να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την αλήθεια ή αναλήθεια πραγματικών γεγονότων, τα οποία αποτελούν άμεσα στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, το δικαστήριο οφείλει να το λάβει υπόψη και να το αξιολογήσει μαζί με τα άλλα τυχόν προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, διαφορετικά καθιστά την απόφασή του αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ. (ΑΠ 29/2017).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκόμισή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 584/2017, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 150/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ` επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι για την διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος δεν έλαβε υπόψη της την από 23-9-2011 έγγραφη δήλωση του Μ. Κ., του οποίου το γνήσιο της υπογραφής βεβαιώθηκε από το ΚΕΠ του Δήμου Μοσχάτου - Ταύρου, που είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει, στην οποία ο ως άνω Μ.

Κ. δήλωνε ότι η αγωγή που ασκήθηκε στο όνομά του, κατά του αναιρεσείοντος και της εταιρίας ''Β. Μ. και ΣΙΑ ΕΕ'', έλαβε χώρα χωρίς αυτός να το γνωρίζει, ότι ποτέ δεν είπε αυτά που περιελήφθησαν στην αγωγή αυτή, ότι ποτέ δεν υπέγραψε την αγωγή αυτή και ότι η αλήθεια είναι ότι όλα τα έγραψε ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος, που συνέταξε την αγωγή, χωρίς αυτός να γνωρίζει τίποτα.

Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι ο Μ. Κ. παραστάθηκε στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του (αναιρεσίβλητου), πρότεινε μάρτυρα που εξετάστηκε για την απόδειξη της αγωγής του και προσκόμισε ένορκη βεβαίωση, στοιχεία από τα οποία συνάγεται ότι αυτός γνώριζε το αντικείμενο της αγωγής και της δίκης συνεπεία αυτής, ενώ ο ίδιος (Μ.

Κ.) παραστάθηκε και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (Εφετείο Πειραιά), στο οποίο μεταβιβάσθηκε η υπόθεση κατόπιν άσκησης αντίθετων εφέσεων, μαζί με έτερο δικηγόρο (Κυριάκο Λυσιασίδη), δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το φερόμενο ως αγνοηθέν, ως άνω, αποδεικτικό μέσο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτού.

Κατόπιν αυτού, ο ανωτέρω δεύτερος, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατόπιν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτός, με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις του (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-1-2023 αίτηση του Ε. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 687/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ