Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored evidence regarding electricity company personnel regulations and transfer orders.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by twenty-six individuals against a final judgment from the Athens Court of Appeal. The appellants argued that the lower court failed to consider specific documents, including daily theft reports and personnel regulations submitted by the defendants. The court ruled that the appellate court had properly examined all submitted evidence and that the resulting finding was not contradicted by the cited documents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11γ'), 561(1) & (2) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's failure to consider specific evidence does not constitute grounds for cassation if the court explicitly states it reviewed all documents and the final finding is not contradicted by them.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1493 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1493/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 10 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Α. του Δ. (όπως διορθώνεται με τις προτάσεις από το εσφαλμένο «Β.»), κατοίκου……., 2) Β. Β. του Γ., κατοίκου …..3) Γ. Β. του Κ., κατοίκου….., 4) Ν. Γ. του Φ., κατοίκου……, 5) Σ. Γ. του Ε., κατοίκου……, 6) Δ. Γ. του Η., κατοίκου ……., 7) Π. Δ. του Δ., κατοίκου…….., 8) Ε. Τ. του Κ., xήρα και εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος την 27-3-2009 Μ. Μ. του Σ., κατοίκου ……, 9) Α. Μ., κόρης και εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος την 27.3.2009 Μ. Μ. του Σ., κατοίκου…….., 10) Σ. Μ., υιού και εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος την 27.3.2009 Μ. Μ. του Σ., κατοίκου……., 11) Μ. Μ. του Α., κατοίκου……,12) Β. Μ. του Κ., κατοίκου…….., 13) Δ. Μ. του Β., κατοίκου ……,14) Κ. Μ. του Ν., κατοίκου…….., 15) Χ. Ν. του Θ., κατοίκου……, 16) Χ. Π. του Ν., κατοίκου…….., 17)Χ. Π. του Γ., κατοίκου…….., 18) Γ. Π. του Α., κατοίκου…….., 19) Κ. Π. του Χ., συνταξιούχου, κατοίκου……., 20) Γ. Σ. του Σ., συνταξιούχου, κατοίκου……, 21) Δ. Σ. του Α., κατοίκου…….., 22) Ν. Σ. του Χ., κατοίκου ……, 23) Ε. Τ. του Κ., κατοίκου……., 24) Γ. Τ. του Α., κατοίκου……., 25) Γ. Χ. του Μ., κατοίκου……, 26) Α. Χ. του Β., κατοίκου ……και 27) Δ. Ψ. του Π., κατοίκου……., οι οποίοι, εκτός του με α/α 27ος των αναιρεσειόντων που δεν παραστάθηκε, παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταύρου Ξανθάκου, ο οποίος ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράσταση και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας" (ΑΔΜΗΕ Α.Ε.) (ως καθολικής διαδόχου της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφοράς της ΔΕΗ Α.Ε.). που εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού" (ΔΕΗ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, 3)Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." (ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παπαδημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2035/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2362/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησαν οι με α/α 2η και 3η ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 29-7-2015 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 607/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 4686/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-9-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσείοντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων, 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν κάποιος διάδικος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλον διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτηση αυτής, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολιπομένου διαδίκου, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 140/2023, ΑΠ 1695/2017), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε, κατά το άρθρο 576 παρ. 3 εδ.
β' ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς τους διαδίκους που εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 140/2023, ΑΠ 1068/2021, ΑΠ 1419/2021, ΑΠ 540/2020). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, όπως η παρ. 3 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 139 παρ. 1 Ν. 4938/2022 (ΦΕΚ Α 109/6-6-2022), κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, ενώ ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Τέλος, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι α) αν απουσιάζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης από κοινού με άλλους αναιρεσείοντες που εμφανίστηκαν, ερευνάται αυτεπαγγέλτως το κύρος της επίσπευσης εκ μέρους του, όσον αφορά την πληρεξουσιότητα, και εφόσον δεν προκύπτει πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που επισπεύδει τη συζήτηση και για λογαριασμό του ως άνω απολιπομένου διαδίκου, επέρχεται ακυρότητα της επίσπευσης ως προς αυτόν και συνακόλουθα το απαράδεκτο της συζήτησης, εφόσον βεβαίως ο τελευταίος δεν έχει κλητευθεί από τον αντίδικό του ούτε από κάποιον από τους τυχόν ομοδίκους του για να παραστεί στη συζήτηση και β) αν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, κατά τα προεκτεθέντα, ο αναιρεσείων θεωρείται δικονομικά απών και, εφόσον δεν έχει κλητευθεί από τον αντίδικό του ούτε από κάποιον από τους τυχόν ομοδίκους του για να παραστεί στη συζήτηση, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη (ΟλΑΠ 13/2008, ΑΠ 140/2023, ΑΠ 1471/2021, ΑΠ 1160/2020, ΑΠ 1591/2018, ΑΠ 1672/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο 27ος των αναιρεσειόντων Δ. Ψ. του Π. δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ οι λοιποί αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Ξανθάκο. Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των υπ' αριθ. 3712Γ', 3713Γ' και 3714Γ'/20-10-2022 εκθέσεων επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου ….
Β. Χ., που νομίμως επικαλούνται με τις προτάσεις τους και προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας προς την ως άνω δικαστική επιμελήτρια εκ μέρους του δικηγόρου Σταύρου Ξανθάκου, ενεργούντος ως πληρεξουσίου όλων των αναιρεσειόντων, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (10-1-2023), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις αναιρεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες.
Συνεπώς, η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες, πλην όμως ο παριστάμενος για τους πρώτο έως και εικοστό έκτο τούτων πληρεξούσιος δικηγόρος, ο οποίος άσκησε και προσδιόρισε αυτήν, δεν αποδεικνύει την εκ μέρους του απολιπομένου 27ου αναιρεσείοντος χορήγηση πληρεξουσιότητας προς αυτόν για προσδιορισμό δικασίμου και επίσπευση της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης ούτε προκύπτει, άλλωστε, ότι ο τελευταίος κλήθηκε από τις αναιρεσίβλητες ή από κάποιον από τους ομοδίκους του, προκειμένου να παραστεί στη συζήτηση της αίτησης κατά την ως άνω δικάσιμο.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς τον εικοστό έβδομο των αναιρεσειόντων, ο οποίος συνδέεται με τους λοιπούς με σχέση απλής ομοδικίας, και να κηρυχθεί ως προς αυτόν απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Όσον αφορά τους πρώτο έως και εικοστό έκτο των αναιρεσειόντων, με την υπό κρίση από 3-9-2021 (αριθ.
έκθ. κατάθεσης 6802/857/3-9-2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα ερήμην του τότε ενάτου των εφεσιβλήτων Π. Κ. του Α. (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 4686/2020 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ.
β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 αντικ. με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής:
Οι αρχικώς ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 27-12-2007 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 278647/6389/ 2007) αγωγή κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε.", με την οποία ισχυρίστηκαν ότι κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους προσελήφθησαν, με αντίστοιχες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, προκειμένου να παρέχουν σ' αυτήν τις υπηρεσίες τους, με την ειδικότητα του τεχνίτη εναέριων γραμμών (Τ4/Α), στον τομέα κατασκευών υποσταθμών (Υ/Σ) και κέντρων υπέρ-υψηλής τάσης (Κ.Υ.Υ.Τ.) της Διεύθυνσης Νέων Έργων Μεταφοράς (Δ.Ν.Ε.Μ.).
Ότι με σχετικές αποφάσεις του Δ.Σ. της εναγομένης ορίστηκαν οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης επιδόματος ειδικών συνθηκών εργασίας ηλεκτροτεχνιτών εναέριων γραμμών μεταφοράς, το οποίο, μετά από διαδοχικές αυξήσεις, αναπροσαρμόστηκε, με την από 19-6-1998 Επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε. Προσωπικού ΔΕΗ, ως ποσοστό 50% του 8ου μισθολογικού κλιμακίου.
Ότι το εν λόγω επίδομα χορηγείται ως υλικό αντιστάθμισμα για τις αναφερόμενες στην αγωγή ειδικές και επικίνδυνες συνθήκες εργασίας που αντιμετωπίζουν οι τεχνίτες εναέριων γραμμών κατά την παροχή της εργασίας τους. Ότι ενώ το ως άνω επίδομα χορηγείται στους τεχνίτες εναέριων γραμμών (Τ4/Α) στον τομέα κατασκευών γραμμών μεταφοράς, ωστόσο, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, δεν χορηγείται στους τεχνίτες εναέριων γραμμών (Τ4/Α) στον τομέα κατασκευών υποσταθμών (Υ/Σ) και κέντρων υπέρ-υψηλής τάσης (Κ.Υ.Υ.Τ.), στον οποίο ανήκουν αυτοί (ενάγοντες), παρά το γεγονός ότι ασκούν τα ίδια εργασιακά καθήκοντα και υποβάλλονται στους ίδιους κινδύνους κατά την παροχή της εργασίας τους, χωρίς να υπάρχει ουσιαστικός λόγος που να δικαιολογεί την ανωτέρω δυσμενή σε βάρος τους διάκριση.
Ζήτησαν δε, κατόπιν μερικής μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το ποσό των ……ευρώ, που αντιστοιχεί στις απαιτήσεις τους για καταβολή του ως άνω επιδόματος κατά το χρονικό διάστημα από …..έως……, και να αναγνωριστεί ότι αυτή έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το ποσό των ……ευρώ, που αντιστοιχεί στις ως άνω απαιτήσεις τους κατά το χρονικό διάστημα από …….έως……., όπως τα ποσά αυτά αναλύονται στην αγωγή, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση αυτής.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 2035/2009 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή και επιδίκασε στους ενάγοντες τα αιτηθέντα με αυτή ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκε η από 24-11-2009 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 11054/2009) έφεση εκ μέρους της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε και συνέχισε τη δίκη η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." (ΑΔΜΗΕ Α.Ε.), ως καθολική διάδοχος του αποσχισθέντος κλάδου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας της ΔΕΗ Α.Ε. (άρθρο 98 Ν. 4001/2011).
Περαιτέρω, στη θέση του δέκατου των τότε εφεσιβλήτων, Μ. Μ. του Σ., ο οποίος είχε ήδη αποβιώσει στις……., υπεισήλθαν και συνέχισαν τη δίκη οι καθολικοί διάδοχοι αυτού α) Ε. χήρα Μ.. Μ., το γένος Κ. Τ., β) Α. Μ. του Μ. και γ) Σ. Μ. του Μ.. Επί της ως άνω ασκηθείσας έφεσης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2362/2015 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από την τότε εκκαλούσα ΑΔΜΗΕ Α.Ε. η από 29-7-2015 αίτηση αναίρεσης, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 607/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση για τον λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και παραπέμφθηκε η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Ειδικότερα, με την ως άνω αναιρετική απόφαση κρίθηκε ότι "... το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της παραβίασης της ερειδομένης στις ως άνω διατάξεις αρχής της ισότητας, καθόσον ειδικότερα (α) αν και δέχεται, ότι η εργασία και των δύο κατηγοριών εργαζομένων (δηλ.
των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων και των λαμβανόντων το επίδικο επίδομα) παρέχεται σε υπαίθριους χώρους, δεν διευκρινίζει (δεν περιέχει σχετικές παραδοχές) το είδος των υπαίθριων χώρων σε κάθε μία από τις ως άνω περιπτώσεις και ποιες συνθήκες επικρατούν σ' αυτούς και δη την έκταση της έκθεσης των δύο κατηγοριών εργαζομένων στα καιρικά φαινόμενα, (β) ενώ δέχεται, ότι οι συνθήκες εργασίας είναι πανομοιότυπες και οι επαγγελματικοί κίνδυνοι έχουν κοινά χαρακτηριστικά λόγω του ενδεχομένου πτώσης από τους πυλώνες και ότι οι αναιρεσίβλητοι εργάζονται σε ύψος έως και 26 μέτρων, δεν αναφέρει έως και σε ποιο ύψος εργάζονται οι απασχολούμενοι στον Τομέα Γραμμών Μεταφοράς, περιοριζόμενο στην παραδοχή ότι αυτοί εργάζονται σε ύψος που υπερβαίνει τα 25 μέτρα, ούτε εάν η εργασία τους εκτελείται με την υποστήριξη μηχανικών μέσων που μειώνουν τους κινδύνους πτώσης, (γ) δεν εξέτασε το τμήμα του ωραρίου, κατά το οποίο οι δύο κατηγορίες απασχολούνται σε εναέριες εργασίες, (δ) αν και δέχεται, ότι, πέραν των ανωτέρω, επικινδυνότητα υφίσταται στην εργασία και των δύο κατηγοριών εργαζομένων από τα μηχανικά φορτία και τις μεγάλες δυνάμεις που ασκούνται, καθώς κατά τη φάση της τοποθέτησης των αγωγών και των συρμάτων οι εργαζόμενοι είναι αναγκασμένοι να λύσουν και να αναρτήσουν σύρματα μεγάλου βάρους, με συνέπεια να προκαλούνται μακροχρόνια προβλήματα υγείας ορθοπεδικής κυρίως φύσης, δεν διευκρινίζει, εάν τα σύρματα είναι του αυτού μήκους και βάρους και ποίου." Ακολούθως, η υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση στο Εφετείο Αθηνών με κλήση α) της ΑΔΜΗΕ Α.Ε.
ως καθολικής διαδόχου του αποσχισθέντος κλάδου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας της αρχικώς εναγομένης - εκκαλούσας ΔΕΗ Α.Ε., η οποία κλήση στρεφόταν κατά των τότε εφεσιβλήτων, που υπηρετούσαν στη Γενική Διεύθυνση Μεταφοράς της ΔΕΗ Α.Ε. έως την απόσχιση του ανωτέρω κλάδου, πλην των εβδόμου, δωδεκάτου και εικοστού πρώτου εξ αυτών (κατά τη σειρά που αναφέρονται στο δικόγραφο της έφεσης), για τους οποίους γίνεται λόγος κατωτέρω, β) της ΔΕΗ Α.Ε., η οποία κλήση στρεφόταν κατά του εβδόμου των εφεσιβλήτων, Π.
Δ. του Δ., ο οποίος παρέμεινε στην υπηρεσία αυτής και μετά την απόσχιση των κλάδων μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, και γ) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." (ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε.) ως καθολικής διαδόχου του αποσχισθέντος κλάδου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας της αρχικώς εναγομένης - εκκαλούσας ΔΕΗ Α.Ε. (άρθρο 123 Ν. 4001/ 2011), η οποία κλήση στρεφόταν κατά των δωδεκάτου και εικοστού πρώτου των εφεσιβλήτων, Β.
Μ. του Κ. και Δ. Σ. του Α., αντίστοιχα, που υπηρετούσαν στη Γενική Διεύθυνση Διανομής της ΔΕΗ Α.Ε. έως την απόσχιση του ανωτέρω κλάδου. Το Δικαστήριο της παραπομπής με την υπ' 4686/2020 απόφασή του, δικάζοντας ερήμην του τότε ενάτου των εφεσιβλήτων Π. Κ. του Α. (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, διατάσσοντας συγχρόνως την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της εκκαλούμενης απόφασης κατάσταση.
Την αναίρεση της ως άνω εφετειακής απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την υπό κρίση αίτησή τους. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
του KΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του KΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλ' ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για τον σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΑΠ 70/2022, 78/2022, ΑΠ 856/2019, ΑΠ 1915/2016, ΑΠ 472/2016).
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως, και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 922/2018). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη παρατιθεμένου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσής του εγγράφου (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 194/2005).
Παράλληλα, ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται κατά τους ισχυρισμούς του ότι έχει παραμορφωθεί, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του KΠολΔ, το περιεχόμενό του, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 1414/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 άλλως αριθ. 20 του ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται, κατά το κύριο σκέλος του ως άνω λόγου, σε εσφαλμένη ερμηνεία των σχετικών με τη χορήγηση του ένδικου επιδόματος υπ' αριθ. 232/1977 και 197/1989 αποφάσεων του Δ.Σ.
της ΔΕΗ Α.Ε., κατά δε το επικουρικό σκέλος του, σε παραμόρφωση του περιεχομένου των ως άνω εγγράφων. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το κύριο σκέλος του, καθόσον οι αποφάσεις του Δ.Σ. της ΔΕΗ Α.Ε. δεν αποτελούν κανόνες δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ενώ και κατά το επικουρικό σκέλος του είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον στο αναιρετήριο δεν παρατίθεται το περιεχόμενο των επίμαχων εγγράφων, τα οποία άλλωστε δεν προσκομίζονται από τους αναιρεσείοντες.
Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και, συνεπώς, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επιβάλλει την αυτή ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή, που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Το ίδιο ισχύει και όταν η ειδική νομοθετική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, εφαρμόζεται από το δικαστήριο η διάταξη, που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε ειδικά, και για εκείνη την κατηγορία που αδικαιολόγητα αποκλείστηκε από την εφαρμογή της, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω συνταγματικής αρχής και, κατά συνέπεια, το δικαστήριο επιδικάζει την παροχή αυτή και σ' εκείνους που αδικαιολόγητα έχουν εξαιρεθεί, χωρίς η επιδίκαση αυτή να παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλΑΠ 16/2015, ΟλΑΠ 3/2013, ΑΠ 474/2022, ΑΠ 1563/2021). Αυτό δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 80 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, που δεν επιτρέπει την παροχή μισθού, σύνταξης, χορηγίας ή αμοιβής, χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο, διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή ρύθμιση (ΑΠ 474/2022, ΑΠ 306/2011).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 519/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 2/2022).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 519/2022).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε ιδρύεται, εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 519/2022, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του υπό στοιχ.
Ι.2 λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και με τους υπό στοιχ. Ι.3,
ΙΙΙ.1, 2, 3, 4, 5 λόγους αυτής οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη σε παραβίαση εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος (αρχή της ισότητας), ενώ με το δεύτερο σκέλος του υπό στοιχ. Ι.2 λόγου και με τον υπό στοιχ. Ι.2.1 λόγο προσάπτουν στην ως άνω απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη σε ευθεία παραβίαση της ίδιας ως άνω διάταξης.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με αυτή, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος, έγιναν δεκτά τα εξής: ".... με τη υπ' αριθ. 232/1977 απόφαση του Δ.Σ/ΔΕΗ εγκρίθηκε η χορήγηση του επιδόματος συνθηκών εργασίας στους μισθωτούς της κατηγορίας Τ4 ειδικότητας Εναέριων Γραμμών Μεταφοράς, που απασχολούνται με την κατασκευή, επίβλεψη κατασκευής, επιθεώρηση ή συντήρηση Γραμμών Μεταφοράς 66, 150 και 400 KV, ως αντιστάθμισμα των δυσμενών συνθηκών υπό τις οποίες εργάζονται.
Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 325/18.10.79 απόφαση του Δ.Σ/ΔΕΗ εγκρίθηκε η αναρρύθμιση ως εξής: Αυξήθηκε το ημερήσιο ποσό του παραπάνω επιδόματος στο ύψος του 1/100 του εκάστοτε μισθού του μισθολογικού κλιμακίου (μ.κ.) 13 με ελάχιστο όριο μηνιαίως το ποσό που αντιστοιχεί στο 1/10 του εκάστοτε μισθού του μ.κ. 12, ενώ ειδικά για τους απασχολούμενους στις μονάδες Εκμετάλλευσης το ελάχιστο μηνιαίο ποσό του παραπάνω επιδόματος (το οποίο ημερησίως καθορίστηκε στο 1/100 του εκάστοτε μισθού του μ.κ. 13) ανερχόταν πλέον στο 25πλάσιο του κατά τα παραπάνω καθορισθέντος επιδόματος, το ελάχιστο μηνιαίο ποσό του επιδόματος ανερχόταν στα 25/100 του εκάστοτε μισθού του μισθολογικού κλιμακίου 13.
Στη συνέχεια δυνάμει της υπ' αριθ. 458/13.11.84 απόφασης του Δ.Σ/ΔΕΗ, η παραπάνω ρύθμιση σχετικά με το ότι το ελάχιστο μηνιαίο ποσό του επιδόματος θα ανέρχεται στα 25/100 του εκάστοτε μισθού του μισθολογικού κλιμακίου 13, επεκτάθηκε σε όλους του μισθωτούς της Κατηγορίας Τ4, ειδικότητας Εναέριων Γραμμών Μεταφοράς, ανεξάρτητα αν αυτοί απασχολούνται στις Μονάδες Εκμετάλλευσης ή Κατασκευών.
Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 197/7.6.89 απόφαση του Δ.Σ/ΔΕΗ, η οποία: α) επιβεβαίωσε ότι το ελάχιστο μηνιαίο όριο του ένδικου επιδόματος που χορηγείται στους μισθωτούς της κατηγορίας Τ4 - ειδικότητας Εναέριων Γραμμών Μεταφοράς καθορίζεται στο 25/100 του μισθού του μ.κ. 13 και β) ενέκρινε την χορήγηση ενός νέου επιδόματος, δηλαδή ποσού ίσου με τα 3/100 του μισθού του μ.κ. 13 ημερησίως και για όσες ημέρες και μόνο οι δικαιούχοι μισθωτοί θα απασχολούνται επί τόπου των έργων με την κατασκευή, επίβλεψη κατασκευής, επιθεώρηση ή συντήρηση Γραμμών Μεταφοράς 66, 150 και 400 KV.
Με την από 11.4.1995 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Ε.Σ.Σ.Ε.) Προσωπικού ΔΕΗ, η οποία συνήφθη μεταξύ της ΔΕΗ Α.Ε. και της Γενικής Ομοσπονδίας Προσωπικού ΔΕΗ (ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ), το εν λόγω επίδομα αυξήθηκε από 1.4.1995 από 1% σε 1,5% και από 1.7.1995. σε 2%, στο μισθό του 12ου μισθολογικού κλιμακίου. Με την από 19.6.1998 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Ε.Σ.Σ.Ε.) Προσωπικού ΔΕΗ, η οποία συνήφθη μεταξύ της ΔΕΗ Α.Ε και της ΙΕΝΟΠ/ΔΕΗ, το εν λόγω επίδομα, αφού προσδιορίσθηκε ως μηνιαίο Επίδομα Ειδικών Συνθηκών Εργασίας Εναέριων Γραμμών Μεταφοράς 66, 150 και 400 KV, αναπροσαρμόσθηκε, ποσοτικά, ως ποσοστό 50% του 8ου μισθολογικού κλιμακίου, ενώ στη συνέχεια διαμορφώθηκε ως εξής:....
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι το αντικείμενο εργασίας των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων που απασχολούνται στο τομέα κατασκευής Υποσταθμών (Υ/Σ) και Κέντρων Υπέρ-υψηλής Τάσης (Κ.Υ.Υ.Τ.) με την ειδικότητα των Τεχνιτών Εναέριων Γραμμών (Τ4/Α) συνίσταται στην κατασκευή με αυτεπιστασία Υποσταθμών (Υ/Σ) 150 KV/20 KV και Κέντρων Υπερυψηλής Τάσης (400 KV/150 KV/30 KV/20 KV), καθώς και με την επίβλεψη κατασκευής αντίστοιχων έργων με ανάδοχο.
Οι Τεχνίτες ειδικότητας Τ4/Α απασχολούνται αποκλειστικά σε έργα Υ/Σ-ΚΥΤ με αυτεπιστασία και συγκεκριμένα με την εγκατάσταση υπαιθρίων ικριωμάτων, Η/Μ εξοπλισμού, καθώς και με την εγκατάσταση υπογείων καλωδίων 20 KV, 150 KV, καλωδίων Χ.Τ. και του δικτύου γειώσεως. Ειδικότερα, οι υπέργειες κατασκευές που εγκαθίστανται χωρίζονται σε τρεις ομάδες, ήτοι:
Η 1η Ομάδα κατασκευών αφορά ικριώματα επί των οποίων εγκαθίσταται Ηλεκτρομηχανολογικός (Η/Μ) εξοπλισμός (Διακόπτες, Αποζεύκτες, Μετασχηματιστές (Μ/Σ) έντασης, Μ/Σ Τάσης, Αλεξικέραυνα, Μονωτήρες στήριξης, κλπ.), ο οποίος διασυνδέεται με αγωγούς ή σωλήνες χαλκού (μπάρες). Η 2η Ομάδα κατασκευών αφορά ικριώματα χωρίς Ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό, όπου στις γέφυρές τους συνδέονται μέσω μονωτήρων ανάρτησης εναέριοι αγωγοί και στις κορυφές τους συνδέονται οι αγωγοί αντικεραυνικής προστασίας.
Τέτοια ικριώματα χρησιμοποιούνται για τη σύνδεση των Γραμμών Μεταφοράς με τους Υ/Σ και τα ΚΥΤ καθώς και για τη στήριξη εναέριων αγωγών ζυγών 150 ΚV και 400 ΚV. Η 3η Ομάδα κατασκευών αφορά εγκατάσταση εξοπλισμού απευθείας σε βάσεις στο έδαφος και συνδέεται με τον υπόλοιπο εξοπλισμό μέσω εναέριων αγωγών, χάλκινων μπαρών ή υπογείων καλωδίων ισχύος (Μ/Σ ισχύος 150/20 ΚV, ΑΜΣ ισχύος 400/150/30 ΚV Αντιστάσεις ουδ.
Κόμβου κλπ.). Οι εργασίες για την εγκατάσταση των ανωτέρω ομάδων γίνονται σε τρεις φάσεις. Στη Φάση Α λαμβάνει χώρα συναρμολόγηση Ικριωμάτων και Εξοπλισμού. Κατά τη φάση αυτή οι εργαζόμενοι της 1η και 2ης ομάδας συναρμολογούν τα ικριώματα και τον εξοπλισμό, κυρίως στο έδαφος, με πιθανή χρήση γερανού. Η 3η ομάδα των εργαζομένων εργάζεται είτε επί του εξοπλισμού είτε με καλαθοφόρα και με παράλληλη χρήση γερανού, το δε ύψος των θέσεων εργασίας ανέρχεται από 5 έως 7 μέτρα από το έδαφος.
Στη Φάση Β λαμβάνει χώρα ανέγερση ικριωμάτων και εγκατάσταση εξοπλισμού. Κατά τη φάση αυτή οι εργαζόμενοι της 1ης ομάδας εγκαθιστούν τα ικριώματα στις βάσεις τους και επ' αυτών εγκαθίσταται και στερεώνεται ο εξοπλισμός. Χρησιμοποιούνται δε γερανοί και οι εναερίτες εργάζονται είτε με καλαθοφόρα είτε επί των ικριωμάτων και του εξοπλισμού, το δε ύψος των θέσεων εργασίας ανέρχεται από 5 έως 7 μέτρα από το έδαφος.
Η 2η Ομάδα των εργαζομένων τοποθετεί τους ορθοστάτες των ικριωμάτων στις βάσεις τους και συνδέονται οι γέφυρες και οι κορυφές επ' αυτών. Χρησιμοποιούνται γερανοί και οι εναερίτες εργάζονται επί των ορθοστατών και των γεφυρών των ικριωμάτων, το δε ύψος των θέσεων εργασίας κυμαίνεται από 9 έως 20 μέτρα από το έδαφος σε Υ/Σ, 10 έως 15 μέτρα από το έδαφος στην πλευρά 150 ΚV των ΚΥΤ και 17 έως 26 μέτρα από το έδαφος στην πλευρά 400 ΚV των ΚΥΤ.
Στη Φάση Γ λαμβάνει χώρα Σύνδεση Αγωγών και μπαρών. Η 1η και 3η ομάδα των εργαζομένων συνδέει Αγωγούς ή μπάρες χαλκού επί του εξοπλισμού κάνοντας χρήση γερανού με καλαθοφόρα είτε επί του εξοπλισμού και χωρίς την βοήθεια γερανών, το δε ύψος θέσεων εργασίας ανέρχεται από 5 έως 7 μέτρα από το έδαφος. Η 2η Ομάδα των εργαζομένων προβαίνει στη σύνδεση μονωτήρων ανάρτησης στις γέφυρες των ικριωμάτων και σε αυτούς συνδέονται οι αγωγοί οι οποίοι τανύονται κατάλληλα.
Οι εναερίτες εργάζονται επί των γεφυρών και των ορθοστατών των ικριωμάτων και με τη χρήση γερανών. Παρομοίως γίνεται και η σύνδεση των αγωγών αντικεραυνικής προστασίας στις κορυφές των ικριωμάτων, το δε ύψος των θέσεων εργασίας κυμαίνεται από 9 έως 20 μέτρα από το έδαφος σε Υ/Σ, 10 έως 15 μέτρα από το έδαφος στην πλευρά 150 ΚV των ΚΥΤ και 17 έως 26 μέτρα από το έδαφος στην πλευρά 400 ΚV των ΚΥΤ.
Οι παραπάνω εργασίες των εναγόντων - εφεσίβλητων λαμβάνουν χώρα σε εξωτερικούς χώρους, οι οποίοι βρίσκονται εντός διαμορφωμένων εργοταξιακών χώρων, στους οποίους υπάρχουν στεγασμένοι χώροι, με αποτέλεσμα, κατά κανόνα, να μην είναι εκτεθειμένοι στις δυσμενείς καιρικές συνθήκες της υπαίθρου. Οι εναέριες δε εργασίες εκτελούνται σε ύψος 9 έως 26 μέτρων.
Αυτές λαμβάνουν δε χώρα για περιορισμένο σχετικά χρονικό διάστημα, δηλαδή περίπου επί μιάμιση έως δύο ώρες ημερησίως, καλύπτουν δε μόνο το 20% της συνολικής διάρκειας του έργου κατασκευής Υ/Σ ή ΚΥΤ απαιτεί εναέρια εργασία, ενώ για τις εργασίες τους αυτές χρησιμοποιούν και καλαθοφόρα οχήματα, πράγμα που μειώνει τις δυσκολίες της υπέργειας εργασίας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το αντικείμενο εργασιών της προτεινόμενης προς σύγκριση κατηγορίας των εργαζομένων τεχνικών ειδικότητας Τ4/Α που απασχολούνται στο τομέα κατασκευών γραμμών μεταφοράς, αφορά στην κατασκευή Γραμμών Μεταφοράς 66 ΚV, 150 ΚV και 400 ΚV σε ιδιαίτερα μεγάλα ύψη (35-69 μέτρα). Οι βασικές φάσεις εργασίας είναι οι εξής: 1) Προεργασία Ανέγερσης Πυλώνων, 2) Ανέγερση, 3) Προεργασία εκτύλιξης αγωγών, 4) Εκτύλιξη, 5) Ρύθμιση, 6) Πρόσδεση.
Ειδικότερα: Στην 1η Φάση της προεργασίας Ανέγερσης Πυλώνων η εργασία λαμβάνει χώρα επίγεια και σε κάποιο ποσοστό εναέρια. Στη 2η Φάση της Ανέγερσης λαμβάνει χώρα με γερανό και οι εναερίτες συνδέουν τα διάφορα μέρη του πυλώνα εναέρια και σε ιδιαίτερα μεγάλα ύψη 35 - 60 μέτρα από το έδαφος. Στην 3η Φάση της προεργασίας εκτύλιξης - Εκτύλιξη αγωγών, αναρτώνται τροχαλίες στα ακρογεφύρια των πυλώνων και παρακολουθείται η πορεία των αγωγών εναέρια.
Στην 4η Φάση της Ρύθμισης ελέγχονται τα βέλη με ειδικά όργανα και για την εξασφάλισή τους σταθεροποιούνται οι αγωγοί από τον πυλώνα με ειδικές αρπαγές. Στην 5η Φάση της πρόσδεσης αγωγών στους τερματικούς πύργους οι εναερίτες τοποθετούν τις αρπαγές αυτές στα 40 μέτρα κατά μήκος του αγωγού, αφού συρθούν σε αυτούς με ειδικό ποδήλατο, και αφού πρεσαριστούν οι αγωγοί, τους εξαρτούν στους πυλώνες.
Στην 6η Φάση της πρόσδεσης αγωγών στους πύργους ευθυγραμμίας οι εναερίτες, αφού προσαρτήσουν μια σκάλα 4 μέτρα κατακόρυφα κάτω από κάθε ακρογεφύριο, κατεβαίνουν στο ύψος των αγωγών όπου σταθεροποιούν (προσδένουν) τον αγωγό. Κατά τη διάρκεια όλων των φάσεων των διάφορων εργασιών οι εναερίτες, εκτελώντας τις καθημερινά, στηρίζονται κυρίως πάνω σε στενά στοιχεία χάλυβα των πυλώνων πλάτους 3-5 εκατοστών.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εναερίτες στον τομέα κατασκευών γραμμών μεταφοράς εκτελούν μία επιπλέον επικίνδυνη εργασία, η οποία είναι η τοποθέτηση των διαχωριστών στο κύκλωμα των δίδυμων αγωγών στα 400 ΚV, σε όλο το άνοιγμα μεταξύ δύο πυλώνων (μήκος 300-500 μ.) και σε ύψος που, λόγω ιδιομορφίας του εδάφους, όπως π.χ.
χαράδρες, μπορεί να φτάνει και τα 600 μ. Ο εναερίτης με ειδικό ποδήλατο διασχίζει στον αέρα όλο το μήκος των αγωγών, τοποθετώντας κάθετα ειδικές μεταλλικές λάμες, ώστε να τους κρατά σε μία ασφαλή απόσταση. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι εναερίτες στον τομέα κατασκευών γραμμών μεταφοράς εργάζονται, λόγω της φύσεως της εργασίας στην ύπαιθρο, μακριά από στεγασμένους χώρους, οπότε είναι εκτεθειμένοι σε όλες τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες (παγετός, καύσωνας, βροχή, δυνατοί άνεμοι κλπ.), μη διαθέτοντας κτίριο καταφυγής.
Επίσης, το μεγαλύτερο και ποσοτικά και ποιοτικά μέρος των εργασιών αυτών πραγματοποιείται εναέρια, συνήθως σε μεγάλα ύψη μεγαλύτερα των 20 μέτρων πάνω στους πυλώνες, των οποίων το ύψος κυμαίνεται από 30 έως 69 μέτρα. Η εργασία αυτή διαρκεί για 6-8 ώρες, δηλαδή για όλη σχεδόν τη διάρκεια του ωραρίου τους, που όχι μόνο αυξάνει την κόπωσή τους, αλλά και την επικινδυνότητα της εργασίας.
Επίσης, λόγω του σχετικά μη επίπεδου και πρόχειρα διαμορφωμένου εδάφους, έχουν περιορισμένες δυνατότητες ελιγμών για την τοποθέτηση βοηθητικών μηχανισμών (κλίμακες). Τέλος κατά τις φάσεις της εκτύλιξης, ρύθμισης και πρόσδεσης, λόγω του πολλαπλάσιου μήκους των αγωγών (300 έως 500 μέτρων), δημιουργούνται στους αγωγούς πολύ μεγάλες τανύσεις, με συνέπεια την αύξηση της πιθανότητας ατυχημάτων.
Από τη σύγκριση των δύο κατηγοριών εργαζομένων προκύπτουν τα ακόλουθα: Α) Η εργασία των δύο κατηγοριών εργαζομένων παρέχεται σε διαφορετικούς από άποψη μορφολογίας, ειδικών συνθηκών και απόστασης από αστικά κέντρα τόπους εργασίας. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι η εργασία των εναγόντων - εφεσίβλητων παρέχεται σε Υποσταθμούς της ΔΕΗ, α) πλησίον κατοικημένων περιοχών, β) σε υπαίθριους χώρους, οι οποίοι βρίσκονται εντός διαμορφωμένων εργοταξιακών χώρων και γ) στους οποίους υπάρχουν στεγασμένοι χώροι, με αποτέλεσμα, κατά κανόνα, να μην είναι εκτεθειμένοι στις δυσμενείς καιρικές συνθήκες της υπαίθρου, αλλά να τυγχάνουν προστασίας από αντίξοες καιρικές συνθήκες.
Αντιθέτως, οι τεχνίτες του Τομέα Κατασκευής Γραμμών Μεταφοράς α) εργάζονται ανά τη χώρα, "στα σημεία όπου έχει χαραχθεί η γραμμή", ήτοι οπουδήποτε πρόκειται να διέλθει γραμμή μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος και κυρίως εκτός αστικών κέντρων και πολλές φορές σε δύσβατες και απομακρυσμένες περιοχές, σε βουνά, σε χαράδρες κλπ.
σε μη διαμορφωμένο χώρο και χωρίς σωστή ανάπτυξη των εργοταξίων, σε ανώμαλο πολλές φορές έδαφος. Οι συνθήκες αυτές έχουν, κατά την κοινή πείρα, σαν αποτέλεσμα τον μεγάλο βαθμό επικινδυνότητας της εργασίας, δεδομένου ότι οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να στήσουν με απόλυτη ασφάλεια σκάλες και μέσα στήριξης.
Είναι επίσης εκτεθειμένοι ακόμη και στην έκτακτη μεταβολή του καιρού, μη διαθέτοντας στον τόπο εργασίας τους κτίριο καταφυγής και προστασίας από καιρικά φαινόμενα (καύσωνα, δυνατούς ανέμους, βροχή, δριμύ ψύχος). Β) Οι συνθήκες εργασίας τους είναι διαφορετικές τόσο ως προς το ύψος όσο και στη χρήση μηχανικών μέσων που μειώνουν τους κινδύνους της πτώσης.
Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι, κατά το στάδιο της εκτέλεσης εναέριας εργασίας, αυτή γίνεται είτε επί του εξοπλισμού είτε με χρήση καλαθοφόρας και γερανού, σε ύψος που ανέρχεται από 5 έως 7 μέτρα από το έδαφος. Κατά το στάδιο της σύνδεσης των γεφυρών και των κορυφών αυτών, καθώς και της σύνδεσης αγωγών και μπαρών που καταλαμβάνει ελάχιστο τμήμα της συνολικής εργασίας τους, λαμβάνει σε ύψος το οποίο δεν υπερβαίνει τα 26 μέτρα.
Αντιθέτως η εργασία των τεχνιτών του Τομέα Κατασκευής Γραμμών Μεταφοράς λαμβάνει χώρα σε πολύ μεγάλα ύψη που κυμαίνονται από 35 έως 60 μέτρα. Στην πρώτη φάση εργασίας τους, η προετοιμασία ανέγερσης των πυλώνων γίνεται αρχικώς επίγεια και ακολούθως εναέρια με χρήση γερανού και οι εναερίτες συνδέουν τα διάφορα μέρη του πυλώνα σε ύψος 35 έως 60 μέτρων.
Στη επόμενη φάση της ρύθμισης ελέγχονται τα βέλη με ειδικά όργανα και για την εξασφάλισή τους σταθεροποιούνται οι αγωγοί από τον πυλώνα με ειδικές αρπαγές. Κατά τη φάση πρόσδεσης των αγωγών στους τερματικούς πύργους, οι τεχνίτες Γραμμών Μεταφοράς τοποθετούν τις αρπαγές αυτές στα 40 μέτρα κατά μήκος του αγωγού, αφού συρθούν σε αυτούς με ειδικό ποδήλατο, και αφού πρεσαριστούν οι αγωγοί, τους εξαρτούν στους πυλώνες.
Ακολούθως, κατά την πρόσδεση αγωγών στους πύργους ευθυγραμμίας, οι τεχνίτες, αφού προσαρτήσουν μια σκάλα 4 μ. κατακόρυφα, κάτω από κάθε ακρογεφύριο, κατεβαίνουν στο ύψος των αγωγών, όπου σταθεροποιούν (προσδένουν) τον αγωγό, ενώ κατά την πρόσδεση των αγωγών στους πύργους ευθυγραμμίας, καθώς και την τοποθέτηση των διαχωριστών στο κύκλωμα των δίδυμων αγωγών στα 400 ΚV, αναρριχώνται σε ύψος μέχρι και 600 μέτρα (χαράδρες) και σε απόσταση μεταξύ δύο πυλώνων που μπορεί να φθάσει τα 300 έως 500 μέτρα, κινούνται με ειδικό ποδήλατο που διασχίζει όλο το μήκος, τοποθετώντας κάθετα ειδικές μεταλλικές λάμες, ώστε να κρατά τους δύο αγωγούς σε μία ασφαλή απόσταση και κατά τη διάρκεια όλων των φάσεων των παραπάνω διάφορων εργασιών στηρίζονται κυρίως πάνω σε στενά στοιχεία χάλυβα των πυλώνων, πλάτους 3-5 εκατοστών, με αποτέλεσμα η εργασία αυτή να εγκυμονεί και ειδικούς κινδύνους λόγω ισχυρών αέριων ρευμάτων που επικρατούν σε τόσο μεγάλα ύψη.
Γ) Υφίσταται διαφορά ως προς το τμήμα του ωραρίου που απασχολούνται σε εναέριες εργασίες στη διάρκεια της ημέρας και συνολικώς μέχρι την ολοκλήρωση του έργου τους. Ειδικότερα, οι εναέριες εργασίες των εναγόντων - εφεσίβλητων λαμβάνουν χώρα για περιορισμένο σχετικά χρονικό διάστημα, δηλαδή περίπου επί μιάμιση έως δύο ώρες ημερησίως, καλύπτουν δε μόνο το 20% της συνολικής διάρκειας του έργου κατασκευής Υ/Σ ή ΚΥΤ απαιτεί εναέρια εργασία, σε χαμηλότερα ύψη κυμαινόμενα από 5 έως 26 μέτρα και τον υπόλοιπο χρόνο απασχολούνται σε επίγειες εργασίες.
Δ) Τέλος, υφίσταται διαφορά ως προς τα μηχανικά φορτία και τις δυνάμεις που ασκούνται κατά τη φάση της τοποθέτησης των αγωγών και των συρμάτων. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι τεχνίτες γραμμών μεταφοράς, κατά τις φάσεις της εκτύλιξης, ρύθμισης και πρόσδεσης των πυλώνων, λόγω του πολλαπλάσιου μήκους των αγωγών (300 έως 500 μέτρων) που συνδέουν τους πυλώνες και σε ύψος κυμαινόμενο και έως 600 μέτρα, δημιουργούνται πολύ μεγάλες τανύσεις και ασκούνται πολλαπλάσια μηχανικά φορτία, με συνέπεια την αύξηση της πιθανότητας ατυχημάτων σε μεγαλύτερο βαθμό από αυτή των εναγόντων - εφεσίβλητων, οι οποίοι εργάζονται σε ύψη από 5 έως 26 μέτρα και με την, κατά το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας τους, υποστήριξη μηχανικών μέσων και σε σαφώς μικρότερες αποστάσεις μεταξύ των πυλώνων των υποσταθμών.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η υπαγωγή των εναγόντων - εφεσίβλητων στην κατηγορία και ειδικότητα Τ4/Α, από μόνη της δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη χορήγηση του ένδικου επιδόματος Ειδικών Συνθηκών Εργασίας, καθόσον στην κατηγορία αυτή υπηρετεί, στις διάφορες μονάδες της ΔΕΗ ανά τη χώρα, μεγάλος αριθμός μισθωτών, χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται ότι όλοι οι μισθωτοί εντός της κατηγορίας αυτής, σε όλες τις Δ/νσεις και σε όλους τους Τομείς αυτών, παρέχουν όμοια εργασία.
Περαιτέρω ούτε η εργασιακή ετοιμότητα των εναγόντων - εφεσίβλητων, καθ' όλο το 24ωρο, αρκεί για τη χορήγηση του ένδικου επιδόματος, αφού αυτό χορηγείται ως αντιστάθμισμα των επικίνδυνων συνθηκών εργασίας. Από τα ανωτέρω προέκυψε ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι δεν παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες και υπό τις ίδιες συνθήκες με τους εργαζόμενους δικαιούχους του εν λόγω επιδόματος, οι οποίοι εκτελούν εντελώς διαφορετική εργασία, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ώστε να προκύπτει ότι η μη καταβολή του επιδόματος στους ενάγοντες - εφεσίβλητους δεν προκαλεί δυσμενή σε βάρος τους διάκριση, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας.
Συνεπώς, η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία έκρινε διαφορετικά, δεχόμενη ότι η μη καταβολή του ένδικου επιδόματος και στην κατηγορία των εργαζομένων στην οποία ανήκουν και οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι προκαλεί σε βάρος τους διάκριση, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας και περαιτέρω δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε ότι η εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." οφείλει να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των ……. ευρώ και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των …… ευρώ, άπαντα τα ανωτέρω με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, γενομένων δεκτών ως ουσία βάσιμων των εκτιμώμενων ενιαίως πρώτου και δεύτερου λόγου της ένδικης έφεσης." Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, δικάζοντας ως δικαστήριο της παραπομπής, δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, την οποία έκρινε μη εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν ορθής υπαγωγής σ' αυτήν των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδεδειγμένα, αλλά ούτε εκ πλαγίου, καθόσον διέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στον ως άνω κανόνα δικαίου.
Συνεπώς, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι σχετικοί υπό στοιχ. Ι.2, Ι.2.1, Ι.3,
ΙΙΙ.1, 2, 3, 4, 5 λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 26/2022, ΑΠ 19/2022), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 68/2022, ΑΠ 26/2022, ΑΠ 19/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπό στοιχ. Ι.4 λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη νομίμως προταθέντα από αυτούς ισχυρισμό που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τον προταθέντα, με τις ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου προτάσεις τους, ισχυρισμό ότι με την από 11-4-1995 Ε.Σ.Σ.Ε.
το ένδικο επίδομα επεκτάθηκε και στους μισθωτούς των κατηγοριών Τ3 και Τ1 (συντηρητές), οι οποίοι εργάζονται σε κοινά συνεργεία, στους τόπους των εκτελούμενων έργων, των οποίων όλη η εργασία διεξάγεται επίγεια και όχι εναέρια, όπως η δική τους (αναιρεσειόντων). Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο ανωτέρω ισχυρισμός τείνει στη θεμελίωση του ασκηθέντος με την ένδικη αγωγή δικαιώματος, πλην όμως οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι με το δικόγραφο της αγωγής τους είχαν προτείνει τους λαμβάνοντες το ένδικο επίδομα μισθωτούς των κατηγοριών Τ3 και Τ1 προς σύγκριση με τη δική τους κατηγορία, προκειμένου να κριθεί ότι και αυτοί (αναιρεσείοντες) δικαιούνται να λάβουν το επίδομα τούτο με βάση την αρχή της ισότητας και ότι, παρά ταύτα, το Εφετείο δεν τον έλαβε υπόψη του.
Άλλωστε, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο ισχυρισμός περί επέκτασης του ένδικου επιδόματος στους μισθωτούς των κατηγοριών Τ3 και Τ1 (συντηρητές) αναφέρεται διηγηματικά, χωρίς να αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής, με την οποία οι ενάγοντες ζήτησαν την καταβολή του εν λόγω επιδόματος με βάση την αρχή της ισότητας, κατόπιν σύγκρισης της κατηγορίας στην οποία ανήκουν (τεχνίτες εναέριων γραμμών (Τ4/Α) στον τομέα κατασκευών υποσταθμών και κέντρων υπέρ-υψηλής τάσης) με εκείνη των τεχνιτών εναέριων γραμμών (Τ4/Α) στον τομέα κατασκευών γραμμών μεταφοράς, οι οποίοι λαμβάνουν το ως άνω επίδομα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 26/2022).
Για την πληρότητα αυτού του λόγου αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου ισχυρισμού, που πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 26/2022, ΑΠ 516/2016).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κατά το άρθρο 561 παρ. 1 (ΑΠ 26/2022, ΑΠ 612/2019, ΑΠ 516/2016, ΑΠ 600/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπό στοιχ. ΙΙΑ, Β, Γ λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε, ότι δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία οι τότε εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με τις ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου προτάσεις τους, ήτοι:
α) Ημερήσια δελτία απαχόλησης μηνών Απριλίου έως και Σεπτεμβρίου….., αναφερόμενα στις προτάσεις τους ως σχετικά υπ' αριθ. 14α, 14β, 14γ, 14δ, 14ε και 14στ. β) Έγγραφες εντολές μετακίνησης, αναφερόμενες στις προτάσεις τους ως σχετικά υπ' αριθ. 22, 22α, 22β, 22γ, 22δ, 22ε, 22στ, 22ζ και 22η. γ) Κανονισμό Κατάστασης Προσωπικού ΔΕΗ, ο οποίος αναφέρεται στις προτάσεις τους ως σχετικό υπ' αριθ. 10.
Τα ως άνω έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων αναφέρεται συνοπτικά στο αναιρετήριο, καθώς και οι ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των τότε εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων, με τις οποίες έγινε επίκληση των εν λόγω εγγράφων, προσκομίζονται από τους τελευταίους. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής:
α) Το Εφετείο, για τον σχηματισμό της κρίσης του, έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, "όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται παραδεκτώς κατ' άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ" και "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".
β) Από το όλο περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες της ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ως προς το ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα συγκεκριμένα έγγραφα. γ) Το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είναι αντίθετο προς το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων.
Κατόπιν αυτού, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της ως προς τους πρώτο έως και εικοστό έκτο των αναιρεσειόντων, οι οποίοι πρέπει και να καταδικαστούν, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος των τελευταίων (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον εικοστό έβδομο των αναιρεσειόντων, Δ. Ψ. του Π..
Κηρύσσει ως προς αυτόν απαράδεκτη τη συζήτηση της από 3-9-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 6802/857/3-9-2021) αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 4686/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την ως άνω αίτηση αναίρεσης.
Επιβάλλει σε βάρος των πρώτου έως και εικοστού έκτου των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ