Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on salary reductions under collective agreements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against a first-instance judgment ordering it to pay salary reductions to employees. The court found the company's argument that the reductions were lawful under the 2012 circular invalid because the relevant collective agreement did not reference the updated 2011 agreement's terms. Consequently, the court ruled that the company violated constitutional and statutory labor protections by unilaterally cutting wages.
Legislator headnote
AI generatedArticles 22(2) of the Constitution; Articles 3(1), 4, 7, 8, 10, 11 of Law 1876/1990; Article 2 of Circular 6/2012: Unilateral salary reductions by an employer are unlawful when they violate the terms of the applicable collective agreement, which binds the employer and cannot be overridden by subsequent administrative circulars.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1493 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1493/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Χασιρτζόγλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «B.’ S. H. S. S. Α. Ε. - Ι. Ε. Π. Υ. «Α. και το διακριτικό τίτλο «B.’ S. S. S..A.., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Γαβριέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Γ. του Σ., κατοίκου ..., … 7)Ε. Δ. του Α., κατοίκου .... Ο 4ος (Κ. Σ.) δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί (1ος, 2ος, 3ος, 5η, 6ος και 7ος) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Η. Σ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-9-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 11221/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 2-12-2019 αίτησή της, η οποία προσδιορίσθηκε για 27-10-2020, οπότε αναβλήθηκε με κοινό αίτημα για 18 - 5- 2021, οπότε ματαιώθηκε και στη συνέχεια προσδιορίσθηκε για 8-2-2022, οπότε συζητήθηκε. Λόγω όμως του θανάτου του Αρεοπαγίτου Θεόδωρου Μαντούβαλου πριν τη σύνταξη του σκεπτικού της απόφασης και σύμφωνα με την 337/28-11-2022 πράξη της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και Προέδρου του Β2' Τμήματος του Αρείου Πάγου Ζαμπέττας Στράτα ορίσθηκε η δικάσιμος που φαίνεται παραπάνω για την επανασυζήτηση της υπόθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 307 του Κ.Πολ.Δ. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 582/2016).
Η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος, ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε, όμως, παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε, που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 936/2018).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1182/2021). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 142 παρ. 1 και 4 και 143 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αντίκλητος, το πρόσωπο, δηλαδή, που ορίζει ο διάδικος για την παραλαβή αντ` αυτού δικαστικών ή εξωδίκων εγγράφων, που του απευθύνονται και αφορούν μια ή περισσότερες ή όλες τις υποθέσεις του, μπορεί να διοριστεί α) είτε με δήλωση ενώπιον της γραμματείας του πρωτοδικείου της κατοικίας του δηλούντος, β) είτε με ρήτρα σε σύμβαση, που καλύπτει την επίδοση όλων των διαδικαστικών πράξεων, που έχουν σχέση με τη σύμβαση, γ) είτε με το διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου, κατ' άρθρο 96 ΚΠολΔ, οπότε αυτός είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος του διαδίκου για όλες τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης (ΑΠ 1287/2022).
Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ` αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος, γεννάται πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού, κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ, ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 ΚΠολΔ (ΑΠ 742/2023, 1287/2022, 1305/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση με την από 28.5.2021 κλήση της αναιρεσείουσας επαναφέρεται προς συζήτηση η από 2.12.2019 και με αριθμό κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου ... 23678/2590/2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της 11221/2019 αποφάσεως του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., για την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 27.10.2020, στην οποία κλήθηκε να παραστεί ο απολειπόμενος 4ος αναιρεσίβλητος (βλ.
την 10627/6.2.2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου ... Α. Χ. στον αντίκλητο του αναιρεσιβλήτου Η. Σ., ο οποίος είχε παραστεί και εκπροσωπήσει τον αναιρεσίβλητο στη συζήτηση της από 19.3.2018 εφέσεως του (ασκηθείσας από κοινού με τους λοιπούς των αναιρεσιβλήτων) και επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Κατά την αρχικώς ορισθείσα συζήτηση η υπόθεση αναβλήθηκε, κατόπιν κοινής αιτήσεως των διαδίκων, για τη δικάσιμο της 18.5.2021, οπότε και η συζήτηση της ματαιώθηκε, επαναφέρθηκε δε με την προαναφερθείσα κλήση στη δικάσιμο της 8.2.2022, όποτε και συζητήθηκε έρημην του 4ου αναιρεσιβλήτου και αντιμωλία των λοιπών.
Πλην όμως, λόγω επελθούσης αδυναμίας εκδόσεως αποφάσεως, οφειλομένης στο θάνατο του Εισηγητή - Δικαστή πριν από την εκ μέρους του υποβολή σχεδίου της απόφασης, ορίστηκε, με την 337/2022 πράξη της Αντιπροέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος, νέα δικάσιμος, η αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής, στην οποία ο αναιρεσίβλητος κλήθηκε για να παραστεί (βλ.
το από 9.12.2022 αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ... Κ. Δ.). Επομένως η συζήτηση θα προχωρήσει σαν να είναι και αυτός παρών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του ν. 3514/1928, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το από 8/13.12.1928 π.δ., όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 2658/1953, "ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου θεωρείται παν πρόσωπον κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ' αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικώς ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν.
Δεν εξαιρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι και υπηρέται πάσης κατηγορίας, καθώς και παν εν γένει πρόσωπον, το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας (ουσιαστικό κριτήριο) και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση χαρακτηρισμό αυτού ή τον τρόπο της αμοιβής του (τυπικό κριτήριο). Το ίδιο ισχύει όταν ο χαρακτηρισμός προβλέπεται από κανονιστική διάταξη, δηλαδή ειδική διάταξη νόμου ή σσε (πρβλ.
ΑΠ 1067/1985). Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται γι' αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων.
Έτσι, για τον χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού (ΟλΑΠ 295/1969, ΑΠ 135/2021, 1391/2018, 1266/2017, 1405/2014, 90/2009).
Η έννοια του ιδιωτικού υπαλλήλου ή εργάτη είναι νομική και υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ως άνω έννοιες από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1185/1999). Η ανωτέρω διάκριση όμως ελέγχεται από τα δικαστήρια μόνον όταν αποβαίνει σε βάρος του εργαζομένου και οδηγεί σε άνιση μεταχείριση αυτού, όπως συνέβαινε με το ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας μεταξύ υπαλλήλων και εργατών, η οποία ήδη καταργήθηκε με το άρθρο 64 του ν. 4808/2021 ή σε παραίτηση αυτού από τις νόμιμες αποδοχές του.
Ειδικότερα, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 174, 180 και 679 ΑΚ, 8 Ν. 2112/1920 και 8 παρ. 4 ν. 4020/1959 κάθε παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμα λήψεως των νομίμων αποδοχών, επιδομάτων ή άλλων από την εργασία του παροχών, έστω και υπό την μορφή αφέσεως χρέους, κατά το άρθρο 454 ΑΚ, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη (ΟλΑΠ 348/68, ΑΠ 1149/2017).
Επομένως, εάν μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου συμφωνηθεί ότι η εργασία αυτού έχει τα χαρακτηριστικά εργάτη, ο δε χαρακτηρισμός οδηγεί σε ευνοϊκή μισθολογική μεταχείριση του τελευταίου σε σχέση με το χαρακτηρισμό του ως υπαλλήλου, η συμφωνία αυτή είναι ισχυρή και δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο δεν έχει λόγο να αναζητήσει την πραγματική φύση της εργασίας του ενάγοντος εργαζομένου και περιορίζεται στο λεγόμενο τυπικό κριτήριο.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ (αντίστοιχη του 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο λόγο της αναίρεσής της η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη που εξαφάνισε την 11/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, επιδικάζοντας σε αυτούς τις αναφερόμενες στην απόφαση μισθολογικές διαφορές. Η αναιρεσιβαλλομένη κρίνοντας επί του χαρακτηρισμού των εναγόντων ως εργατοτεχνιτών, χαρακτηρισμό που συνεπάγεται υψηλότερες μηνιαίες αποδοχές έναντι αυτών του υπαλλήλου, δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι που εργάστηκαν με την ειδικότητα του φύλακα ασφαλείας υπάγονται στην έννοια του εργατοτεχνίτη κατά τη ρητή πρόβλεψη που περιλαμβάνεται στην από 24.2.2011 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και συγκεκριμένα στο άρθρο 7 παρ. 3 αυτής, στο οποίο ορίζεται ότι: "Λαμβάνοντας υπόψη:
α) το είδος της παρεχόμενης εργασίας, η οποία κατά κύριο λόγο συνίσταται στην παροχή σωματικής ενέργειας, χωρίς να απαιτείται εξιδιασμένη εμπειρία, ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεσή της, και β) την κρατούσα στη νομολογία άποψη, περί της ιδιότητας των πιο κάτω εργαζομένων, ως εργατοτεχνιτών, στους εργαζόμενους των κατηγοριών (1) (2) και (4) του άρθρου 1 αυτής της ΕΣΣΕ, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους, θα καταβάλλεται η αποζημίωση που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1 Ν. 3198/1955 και του Β.Δ.
της 16/17.7.1920, λαμβανομένης ασφαλώς υπόψη και της παρ. 2 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 5α του Ν. 3899/2010", πρόβλεψη η οποία δεσμεύει την αναιρεσείουσα με όλες τις επερχόμενες, ως προς την ιδιότητα των αναιρεσιβλήτων, συνέπειες. Δέχθηκε δε την ιδιότητα των εναγόντων ως εργατοτεχνιτών, χωρίς να προβεί σε έλεγχο των συνθηκών εργασίας και του τρόπου άσκησης των καθηκόντων τους προκειμένου να καταλήξει σε συμπέρασμα ως προς τη φύση της εργασίας τους, θεωρώντας αυτούς και την εργοδότριά τους ως δεσμευόμενους από τον σχετικό όρο της ΣΣΕ, σχετικά με τις μισθολογικές συνέπειες του χαρακτηρισμού τους.
Κρίνοντας έτσι η αναιρεσιβαλλομένη δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ούτε και την προπαρατεθείσα, κανονιστικού περιεχομένου διάταξη της ως άνω ΣΣΕ και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ο δε σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του είναι ουσιαστικά αβάσιμος.
Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι ο ανωτέρω όρος της ΕΣΣΕ τέθηκε αποκλειστικά για να διευκρινιστεί το ζήτημα του ύψους της καταβλητέας αποζημίωσης, χωρίς να επιφέρει άλλες συνέπειες, που πιθανόν να επέρχονταν στις συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων, λόγω του χαρακτηρισμού τους ως εργατοτεχνιτών, αλυσιτελώς προβάλλεται δεδομένου ότι α) αφενός η αναιρεσιβαλλομένη εκτίμησε το περιεχόμενο του συμβατικής προέλευσης κανονιστικού όρου (άρθρου 7 παρ. 3 της από 24.2.2011 ΕΣΣΕ) ως ακριβές και μη επιδεχόμενο διαφορετικής ερμηνείας και συνακολούθως δεσμευτικό, χωρίς η κρίση της αυτή να πλήττεται ταυτόχρονα για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, β) αφετέρου ο χαρακτηρισμός αυτός επιφέρει την εφαρμογή κανόνων αναγκαστικού δικαίου, όπως οι διατάξεις της ΕΓΣΣΕ (άρθρο 8 παρ. 1 ν. 1876/1990, όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης της από 24.2.2011 ΕΣΣΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 2 του ίδιου νόμου), οι οποίες ορίζουν το κατώτατο ύψος αποδοχών των εργατοτεχνιτών και γεννούν αξιώσεις από τις οποίες ο εργαζόμενος δεν μπορεί να παραιτηθεί και επομένως, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν θα μπορούσαν να συμφωνήσουν εγκύρως όρο, το περιεχόμενο του οποίου να ανταποκρίνεται στον παραπάνω σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας.
Στην περίπτωση δε που οι αναιρεσίβλητοι ασκούσαν πράγματι καθήκοντα υπαλλήλων, η σχετική ρήτρα με την οποία περιορίζεται παρανόμως η αξίωση των αναιρεσιβλήτων στη λήψη νόμιμης αποζημίωσης σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως τους, από την οποία αξίωση ομοίως δεν μπορούν να παραιτηθούν (άρθρο 8 παρ. 1 ν. 2112/1920), θα ήταν και αυτή άκυρη ως αντίθετη σε αναγκαστικό κανόνα δικαίου (ΑΚ 180) και δεν θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής από το δικαστήριο.
Εν πάση, όμως, περιπτώσει, στο αναιρετήριο δεν εκτίθενται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που θα οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι, παρά τα συμφωνηθέντα, οι αναιρεσίβλητοι εκτελούσαν καθήκοντα υπαλλήλου και όχι εργατοτεχνίτη, ώστε να προκύπτει σφάλμα της αναιρεσιβαλλομένης που δεν εφάρμοσε το ουσιαστικό κριτήριο.
Σύμφωνα με τη γενική "αρχή της εύνοιας" υπέρ των εργαζομένων, που καθιερώνει το άρθρο 680 ΑΚ και το άρθρ. 7 ν.1876/1990 και πριν από το τελευταίο αυτό άρθρο, το άρθρο 3 του ν. 3239/1955 και διαπνέει το εργατικό δίκαιο, η προσπάθεια αναζήτησης της ευνοϊκότερης ρύθμισης για τον εκμισθωτή της εργασίας δεν περιορίζεται μόνο στο συσχετισμό μεταξύ συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά επεκτείνεται και στη σχέση μεταξύ περισσότερων πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΟλΑΠ 26/2007, ΑΠ 316/2017), που ρυθμίζουν εν δυνάμει τους όρους αμοιβής και εργασίας σε συγκεκριμένη περίπτωση, π.χ.
νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης κ.λπ. (ΑΠ 737/2017). Για την εφαρμογή, όμως, της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά την συσχέτιση ΣΣΕ ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού παράγοντα της εργασιακής σχέσης, και ατομικής σύμβασης εργασίας και γενικότερα κατά την συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού (εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης) δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών.
Τούτο, ειδικά ως προς την συσχέτιση περισσοτέρων ΣΣΕ, αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 1876/1990 (ΑΠ 227/2018). Όσον αφορά τη σχέση ΕΓΣΣΕ και απλών ΣΣΕ εργασίας, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ.8 παρ.1 και 10 ν.1876/1990, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, προκύπτει, ότι οι ΕΓΣΣΕ καθορίζουν τους ελάχιστους όρους αμοιβής και εργασίας για τους εργαζομένους όλης της χώρας, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ, και ότι οι κανονιστικοί όροι των ΕΓΣΣΕ, εφόσον είναι ευνοϊκότεροι, επικρατούν των αντιστοίχων όρων των λοιπών ΣΣΕ.
Έτσι οι μισθωτοί δικαιούνται όλων των επιδομάτων και παροχών, που προβλέπονται από τις ΕΓΣΣΕ, έστω και αν οι παροχές και τα επιδόματα αυτά δεν προβλέπονται από τις αντίστοιχες ΣΣΕ, που ρυθμίζουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των μισθωτών αυτών, ή αν οι τελευταίες περιέχουν δυσμενέστερες ρυθμίσεις για τα σχετικά θέματα (ΟλΑΠ 8/2015).
Επομένως η αναιρεσιβαλλομένη η οποία συνέκρινε τις δυο ρυθμίσεις, δηλαδή την Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας κατά το κεφάλαιο των μισθολογικών παροχών και ειδικότερα τη ρύθμιση σύμφωνα με την οποία ταυτίζονταν κατά ποσό οι κατώτατες αποδοχές, ενώ ταυτόχρονα στην μεν Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση προβλεπόταν προσαύξηση τριετιών με την προϋπόθεση της προϋπηρεσίας σε ιδιωτική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ασφαλείας του πεδίου εφαρμογής του ν. 2518/1997 και στην συγκεκριμένη ειδικότητα, με την οποία ο εργαζόμενος απασχολείται στην εταιρία, στη δε Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας για τον υπολογισμό της προσαύξησης αρκούσε η προϋπηρεσία σε οποιοδήποτε εργοδότη και ακολούθως προέκρινε τη ρύθμιση της ΕΓΣΣΕ ως ευνοϊκότερη και συνακόλουθα αναγκαστικώς εφαρμοζόμενη στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 680 ΑΚ και 8 παρ.1 και 10 ν.1876/1990, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης (πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του) είναι ουσιαστικά αβάσιμος.
Εξάλλου από το συνδυασμό των άρθρων 22 παρ.2 του Συντάγματος και 3 παρ.1, 4, 7, 8, 10 και 11 του ν. 1876/1990 "ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", συνάγονται τα ακόλουθα: Περιεχόμενο των ΣΣΕ είναι η ρύθμιση των όρων, των συνθηκών και της αμοιβής της εργασίας των εργαζομένων. Κατά τη σύναψη των ΣΣΕ, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία κατά παραχώρηση του Κράτους.
Ως εκ τούτου, οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου. Η κατά τα ανωτέρω κανονιστική εξουσία, η οποία έχει παραχωρηθεί στις οργανώσεις των εργοδοτών και εργαζομένων, πρέπει να ασκείται από τις ίδιες, στο πλαίσιο της υφιστάμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης. Ως εκ τούτου, οι οργανώσεις αυτές δεν έχουν τη δυνατότητα να εκχωρούν τη δοθείσα κανονιστική εξουσία σε τρίτους.
Η συλλογική σύμβαση εργασίας (ΣΣΕ) είναι δυνατό να καθορίζει τους όρους εργασίας με παραπομπή σε άλλη ΣΣΕ ή διαιτητική απόφαση. Η παραπομπή αυτή είναι νόμιμη εφόσον είναι σαφής και γίνεται σε συγκεκριμένη ΣΣΕ ή ΔΑ, οι κανονιστικοί όροι της οποίας αποτελούν όμοιους όρους και της παραπέμπουσας ΣΣΕ. Δεν είναι όμως νόμιμη η παραπομπή στην εκάστοτε ισχύουσα ή σε μελλοντική ΣΣΕ ή ΔΑ, διότι η μορφή αυτή παραπομπής αποτελεί ανεπίτρεπτη από το νόμο μεταβίβαση της ρυθμιστικής εξουσίας των συνδικαλιστικών οργανώσεων σε τρίτες οργανώσεις, εκτός αν η παραπομπή γίνεται σε ΣΣΕ ή ΔΑ που δεσμεύει επίσης τα μέλη των οργανώσεων που συμβλήθηκαν στην παραπέμπουσα ΣΣΕ ή ΔΑ.
Τούτο, διότι η κατ' άρθρο 361 ΑΚ "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων", η οποία εφαρμόζεται στο ατομικό εργατικό δίκαιο, δεν φθάνει μέχρι του σημείου της υπέρβασης της νομοθετικής εξουσιοδότησης των αρμόδιων φορέων για την κανονιστική ρύθμιση των εργασιακών θεμάτων σε συλλογικό επίπεδο (ΑΠ 692/2014). Αυτό σημαίνει ότι η παραπομπή μιας ΣΣΕ σε άλλη είναι πάντοτε στατική και την ενσωματώνει ως έχει στο χρόνο που γίνεται η παραπομπή, με αποτέλεσμα οι ήδη ενσωματωμένες ρυθμίσεις της παραπεμπόμενης να μην επηρεάζονται από την εξέλιξη της τελευταίας, είτε σε ευνοϊκότερο είτε σε δυσμενέστερο επίπεδο.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 6/28.2.2012 "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012" (ΦΕΚ Α' 38/28.2.2012), η οποία κείται εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης του νόμου (ΟλΣτΕ 2307/2014, ΑΠ 876/2018): "1. Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. 2.
Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14.2.2013. 3. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που την 14.2.2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990 (Α' 27). 4.
Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους. Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) τον βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.
Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου, που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης. 5.
Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 (Α' 27) παύουν να ισχύουν. 6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις". Στόχος των προαναφερομένων ρυθμίσεων είναι να προωθήσουν την προσαρμογή των μισθολογικών και των μη μισθολογικών όρων της σσε στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, με απώτερο σκοπό να αυξηθεί με τον τρόπο αυτό η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και να μειωθεί η ανεργία.
Με τις ως άνω διατάξεις, αφενός, επιβάλλεται η ex lege λήξη την 14η Φεβρουαρίου 2013 των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.2.2012 ή και περισσότερο, αφετέρου, ρυθμίζονται οι έννομες συνέπειες της λήξης ή της καταγγελίας μίας σσε. Σύμφωνα με το έως το 2012 ισχύον δίκαιο οι κανονιστικοί όροι σσε που έληξε ή καταγγέλθηκε εξακολουθούσαν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο (άρθρ. 9 παρ. 4 Ν. 1876/1990).
Μετά την πάροδο του εξαμήνου (παράταση) άρχιζε μία δεύτερη περίοδος πλασματικής επιβίωσης των όρων της συλλογικής σύμβασης εργασίας, η φάση της μετενέργειας, κατά την οποία οι όροι της σσε αποβάλλουν μεν την αναγκαστική (όχι την άμεση) ισχύ τους, εξακολουθούν, όμως, να επηρεάζουν τη σύμβαση εργασίας, μέχρι η σύμβαση να τροποποιηθεί.
Επομένως, κατά τη διάρκεια της μετενέργειας ο εργοδότης δεν είναι δυνατόν να τροποποιήσει μονομερώς τους όρους της σσε που μετενεργεί, αλλά η τροποποίηση μπορεί να γίνει μόνον με τη σύμφωνη γνώμη του εργαζομένου. Με τη νέα διάταξη της προαναφερόμενης Π.Υ.Σ. η παράταση της κανονιστικής ισχύος των όρων της σσε που έληξε ή καταγγέλθηκε περιορίζεται από 6 σε 3 μήνες.
Αν δεν επιτευχθεί η σύναψη νέας σσε κατά το διάστημα του τριμήνου, τότε με τη λήξη του τριμήνου αρχίζει η φάση της μετενέργειας με περιορισμένο εύρος, οπότε ο εργοδότης οφείλει να συνεχίσει να καταβάλλει μόνον το βασικό μισθό και τέσσερα (4) επιδόματα, ωρίμανσης (δηλαδή αρχαιότητας στην υπηρεσία), τέκνων, εκπαίδευσης και επικίνδυνης εργασίας που όριζε η λήξασα ή καταγγελθείσα σσε.
Αντιθέτως, ο εργοδότης δεν οφείλει να συνεχίσει να καταβάλλει τα λοιπά επιδόματα και μισθολογικές παροχές που προέβλεπε η σσε, όπως π.χ. πρόσθετους μισθούς (π.χ. 15ος και 16ος μισθός), bonus ή πριμ, διορθωτικά επιδόματα, επιδόματα εξομάλυνσης, επιδόματα παρουσίας κ.ο.κ. Επομένως, με τη νέα ρύθμιση τροποποιούνται ουσιαστικά οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 4 και 5 του Ν. 1876/1990 και η μετενέργεια της σσε εντοπίζεται στον βασικό μισθό και στα τέσσερα, παραπάνω αναφερόμενα, επιδόματα, ενώ δεν καταλαμβάνει πλέον τις λοιπές μισθολογικές παροχές που προέβλεπε η λήξασα ή καταγγελθείσα σσε (ΑΠ 1041/2021).
Περαιτέρω, με το άρθρο 37 ν. 4024/2011 προστέθηκε εδάφιο στην παράγραφο 2 του άρθρου 10 του ν. 1876/1990 που ορίζει ότι "Όσο διαρκεί η εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής η επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας και πάντως δεν επιτρέπεται να περιέχει όρους εργασίας δυσμενέστερους για τους εργαζόμενους από τους όρους εργασίας εθνικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του νόμου αυτού." Με τη ρύθμιση αυτή δόθηκε προβάδισμα στην επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση έναντι της κλαδικής με μόνο όριο τη διατήρηση των όρων εργασίας που προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες εθνικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας.
Με τον τελευταίο λόγο της υπό κρίση αίτησης η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για την παραδοχή της ότι οι μειώσεις που επέφερε η ΠΥΣ 6/2012 παρανόμως εφαρμόσθηκαν μονομερώς από την αναιρεσείουσα στις αποδοχές των αναιρεσιβλήτων, εφόσον κατά τον κρίσιμο χρόνο λειτουργούσε δεσμευτικά γι αυτήν η από 24.2.2011 ΕΣΣΕ.
Με τον λόγο αυτό εκθέτει ειδικότερα ότι οι μειώσεις δεν επήλθαν κατ'εφαρμογή της ΠΥΣ 6/2012, αλλά λόγω της μείωσης στα ποσά των μισθολογικών κλιμακίων της ΕΓΣΣΕ, η οποία εφαρμοζόταν στις συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων κατά παραπομπή σύμφωνα με το άρθρο 3 της από 24.2.2011 ΕΣΣΕ και επομένως κατ' εφαρμογή της τελευταίας.
Ο λόγος αυτός (τελευταίος της αίτησης) είναι αβάσιμος διότι η ΕΣΣΕ δεν παρέπεμψε στους όρους της ΕΓΣΣΕ, όπως αυτοί διαχρονικά θα ίσχυαν, αλλά τους ενσωμάτωσε στο άρθρο 3 αριθμ. 1, 3 και 4, όπως αυτοί ήταν διαμορφωμένοι κατά το χρόνο κατάρτισης της ΕΣΣΕ, κατά τη ρητή μάλιστα πρόβλεψη (τελευταίο εδάφιο του αριθμού 4) ότι τα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια της ΕΓΣΣΕ αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ΕΣΣΕ.
Συνακολούθως και εφόσον, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, η ΕΣΣΕ ήταν ενεργή κατά το χρόνο έκδοσης της ΠΥΣ 6/2012, η αναιρεσιβαλλομένη, η οποία έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε το δικαίωμα να περικόψει μονομερώς τις αποδοχές των αναιρεσιβλήτων, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.2 του Συντάγματος και 3 παρ.1, 4, 7, 8, 10 και 11 του ν. 1876/1990, 3 της από 24.2.2011 ΕΣΣΕ, 2 της ΠΥΣ 6/28.2.2012 και 1 παρ. 6 ν. 4046/2012.
Επομένως η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και η αναιρεσείουσα να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (176,183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡIΠΤΕΙ την από? 2.12.2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 11221/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά? ε?ξοδα των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό? των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης, καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτη
αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ