Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and upholds lower court's award of interest on funds misappropriated by agent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final judgment. The lower court ruled that the appellant, acting as an agent, was liable for interest on funds he deposited into his own account for his siblings' benefit. The court found the appeal arguments regarding procedural defects and the application of Article 720 of the Civil Code were unfounded and unsupported by the established facts.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 K.Pol.D.; Art. 226(4) K.Pol.D.; Art. 720 A.K.: The Supreme Court may proceed with the appeal hearing despite a party's absence if the summons was validly served, and it rejects appeals based on procedural defects if the lower court's decision does not constitute a violation of legal requirements.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 600 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 600/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ζ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο του Β. Γ..
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Ζ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Αφένδρα και 2) Γ. Ζ. του Α., κατοίκου ... (κατά δήλωσή της), η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βουκελάτο.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης λόγω προβλήματος υγείας του πληρεξουσίου που χειρίζεται την υπόθεση.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και διά της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από: α) 21-10-2002 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, β) 19-11-2002 αγωγή της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και γ) 30-4-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1698/2007 του ίδιου Δικαστηρίου, 3585/2008 μη οριστική και 836/2014 οριστική του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-6-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 17-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν και αυτός παρών ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω , κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ’ και δ’ του Κ.Πολ.Δ.
που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 575 εδ.β’ του ιδίου Κωδικός, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητος της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά την μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεως αυτού κατά την αρχική δικάσιμο.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ.3, 104 και 96 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η επίδοση της κλήσεως για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως μπορεί να γίνει εγκύρως και στον δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση, ως πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και ο οποίος τεκμαίρεται ότι τυγχάνει αντίκλητος του για την υπόθεση για την οποία υπέγραψε το σχετικό δικόγραφο και έχει, ως εκ τούτου, την κατά το άρθρο 142 του ίδιου Κωδικός εξουσία να παραλαμβάνει δηλαδή τα προς τον διάδικο που τον διόρισε απευθυνόμενα και αφορώντα στην υπόθεση δικόγραφα (Α.Π.320/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την .../2-10-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Γ., που προσκομίζεται από τους επισπεύδοντες την συζήτηση αναιρεσεσιβλήτους προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ’ αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 9-3-2015, έχει επιδοθεί, επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, νομίμως και εμπροθέσμως στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Δ. Χ., ο οποίος υπογράφει ως πληρεξούσιος αυτού το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η συζήτηση της υποθέσεως ανεβλήθη κατόπιν αιτήματος του αναιρεσείοντος για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (23-11-2015), κατά την οποία ο αναιρεσείων, εκπροσωπούμενος από τον δικηγόρο Β. Γ. (συνεργάτη του προαναφερθέντος δικηγόρου Δ. Χ.) υπέβαλε εκ νέου αίτημα αναβολής της υποθέσεως, το οποίο όμως απερρίφθη από το Δικαστήριο και κατά την συζήτηση της υποθέσεως που επακολούθησε ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε. Επομένως, εφόσον ο τελευταίος έχει νομίμως, κατά τα προεκτεθέντα, κλητευθεί, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει χωρίς την παρουσία του.
Επειδή, οι ήδη αναιρεσίβλητοι με τις ένδικες αυτοτελείς και ταυτόσημες αγωγές τους Ισχυρίσθηκαν ότι οι ίδιοι και ο εναγόμενος, ήδη αναιρεσείων, αδελφός τους, είχαν καταστεί εκ κληρονομίας της γιαγιάς τους Γ. Δ., κύριοι κατ’ ισομοιρίαν ενός ακινήτου, στο ... της Αιγύπτου, και ότι ο εναγόμενος ο οποίος με την εντολή και πληρεξουσιότητα αυτών, εχώρησε στην πώληση του εν λόγω ακινήτου αντί τιμήματος 400.000 δολαρίων Η.ΠΑ, αρνήθηκε να τους αποδώσει το αναλογούν στην μερίδα εκάστου μέρος του τιμήματος (133.333 δολ.
Η.Π.Α.), το οποίο και ιδιοποιήθηκε παρανόμως, Ζήτησαν δε κατόπιν αυτού αντιστοίχως με τις αγωγές τους, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει το σε ευρώ ισότιμο των 133.333 δολαρίων Η.Π.Α. και επί πλέον το χρηματικό ποσό των ποσό των 10.000 και 20.000 ευρώ αντιστοίχως ως χρηματική τους ικανοποίηση. Εξάλλου, ο αναιρεσείων με την συνεκδικασθείσα ένδικη αγωγή του ισχυρίστηκε, ότι ο ίδιος και οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι, είχαν αποκτήσει από κληρονομία της προρρηθείσης γιαγιάς τους κατά ποσοστό 1/3 έκαστος, το ποσό των 450.000 ελβετικών φράγκων, που ήταν κατατεθειμένο σε λογαριασμό της σε Τράπεζα της Ελβετίας, το οποίο ο πατέρας τους Α.
Ζ., μετέφερε, ως πληρεξούσιος αυτών, σε προσωπικό του λογαριασμό σε άλλη ελβετική τράπεζα, στον οποίο κατέθεσε επίσης το τίμημα εκ της πωλήσεως οικοπέδου περιελθόντος σ’ αυτούς εκ κληρονομίας της μητέρας τους και το αντίκρυσμα δανείου ποσού 315.000 ελβετικών φράγκων, ήτοι συνολικώς το ποσό των 617.312 ελβετικών φράγκων.
Και ότι την 1-7-1994, ο πατέρας τους, ο οποίος είχε τη διαχείριση του ως άνω λογαριασμού μετέφερε το σύνολο αυτού και συγκεκριμένα το αρχικό κεφάλαιο των 617.312 ελβετικών φράγκων, το συνολικό ποσό της μέχρι τότε επενδύσεως ύψους 529.901 ελβετικών φράγκων και το προϊόν του δανείου υποθήκης ύψους 315.000 ελβετικών φράγκων σε λογαριασμό του πρώτου εναγομένου ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, στον οποίον συνδικαιούχος ήταν και η συνεναγομένη δεύτερη αναιρεσίβλητη, οι οποίοι και αρνούνται να του αποδώσουν το αναλογούν στο μερίδιο του (1/3) ποσό του ως άνω λογαριασμού, ιδιοποιούμενοι τούτο παρανόμως.
Ζήτησε δε κατόπιν αυτού με την αγωγή να αναγνωρισθεί ότι έκαστος των εναγομένων έχει υποχρέωση να καταβάλει σ’ αυτόν το ισότιμο σε ευρώ των 315.678 ελβετικών φράγκων και συνολικά των 631.356 ελβετικών φράγκων και επί πλέον το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την τελεσθείσα σε βάρος του αδικοπραξία.
Με την πρωτόδικη απόφαση έγιναν εν μέρει δεκτές οι αγωγές των αναιρεσιβλήτων και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος - αναιρεσείων να καταβάλει νομιμοτόκως σε καθένα εξ αυτών το ισότιμο σε ευρώ κατά τον πραγματικό χρόνο της πληρωμής των 126.000 δολαρίων Η.Π.Α. καθώς και το ποσό των 1.000 ευρώ, ως χρηματική τους ικανοποίηση.
Εξάλλου με την αυτή απόφαση η συνεκδικασθείσα αγωγή του αναιρεσείοντος απερρίφθη ως προς την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο και δη για το σε ευρώ ισότιμο των 49.673,96 ελβετικών φράγκων. Η ανωτέρω απόφαση, κατά παραδοχή των ασκηθεισών από τους διαδίκους εφέσεων, εξαφανίσθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, και ακολούθως οι συνεκδικασθείσες αγωγές έγιναν εν μέρει δεκτές και δη αυτές των αναιρεσιβλήτων, για το ποσό των 126.000 ευρώ εκάστη (απερρίφθησαν μόνο κατά το περί χρηματικής ικανοποιήσεως αίτημά τους) και η αγωγή του αναιρεσείοντος (ως προς τον πρώτο μόνον των αναιρεσιβλήτων) κατά το ποσό των 20.989,46 ευρώ.
Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται από τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα για τους λόγους που αναφέρονται στην υπό κρίση αίτηση και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989). Επίσης, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 9 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται "αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη".
Ως αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων η οποία αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι η αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κάθε ένδικο μέσο, ανακοπή και τριτανακοπή (Α.Π.218/2013).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του (Ολ.Α.Π. 2/2008).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσεκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 100/2007).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Οι διάδικοι, που είναι αδελφοί, μετά το θάνατο το έτος 1979 της μητέρας τους Μ. συζ. Α. Ζ., ...κατέστησαν, μαζί με τον πατέρα τους Α. Ζ., μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής...κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας σ’ όλη την περιουσία της.
Ακολούθως, την 20-10-1982 απεβίωσε η γιαγιά των διαδίκων Γ. - Δ. χήρα Ι. Δ...., της οποίας αυτοί ...τυγχάνουν μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι κατά ποσοστό 1/3 ο καθένας σ’ όλη την περιουσία της...Μεταξύ των κληρονομιαίων στοιχείων της τελευταίας περιλαμβάνεται και ένα ακίνητο (διόροφη μονοκατοικία),... στο ... της Αιγύπτου, εκτάσεως 812,04 τμ.
Ως προς το εν λόγω ακίνητο, οι ενάγοντες - εναγόμενοι - εκκαλούντες - εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσίβλητοι), με ρητή σύμβαση εντολής με τα πληρεξούσια...χορήγησαν στον εναγόμενο - ενάγοντα - εφεσίβλητο - εκκαλούντα αδελφό τους (ήδη αναιρεσείοντα) την εντολή να διαπραγματευθεί και πωλήσει και για λογαριασμό τους το μερίδιο τους εξ αδιαιρέτου στο ως άνω ακίνητο και να καταθέσει σε τραπεζικό λογαριασμό του καθενός, το μερίδιο του από το τίμημα της πώλησης.
Ακολούθως, την 11-10-1993 στη ... της Ελβετίας ο ως άνω Ι. Ζ. με σχετική πράξη...αγοραπωλησίας...πώλησε ...το εν λόγω ακίνητο...Στην...σύμβαση αγοραπωλησίας αναγράφηκε ως τίμημα ...το ποσό των 150.000 Αιγυπτιακών Λιρών. Το πραγματικό ύψος του τιμήματος όμως....ανερχόταν σε 378.000 δολάρια Η.Π.Α... Επίσης... ο Ι. Ζ. απέκρυψε από τους αντιδίκους αδελφούς του την πώληση του ως άνω ακινήτου τους και την επόμενη ημέρα (12-10-1993) κατέθεσε όλο το ως άνω ποσό του τιμήματος των 378.000 δολαρίων ΗΠΑ...στον υπ’ αριθ....λογαριασμό που διατηρούσε στο όνομα του στην Τράπεζα ...
της Ελβετίας... Με τα δεδομένα αυτά από την ως άνω σύμβαση εντολής ανακύπτει υποχρέωση του...Ι. Ζ., ως εντολοδόχου, να αποδώσει στους εντολείς του ... το ως άνω μέρος του τιμήματος που απέκτησε κατά τα ως άνω από την εκτέλεση της εντολής πώλησης του και κατά το μέρος που αναλογεί στο εξ αδιαιρέτου μερίδιο του καθενός, ήτοι ποσό (378.000 δολάρια ΗΠΑ Χ 1/3) 126.000 δολαρίων ΗΠΑ στον καθένα...Ακόμη....από την κατά τα ως άνω μη εκτέλεση των υποχρεώσεων του Ι.
Ζ. ως εντολοδόχου για την επιστροφή στους ....εντολείς αδελφούς του του μέρους του τιμήματος της πωλήσεως που τους αναλογούσε.... θα ήταν δυνατό να θεμελιωθεί και ευθύνη αυτού από αδικοπραξία η οποία όμως....έχει υποπέσει σε παραγραφή. Ειδικότερα, η σχετική αξίωση των εναγόντων...Π. Ζ. και Γ. Ζ. έχει υποπέσει, κατ’ αποδοχή σχετικής ενστάσεως του αντιδίκου τους, στην από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετή παραγραφή...Επομένως,...οι...αγωγές των εναγόντων...ως προς το κεφάλαιο αυτών...για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την παράνομη ιδιοποίηση των ως άνω ποσών εκ μέρους του εναγομένου-εκκαλούντος...είναι απορριπτέες ως αβάσιμες ...Περαιτέρω...αποδεικνύεται ότι, μεταξύ των κληρονομιαίων περιουσιακών στοιχείων της ως άνω γιαγιάς των διαδίκων Γ.
Δ., περιλαμβάνονταν και οι υπ’ αριθ. ... λογαριασμοί αυτής στις Τράπεζες ... της Ζυρίχης... Ακολούθως, την 10-6-1988 ο πατέρας των διαδίκων..., ενεργώντας δυνάμει πληρεξουσίου ως αντιπρόσωπος του Ι. Ζ. και ως ασκών τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τότε τέκνων του Π. Ζ. και Γ. Ζ., άνοιξε τον υπ’ αριθ. ... λογαριασμό στο όνομα του στην Τράπεζα ..., με το ψευδώνυμο G.K.
κατέθεσε σ’ αυτόν ποσό 617.312 ελβετικών φράγκων, που προέρχονταν ως εξής : α) το ποσό των 347.758 ελβετικών φράγκων από το λογαριασμό της Γ. Δ. στην ... της Ζυρίχης, β) το ποσό των 134.130 ελβετικών φράγκων από το λογαριασμό της Γ. Δ. στην Τράπεζα ... της Ζυρίχης, γ) το ποσό των 118.112 ελβετικών φράγκων από την πώληση οικοπέδου, το οποίο απέκτησαν οι διάδικοι από κληρονομιά της μητέρας τους Μ.
Ζ. και δ) το ποσό των 17.000 ελβετικών φράγκων, από αμοιβή του Α. Ζ. από μια υπόθεση του. Στη συνέχεια τον Ιούνιο του 1988 κατατέθηκε από τον Α. Ζ. το ποσό των 315.000 ελβετικών φράγκων, το οποίο προήλθε από δάνειο με εξασφάλιση υποθήκης δύο διαμερισμάτων, που ανήκαν στην κληρονομιαία περιουσία των διαδίκων και συγκεκριμένα ήταν ιδιοκτησίας της γιαγιάς τους Γ.
Δ.. Επίσης, τον Ιούλιο του 1988 και το Φεβρουάριο του 1989 κατατέθηκαν από τον Α. Ζ. 500.000 και 500.000 ελβετικά φράγκα αντίστοιχα, ποσά που προήλθαν από δάνεια που χορήγησε η Τράπεζα ... και με τα οποία αγοράστηκαν τίτλοι (κυρίως ομόλογα). Εξάλλου, τα ποσά που μεταφέρθηκαν από τον Α. Ζ. από τον ως άνω λογαριασμό G. σε λογαριασμό του Π.
Ζ. στην Τράπεζα ... της Γενεύης, ήσαν τα εξής : α) ομόλογα αξίας 400.000 δολαρίων ΗΠΑ, ήτοι συνολικού ύψους 559.458 ελβετικών φράγκων, β) ποσό ύψους 60.188 ελβετικών φράγκων (25 τίτλοι αγοράς χρήματος - ...) και γ) από την πλευρά του παθητικού μεταφέρθηκε δάνειο ύψους 359.497,50 ελβετικών φράγκων. Έτσι, την 31-12-1994 το υπόλοιπο των ως άνω λογαριασμών του Π.
Ζ. στην Τράπεζα ... αφορούσε : α) κατά το σκέλος του ενεργητικού ποσό ύψους 559.458 ελβετικών φράγκων επενδεδυμένο σε ομόλογα και β) κατά το σκέλος του παθητικού δάνειο ύψους την 31-12-1994 360.433,70 ελβετικών φράγκων. Επίσης, την ίδια ημερομηνία στον πιο πάνω λογαριασμό στο όνομα του Π. Ζ. παρέμεινε το ως άνω ποσό των 60.188 ελβετικών φράγκων.
Έτσι, το καθαρό ποσό που απέμεινε μετά την αποπληρωμή του δανείου ανέρχεται στο ποσό των (619.646-359.497,50) 260.148,50 ελβετικών φράγκων, το οποίο και αποτελεί το πραγματικό ποσό που μεταφέρθηκε και το οποίο διαχειρίστηκε ο Π. Ζ.. Η κατά τα ως άνω μεταφορά των πιο πάνω ποσών από το λογαριασμό G. από τον Α. Ζ. σε λογαριασμό του Π.
Ζ. στην Τράπεζα ... έγινε αφ’ ενός λόγω της σοβαράς ασθένειας του πρώτου από τα τέλη Μαίου 1994 και αφ’ ετέρου λόγω της έλλειψης εμπιστοσύνης εκ μέρους του προς τον Ι. Ζ., εξαιτίας της αποκρύψεως της πωλήσεως και της μη επιστροφής του μέρους του ως άνω τιμήματος. Στον τελευταίο λογαριασμό, εκτός από τον Π. Ζ., δεν ήταν δικαιούχος ή συνδικαιούχος η Γ.
Ζ., ούτε αυτή με οποιονδήποτε τρόπο άσκησε διαχείριση τούτου. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το ότι η τελευταία έλαβε ποσό 10.411,40 ελβετικών φράγκων, δεδομένου ότι τούτο δεν έγινε με την μορφή αναλήψεων αλλά εμβασμάτων λόγω των σπουδών της, από τον υπ’ αριθμ. ... προσωπικό λογαριασμό του πατέρα της Α. Ζ.. Επιπλέον...
ουδόλως αποδείχθηκε ότι η Γ. Ζ. παρακράτησε ή με οποιοδήποτε τρόπο έλαβε κάποιο ποσό από τον ως άνω λογαριασμό του Π. Ζ.. Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι ο τραπεζικός λογαριασμός με το ψευδώνυμο G. και αριθμό ..., ήταν επενδυτικός λογαριασμός διαχείρισης και αποτελείτο από επιμέρους τραπεζικούς λογαριασμούς, καθένας από τους οποίους εξυπηρετούσε και συγκεκριμένο σκοπό διαχείρισης.
Αντικείμενο δε της παρούσας δίκης, καθόσον αφορά την από 30-4-2004 αγωγή του Ι. Ζ., αποτελεί η αναφερόμενη μεταφορά του συνόλου των καταθέσεων του λογαριασμού G. σε αποκλειστικό λογαριασμό του Π. Ζ. την 1-7-1994 και η μετά ταύτα οικειοποίηση και του δικού του (Ι. Ζ.) μεριδίου στον εν λόγω λογαριασμό. Επομένως, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της παρούσας δίκης, το περιεχόμενο του πιο πάνω λογαριασμού πριν την ως άνω μεταφορά του σε λογαριασμό του Π.
Ζ., δηλαδή το τι θα έπρεπε να περιέχει ο εν λόγω λογαριασμός, αλλά μόνο αυτό που μεταφέρθηκε κατά τα ως άνω. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της παρούσας δίκης οι αναλήψεις του Α. Ζ. από τον πιο πάνω λογαριασμό και γενικότερα η διαχείριση εκ μέρους του της κληρονομιαίας περιουσίας καθώς και η έρευνα για το ποιος από τους διαδίκους ωφελήθηκε απ’ αυτήν, ενόψει μάλιστα του ότι ο ίδιος (Α.
Ζ.) δεν ήταν διάδικος στην παρούσα δίκη. Τα πιο πάνω θέματα θα μπορούσαν να ερευνηθούν μόνο σε δίκη με αντικείμενο τη ρύθμιση του συνόλου των κληρονομικών και γενικότερα των περιουσιακών σχέσεων των διαδίκων και όχι στην παρούσα δίκη με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, δηλαδή δύο συγκεκριμένες και αυτοτελείς πράξεις στα πλαίσια των ως άνω σχέσεων των διαδίκων και ειδικότερα την πώληση του ακινήτου στο ...
και τη μεταφορά από το λογαριασμό G. την 1-7-1994 των αναφερόμενων ποσών στον αποκλειστικό λογαριασμό του Π. Ζ.. Περαιτέρω, το ως άνω περιεχόμενο του λογαριασμού του τελευταίου, που προέρχονταν από το λογαριασμό G., ανεξάρτητα από το ότι ο ίδιος (Π. Ζ.) είχε τη διαχείριση του, ανήκε από κοινού και κατ’ ίσα μέρη και στους τρεις διαδίκους.
Επομένως, το ποσό που είχε δικαίωμα να λάβει καθένας από τους διαδίκους ανέρχονταν σε (559.458 + 60.188 - παθητικό 359.497,50 = 260.148,50 : 3 μερίδια = 86.716,16) 86.716,16 ελβετικά φράγκα. Έναντι του ποσού αυτού ο ενάγων...στην από 30-4-2004 αγωγή Ι. Ζ....από τον Ιούνιο του 1992 έως και το τέλος του 1993 ανέλαβε, μετά τη χορήγηση τραπεζικής εντολής εκ μέρους του πατέρα του, από τον ως άνω λογαριασμό συνολικό ποσό 65.817,70 ελβετικών φράγκων, το οποίο ο ίδιος ισχυρίζεται, ότι πρέπει να αφαιρεθεί από το καθαρό προϊόν, που του αναλογεί.
Έτσι, το συνολικό ποσό που είχε δικαίωμα να λάβει ο Ι. Ζ. ανέρχεται σε (86.716,16 - 65.817,70) 20.898,46 ελβετικά φράγκα. Κατά συνέπεια τούτων, από τη μη απόδοση εκ μέρους του Π. Ζ. του ως άνω μεριδίου του αντιδίκου αδελφού του Ι. Ζ., θα ήταν δυνατό να θεμελιωθεί ευθύνη αυτού από αδικοπραξία, η οποία όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει υποπέσει σε παραγραφή.
Ειδικότερα, η σχετική αξίωση του ενάγοντος - εναγομένου - εφεσιβλήτου - εκκαλούντος Ι. Ζ. κατά του πρώτου ενάγοντος...Π. Ζ. έχει υποπέσει, κατ’ αποδοχή σχετικής ενστάσεως του τελευταίου, στην από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετή παραγραφή, αφότου ο πρώτος έμαθε κατά τα ως άνω τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση (1-7-1994) και μέχρι την άσκηση της πιο πάνω αγωγής του (14-5-2004).
Παρά την πιο πάνω όμως παραγραφή της αξιώσεως από την αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση του πιο πάνω ενάγοντος Ι. Ζ. κατά τη σχετική βάση της αγωγής του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεδομένου ότι από την τέλεση της πιο πάνω αδικοπραξίας επήλθε και ωφέλεια του πρώτου των εναγομένων...από την περιουσία και με ζημία του πρώτου και συντρέχουν προς τούτο οι προϋποθέσεις των ΑΚ 904 και 938...
Επιπλέον, η ως άνω ...αγωγή του ενάγοντος Ι. Ζ., ως προς το κεφάλαιο αυτής να επιδικαστεί ως διαφυγόν κέρδος στον ενάγοντα το ποσό των 209.770,20 ελβετικών φράγκων, που αντιστοιχεί στον τόκο που θα αποκόμιζε για το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-12-2003 αν είχε επενδύσει το αρχικό κεφάλαιο των 932.312 ελβετικών φράγκων σε δολάρια ΗΠΑ με επιτόκιο 7,5 % ετησίως, είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο.
Τούτο δε διότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 345 του ΑΚ, δεν προβλέπεται, σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη χρηματικής οφειλής, αποζημίωση για τυχόν διαφυγόν κέρδος. Δικαιολογητικό λόγο αυτής της ρύθμισης αποτελεί το γεγονός ότι διαφυγόν κέρδος για έναν επιμελή δανειστή είναι ο τόκος που θα εισέπραττε από την έγκαιρη τοποθέτηση χρημάτων.
Αυτήν ακριβώς την απώλεια καλύπτουν οι τόκοι υπερημερίας...Τα παραπάνω... επιβεβαιώνονται και από την από 7-7-2010 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Γ. Κ., που διορίστηκε από το Δικαστήριο τούτο. Είναι χαρακτηριστικό, ότι στην εν λόγω έκθεση πραγματογνωμοσύνης με σαφήνεια και πληρότητα καθορίζεται το ως καθαρό ποσό από το λογαριασμό G.
που μεταφέρθηκε και απέμεινε στο λογαριασμό του Π. Ζ. μετά την αποπληρωμή του δανείου και ανέρχεται στο ποσό των ( 619.646 - 359.497,50 ) 260.148,50 ελβετικών φράγκων. Τα ως άνω αποδειχθέντα δεν μπορούν να κλονιστούν και αποδυναμωθούν από τα προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο - ενάγοντα - εφεσίβλητο - εκκαλούντα Ι. Ζ. αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και οι ασαφείς και αόριστοι ετήσιοι ισολογισμοί του λογαριασμού G., η έκθεση του οικονομολόγου-λογιστή Α.
Β. με θέμα "Ανάλυση και μελέτη εκτίμησης απόδοσης χαρτοφυλακίου G." και η κατάθεση του μάρτυρα Π. Σ. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Με τα δεδομένα αυτά ανακύπτει υποχρέωση του πρώτου των εναγομένων, στην εν λόγω από 30-4-2004 αγωγή, Π. Ζ. για την καταβολή στον ενάγοντα Ι. Ζ. του πιο πάνω ισότιμου σε ευρώ των 20.898,46 ελβετικών φράγκων, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Στην περίπτωση αυτή βέβαια δεν συνιστά αποδοτέο περιελθόν η χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αδικηθέντος-ενάγοντος Ι. Ζ. και ως εκ τούτου η αγωγή του κατά το σχετικό κεφάλαιο αυτής είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Εξάλλου, ο ενάγων-εναγόμενος-εκκαλών-εφεσίβλητος Ι. Ζ. ζητεί να αναβληθεί η έκδοση αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου για την παρούσα υπόθεση, μέχρι να εκδοθεί απόφαση από το Εφετείο της ...ς επί των εφέσεων που έχουν ασκηθεί κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της ...ς της 30ης Ιουνίου 2010.
Πρέπει να σημειωθεί, ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε επί των εξής αγωγών-αιτήσεων : α) της από 23-12-1996 αγωγής-αιτήσεως του Ι. Ζ. κατά των Π. Ζ. και Γ. Ζ. περί μερικής διανομής των κληρονομιαίων περιουσιακών στοιχείων στην Ελβετία της Γ. Δ. και β) της από 23-12-1996 αγωγής-αιτήσεως του Ι. Ζ. περί διανομής της κληρονομιάς της Μ.
Ζ. κατά των Π. Ζ., Γ. Ζ. και Α. Ζ.. Το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης όμως έχει αυτοτέλεια έναντι των λοιπών κληρονομικών διαφορών των διαδίκων, δεδομένου ότι αφορά σε δύο συγκεκριμένες πράξεις, την πώληση του ως άνω κοινού ακινήτου των διαδίκων στο ... και τη μεταφορά από τον πατέρα των διαδίκων Α. Ζ. το καλοκαίρι του 1994 από το λογαριασμό G.
των αναφερομένων ποσών σε λογαριασμό του Π. Ζ.. Ενόψει τούτων και της μη εξαρτήσεως του αποτελέσματος της αναφερόμενης δίκης από την παρούσα, δεν κρίνεται αναγκαίο να αναβληθεί η έκδοση αποφάσεως επί της παρούσας υπόθεσης και το σχετικό αίτημα είναι απορριπτέο ως αβάσιμο...Κατόπιν αυτών ...πρέπει να γίνουν δεκτές οι πιο πάνω εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι της τρίτης ως άνω έφεσης και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ...απόφαση ...στο σύνολο της για την ενότητα της εκτελέσεως, στη συνέχεια δε, αφού κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση κατ’ ουσίαν, πρέπει:
α) να γίνει δεκτή η από 21-10-2002... αγωγή, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Ι. Ζ. να καταβάλει στον ενάγοντα Π. Ζ. το ισότιμο σε ευρώ κατά τον πραγματικό χρόνο πληρωμής των 126.000 δολαρίων ΗΠΑ με το νόμιμο τόκο...,να γίνει δεκτή η από 21-10-2002...αγωγή, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Ι. Ζ. να καταβάλει στην ενάγουσα Γ. Ζ. το ποσό των 126.000 δολαρίων ΗΠΑ, με το νόμιμο τόκο ...και γ) να απορριφθεί η από 30-4-2004 ...
αγωγή ως προς τη δεύτερη των εναγομένων Γ. Ζ., να γίνει εν μέρει δεκτή η πιο πάνω αγωγή, όπως αυτή περιορίστηκε, ως προς τον πρώτο των εναγομένων, να αναγνωριστεί ότι είναι υποχρεωμένος ο πρώτος των εναγομένων Π. Ζ. να καταβάλει στον ενάγοντα Ι. Ζ. το ισότιμο σε ευρώ των 20.898,46 ελβετικών φράγκων, με το νόμιμο τόκο......".
Με τους τέσσαρες πρώτους λόγους της υπό κρίση αιτήσεως ο αναιρεσείων μέμφεται την απόφαση ως προς τις κρίσεις και παραδοχές αυτής που αφορούν την αγωγή του και προσάπτει σ’ αυτήν αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ.1, 8, 9, 11 και 19 Κ.Πολ.Δ.. Ειδικότερα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένως περιόρισε το αντικείμενο της αγωγής του στην διεκδίκηση του μεριδίου του επί του ανοιγέντος στο όνομα του πρώτου αναιρεσιβλήτου λογαριασμού, στον οποίο και μεταφέρθηκαν από τον πατέρα των διαδίκων οι καταθέσεις του επενδυτικού λογαριασμού G., ενώ έπρεπε, εκτιμώντας ορθώς την αγωγή του, να χωρήσει στην έρευνα και του τελευταίου αυτού λογαριασμού, προ της μεταφοράς του δηλαδή στον επίδικο, και να του επιδικάσει και το επί πλέον χρηματικά ποσά που εδικαιούτο, με βάση την κίνηση του λογαριασμού αυτού, τις γενόμενες αναλήψεις από τον διαχειριστή πατέρα τους.
Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος τυγχάνει αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της εν λόγω αγωγής, το ουσιώδες περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται συνοπτικώς στην αρχή της παρούσης, αντικείμενο αυτής (αγωγής) αποτελεί το μερίδιο του αναιρεσείοντος στον λογαριασμό του πρώτου των αναιρέτσιβλήτων, το οποίο αυτός ιδιοποιήθηκε παρανόμως, από κοινού, κατά την αγωγή, με την δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Αντιθέτως το αντικείμενο της ανοιγείσης με την αγωγή αυτή δίκης δεν θα μπορούσε να επεκταθεί και στην έρευνα του προηγηθέντος, ως άνω, επενδυτικού λογαριασμού διαχειρίσεως, που λειτούργησε στο όνομα και υπό την αποκλειστική διαχείριση του πατρός των διαδίκων, καθόσον αυτός δεν κατέστη διάδικος στην προκειμένη δίκη, αφού δεν ενήχθη με την ένδικη αγωγή, στο δικόγραφο δε ταύτης δεν παρατίθενται περιστατικά που να θεμελιώνουν αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων και ως προς την γενομένη από τον πατέρα τους διακίνηση και διαχείριση του ως είρηται λογαριασμού.
Κατά συνέπειαν το Εφετείο με τις προεκτεθείσες παραδοχές του ότι : " Αντικείμενο ... της παρούσας δίκης, καθόσον αφορά την... αγωγή του Ι. Ζ., αποτελεί η... μεταφορά του συνόλου των καταθέσεων του λογαριασμού G. σε αποκλειστικό λογαριασμό του Π. Ζ. την 1-7-1994 και η μετά ταύτα οικειοποίηση και του δικού του (Ι. Ζ.) μεριδίου στον εν λόγω λογαριασμό" , ότι ... "δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της...
δίκης, το περιεχόμενο του...λογαριασμού πριν την ως άνω μεταφορά του σε λογαριασμό του Π. Ζ., δηλαδή το τι θα έπρεπε να περιέχει ο εν λόγω λογαριασμός, αλλά μόνο αυτό που μεταφέρθηκε κατά τα ως άνω", ότι " ...δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της ...δίκης οι αναλήψεις του Α. Ζ. από τον πιο πάνω λογαριασμό και γενικότερα η διαχείριση εκ μέρους του της κληρονομιαίας περιουσίας καθώς και η έρευνα για το ποιος από τους διαδίκους ωφελήθηκε απ’ αυτήν, ενόψει μάλιστα του ότι ο ίδιος (Α.
Ζ.) δεν ήταν διάδικος στην παρούσα δίκη" και ότι "τα πιο πάνω θέματα θα μπορούσαν να ερευνηθούν μόνο σε δίκη με αντικείμενο τη ρύθμιση του συνόλου των κληρονομικών και γενικότερα των περιουσιακών σχέσεων των διαδίκων και όχι στην παρούσα δίκη με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, δηλαδή δύο συγκεκριμένες και αυτοτελείς πράξεις στα πλαίσια των ως άνω σχέσεων των διαδίκων και ειδικότερα την πώληση του ακινήτου στο ...
και τη μεταφορά από το λογαριασμό G. την 1-7-1994 των αναφερόμενων ποσών στον αποκλειστικό λογαριασμό του Π. Ζ.", ορθώς εκτίμησε το περιεχόμενο της συγκεκριμένης αγωγής και εφάρμοσε τις αντίστοιχες νομικές διατάξεις και οι περί του αντιθέτου δύο πρώτοι λόγοι της κρινομένης αιτήσεως με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση επάλληλες αιτιάσεις, από τους αριθμούς 1, 8, 9 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατ’ εκτίμηση δε του νοηματικού των περιεχομένου μόνο από τον αριθμό 1 του εν λόγω άρθρου, υπό την έννοια της εσφαλμένης εκτιμήσεως του αγωγικου δικογράφου και παραβιάσεως με την μη εφαρμογή τους των αντιστοίχων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 904 και 938 A.K., τυγχάνουν αβάσιμοι.
Εξάλλου, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στη προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ.11 γ’ Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος σε σχέση με τον προδιαληφθέντα επενδυτικό λογαριασμό G., δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα και δη τους ετήσιους ισολογισμούς της Τράπεζας ... που αφορούν τον συγκεκριμένο λογαριασμό και την από 4-2-2004 έκθεση του οικονομολόγου Α. Β. με θέμα "Ανάλυση και μελέτη εκτίμησης απόδοσης χαρτοφυλακίου G.". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού τα φερόμενα ως αγνοηθέντα από το Εφετείο, ως άνω, έγγραφα, αφορούν αγωγικό ισχυρισμό που δεν απετέλεσε αντικείμενο της δίκης. Ανεξαρτήτως δε του ότι τα ως άνω έγγραφα, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, μάλιστα δε τo δεύτερο εξ αυτών μνημονεύεται και ιδιαιτέρως στην απόφαση.
Περαιτέρω αναιρετικές αιτιάσεις από την ίδια, ως άνω, διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ’ Κ.Πολ.Δ. περιέχει και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα έγγραφα για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι και η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ήταν συνδικαιούχος με τον πρώτο στον τελευταίο λογαριασμό (στον οποίο μεταφέρθηκαν από τον πατέρα τους τα χρήματα του λογαριασμό G.) και υπό την ιδιότητα της αυτή παρακράτησε από κοινού με τον πρώτο αναιρεσίβλητο τα χρήματα που αναλογούσαν στο μερίδιο του αναιρεσείοντος και δη α) την από 16-10-1995 "απάντηση" στο από 2-11-1995 εξώδικο του αναιρεσείοντος που του απέστειλαν οι αναιρεσίβλητοι την 10-11-1995 και β) την από 5-3-1997 εξώδικη απάντηση των αναιρεσιβλήτων.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, κατόπιν συνεκτιμήσεως, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως, αλλά και από τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος προς απόδειξη του οποίου επικαλέσθηκε τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά.
Εξάλλου ο αυτός ως άνω αναιρετικός λόγος κατά τις αιτιάσεις του περί μη προσηκούσης εκτιμήσεως από το Εφετείο της υπ’ αριθμ. ...7-2010 εκθέσεως λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του Γ. Κ. και των λοιπών μνημονευομένων εγγράφων είναι απαράδεκτος, καθόσον η εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων δεν υπόκειται, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, που πλήττει την απόφαση κατά τις παραδοχές της που αφορούν τις αγωγές των αναιρεσιβλήτων, ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8, 9 και 19 Κ.Πολ.Δ. για την θεμελίωση των οποίων επικαλείται κατ’ ακριβή εδώ εκ του αναιρετηρίου μεταφορά και τα εξής: " ...η αναιρεσιβαλλόμενη...
δεν έλαβε υπόψη και αγνόησε (άλλως διαστρέβλωσε και παραμόρφωσε) το περιεχόμενο νομίμως προσκομισθείσας με επίκληση ....αποφάσεως του Πρωτοδικείου ...ς ...από την οποία αποδεικνύεται περίτρανα ο βασικότατος και ουσιωδέστατος ισχυρισμός μου ότι το μερίδιο που αναλογεί σε έκαστο αντίδικο από την ...πώληση του ακινήτου της συνιδιοκτησίας μας στο ...
και το οποίο...διεκδικούν...με τις ένδικες ....αγωγές τους ....τις οποίες εσφαλμένως και αναιτιολογήτως δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι αντίδικοι το έχουν ήδη διεκδικήσει στην ...υπόθεση που εκκρεμεί ακόμα ενώπιον των Ελβετικών Δικαστηρίων, και παρά ταύτα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παρότι είχαν τεθεί υπόψη της όλα τα σχετικά στοιχεία, τα οποία και αναφέρει στο σκεπτικό της (διαστρεβλώνοντας όμως πλήρως το περιεχόμενο τους, το οποίο παρανόησε παντελώς) ...
το επεδίκασε εν προκειμένω στους αντιδίκους παρότι μάλιστα εγώ ...είχα υποβάλλει...αίτημα αναβολής της έκδοσης τελεσίδικης απόφασης από το δίκασαν εφετείο ....μέχρι την έκδοση αποφάσεως από το Εφετείο της ...ς στην αντίστοιχη υπόθεση... Το... Εφετείο όμως αγνόησε πλήρως (άλλως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη) το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων και τους σχετικούς ισχυρισμούς μου που ασκούν ουσιώδη προφανή και άμεση επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα ....με εσφαλμένες και μη νόμιμες αιτιολογίες να κάνει δεκτές τις ...αγωγές των αντιδίκων εναντίον μου, ενώ θα έδει να τις απορρίψει καθ’ ολοκληρίαν, αλλά και σε κάθε περίπτωση να κάνει δεκτό το ως άνω αίτημα μου για την αναβολή της έκδοσης τελεσίδικης απόφαση για την παρούσα υπόθεση μέχρι την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως από το Εφετείο Λωζάνης".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, καθό μέρος πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την μη λήψη υπόψη των προαναφερομένων ισχυρισμών του αναιρεσείοντος ότι το αντικείμενο της αγωγής των αναιρεσιβλήτων ταυτίζεται με την εκκρεμούσα στο Εφετείο της Λωζάνης υπόθεση, καθώς και των αποδεικτικών των ισχυρισμών τούτων εγγράφων, είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει σαφώς ότι τα σχετικά διαδικαστικά έγγραφα ελήφθησαν υπόψη και οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος απερρίφθησαν ουσία, καθόσον το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικος διαφορά είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη των υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον των δικαστηρίων της Λωζάνης.
Καθό μέρος δε ο ίδιος αναιρετικός λόγος μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης μέχρι να εκδοθεί απόφαση από το Εφετείο της Λωζάνης, είναι απαράδεκτος, διότι η, κατ’ άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ. αναβολή της δίκης για το λόγο ότι η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την έκβαση άλλης εκκρεμούς δίκης, εναπόκειται στην κυριαρχική και αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π.207/2008).
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 222 Κ.Πολ.Δ.: "Όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα.
Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά αναστέλλεται αυτεπαγγέλτως η εκδίκαση της εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη". Το εκ της ανωτέρω διατάξεως απαράδεκτο λόγω εκκρεμοδικίας, αποτελεί εκδήλωση της έννομου σχέσεως της δίκης και συνίσταται στο ότι το δικαστήριο δεσμεύεται να μη συζητήσει εκ νέου την ίδια διαφορά μεταξύ των αυτών διαδίκων.
Όμως, η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία, λόγω εκκρεμοδικίας κατά την προαναφερθείσα διάταξη, μη επιβαλλομένη από το νόμο, προς κατοχύρωση του αποτελέσματος δικονομικής ακυρότητας ή προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, δεν συνιστά παράλειψη κηρύξεως δικονομικού απαραδέκτου, υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., διότι η αναστολή αυτή επιβάλλεται από το νόμο απλώς χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης, καθώς και προς αποφυγήν εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων (Α.Π. 1377/2012, 723/2015, 207/2008, 290/2005).
Τέλος κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον συναφή προς τον αμέσως ανωτέρω εξετασθέντα, έκτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά τον νόμο εχώρησε στην έρευνα και παραδοχή των ενδίκων αγωγών των αναιρεσιβλήτων, μη λαμβάνοντας υπόψη την υφισταμένη επ’ αυτών εκκρεμοδικία από τις προηγηθείσες ως άνω αγωγές ενώπιον των δικαστηρίων της ...ς.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι, όπως σαφώς προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και τα παραδεκτώς επισκοπούμενα σχετικά διαδικαστικά έγγραφα (προτάσεις του αναιρεσείοντος, δικόγραφα εφέσεως και προσθέτων λόγων), ένσταση εκκρεμοδικίας, με το ανωτέρω περιεχόμενο, δεν προεβλήθη τόσο ενώπιον του Πρωτοδικείου όσο και ενώπιον του Εφετείου, σε κάθε περίπτωση δε, ο αυτός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, αφού και υπό την εκδοχή ότι τοιαύτη ένσταση είχε προβληθεί η απόρριψη της από το Εφετείο δεν συνιστά, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη, παράλειψη κηρύξεως δικονομικού απαραδέκτου και δεν στοιχειοθετεί τον αντίστοιχο αναιρετικό λόγο.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 720 του Α.Κ. "ο εντολοδόχος, αν χρησιμοποίησε για τον εαυτό του χρήματα του εντολέα, οφείλει τόκο γι’ αυτά από τότε που τα χρησιμοποίησε". Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ως νόμιμο και βάσιμο το παρεπόμενο αίτημα τοκοδοσίας των αγωγών των αναιρεσιβλήτων με τις ακόλουθες αιτιολογίες: "Επιπλέον, ενόψει του ότι ο πιο πάνω εντολοδόχος Ι.
Ζ. χρησιμοποίησε για τον εαυτό του τα ως άνω χρήματα των αντιδίκων αδελφών του με την κατάθεση τους σε δικό του τραπεζικό λογαριασμό από την 12-10-1993, αυτός οφείλει από την επομένη ημέρα (13-10-1993) νόμιμο τόκο χωρίς να απαιτείται όχληση (αρθρ. 720 ΑΚ)". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 720 του Α.Κ., διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως την οποία δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Τούτο δε, διότι, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, της χρησιμοποιήσεως δηλονότι εκ μέρους του αναιρεσείοντος του αναλογούντος στο μερίδιο εκάστου των αναιρεσιβλήτων ποσού του τιμήματος του πωληθέντος κοινού ακινήτου αυτών στο ... της Αιγύπτου, το οποίο εισέπραξε για λογαριασμό τους υπό την ιδιότητα του ως εντολοδόχου αυτών, με την κατάθεση του σε δικό του τραπεζικό λογαριασμό δικαιολογούν την ουσιαστική παραδοχή του αντιστοίχου αγωγικού αιτήματος τοκοδοσίας από του χρόνου της χρησιμοποιήσεως των χρημάτων.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου έβδομος και τελευταίος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση για την συγκεκριμένη παραδοχή της αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσειων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Ιουνίου 2014 αίτηση του Ι. Ζ. του Α., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 836/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για τον πρώτο εξ αυτών και των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την δευτέρα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ