Legislator Case Law & Legislation
664/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment where second instance court rejected appeal due to plaintiff's absence.

Case Number 664/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the municipality's appeal against the Second Instance Court's decision to reject the plaintiff's appeal due to the plaintiff's absence. The plaintiff argued for a permanent position based on service years, but the lower courts correctly applied collective agreements regarding temporary contract workers. The Court ruled that since the Second Instance Court properly rejected the appeal, the First Instance judgment became final and could not be challenged via appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 553(1) & 524(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal rejected due to the appellant's absence is substantively inadmissible, rendering the first-instance judgment final and unappealable.

Keywords

AI generated
appeal dismissal absence of appellant final judgment second instance court civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Art. 553(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 524(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 281(2) of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 16/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 664 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 664/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου ... Αττικής, που εδρεύει ..., νομίμως εκπροσωπούμενος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μαυροειδή και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Δελαπόρτα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1041/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6126/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-2-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καρυστηναίου, ανέγνωσε την από 7-9-2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κόμη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.

Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ’ ουσίαν και όχι κατά τύπους. Διότι, μολονότι οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί αποδοχής τους.

Επομένως αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Τα δε τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον αποτελούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ.

ΑΠ 16/1990). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν με το αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεση του πρέπει να γίνεται σε καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Στην κρινόμενη υπόθεση, η από 24-2-2010 αίτηση αναιρέσεως, κατατεθείσα στο Εφετείο Αθηνών, στις 26-2-2010, στρέφεται:

α) Κατά της υπ’ αριθμ. 1041/2008 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε (εν μέρει) δεκτή η από 27-12-2005 αγωγή του αναιρεσίβλητου για διαφορές αποδοχών και β) κατά της υπ’ αριθμ. 6126/2009 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθμ. 1041/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, λόγω ερημοδικίας του.

Με βάση τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη 203/26-2-2010 αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που πλήττει την πρωτόδικη υπ’ αριθμ. 1041/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εφόσον η έφεση που ασκήθηκε κατ’ αυτής απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την προσβαλλόμενη 6126/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Σε κάθε περίπτωση, είναι απαράδεκτη και για το λόγο ότι δεν προκύπτει κατάθεσή της και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως επιβάλλεται κατά την διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 ΚΠολΔ. Κατά τα λοιπά, η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι μετά την άπρακτη πάροδο της προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας προθεσμία των 15 ημερών,(βλ.Υπ’ αριθμ. ...26-1-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Ε.

Λ.) είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Σύμφωνα με το άρθρο 261 εδ. α’ ΑΚ την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής και η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 263 ΑΚ κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.

Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες (από την τελεσίδικη απόρριψη της πρώτης αγωγής), η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι, το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής που επέφεραν, κατ’ άρθρο 261 ΑΚ, η έγερση της αγωγής και οι μετέπειτα της έγερσης αυτής διαδικαστικές πράξεις, αίρεται με την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, που απορρίπτει την αγωγή για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν εγερθεί νέα αγωγή εντός έξι μηνών από την έκδοση της απόφασης, οπότε η διακοπή της παραγραφής αναβιώνει.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του προισχύσαντος ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους, οι διατάξεις του οποίου καταργήθηκαν με το άρθρο 177 του ν. 4270/2014" (η οποία εφαρμόζεται και στους Ο.Τ.Α., βλ. άρθρο 276 αρ. 2 ν. 3463/2006, ΦΕΚ Α’ 114), "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.

α’ του ιδίου νόμου, "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διάταξης του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. (ΑΕΔ 32/2008) Περαιτέρω, στον ήδη ισχύοντα Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999) ορίζεται στο άρθρο 75 παρ.2 ότι "Τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο έννομα αποτελέσματα της άσκησης της αγωγής ως προς τον εναγόμενο, επέρχονται μόνο από την επίδοσή της σε αυτόν, η οποία μπορεί να ενεργηθεί και από τον ενάγοντα.

Κατ’ εξαίρεση, η παραγραφή διακόπτεται σε κάθε περίπτωση με την κατάθεση της αγωγής και αρχίζει πάλι μόνο από την τελεσιδικία της απόφασης ή την κατάργηση της δίκης". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι για τη διακοπή της παραγραφής αξίωσης κατά του Δημοσίου, αρκεί η κατάθεση του δικογράφου της αγωγής στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται.

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.4 του ν. 1649/1986, που αποτελεί πάγια ρύθμιση και δεν καταλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις, επί των οποίων είχε ασκηθεί ένδικο βοήθημα κατά την έναρξη της ισχύος της, προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στο άρθρο 10 του ν. 1406/1983 και ορίσθηκε ότι αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου κατ’ εφαρμογή των ρυθμίσεων του εν λόγω νόμου, τότε το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα, εφ’ όσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμοδίου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται ως προς όλες τις έννομες συνέπειες ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο ασκήσεως εκείνου που απορρίφθηκε. (ΑΠ 53/2012 και 1655/2010) Εν προκειμένω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι ο ενάγων άσκησε κατά του Δήµου ...

την από 27.12.2000 αγωγή αποζηµίωσης µε το ίδιο ακριβώς περιεχόµενο µε την κρινόµενη από αυτό αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατατέθηκε στη Γραµµατεία του ως άνω Δικαστηρίου την 28η Δεκεμβρίου του ιδίου έτους. Επί της προαναφερόµενης αγωγής εκδόθηκε η µε αριθµό 15965/2003 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε αυτήν λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας.

Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 14.10.2004 έφεσή του, η οποία όµως απορρίφθηκε καθόσον το Διοικητικό Εφετείο µε την µε αριθµό 2862/22.7.2005 απόφασή του επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Η τελευταία αυτή απόφαση ουδόλως αποδεικνύεται ότι επιδόθηκε στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, ούτε και ο αναιρεσείων επικαλείται καθ’ οιονδήποτε τρόπο επίδοσή της.

Στη συνέχεια, ο ενάγων άσκησε κατά του εναγόµενου Νοµικού Προσώπου Δηµοσίου Δικαίου την από 27.12.2005 αγωγή του (δηλαδή την κριθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αγωγή) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιλίου, η οποία είχε κατατεθεί στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών στις 28-12-2000. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η µε αριθµό 51/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιλίου, η οποία την παρέπεµψε προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια, κατά παραδοχή της εκδόθηκε η 1041/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό η απορριπτική λόγω της ερημοδικίας του, επί εφέσεως του εγαγομένου-αναιρεσιβλήτου 6126/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κατόπιν των προαναφερόµενων δέχεται ότι η φερόμενη προς αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή εν επιδικία, σε συνέπεια με τη νομική παραδοχή της ότι για τη διακοπή της παραγραφής κατά του Δημοσίου αρκεί η κατάθεση του δικογράφου της αγωγής στη Γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται κατά το άρθρο 75 παρ. 1 ΚΔΔ (2717/1999).

Με δεδομένο του ότι δεν αποδείχθηκε επίδοση της με αριθµό 2862/22.7.2005 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα απέρριψε την ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου,που αναφέρονται στο από 1-1-1999 έως 31-12-2000 χρονικό διάστημα, αν και με διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται με τις παρούσες.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 παρ. 1 πρέπει ν’ απορριφθεί σαν ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι Ο "ενάγων, ο οποίος είναι απόφοιτος της τεχνικής σχολής (ΚΕΊΈΣ) και δη του τμήματος μηχανικών-μηχανολόγων, προσλήφθηκε στις 16 Μαΐου του έτους 1989 από το Δήμο ...

με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου προκειμένου να εργασθεί ως εργάτης κήπων - βοηθός τεχνίτης κηπουρός στο τμήμα πρασίνου και υπαίθριων χώρων (βλ. την με αριθμό φύλλου 490/1.7.1995 Εφημερίδα της Κυβέρνησης) και εντάχθηκε στον κλάδο ΥΕ 16, έκτοτε δε αποτελεί μέλος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΠΟΕ-ΟΤΑ).

Ακολούθως, την Ι" Οκτωβρίου του έτους 1990 η σύμβαση του ενάγοντος μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, δυνάμει της με αριθμό 581/1.10.1990 διαπιστωτικής πράξης του Δημάρχου του ως άνω Δήμου (βλ. τη με αριθμό πρωτοκόλλου 8361/28.4.2006 βεβαίωση του Δήμου ...). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφο 5 της με αριθμό πρωτοκόλλου 13165/29.8.1995 εγκυκλίου του Υπουργείου Εργασίας με θέμα "Κωδικοποίηση Ρυθμίσεων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης" η εξέλιξη του προσωπικού της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού που απασχολείται στις υπηρεσίες κήπων και δενδροστοιχίων γίνεται ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, όπως ορίζουν οι ΕΣΣΕ των δενδροανθοκηπουρών του Δήμου Αθηναίων (ΣΣΕ από 26.5.1978 άρθρο 5 ΦΕΚ 516/Β/12.5.1978).

Το σχετικό κείμενο της προαναφερόμενης ΕΣΣΕ αναφέρει ότι η κατάταξη των αναφερόμενων στο άρθρο 1 μισθωτών σε ειδικότητες ενεργείται βάσει των ετών υπηρεσίας" Επομένως αφού η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν εργαζόταν ως μόνιμος υπάλληλος σε οργανική θέση με σύμβαση εργασίας δημοσίου δικαίου, αλλά με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μέχρι τη συνταξιοδότησή του, σωστά εφαρμόστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η ΣΣΕ από 26-5-1978 των δενδροανθοκηπουρών του Δήμου Αθηνών,(ΦΕΚ 516/Β/12.5.1978) δυνάμει της παρ. 5 του άρθρου 4 της υπ’ αριθμ.

Πρωτ. 13165/1995 εγκυκλίου του Υπουργείου Εργασίας με θέμα "κωδικοποίηση Ρυθμίσεων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης", όπου ρητά αναφέρεται ότι η κατάταξη των μισθωτών που αναφέρονται σ’ αυτήν σε ειδικότητες ενεργείται βάσει των ετών υπηρεσίας, όπως ορίζουν οι ΕΣΣΕ των δενδροανθοκηπουρών του Δήμου Αθηναίων.

Συνακόλουθα αφού το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εφάρμοσε τα προβλεπόμενα στην ανωτέρω ΣΣΕ και στην ΕΣΣΕ των δενδροανθοκηπουρών, δεν έσφαλε και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 περ.1 ΚπολΔ πρέπει ν’ απορριφθεί. Στη συνέχεια αφού απορρίφθηκαν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, στον αναιρεσείοντα Δήμο ...

Αττικής που ηττήθηκε (άρθρο 183 ΚΠολΔ), τα οποία ορίζει κατά το άρθρο 281 παρ.2 του ν. 3463/2006, στο ποσό των 1.000 ευρώ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-2-2010 αίτηση του αναιρεσείοντος για αναίρεση της 6126/09 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια (1.000) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ