Legislator Case Law & Legislation
1484/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to improper filing of petition against two separate judgments.

Case Number 1484/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for leave to appeal against two separate judgments. The appellant argued the lower courts erred in denying the respondent's claim for use of the marital home and setting alimony, but failed to cite specific evidence. The court ruled the appeal inadmissible because the petition was filed only against the appellate court judgment, violating the requirement to file against both levels when challenging multiple decisions.

Legislator headnote

AI generated

Article 566 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; Article 495 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: When an appeal petition challenges judgments from both first and second instance courts, it must be filed in the registry of each respective court; failure to comply renders the request inadmissible for the judgment against which it was not properly filed.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal improper filing multiple judgments Code of Civil Procedure appellate review procedural defect separate petitions

Cited Legislation

AI generated
Article 553 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 566 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1484 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1484/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κυριακού και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. συζύγου Θ. Κ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Νικολούλια και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/9/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12599/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 749/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/6/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και απορριφθεί στην ουσία ή αν γίνει δεκτή και στην ουσία και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, αφού, στην πρώτη περίπτωση, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται σ' αυτή, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, εξαφανίζεται (ΑΠ 321/2017, ΑΠ 1102/2017, ΑΠ 888/2015).

Εξάλλου, η αναίρεση ασκείται, όπως όλα τα ένδικα μέσα, με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ). Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνεται σε καθένα από τα δικαστήρια αυτά.

Η παραβίαση της εν λόγω διάταξης, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν έχει κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 355/2016, ΑΠ 664/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την κρινόμενη από 25-6-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται: α) η 749/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το Εφετείο δικάζοντας την από 24-10-2017 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 12599/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τη δέχθηκε και κατ' ουσία και ακολούθως εξαφάνισε την εκκαλουμένη ως άνω πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, την δίκασε στην ουσία της και εν τέλει δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και β) η προαναφερόμενη 12599/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε εν μέρει την ασκηθείσα ενώπιον αυτού από 8-9-2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του εναγόμενου συζύγου της, και ήδη αναιρεσείοντος, για επιδίκαση διατροφής σε χρήμα λόγω διακοπής της έγγαμης συμβίωσης αυτών.

Η κρινόμενη αίτηση, ως προς το μέρος της κατά το οποίο στρέφεται κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι εφόσον η ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή και εξαφανίστηκε στο σύνολό της η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου.

Επίσης, η αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, είναι απαράδεκτη, ως δικόγραφο, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα και για το λόγο ότι κατατέθηκε μεν στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πρώτη των ως άνω αποφάσεων, όπως προκύπτει από την από 28-6-2018 σχετική έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου, δεν προκύπτει, όμως, κατάθεση αυτής και στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση Δικαστηρίου σύμφωνα με τα άρθρα 566 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ.

Αντίθετα, η αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση 749/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε παραδεκτά, νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).

Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 195/2017, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).

Για να είναι ορισμένος ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ? αυτόν "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα και τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι αν γινόταν δεκτός αυτός ο ισχυρισμός θα είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δηλαδή θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 99/2016).

Επίσης, στον αναιρετικό λόγο, πρέπει να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 367/2009) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 354/2011), γιατί διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να τον λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 ΚΠλοΔ με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1446/2003, ΑΠ 1933/2006) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 539/2003, ΑΠ 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ? έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει, σε κάθε περίπτωση, ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ? αυτόν με επίκληση έγγραφα (ΑΠ 1614/2017, ΑΠ 354/2011).

Ο αναιρεσείων, με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, αποδίδει στο Εφετείο την εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, δεν έλαβε υπόψη του ότι στην ουσία ο μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης γάμος ήταν ήδη από εικοσαετίας, ήτοι από το έτος 1995, λευκός, τυπικός και απλά ζούσαν υπό την ίδια στέγη, χωρίς καμία σαρκική ή πνευματική συνάφεια και συνεπώς το γεγονός της απόκτησης απ' αυτόν τέκνου με άλλη γυναίκα, δεν αποτελεί διασπαστικό της έγγαμης συμβίωσης.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι, ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα, κατά την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια, αλλά αρνητικό ισχυρισμό κατά της βάσης της αγωγής, περί διακοπής της έγγαμης συμβίωσης από εύλογη για την αναιρεσίβλητη σύζυγο αιτία. Περαιτέρω, με τον ένατο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο διότι δεν έλαβε υπόψη του ότι, την 23-6-2012 συνεπεία πυρκαγιάς που προκλήθηκε σε γειτονικό της επιχείρησής του ακίνητο και επεκτάθηκε στην επιχείρησή του, καταστράφηκαν 65 αυτοκίνητα που είχε προς πώληση και υπέστη εκτεταμένη και σοβαρή ζημία, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη βεβαίωση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης και την εξετασθείσα μάρτυρά του.

Ο λόγος αυτός είναι επίσης απαράδεκτος, καθόσον το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη από το Εφετείο περιστατικό, δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αυτή εκτέθηκε ανωτέρω, αλλά πραγματικό περιστατικό που προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία και αφορά τις οικονομικές περιστάσεις με βάση τις οποίες προσδιορίζεται ο συσχετισμός των εκατέρωθεν συμβολών των συζύγων στη διατροφή και συγκεκριμένα την περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου συζύγου που εμφανίζει μειωμένη οικονομική δυνατότητα αυτού σε σχέση με αυτή που παρουσιάζεται στην αγωγή, πέραν του ότι η σχετική αιτίαση είναι αβάσιμη, καθόσον το Εφετείο εξέτασε τη βασιμότητα του πραγματικού τούτου περιστατικού, ρητά διαλαμβάνει περί της μεγάλης οικονομικής ζημίας που υπέστη λόγω της συγκεκριμένης πυρκαγιάς η επιχείρηση του αναιρεσείοντος, μνημονεύοντας ως αποδεικτικό στοιχείο και την αναφερόμενη στο λόγο αναίρεσης βεβαίωση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας.

Εξάλλου, ο αναιρεσείων, δεν ισχυρίζεται, για το ορισμένο των άνω αναιρετικών λόγων, ότι είχε προτείνει νόμιμα τους, θεωρούμενους από αυτόν ως "πράγματα", ισχυρισμούς οι οποίοι τους θεμελιώνουν, στο πρωτόδικο Δικαστήριο με ορισμένο τρόπο και ακολούθως επανέφερε κατά τον προσήκοντα τρόπο αυτούς στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ώστε να στηρίξει την επικαλούμενη παράλειψη της υποχρέωσης αυτού να τους λάβει υπόψη.

Ο, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο αναιρετικός λόγος από την παραπάνω διάταξη είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ? αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2148/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτά επισκοπούμενη εφετειακή απόφαση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του ως προς την ουσία της υπόθεσης, και ειδικότερα για τη συνδρομή των προϋποθέσεων δημιουργίας της αξίωσης της αναιρεσίβλητης για διατροφή της, καθώς και των όρων προσδιορισμού του ποσού αυτής, το Δικαστήριο της ουσίας στηρίχθηκε στα μνημονευόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα, και συγκεκριμένα στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν με επιμέλεια των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά συνεδριάσεως εκείνου, με ειδική αναφορά στην κατάθεση της μάρτυρα ανταπόδειξης, ήτοι της μάρτυρα του αναιρεσείοντος Π.

Κ., όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι νόμιμα προσκομιζόμενες φωτογραφίες. Κατ' ακολουθίαν αυτών, οι λόγοι της αναίρεσης, πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του, τρίτος κατά το δεύτερο μέρος του, έκτος, έβδομος, δέκατος και δωδέκατος, κατά το οικείο μέρος του, με τους οποίους προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες οι, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, που συνίστανται στη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης λόγω εύλογης αιτίας για την δικαιούχο της διατροφής αναιρεσίβλητη, στο ποσό των εισοδημάτων του αναιρεσείοντος, καθώς και στην αδυναμία της δικαιούχου αναιρεσίβλητης να εργαστεί ώστε να έχει εισοδήματα, είναι αβάσιμοι, αφού το Εφετείο στις σχετικές παραδοχές του αποδεικτικού του πορίσματος δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της απόφασης, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, σύμφωνα με το νόμο, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 887/2019, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 793/2015).

Τούτο συμβαίνει και όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 852/2015, ΑΠ 1071/2010, ΑΠ 413/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτά επισκοπείται, προκύπτει ότι, το Εφετείο, μετά την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Ο εναγόμενος γεννήθηκε το έτος 1950 και κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο διάγει το 66ο έτος της ηλικίας του.

Τέλεσε πρώτα νόμιμο γάμο με τη Θ. Π., κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν δύο υιούς, το Χ. και τον Ε., που γεννήθηκαν κατά τα έτη 1972 και 1974. Η έγγαμη συμβίωσή του με την προαναφερόμενη πρώτη σύζυγό του δεν εξελίχθηκε ομαλά, ο γάμος τους λύθηκε και η επιμέλεια των ανηλίκων τότε τέκνων τους ανατέθηκε σε αυτόν.

Στις 05-03-1978 τέλεσε δεύτερο νόμιμο γάμο με την ενάγουσα, η οποία γεννήθηκε το έτος 1956, και εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη μαζί με τα τέκνα του από τον προηγούμενο γάμο του. Οι διάδικοι κατά τη διάρκεια του γάμου τους απέκτησαν μία κόρη, τη Μ., που γεννήθηκε στις 06-10-1978. Η ενάγουσα είχε αναλάβει τη φροντίδα του συζυγικού οίκου, του εναγομένου συζύγου της, του κοινού τους τέκνου, αλλά και των τέκνων του εναγομένου από τον προηγούμενο γάμο του, τα οποία περιέβαλε με στοργή και αγάπη σαν να ήταν δικά της παιδιά, με αποτέλεσμα να τρέφουν για αυτήν αισθήματα αγάπης, εκτίμησης και ευγνωμοσύνης.

Η ενάγουσα είναι ένας ευαίσθητος άνθρωπος, που καθόλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της με τον εναγόμενο υπήρξε συνεπής στις συζυγικές της υποχρεώσεις, φρόντιζε για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών και συμπεριφερόταν με σεβασμό στον εναγόμενο (βλ. προσκομιζόμενες φωτογραφίες). Ωστόσο ο εναγόμενος δεν εκτίμησε τη συμπεριφορά της αυτή, αφού συνήθιζε να συνάπτει περιστασιακές ερωτικές σχέσεις με άλλες γυναίκες, να απουσιάζει αδικαιολόγητα πολλές ώρες από το συζυγικό οίκο και να αδιαφορεί για τις συναισθηματικές ανάγκες της ενάγουσας.

Αποκορύφωμα της συμπεριφοράς του αυτής, η οποία επιδεινωνόταν στο πέρασμα του χρόνου, υπήρξε το γεγονός ότι στις 17-09-2015, σε ηλικία 64 ετών, απέκτησε εκτός γάμου, από την ερωτική του σχέση με την Ε. Τ., που γεννήθηκε το έτος 1976, ένα θήλυ τέκνο, που αναγνώρισε εκουσίως ως δικό του τέκνο με την ...16-09-2015 πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χ.

Φ.. Η ενάγουσα πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2016. Εν συνεχεία και δη το μήνα Απρίλιο του έτους 2016 έλαβε χώρα έντονος μεταξύ τους διαπληκτισμός και η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάσθηκε πλέον οριστικά. Μετά τη διάσπαση της έγγαμης σχέσης τους διατάχθηκε, με την 6237/2016 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η μετοίκηση του εναγομένου από τη συζυγική οικία και δη από το μισθωμένο διαμέρισμα εμβαδού 150 τ.μ., του δεύτερου ορόφου, της κείμενης στην περιοχή Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, επί της οδού ..., πολυώροφης οικοδομής, για τη χρήση του οποίου απαιτείτο η καταβολή μηνιαίου μισθώματος 630 ευρώ, διατάχθηκε δε προσωρινά η παραχώρηση της χρήσης της συζυγικής οικίας στην ενάγουσα, όπου αυτή διέμενε με την 38χρονη κόρη των διαδίκων (όπως προαναφέρθηκε, απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση το αγωγικό αίτημα για παραχώρηση της συζυγικής στέγης στην ενάγουσα).

Η παραπάνω περιγραφόμενη συμπεριφορά του εναγομένου, συνολικά εκτιμώμενη και κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες που εκδηλώθηκε, προσβάλλει τις νομικές και ηθικές βάσεις του γάμου, επειδή είναι αντίθετη με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτόν, ως κατ' εξοχήν ηθική σχέση, και κλόνισε, από λόγους, που αφορούν το πρόσωπο του εναγομένου, τόσο ισχυρά την έγγαμη συμβίωσή τους, ώστε βάσιμα να είναι αφόρητη για την ενάγουσα η εξακολούθησή της.

Καθόσον, επομένως, η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε από εύλογη για την ενάγουσα αιτία, αυτή δικαιούται χρηματική διατροφή κατά μήνα προκαταβαλλόμενη και προσδιοριζόμενη σύμφωνα με τις ανάγκες της, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, αφού συνεκτιμηθούν και οι διαφοροποιήσεις από τη χωριστή διαβίωσή της, υπό την προϋπόθεση ότι από τις εκατέρωθεν οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων συζύγων και των οφειλόμενων εκατέρωθεν συμβολών προκύπτει διαφορά υπέρ της ίδιας.

Με τους πρώτο έως και πέμπτο λόγους της κρινόμενης έφεσής του, αναφερόμενους στις συζυγικές σχέσεις των διαδίκων και τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, ο εκκαλών παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Συνακόλουθα, το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση ομοίως έκρινε, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν οι ανωτέρω λόγοι της κρινόμενης έφεσης ως ουσία αβάσιμοι>>.

Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο διέλαβε, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής της απαιτούμενης προϋπόθεσης θεμελίωσης του δικαιώματος της αξιούμενης διατροφής της αναιρεσίβλητης έναντι του αναιρείοντος συζύγου της, με τον οποίο βρίσκεται σε διάσταση, ήτοι του ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης αυτών από λόγους που αφορούν το πρόσωπο του αναιρεσείοντος, τόσον ισχυρού ώστε η εξακολούθησή της να είναι αφόρητη για την αναιρεσίβλητη, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το αποδεικτικό αυτό πόρισμα.

Κατ' ακολουθίαν αυτών, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτίαση ότι, ως προς το ζήτημα τούτο, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, είναι αβάσιμος.

Ουσιώδες στοιχείο του, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζητήματα". Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1906/2006, ΑΠ 435/2005).

Αντίθετα, όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που εξάγεται από αυτές, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011), γιατί στην κρίση του αυτή, το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 286/2016). Περαιτέρω, οι κρίσεις και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση και συνεκτίμηση των αποδείξεων και με τα οποία δικαιολογεί γιατί πείθεται ή γιατί δεν πείθεται περί της συνδρομής των ως άνω κρίσιμων γεγονότων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 807/2015, ΑΠ 493/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο, κατά το ένα μέρος, λόγο αυτής και ακολούθως με το οικείο μέρος των τέταρτου και πέμπτου λόγων της αναίρεσης, όπως εκτιμάται το περιεχόμενο του δικογράφου της, προσβάλλει την απόφαση με την, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες σχετικά με την κρίση της ότι οι μηνιαίες αποδοχές αυτού από την άσκηση της αναφερόμενης επιχειρηματικής του δραστηριότητας ανέρχονται, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, σε 2.000 ευρώ μηνιαίως, στηριζόμενο το Εφετείο στο γεγονός της άσκησης αυτής της δραστηριότητας <<επί τριάντα συναπτά έτη>>, στο ότι <<η εμπορική του δραστηριότητα είναι γνωστή στην αγορά>>, καθώς και ότι <<έχει ευρύ κύκλο πελατών>>.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, καθόσον α) δεν αφορά σε ζητήματα, κατά την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια, αλλά σε επιχειρήματα που συνάγει το Εφετείο από τα αποδεικτικά μέσα, β) υπό την επίφαση των αιτιάσεων της επικαλούμενης διάταξης, προσβάλλει την ουσιαστική κρίση του Εφετείου, που προκύπτει από την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, ισχυριζόμενος ότι η κρίση αυτή δεν στηρίζεται στα αποδεικτικά μέσα, αλλά είναι εσφαλμένη και αυθαίρετη, και ότι τα ως άνω κριτήρια που χρησιμοποίησε για τη στήριξή της δεν παρίστανται ικανά και δεν επηρεάζουν τον προσδιορισμό του ύψους των εισοδημάτων.

Αντίθετα, δε, από τα υποστηριζόμενα, στους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους, από την παραδεκτά επισκοπούμενη απόφαση του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτή περιέχει σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκαν τα διδάγματα κοινής πείρας, η παράβαση, όμως, αυτών, αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου και την εμπειρική πραγματικότητα, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα.

Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ).

Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει, τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 309/2017, ΑΠ 2084/2017).

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος για εσφαλμένη χρησιμοποίηση ή παράλειψη χρησιμοποίησης των διδαγμάτων, της κοινής πείρας, πρέπει στο έγγραφο της αναίρεσης να εκτίθενται ποια είναι τα διδάγματα κοινής πείρας τα οποία παραβιάστηκαν, ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1097/2008), και να αναφέρεται αριθμητικά ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσέδωσε σ' αυτόν η προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει εσφαλμένη, η ορθή, κατά την άποψή του, έννοια που προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που επικαλείται, τα οποία το δικαστήριο είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 43/2017, ΑΠ 2164/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το τρίτο μέρος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, ήτοι πλημμέλεια εκ του αρ. 1 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Υπό το εκτιθέμενο, στο οικείο μέρος του δικογράφου της αναίρεσης περιεχόμενο, ο προβαλλόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω της παντελούς αοριστίας του, καθόσον δεν εξειδικεύονται σ' αυτόν ποια είναι τα διδάγματα κοινής πείρας που το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα, ούτε αναφέρονται, ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα, η έννοια την οποία προσέδωσε το Εφετείο στον κανόνα αυτό και η με βάση τα διδάγματα κοινής πείρας προκύπτουσα ορθή, κατά τον αναιρεσείοντα, έννοια αυτού.

Και αν ήθελε θεωρηθεί ότι ο αναιρεσείων θεωρεί ως διδάγματα κοινής πείρας τα αναφερόμενα α) ότι η επί τριάντα συναπτά έτη άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας δεν μπορεί να αποτελέσει στοιχείο προσδιορισμού του ύψους των μηνιαίων του εισοδημάτων, καθόσον <<η σημερινή κοινή εμπειρία είναι ότι η αγορά αυτοκινήτων είναι απολύτως καθισμένη, άλλως πεθαμένη>> και β) ότι πριν συνταξιοδοτηθεί πρέπει να πωλήσει το στοκ αυτοκινήτων που έχει στην μάντρα της επιχείρησής του, <<γιατί, ως αντικείμενο κοινής πείρας και λογικής, συνάγεται ότι αυτά δεν μπορεί να πωληθούν, όταν κάποιος έχει την ιδιότητα του απλού πολίτη και δεν είναι έμπορος>>, ο λόγος είναι, επίσης, απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα προς στήριξη των απόψεων του αναιρεσείοντος και όχι στην εφαρμογή κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 852/2015, ΑΠ 360/2014).

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ρητώς εξαιρείται του αναιρετικού ελέγχου η εκτίμηση του δικαστηρίου επί πραγματικών γεγονότων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων, μέμφεται το Εφετείο, διότι, όλως εσφαλμένα, αναιτιολόγητα και αυθαίρετα κατέληξε στην κρίση ότι τα εισοδήματα αυτού ανέρχονται, κατά το κρίσιμο της οφειλής διατροφής χρονικό διάστημα, στο ποσό των 2.000 ευρώ, με το σκεπτικό ότι η εμπορική του δραστηριότητα είναι γνωστή στην αγορά, ενώ λόγω της οικονομικής κρίσης ακόμη και μεγάλες και πολύ γνωστές επιχειρήσεις του κλάδου των αυτοκινήτων έχουν πληγεί και υποφέρουν οικονομικά, όπως και η δική του επιχείρηση και η γνωστότητα αυτής στην αγορά δεν σημαίνει απόκτηση εισοδημάτων ούτε κριτήριο προσδιορισμού αυτών, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, αιτιάται ότι εντελώς αναπόδεικτα θεώρησε το Εφετείο προσδιοριστικό του ανωτέρω ποσού του εισοδήματός του το ότι είχε ευρύ κύκλο πελατών, μολονότι δεν αποδείχθηκε τούτο, αλλά και δεν αποτελεί προσδιοριστικό στοιχείο του ύψους των μηνιαίων εισοδημάτων, με το οικείο μέρος του έκτου λόγου της αναίρεσης ότι εσφαλμένα δέχθηκε πως αυτός πραγματοποιεί ταξίδια στη Γερμανία για την εισαγωγή αυτοκινήτων, με το οικείο μέρος του έβδομου λόγου της αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο ότι εσφαλμένα εκτίμησε την αναφερόμενη κατάθεση της μάρτυρα αυτού και με το οικείο μέρος του δέκατου λόγου ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι σώζεται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής το ποσό του τιμήματος που έλαβε από την πώληση του αναφερόμενου ακινήτου του.

Οι ως άνω λόγοι είναι, σε κάθε περίπτωση, απαράδεκτοι, διότι πλήττουν αποκλειστικά την ουσιαστική εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκτίμηση, όπως προεκτέθηκε, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον όγδοο λόγο της αναίρεσης ισχυρίζεται ότι, το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της δήλωσης φόρου εισοδήματος που είχε υποβάλει αυτός για το έτος 2015, η οποία είχε ελεγχθεί από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.

και αποτελούσε πλήρη απόδειξη ως προς το ποσό των εισοδημάτων του, τα οποία , κατά τη δήλωση αυτή, ανέρχονταν σε 8.932,44 ευρώ, ήτοι σε 744,37 ευρώ μηνιαίως, επειδή εσφαλμένα δεν δέχθηκε το ποσό τούτο ως πραγματικό, αλλά έκρινε ότι το εισόδημά του ανέρχεται στο ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαίως και για το λόγο αυτό τον υποχρέωσε να καταβάλει ως διατροφή το ποσό των 650 ευρώ το μήνα.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο, ο λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται παραμόρφωση του επικαλούμενου αποδεικτικού εγγράφου, με την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια, ήτοι ότι το Εφετείο, συνεπεία εσφαλμένης ανάγνωσης του περιεχόμενου της δήλωσης φόρου εισοδήματος του έτους 2015, δέχθηκε ότι σ' αυτό αναφέρεται διαφορετικό ποσό εισοδημάτων από εκείνο που πραγματικά αναγράφεται, αλλά μέμφεται το Εφετείο επειδή σχημάτισε ως προς το ζήτημα τούτο του ύψους των εισοδημάτων του αναιρεσίοντος κρίση διαφορετική από το ποσό που προκύπτει από τη συγκεκριμένη φορολογική του δήλωση.

Το αποδιδόμενο, όμως, σφάλμα, δεν ιδρύει την προβαλλόμενη παραμόρφωση της φορολογικής δήλωσης και τον προβλέποντα αυτή αναιρετικό λόγο εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, δημιουργείται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να εντοπίζεται στο διατακτικό της, έτσι ώστε να προκαλείται, εξαιτίας αυτής, τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση που έλαβε χώρα ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 188/2017, ΑΠ 14/2016, ΑΠ 49/2016).

Δεν ιδρύεται αντίθετα ο λόγος, αν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες της απόφασης, εκτός αν αυτές επέχουν θέση διατακτικού, ούτε όταν υπάρχει μεταξύ του διατακτικού και του αιτιολογικού της απόφασης (ΑΠ 12/2017, ΑΠ 489/2014). Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1176/2014, ΑΠ 309/2014, ΑΠ 812/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την επίκληση της διάταξης του αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων, με τον ενδέκατο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση, την πλημμέλεια ότι, αντιφατικά δέχεται αφενός μεν ότι ο αναιρεσείων εργάζεται όλα τα χρόνια και διατηρεί μία οικονομικά ανθηρή επιχείρηση, που του αποφέρει υψηλά εισοδήματα και αφετέρου ότι <<οφείλει ανεξόφλητους λογαριασμούς ΔΕΗ, νερού, τηλεφώνου και Εφορίας...>> και επίσης ότι <<μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής του με την ενάγουσα διαμένει σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο της κτιριακής εγκατάστασης της ανωτέρω επιχείρησής του...>> και με το οικείο μέρος του δωδέκατου λόγου της αναίρεσης μέμφεται το Εφετείο ότι, ενώ δέχεται ότι οι παθήσεις από τις οποίες πάσχει η αντίδικος <<δεν καθιστούν απαγορευτική γι' αυτήν την εργασία>>, κρίνει εν τούτοις αντιφατικά ότι είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο να εξεύρει κατάλληλη εργασία, μολονότι, κατά την κοινή πείρα και λογική, υπάρχει πληθώρα κατάλληλων εργασιών.

Υπό το περιεχόμενο αυτό, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον εντοπίζουν τις αντιφάσεις της προσβαλλόμενης, όχι μεταξύ των διατάξεων του διατακτικού της, αλλά μεταξύ των διατάξεων του αιτιολογικού αυτής, που όμως δεν ιδρύουν τον, εκ της επικαλούμενης διάταξης, του αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).

Εξάλλου, για την πληρότητα του άνω λόγου αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται: α) Το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίστηκε, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν τούτο ήταν κρίσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη του κρίσιμου αυτού ισχυρισμού (ΑΠ 1445/2017, ΑΠ 868/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δέκατο τρίτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα διότι, δεν έλαβε υπόψη του <<το ότι η αντίδικος, αν και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως και το Εφετείο, έκριναν ότι δεν συντρέχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος που να δικαιολογεί την παραχώρηση της χρήσης του μισθωμένου διαμερίσματος επί της οδού ..., ..., εμβαδού 150 τ.μ., στην αναιρεσίβλητη και ότι πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα της αγωγής για την παραχώρηση της χρήσης της συζυγικής οικίας στην αντίδικο, αυτή εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να κάνει χρήση της συγκεκριμένης οικίας που μισθώθηκε από μένα και είναι ασύμμετρη, αναντίστοιχη και δυσανάλογη, σε σχέση με τις στεγαστικές της ανάγκες, ενόψει του ότι είναι ένα άτομο και κάνει χρήση ενός διαμερίσματος εμβαδού 150 τ.μ.>>.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, καθόσον ο αναιρεσείων, ενώ επικαλείται παράβαση του αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε, ούτε ότι προσκόμισε συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και δεν λήφθηκαν υπόψη, αλλά ως περιεχόμενο του λόγου εκθέτει την εξακολούθηση της χρήσης από την αναιρεσίβλητη της οικίας που αποτελούσε τη συζυγική στέγη, παρά την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και του Εφετείου ότι δεν συντρέχει λόγος που να δικαιολογεί την παραχώρηση της χρήσης της σ' αυτήν.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος με το οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται ότι, το Εφετείο εντελώς εσφαλμένα θεώρησε ότι είναι αναγκαίο να καταβληθεί στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 650 ευρώ μηνιαίως ως διατροφή της, μολονότι δέχθηκε ότι αυτή είναι συγκυρία του αναφερόμενου διαμερίσματος, καθώς και ότι τούτο μπορεί να καταστεί κατοικήσιμο με τη συναίνεση των συνιδιοκτητών, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τον καθορισμό του ποσού της οφειλόμενης διατροφής.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η από 25-6-2018 αίτηση για αναίρεση της 749/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και της 12599/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-6-2018 αίτηση του Θ. Κ. του Ε. για αναίρεση της 749/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και της 12599/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

(Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ