Supreme Court partially allows appeal against second instance judgment while dismissing appeal against first instance judgment in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the portion of the appeal challenging the first instance judgment but allowed the appeal against the second instance judgment regarding a specific claim for moral damages. The appellant argued the lower courts violated substantive labor laws, while the respondent contested the legality of the claim. The court ruled that the second instance court erred in dismissing the moral damages claim but correctly rejected the first instance judgment on other grounds, necessitating a remand for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1), 559(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only against final judgments; if an appeal against a first instance judgment is partially allowed, the judgment under appeal is annulled only to the extent of the allowed part, and the case is remanded for further trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 888 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 888/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 24η Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Β. Α. (W. A.) του Α. Μ. (A. B.), κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Μαρκέτου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Α. Π. (A. P.) του Γ. (G.), κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ρήγα Μπαρμπούρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3040/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 554/2012 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ως άνω αποφάσεων ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 12-7-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 13-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται α) να απορριφθεί η από 12-7-2012 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 700/13.7.2012 αίτηση του Β. Α. (W. A.) του Α. Μ. (A. B.) κατά του Α. Π. (A. P.) του Γ. (G.), περί αναιρέσεως της 3040/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
β) Να γίνει δεκτή η ίδια από 12-7-2012 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 700/13.7.2012 αίτηση του Β. Α. (W. A.) του Α. Μ. (A. B.) κατά του Α. Π. (A. P.) του Γ. (G.), περί αναιρέσεως της 554/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δήλωσε ότι παραιτείται του δικογράφου ως προς το μέρος που προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση και ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών και μη δυναμένων να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση αποφάσεων, που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, προκύπτει ότι, εάν ασκηθεί έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αυτή (έφεση) γίνει τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, διότι, εάν μεν η έφεση γίνει δεκτή κατ’ ουσία, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται και παύει να ισχύει, εάν δε η έφεση απορριφθεί κατ’ ουσία, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην απόφαση του Εφετείου (ολΑΠ 40/1996, ΑΠ 568/2013, ΑΠ 160/ 2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την ένδικη, από 14.7.2009 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να καταδικασθεί ο εναγόμενος, με τον οποίο συνδεόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, λόγω εργατικού ατυχήματος, να του καταβάλει τα αναφερόμενα σ' αυτήν (αγωγή) ποσά:
α) ως αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ και β) ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Με την 3040/2009 οριστική απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε την αγωγή, στο σύνολό της, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, άσκησε ο ενάγων την από 25.2.2010 με αριθμό 1670/2010 έφεση.
Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η 554/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν, κρίθηκε ορισμένη η αγωγή, περαιτέρω όμως απορριπτέα ως μη νόμιμη και αφού έγινε τυπικά δεκτή η έφεση, απορρίφθηκε αυτή (έφεση) κατ' ουσίαν, χωρίς να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, για να μη χειροτερεύσει η θέση του εκκαλούντος ενάγοντος, λόγω δυσμενέστερου δεδικασμένου, που θα προκαλείτο με την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης.
Κατά των ως άνω αποφάσεων, τόσο του δευτεροβαθμίου, όσο και του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ο εκκαλών - ενάγων άσκησε την υπό κρίση, από 12.7.2012 αίτηση αναιρέσεως, κατατεθείσα την 13.7.2012, με την οποία ζητεί την ακύρωσή τους για τους λόγους που αναφέρει σ' αυτή. Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη δευτεροβάθμια απόφαση το Εφετείο δέχθηκε κατά τύπους την έφεση κατά της συμπροσβαλλομένης πρωτόδικης αποφάσεως και απέρριψε αυτήν κατ’ ουσίαν.
Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως προς το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, είναι απαράδεκτη. Κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της δευτεροβάθμιας απόφασης η αίτηση είναι παραδεκτή, διότι ασκείται από ηττηθέντα διάδικο και στρέφεται κατά αποφάσεως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και δεν επικαλείται επίδοσή της κάποιος από τους διαδίκους(ΚΠολΔ 552, 553 παρ.1, 556 παρ.1, 564 παρ.3).
Κατά το άρθρ. 1 του ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 38 εδ. α' του ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρ. 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), θεωρείται κάθε βλάβη, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου μεν με τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος και τη βαθμιαία φθορά του από τις συνθήκες της εργασίας, αλλά συνδεόμενου οπωσδήποτε μ’ αυτή λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεσή της ή εξ αφορμής αυτής, δηλαδή θα πρέπει το αίτιο, στο οποίο οφείλεται το εργατικό ατύχημα, να μην ανάγεται αποκλειστικά στην οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος και το οποίο συνεπώς δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτέλεσής της (ολ ΑΠ 1287/1986, ΑΠ 139/2014).
Σε περίπτωση τέτοιου ατυχήματος οφείλεται, κατ' αρχήν, η προβλεπόμενη από το άρθρ. 3 του ως άνω νόμου αποζημίωση, για την οποία η ευθύνη του εργοδότη είναι αντικειμενική, δηλαδή αυτός ευθύνεται σε καταβολή της αποζημίωσης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματός του ή πταίσματος των προστηθέντων από αυτόν προσώπων.
Πλήρη αποζημίωση κατά το κοινό δίκαιο έχει το δικαίωμα κατά το άρθρ. 16 § 1 του ν. 551/1915 να ζητήσει ο παθών από εργατικό ατύχημα μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων ή όταν έγινε σε εργασία ή επιχείρηση στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις για τους όρους ασφάλειας και σε αιτιώδη μ’ αυτές συνάφεια.
Τέτοιες διατάξεις είναι ειδικότερα μόνον εκείνες που προβλέπουν συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφάλειας των εργαζομένων και όχι τρίτων, δηλαδή δεν αρκεί ότι το ατύχημα επήλθε από την παράβαση όρων, οι οποίοι επιβάλλονται μόνον από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς κατά τα λοιπά να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (ολΑΠ 26/1995).
Η υποχρέωση αποζημίωσης, κατά το κοινό δίκαιο, ρυθμίζεται κυρίως από το άρθρ. 914 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρ. 297 και 298 ΑΚ. Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρ. 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι παράνομη είναι κάθε προσβολή στα δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου που προστατεύονται από το νόμο.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας, όπως όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου.
Τέτοια υποχρέωση προστασίας υπάρχει και για τον εργοδότη τόσο από τη γενική διάταξη του άρθρ. 662 ΑΚ όσο και κυρίως από τις διατάξεις της ειδικής εργατικής νομοθεσίας, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι διατάξεις: ι) Των άρθρων 7 παρ. 1 και 8 β, 11 παρ. 1 β και 12 παρ. 1,2 του π.δ. 17/1996, κατά τις οποίες, ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, ενώ ο ίδιος, επιφυλασσομένων των λοιπών διατάξεων του αυτού διατάγματος, οφείλει, έχοντας υπόψη τη φύση των δραστηριοτήτων της επιχείρησής του, να λαμβάνει υπόψη, όταν αναθέτει καθήκοντα σε έναν εργαζόμενο, τις ικανότητες αυτού σε θέματα ασφάλειας και υγείας, ο εργοδότης λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου οι εργαζόμενοι και οι εκπρόσωποί τους στην επιχείρηση να λαμβάνουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες όσον αφορά τους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία, καθώς και τα μέτρα και τις δραστηριότητες προστασίας και πρόληψης που αφορούν είτε την επιχείρηση εν γένει, είτε κάθε είδος θέσης εργασίας ή/και καθηκόντων, ο εργοδότης εξασφαλίζει σε κάθε εργαζόμενο κατάλληλη και επαρκή εκπαίδευση στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας, ιδίως υπό μορφή πληροφοριών και οδηγιών.
Η εκπαίδευση αυτή πρέπει να προσαρμόζεται στην εξέλιξη των κινδύνων και στην εμφάνιση νέων κινδύνων και να επαναλαμβάνεται, αν χρειάζεται, σε τακτά χρονικά διαστήματα. ιι) Των άρθρων 25 παρ. 1 και 3, 32 παρ. 1 του ν. 1568/1985 , κατά τις οποίες ο εργοδότης οφείλει να γνωρίζει τους κινδύνους τους οποίους συνεπάγονται για την υγεία των εργαζομένων παράγοντες που χρησιμοποιούνται ή δημιουργούνται στους τόπους εργασίας (ως παράγοντας, σύμφωνα με το άρθρο 24 του ίδιου νόμου νοείται κάθε φυσικός, χημικός και βιολογικός παράγοντας, που ενυπάρχει κατά την εργασία και είναι δυνατό να είναι επιβλαβής για την υγεία των εργαζομένων ή επικίνδυνος από άλλη άποψη, ανεξάρτητα από τη φυσική του κατάσταση), ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαµβάνει κάθε µέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόµενοι από κάθε κίνδυνο που µπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωµατική τους ακεραιότητα.
ιιι) Του άρθρου 7 παρ. 1 του π.δ. 17/18.1.1995, που προβλέπει µέτρα για την βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζοµένων κατά την εργασία, σε συμμόρφωση µε τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ, κατά την οποία ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζοµένων, ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαµβάνει µέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και την ασφάλεια των τρίτων.
ιv) Των άρθρων 3 και 10 παράρτημα
ΙΙ του π.δ. 42/2003, σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για τη βελτίωση της προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, που είναι δυνατόν να εκτεθούν σε κίνδυνο από εκρηκτικές ατμόσφαιρες, σε συμμόρφωση με την οδηγία 1999/92/ΕΚ της 16ηςΔεκεμβρίου 1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (Ε.Ε.
Ι 23/57/28.01.2000), κατά τις οποίες, για την πρόληψη, κατά την έννοια του άρθρου 7 του π.δ. 17/1995 και την προστασία από εκρήξεις, ο εργοδότης πρέπει να λαμβάνει τα ανάλογα με το είδος της επιχείρησης τεχνικά ή και οργανωτικά μέτρα, κατά σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τις ακόλουθες βασικές αρχές: πρόληψη της δημιουργίας εκρηκτικών ατμοσφαιρών, ή όταν η φύση της δραστηριότητας δεν το επιτρέπει, αποφυγή της ανάφλεξης εκρηκτικών ατμοσφαιρών, και μετριασμός των επιβλαβών συνεπειών της έκρηξης ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων, οι εργοδότες πρέπει να παρέχουν στους εργαζομένους που απασχολούνται σε χώρους όπου ενδέχεται να δημιουργηθούν εκρηκτικές ατμόσφαιρες, επαρκή και κατάλληλη εκπαίδευση όσον αφορά την προστασία από εκρήξεις, κάθε διαρροή ή/και έκλυση, σκόπιμη ή μη, εύφλεκτων αερίων, ατμών, συγκεντρώσεων σταγονιδίων ή καύσιμης σκόνης που μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους έκρηξης, πρέπει να εκτρέπεται ή να μεταφέρεται καταλλήλως σε ασφαλή χώρο, εάν δε αυτό δεν είναι πρακτικά εφικτό, πρέπει να συγκρατείται με ασφαλή τρόπο ή να καθίσταται ακίνδυνη με κάποιο άλλο κατάλληλο τρόπο, κατά την πρόληψη των κινδύνων ανάφλεξης σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος διατάγματος, πρέπει να συvυπολογίζονται και οι ηλεκτροστατικές εκκενώσεις όταν οι εργαζόμενοι ή το περιβάλλον εργασίας ενεργούν ως φορείς ή γεννήτριες φορτίου, στους εργαζομένους πρέπει να παρέχεται κατάλληλη στολή εργασίας κατασκευασμένη από υλικά που δεν προκαλούν ηλεκτροστατικές εκκενώσεις οι οποίες μπορούν να αναφλέξουν εκρηκτικές ατμόσφαιρες. v) Του άρθρου 6 παρ. 1 και 6 του π.δ. 338/2001, κατά τις οποίες ο εργοδότης διασφαλίζει ότι ο κίνδυνος από επιβλαβή χημικό παράγοντα για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων κατά την εργασία εξαλείφεται ή μειώνεται στο ελάχιστο ειδικότερα δε λαμβάνει μέτρα, κατά σειρά προτεραιότητας, για:
α) Την πρόληψη της παρουσίας, στο χώρο εργασίας, επικινδύνων συγκεντρώσεων εύφλεκτων ουσιών ή επικινδύνων ποσοτήτων χημικά ασταθών ουσιών ή, στην περίπτωση που το είδος της εργασίας δεν το επιτρέπει, β) την αποφυγή της παρουσίας πηγών ανάφλεξης που μπορούν να προκαλέσουν πυρκαγιές και εκρήξεις ή της ύπαρξης ανεπιθύμητων συνθηκών που μπορούν να ενεργοποιήσουν χημικά ασταθείς ουσίες ή μίγματα ουσιών με επιβλαβή φυσικά αποτελέσματα.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 α.ν. 1846/51, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 551/15, συνάγεται ότι, όταν ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) και υποστεί ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημιώσεώς του, τόσο ως προς τη σύμφωνα με το κοινό δίκαιο ευθύνη για αποζημίωση, όσο και ως προς την προβλεπόμενη από τον παραπάνω ν. 551/15 ειδική αποζημίωση και μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή αυτών που ο εργοδότης έχει προστήσει, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ. 2 α.ν. 1846/51 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που χορηγεί το ΙΚΑ (ΑΠ 1778/2012).
Σε όλες τις περιπτώσεις ο παθών από εργατικό ατύχημα, ασφαλισμένος ή όχι στο ΙΚΑ, διατηρεί κατά του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων τις αξιώσεις του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα τους, που συνιστά εν προκειμένω και η αμέλεια ως προς την τήρηση των προβλεπόμενων από γενικές ή ειδικές διατάξεις όρων ασφάλειας των εργαζομένων και όχι μόνον η ως άνω ειδική αμέλεια, αφού η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης του, κατά τα άρθρ. 299 και 932 ΑΚ, είναι διαφορετικής φύσης και δεν καλύπτεται από την απαλλαγή του από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση ή από την ειδική αποζημίωση κατά το ν. 551/1915, που αφορούν αξιώσεις καθαρά περιουσιακού χαρακτήρα (ολ ΑΠ 1117/1986, ΑΠ 139/2014).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ. που ορίζει ότι "η αναπηρία ή παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξαρτήτως φύλου, εκτός από την επίδραση την οποία μπορεί να ασκήσει τόσο στο ύψος των χρηματικών ποσών που θα στερείται ο παθών στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αυξήσεως των δαπανών του, όσο και στο ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως που θα επιδικασθεί για την ηθική βλάβη, μπορεί να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση αν επιδρά στο μέλλον του.
Η διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ. παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον, κατά την αληθή έννοιά της, η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 Α.Κ. που συνθέτουν την ως άνω έννοια της επίδρασης της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του παθόντος.
Η κατά τα άνω όμως αυτοτελής αξίωση αφορά στον καθορισμό και μόνον αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ και η οποία δεν μπορεί να βρει έρεισμα και στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, στην οποία γίνεται λόγος για "αποζημίωση".
Έτσι λοιπόν, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται αυτός να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής (ολΑΠ 18/2008, ΑΠ 1778/2012).
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση είναι α) η ζημιογόνος συμπεριφορά, που μπορεί να συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη, β) ο παράνομος χαρακτήρας της εν λόγω συμπεριφοράς, γ) η υπαιτιότητα, που μπορεί να συνίσταται σε δόλο ή αμέλεια, υπό τις διάφορες μορφές αυτής και δ) ο πρόσφορος, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς (του νόμιμου λόγου ευθύνης) και του αποτελέσματος (της επελθούσας ζημίας).
Η αμέλεια, δηλαδή η μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 εδ. β’ ΑΚ), αποτελεί αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εξειδίκευση, σύμφωνα με τις εκάστοτε περιστάσεις και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Εάν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, τότε αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως υφίσταται μόνον, όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια της παραληφθείσας πράξης, επιβαλλόμενη από το νόμο ή από δικαιοπραξία.
Τέτοια υποχρέωση είναι και αυτή που απορρέει από το άρθρο 662 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την παροχή της εργασίας και το χώρο αυτής έτσι, ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζόμενου. Η εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ’ όψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρ. 288 ΑΚ) και αντίθετα, παράβαση της ως άνω υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη δεν μπορεί να νοηθεί, όταν οι σ’ αυτόν αποδιδόμενες παραλείψεις ούτε από το νόμο ή τη σύμβαση επιβάλλονται ως θετικές ενέργειες, ούτε από την καλή πίστη υπαγορεύονται ως συνήθεις ή ευλόγως αναμενόμενες συμπεριφορές στο πλαίσιο της αποδοχής συγκεκριμένης εργασίας.
Κατά το άρθρο 298 ΑΚ, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος συνίσταται στο ότι η πράξη ή η παράλειψη είναι πρόσφορη προς παραγωγή της ζημίας, δηλαδή έχει την τάση, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει και, επιπλέον, στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αυτή, πράγματι, που την επέφερε.
Από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 551/1915 συνάγεται ότι, επί εργατικού ατυχήματος, χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη οφείλεται όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 του νόμου αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξ αιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και γι’ αυτό εφαρμόζονται μόνο οι γενικές διατάξεις.
Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ’ αυτόν (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της παράνομης και υπαίτιας ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915 (ΑΠ 1293/2013, ΑΠ 1158/2012, ΑΠ 906/2012).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. O κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ολΑΠ 2/2013, ολ.ΑΠ 7/2006, ολ.ΑΠ 36/1988, ΑΠ 129/2014, AΠ 1632/2013).
H κατά τα ανωτέρω παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη (ολΑΠ 28/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ενάγων ιστορούσε στην ένδικη αγωγή του, επί της οποίας έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση ότι δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου διαρκείας, που καταρτίσθηκε στην Αθήνα την 20.4.2009 μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου εναγομένου, ο οποίος ασκεί στην Αθήνα, επί της Ιεράς Οδού 101, ατομική επιχείρηση χονδρικής εμπορίας απορριμμάτων, παλαιών σιδήρων και παλετών, προσλήφθηκε από τον τελευταίο, προκειμένου να απασχολείται στην πιο άνω επιχείρησή του, ως ανειδίκευτος εργάτης, έναντι των νομίμων αποδοχών για άγαμο και χωρίς προϋπηρεσία κατά την πρόσληψη.
Ότι στα πλαίσια της συμβάσεως αυτής, απασχολείτο, μεταξύ άλλων, και με την επισκευή παλετών υπό τις οδηγίες, εντολές και επίβλεψη του εναγομένου. Την 6.6.2009 και περί την 11.00' ώρα, ενώ εργαζόταν εμπρός στον πάγκο εργασίας επισκευάζοντας παλέτες, εξερράγη, λόγω της μεγάλης θερμοκρασίας, ένα κυτίο, το οποίο είχε ο εναγόμενος, άλλως κάποιος άλλος προστηθείς από αυτόν, τοποθετήσει κάτω από τον πάγκο εργασίας του, για του οποίου το περιεχόμενο, το οποίο ήταν μπογιά σε μορφή εκνεφώματος (σπρέϋ), δηλαδή υλικό εύφλεκτο στις μεγάλες θερμοκρασίες, δεν είχε ενημερωθεί από τον εναγόμενο και δεν εγνώριζε, από την έκρηξη δε και την συνεπεία αυτής ανάφλεξη του περιεχομένου του κυτίου υπέστη εκτεταμένα και βαρύτατα εγκαύματα σε ολόκληρο το πρόσωπο του, τον λαιμό του και αμφότερα τα χέρια του.
Ότι διακομίσθηκε αμέσως στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΑΤ", όπου και του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και έγινε προσπάθεια συντηρητικής αντιμετώπισης των τραυμάτων του, παρέμεινε στο νοσοκομείο έως την 15.06.2009, οπότε και εξήλθε με στάσιμη της κατάσταση της υγείας του, του χορηγήθηκε δε αναρρωτική άδεια ενός μηνός.
Ότι η κατάσταση της υγείας του δεν βελτιώθηκε μέχρι την άσκηση της αγωγής, δεν υπάρχει πιθανότητα πλήρους ιάσεώς του, αλλά θα παραμένει εφ' όρου ζωής με παραμορφωμένο από τα εγκαύματα το πρόσωπο του, τον λαιμό και τα χέρια του. Ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ως άνω τραυματισμού του και της εξ αυτού παραμορφώσεώς του είναι ο εναγόμενος, ο οποίος, καίτοι όφειλε και μπορούσε, δεν είχε φροντίσει να τοποθετηθεί το εκραγέν κυτίο σε ασφαλή θέση, ώστε να μη διατρέχουν κίνδυνο οι εργαζόμενοι της επιχείρησής του (μεταξύ των οποίων και ο ενάγων) από ενδεχόμενη έκρηξή του.
Ότι από τα βαρύτατα εγκαύματα, που υπέστη, την εξ αυτών σωματική και ψυχική ταλαιπωρία του, τόσο από τον τραυματισμό του, όσον και από την νοσηλεία του και από την μόνιμη παραμόρφωσή του, υπέστη ηθική βλάβη. Ότι κατά τον χρόνο του τραυματισμού του ήταν 34 ετών και άγαμος. Ότι από τον τραυματισμό του προκλήθηκε παραμόρφωση που είναι μη αναστρέψιμη, συνεπεία δε αυτής επηρεάζεται και θα επηρεάζεται διαρκώς και μονίμως το μέλλον μου κατά τρόπο καθοριστικό, καθόσον είναι πλέον ή βέβαιον ότι δεν θα έχει στο μέλλον οποιαδήποτε δυνατότητα να ανελιχθεί επαγγελματικά, όπως κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ειδικευμένο εργατοτεχνίτη.
Ότι εξ αιτίας της παραμόρφωσης θα υστερεί στην αγορά εργασίας έναντι των υγιών, θα επηρεασθούν δε όλες οι μελλοντικές κοινωνικές, οικογενειακές και λοιπές συναναστροφές του και η εν γένει κοινωνική του εξέλιξη, θα καταστούν ανύπαρκτες οι προσωπικές του σχέσεις με το άλλο φύλλο, δεν θα έχει την δυνατότητα να τελέσει γάμο, να αποκτήσει τέκνα και να δημιουργήσει οικογένεια, θα καταστεί αντικείμενο δυσμενών σχολίων, προκαλώντας στον κοινωνικό περίγυρο αισθήματα οίκτου ή αποστροφής και γενικώς θα στερείται της δυνατότητας να αναπτύσσει την προσωπικότητά του.
Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε: α) χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό του, της οποίας το εύλογο ποσό, λαμβανομένων υπ' όψιν του βαθμού και της βαρύτητας του πταίσματος του εναγομένου, της ανυπαρξίας δικού του πταίσματος, της βαρύτητας του τραυματισμού του, της εκτάσεως της σωματικής και ψυχικής του ταλαιπωρίας και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως του ίδιου, που είναι Πακιστανός υπήκοος και οικονομικός μετανάστης στην Ελλάδα και του εναγομένου, που είναι έμπορος με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, προσδιόρισε σε 70.000 ευρώ και από αυτό αφού επιφυλάχθηκε για ποσό 40 ευρώ να ασκήσει στο αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, πολιτική αγωγή, ζήτησε να του επιδικασθεί το ποσό των 69.960 ευρώ.
β) να καταδικασθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει, ως αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ, το ποσό των 30.000 ευρώ. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή κατά το υπό στοιχείο β' κονδύλιό της, εφόσον ο ενάγων, εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως ανειδίκευτος εργάτης στην επιχείρηση του εναγομένου, υπαγόταν στην ασφάλιση του ΙΚΑ (άρθρο 2 παρ. 1 α' ν. 1846/1951) και κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο τραυματισμός του ενάγοντος δεν αποδίδεται σε δόλο του εναγομένου εργοδότη ή των υπ' αυτού προστηθέντων είναι μη νόμιμη.
Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε την αγωγή, ως προς το κονδύλιό της αυτό μη νόμιμη, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 330, 662, 914, 922, 931 ΑΚ και 1 και 16 του ν. 551/1915, με τη μη εφαρμογή τους και ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τη μορφή της παραβιάσεως των ουσιαστικών αυτών διατάξεων είναι αβάσιμος.
Ως προς το υπό στοιχείο α' όμως κονδύλιο, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στα άρθρα 299, 662, 914 και 932 ΑΚ. Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε την αγωγή, μη νόμιμη και ως προς αυτό το κονδύλιό της, παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, με τη μη εφαρμογή τους και συνακόλουθα ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια ως προς το κονδύλιο αυτό είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν όσων έχουν προεκτεθεί, πρέπει: 1) Να απορριφθεί η αίτηση κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της 3040/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2) κατά παραδοχή εν μέρει του μοναδικού, από τον αριθμό δε 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, να γίνει δεκτή η αίτηση κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της 554/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και να αναιρεθεί, η απόφαση αυτή ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης και κατά δικονομική αναγκαιότητα και εκείνου περί δικαστικών εξόδων, διαδικαστική ενέργεια αναγκαία σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως για ορισμένα κεφάλαια και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή του συνόλου των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, καθόσον το μέρος που απορρίφθηκε από την αίτηση του τελευταίου είναι ελάχιστο και δεν έδωσε αφορμή να αυξηθούν τα έξοδα, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 178 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12.7.2012 αίτηση του Β. Α. (W. A.) του Α. Μ. (A. B.) κατά του Α. Π. (A. P.) του Γ. (G.), κατά το μέρος της με το οποίο ζητείται η αναίρεση της 3040/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΔΕΧΕΤΑΙ κατά τα λοιπά εν μέρει την ίδια αίτηση.
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθ. 554/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ