Legislator Case Law & Legislation
1480/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on death of party during trial, ruling procedural acts remain valid without death notification.

Case Number 1480/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Bank of Piraeus's appeal against a second-instance judgment regarding a fatal elevator accident. The appellant argued the lower court erred in finding liability despite the death of one defendant before the final appeal hearing. The court held that without formal notification of the death to the opposing party, the legal proceedings continued validly, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62, 73, 286 et seq., and 313 para. 1 lit. d' and 2 of the Code of Civil Procedure; Article 35 of the Civil Code: If a party dies during proceedings without the death being notified to the opposing party, the proceedings continue validly and the final judgment remains effective.

Keywords

AI generated
death of party during trial notification of death requirement validity of procedural acts inadmissibility of appeal continuation of litigation

Cited Legislation

AI generated
Articles 62, 73, 286 et seq., and 313 para. 1 lit. d' and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 35 of the Civil Code
Article 495 para. 3B lit. d' of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1480 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1480/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Ανώνυμος Εταιρεία", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Ανώνυμος Εταιρεία", μετά από διάσπαση, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θωμά Στάϊκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:1) Ε.-Μ. χήρας Α. Μ. και 2) Μ. Μ. του Α., κατοίκου …, η οποία παρίσταται ατομικά και ως καθολική διαδόχου της ήδη αποβιώσασας Ε.-Μ. χήρας Α. Μ., μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Κατσαρού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 284/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3987/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-5-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσασας αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 παρ. 1 εδ. δ' και 2 του ΚΠολΔ και εκείνης του άρθρου 35 του Α.Κ. προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος είναι στη ζωή, κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει, όμως, κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις (μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος) επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις, που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες, εκτός εάν ενεργήσει αυτές ο διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.

Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε οριστική απόφαση που εκδίδεται στο όνομα ήδη αποβιώσαντος προσώπου, μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της έφεσης ή της αναίρεσης (Α.Π. 598/2020, Α.Π. 338/2018, Α.Π. 433/2017 Α.Π. 86/2016, Α.Π. 467/2014). Σε περίπτωση, δε, που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.

Αν ασκηθεί ένδικο μέσο, χωρίς να δηλωθεί ο, ήδη, επελθών θάνατος και τούτο διαλάθει της προσοχής, με συνέπεια την έκδοση απόφασης στο όνομα, ήδη, αποβιώσαντος προσώπου, αυτή, εφόσον καταστεί τελεσίδικη, δεν παράγει τις έννομες συνέπειες της δικαστικής απόφασης, όπως εκτελεστότητα και δεδικασμένο (Α.Π. 533/2018, Α.Π. 147/2006).

Σε κάθε όμως περίπτωση, τα ένδικα μέσα, που ασκούνται κατά της οριστικής ή της τελεσίδικης απόφασης, επομένως και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατά του ήδη αποβιώσαντος είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς να γνωρίζει το θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως, με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά τη συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή, στην θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση, επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.

Α.Π. 27/1987, Α.Π. 194/2023, Α.Π. 433/2017, Α.Π. 86/2016 Α.Π. 653/2014, Α.Π. 467/2014, Α.Π. 1318/20). Αν, όμως, αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι ο ασκήσας το ένδικο μέσο ήταν, κατά το χρόνο άσκησης, σε γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, το ένδικο μέσο (έφεση, αναίρεση), κατά το μέρος που στρέφεται κατά του προσώπου αυτού, που απεβίωσε πριν την άσκησή του, απορρίπτεται κατά τα ήδη προαναφερθέντα, ως απαράδεκτο.

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση από 10-05-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 3021/404/11-05-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 2376/2021 αίτηση αναίρεσης απευθύνεται και κατά της πρώτης των εναγουσών και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων Ε. - Μ. χήρας Α. Μ., η οποία, όμως, όπως προκύπτει από την από …-2020 Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου της Ληξιάρχου Αθηνών, είχε αποβιώσει στις 30-05-2020, ήτοι μετά τη συζήτηση, στις 21-11-2019 : Ι) της από 14-11-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 106455/7490/14-11-2018 έφεσης των εναγουσών Ε. - Μ., χήρας Α. Μ. και Μ. Μ. του Α.,

ΙΙ) της από 05-11-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 104582/7321/08-11-2018 έφεσης της τρίτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε " και

ΙΙΙ) της από 12-11-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 105346/7420/12-11-2018 έφεσης των τετάρτης, πέμπου και έκτου των εναγομένων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "B. E. Ε. - Σ. Α. Ε. Π. Ε. " και τον διακριτικό τίτλο "B. E. Ε.Π.Ε.", Β. Δ. του Π. και Γ. Φ. του Δ. - μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη - κατά της με αριθμό 284/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, η προσβαλλόμενη με αριθμό 3987/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε αυτές, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπό στοιχεία Ι) έφεσης, ως προς την έβδομη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Π. Α. Ι. Ε. Π. Υ. Α. & Ε. Σ. Α. - Α. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Π. Σ. Α.Ε.", για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους και δικάζοντας ερήμην των τέταρτης, πέμπτου, και έκτου των εφεσιβλήτων και κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν. Επίσης, δικάζοντας την υπό στοιχεία

ΙΙ) έφεση, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν, ενώ δικάζοντας την υπό στοιχεία

ΙΙΙ) έφεση ερήμην των εκκαλούντων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η δευτέρα των αναιρεσιβλήτων Μ. Μ. του Α., γνωστοποίησε τον θάνατο της πρώτης των αναιρεσιβλήτων στην αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", με την από 09-12-2020 Εξώδικη Γνωστοποίηση, στην οποία επισυνάπτεται η με αριθμό -11-2020 Διάταξη Χορήγησης Κληρονομητηρίου της Ειρηνοδίκη Κ και το με αριθμό …-11-2020 Πιστοποιητικό Κληρονομητηρίου.

Η γνωστοποίηση αυτή επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 18-12-2020, όπως τούτο προκύπτει από τη με αριθμό -12-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Γ. Χ.. Κ. και, ως εκ τούτου, η τελευταία ήταν σε γνώση του θανάτου της ως άνω διαδίκου, κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (11-05-2021).

Επομένως, κατά το μέρος που η αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, η οποία είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή της, το γεγονός δε του θανάτου γνωστοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα, πρέπει να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη, λόγω ακυρότητας του δικογράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 62 εδ.

α', 73, 159, 160 παρ. 1 και 556 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Ζήτημα καταδίκης της αναιρεσείουσας στην πληρωμή δικαστικών εξόδων, μετά την κατά τα άνω απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, κατ' άρθρα 176,183 του ΚΠολΔ δεν γεννάται, εφόσον η φερόμενη ως "δικαιούχος" αυτών, ως άνω πρώτη των αναιρεσιβλήτων, είναι ανύπαρκτο πρόσωπο.

Κατόπιν των ανωτέρω, ως προς τη δευτέρα των αναιρεσιβλήτων Μ. Μ. του Α., η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά της εκδοθείσας, με αριθμό 3987/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 11-05-2021 και δεν προκύπτει η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 11-06-2020, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι, μολονότι η υπόθεση έπρεπε να εισαχθεί προς εκδίκαση στο αρμόδιο Α1 ή Α2 πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, αφού πρόκειται για αξίωση αποζημίωσης ενοχικής φύσεως, που δικάστηκε κατά την τακτική διαδικασία, εν τούτοις, το τμήμα τούτο (Β1), που δικάζει αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων, που έχουν εκδοθεί, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, θα κρατήσει και θα δικάσει την υπόθεση, διότι, σύμφωνα με το τελ.

εδάφιο της παρ. 4 του Π.Δ. 376/1997 (ΦΕΚ Α' 246/10.12.1997 - Κανονισμός Λειτουργίας του Αρείου Πάγου) "Η εισαγωγή υπόθεσης σε μη αρμόδιο, κατά τις άνω διατάξεις, πολιτικό Τμήμα, δεν συνεπάγεται απαράδεκτο ή ακυρότητα".

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδαφ. β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι: α) η υπαιτιότητα του υποχρέου ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια, που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να καταβάλει, β) το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτών.

Η παράνομη, έναντι του ζημιωθέντος, συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται, όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση, ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), ικανή (πρόσφορη) και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Π. 1564/2017, Α.Π. 683/2013, Α.Π. 81/2013).

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι, στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα, συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο, κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα υπόψη, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη πράγματι αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι, δηλαδή, το ζημιογόνο γεγονός, σε σχέση με τη ζημία, βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 367/2020, Α.Π. 1787/2014, Α.Π. 81/2013, Α.Π. 1765/2011).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος, κατά την επέλευση της ζημίας ή την έκτασή της (το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, μαζί με τα άλλα στοιχεία, για τον προσδιορισμό του ύψους της "εύλογης" χρηματικής ικανοποίησης), δηλαδή, ως προς το αν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα, ως αποδειχθέντα, συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμοί 1 και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 160/2021, Α.Π. 188/2015).

Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου για το αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται, ανέλεγκτα, ότι αποδείχθηκαν, καθεαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας (Α.Π. 213/2017, Α.Π. 1591/2014).

Εκφεύγει όμως, του αναιρετικού ελέγχου, η κρίση, ως προς το βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 551/2020, Α.Π. 252/2020, Α.Π. 1176/2019, Α.Π. 213/2017).

Τέλος, από τις ως άνω διατάξεις του Α.Κ. προκύπτει ότι εάν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος ή τρίτου, δεν οφείλεται σε αυτόν αποζημίωση και, συνακόλουθα, χρηματική ικανοποίηση, προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα του παθόντος στην πρόκληση της ζημίας ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής (Α.Π. 600/2020, Α.Π. 1389/2018, Α.Π. 331/2014).

Περαιτέρω, σε περίπτωση διαζευκτικής αιτιότητας, οσάκις δηλαδή η ζημία προήλθε από ανεξάρτητες παράνομες πράξεις ή παραλείψεις περισσοτέρων προσώπων, οι οποίες όλες αποτελούν δυνητικούς αιτιώδεις όρους επαγωγής της ζημίας, αλλά δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποία συγκεκριμένη πράξη προκάλεσε τη ζημία ή ποίο το ποσοστό συμβολής της σε αυτήν, δημιουργείται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 926 του Α.Κ., παθητική εις ολόκληρο ενοχή, κατά την έννοια του άρθρου 481 του Α.Κ.

και, συνακόλουθα, έκαστος των συναιτίων ευθύνεται έναντι του ζημιωθέντος για ολόκληρη τη ζημία και όχι αναλόγως του ποσοστού ευθύνης του. Προϋπόθεση δε της, κατά τα άνω, εις ολόκληρον ευθύνης δεν είναι η κοινή εναγωγή των περισσοτέρων συναιτίων από τον ζημιωθέντα, αλλά η πραγματική συνδρομή του νομίμου λόγου ευθύνης, για τον κάθε συναίτιο χωριστά (Α.Π. 462/2017, Α.Π. 1229/2013, Α.Π. 1685/2009, Α.Π. 901/2004).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 299, 330 εδ. β', 914 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, σε περίπτωση προκλήσεως σωματικής βλάβης από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση της ζημίας και της ηθικής βλάβης του παθόντος ή της ψυχικής οδύνης της οικογένειας του θύματος, προϋποθέτει :

α) σχέση πρόστησης. Αυτή η σχέση υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και, κατά τη οποία, ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή, έστω, στις γενικές οδηγίες και εντολές ή, μόνο, στην επίβλεψη του πρώτου, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες, στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει, όμως, μια γενική εποπτεία.

Η σχέση πρόστησης έχει τέτοια ευρύτητα, ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής ή και σε μη δικαιοπρακτική σχέση, όπως σε de facto συμβατική σχέση, χωρίς να έχει ιδιαίτερη κρισιμότητα η τυχόν ιδιότητα του προστηθέντος, ως αντιπροσώπου του προστήσαντος.

Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης, μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος, δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (Α.Π. 487/2020, Α.Π. 1329/2017, Α.Π. 866/2017), β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια (άρα και αμελή συμπεριφορά), δηλαδή αδικοπραξία πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του Α.Κ., τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση της σωματικής βλάβης ή θανάτωσης προσώπου και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.

Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εργασίας των εν λόγω προσώπων, ως προς τον οποίο, άλλωστε, ο κύριος της υπόθεσης, ελλείψει των σχετικών γνώσεων, δεν είναι σε θέση να τα ελέγξει, αλλά μπορεί και αρκεί (ο έλεγχος) να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας των ειδικευμένων προσώπων.

Η εν λόγω αστική ευθύνη του προστήσαντος, είναι γνήσια αντικειμενική, εφόσον αυτός, χωρίς ίδιο πταίσμα, ευθύνεται για το πταίσμα, του υπ' αυτού προστηθέντος (Α.Π. 487/2020 Α.Π. 47/2020, Α.Π. 1359/2019). Με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος, εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν.

Τη συνδρομή της ανωτέρω προϋπόθεσης ευθύνης από το άρθρο 922 του Α.Κ., φέρει το βάρος να επικαλεστεί και να αποδείξει εκείνος που ζημιώθηκε από τη συμπεριφορά του προστηθέντος, προκειμένου να θεμελιώσει το δικαίωμά του προς αποζημίωση (Α.Π. 487/2020). Η έννοια της πρόστησης, είναι νομική και η ύπαρξη ή μη ευθύνης του προστήσαντος, υπό τα ανελέγκτως από το ουσιαστικό δικαστήριο, δεκτά γενόμενα περιστατικά, ελέγχεται αναιρετικώς, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (Α.Π. 392/2022, Α.Π. 487/2020, Α.Π. 1048/2018, Α.Π. 238/2016).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή, ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ.

Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης, για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης, στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

Α.Π. 15/2006, Ολ. Α.Π. 1/1999) Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 1970/2017, Α.Π. 960/2017, Α.Π. 168/2015, Α.Π. 1322/2014, Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1202/2008). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 1388/2019).

Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς , επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1266/2017, Α.Π. 1420/2013). Από δε τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 573/2018, Α.Π. 967/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα : Οι ενάγουσες Ε. - Μ. χήρα Α. Μ. - η οποία, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, απεβίωσε στις 30-05-2020 και Μ. Μ. του Α. και ήδη αναιρεσίβλητη, στην από 23-11-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 507027/2628/24-11-2016 αγωγή τους που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθεταν ότι στις 29-01-2013 και υπό τις ειδικότερα περιγραφόμενες συνθήκες, επήλθε ο θάνατος του οικείου τους Α.

Μ., υιού της πρώτης και αμφιθαλούς αδελφού της δεύτερης, κατά τη μετακίνησή του με ανελκυστήρα του κτιρίου, κειμένου επί της συμβολής των οδών…, αρ. 4 και …, καθόν χρόνο εκτελούσε τα καθήκοντά του, ως συνοδός χρηματαποστολών. Ότι άπαντες οι εναγόμενοι είναι συνυπαίτιοι, για την πρόκληση του θανατηφόρου αποτελέσματος και συγκεκριμένα το πρώτο εξ αυτών νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" και τον διακριτικό τίτλο "Α.Τ.Π.Ε. - Α.Τ.Ε.

Ν.Π.Ι.Δ.", ως ιδιοκτήτης του ως άνω κτιρίου, οι δεύτερη και τρίτη, υπό ειδική εκκαθάριση τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (υπό εκκαθάριση)" και τον διακριτικό τίτλο "Α.Τ.Ε. ΒΑΝΚ Α.Ε." και τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "PIREOS BANK A.E." και ήδη αναιρεσείουσα, ως ευρισκόμενες στη χρήση και έχουσες τη διαχείριση του κτιρίου, η μεν δεύτερη μέχρι την 27-07-2012, η δε τρίτη, στην οποία μεταβιβάστηκαν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της δεύτερης, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, από 28-07-2012 και εφεξής, η τέταρτη εμπορική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "B.

E. Ε. - Σ. Α. Ε. Π. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "B. E. Ε.Π.Ε.", ως έχουσα αναλάβει την προληπτική συντήρηση και τεχνική υποστήριξη της ασφαλούς λειτουργίας του ανελκυστήρα, δυνάμει της αναφερόμενης σύμβασης, ο πέμπτος Β. Δ. του Π., ως νόμιμος εκπρόσωπος της τέταρτης, ο έκτος Γ. Φ. του Δ., ως υπάλληλος της τέταρτης, τεχνικός συντήρησης ανελκυστήρων, επιφορτισμένος με την ευθύνη λειτουργίας του συγκεκριμένου ανελκυστήρα και η έβδομη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Π.

Α. Ι. Ε. Π. Υ. Α. & Ε. Σ. Α. - Α. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Π. Σ. Α.Ε.", ως εργοδότρια του οικείου τους. Ότι αμφότερες δοκίμασαν ψυχική οδύνη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να τους επιδικαστεί, στην μεν πρώτη το ποσό των τετρακοσίων ενενήντα εννέα χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα (499.960,00) ευρώ, στη δε δεύτερη το ποσό των διακοσίων ενενήντα εννέα χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα (299.960,00) ευρώ, μετ' αφαίρεση του ποσού των σαράντα (40,00) ευρώ, για το οποίο επιφυλάχθηκαν να παραστούν, ως πολιτικώς ενάγουσες, στα ποινικά δικαστήρια.

Ότι, επιπλέον, η πρώτη στερήθηκε τη διατροφή, που ελάμβανε από τον θανόντα και θα εξακολουθούσε να λαμβάνει στο μέλλον, ενόψει του ότι οι διατροφικές της ανάγκες ανέρχονται στο ποσό των 1.000,00 ευρώ μηνιαίως, τα έσοδά της σε 474,42 ευρώ μηνιαίως και τα έσοδα του θανόντος σε 1.163,39 ευρώ μηνιαίως και, για το λόγο αυτό, διατηρεί αξίωση εις βάρος των εναγομένων, ανερχόμενη, για το χρονικό διάστημα, από την επέλευση του θανάτου του υιού της μέχρι και τις 29-05-2020, ήτοι χρονικό διάστημα ογδόντα οκτώ (88) μηνών, στο ποσό των σαράντα έξι χιλιάδων διακοσίων πενήντα ενός ευρώ και τεσσάρων λεπτών (46.251,04), το οποίο συντρέχει σπουδαίος λόγος να της επιδικαστεί εφάπαξ.

Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο, κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής, μόνο στο αναγνωριστικό της σκέλος, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους , που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις τους, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσαν, κατά την προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων, ευθυνομένων εις ολόκληρον έκαστος αυτών, να καταβάλλουν, για τις προαναφερόμενες αιτίες, στη μεν πρώτη το συνολικό χρηματικό ποσό των πεντακοσίων σαράντα έξι χιλιάδων διακοσίων ένδεκα ευρώ και τεσσάρων λεπτών (546.211,04), στη δε δεύτερη το χρηματικό ποσό των διακοσίων ενενήντα εννέα χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα (299.960,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα που έγινε η επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.

Περαιτέρω, η τέταρτη των εναγομένων εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "B. E. Ε. - Σ. Α. Ε. Π. Ε." και τον διακριτικό τίτλο "B. E. Ε.Π.Ε." και ο πέμπτος των εναγομένων Β. Δ. του Π., ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής - μη διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη - ανακοίνωσαν την εκκρεμή ως άνω δίκη και άσκησαν την από 04-01-2017 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, κατά της δικονομικής εγγυήτριας αυτών ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Α.Τ.Ε.

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", στην οποία είχαν ασφαλίσει την αστική τους ευθύνη έναντι τρίτων και ζήτησαν όσα ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτήν. Επί της παραπάνω υπόθεσης, η οποία συζητήθηκε ερήμην της έβδομης των εναγομένων και κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 284/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού συνεκδίκασε την ένδικη αγωγή και την ασκηθείσα προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, απέρριψε την κύρια αγωγή, ως προς τους πρώτο και δεύτερη εναγομένους, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, ως προς τους λοιπούς, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε την υποχρέωση αυτών ευθυνομένων εις ολόκληρον, να καταβάλουν στη μεν πρώτη των εναγουσών το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000,00) ευρώ, στη δε δεύτερη αυτών το ποσό των ογδόντα χιλιάδων (80.000,00) ευρώ και τα παραπάνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση, ενώ απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση αντιθέτων εφέσεων, από τα διάδικα μέρη, εξέδοσε την ήδη προσβαλλόμενη με αριθμό 3987/2020 τελεσίδικη απόφαση. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της απόφασης αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : "Την ..-01-2013 και περί ώρα 12.30', ο Α.

Μ., απασχολούμενος από την έβδομη εναγομένη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, συνοδός χρηματαποστολών, μετέβη με το όχημα της χρηματαποστολής, στο οποίο επέβαινε, ως συνοδηγός, στο κατάστημα της τρίτης εναγομένης τράπεζας [ήδη αναιρεσείουσας], επί της συμβολής των οδών….. Το όχημα στάθμευσε στο χώρο προσωρινής στάθμευσης, στο ισόγειο του καταστήματος και ο Α.

Μ. τοποθέτησε τρεις σάκους με χαρτονομίσματα - κατά δήλωση καταμετρητών της τράπεζας - βάρους 20 κιλών έκαστος, επάνω στο κλειστό καπάκι ενός τροχήλατου μεταλλικού καροτσιού, από τα ευρισκόμενα στον ως άνω χώρο, προκειμένου να τους μεταφέρει, από το ισόγειο στο υπόγειο, όπου βρίσκεται το θησαυροφυλάκιο της τράπεζας, χρησιμοποιώντας τον ανελκυστήρα.

Εισήλθε εντός αυτού μαζί με το φορτωμένο καρότσι, διαστάσεων (το καρότσι) 0,88 εκ. μήκος, 0,56 εκ. πλάτος και 0,98 εκ. ύψος, μαζί με τις ρόδες, εναπομένοντος ελάχιστου ελεύθερου χώρου, εντός της καμπίνας, δεδομένου ότι ο θάλαμος έχει διαστάσεις σύμφωνα με την έκθεση έρευνας ατυχήματος 0,99 εκ. και 0,98 εκ., χωρίς να διευκρινίζεται ποια μέτρηση αντιστοιχεί σε μήκος και ποια σε πλάτος.

Κατά την κάθοδο του ανελκυστήρα, από το ισόγειο στο υπόγειο, το καρότσι προσέκρουσε στον τοίχο του φρεατίου, σκάλωσε σε κάποια προεξοχή του, ενόψει του ότι δεν παρεμβαλλόταν - όπως θα έπρεπε - το προστατευτικό ρολό, το οποίο απομονώνει τον θάλαμο από τον τοίχο και τις θύρες του φρεατίου, όπως θα εκτεθεί λεπτομερώς κατωτέρω έλαβε κλίση προς το σώμα του Α.

Μ., με συνέπεια ο τελευταίος να εγκλωβιστεί ανάμεσα στον, όπισθεν αυτού, τοίχο του θαλάμου και το ανατραπέν καρότσι, ένεκα δε της ασκηθείσης συμπίεσης στον θώρακα και την κοιλιά, να επέλθει ασφυκτικός θάνατος. Παρελθούσης της ώρας, ο οδηγός του οχήματος της χρηματαποστολής, ειδοποίησε τους υπαλλήλους της τράπεζας ότι ο συνάδελφός του δεν είχε εμφανιστεί και έτσι εντοπίστηκε ο παθών, κείμενος στον ανελκυστήρα, που είχε ακινητοποιηθεί ανάμεσα στο ισόγειο και το υπόγειο και σφηνωμένος ανάμεσα στο καρότσι και το τοίχωμα του θαλάμου.

Απεγκλωβίστηκε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, η οποία έκοψε το καρότσι, ενώ όπως διαπιστώθηκε από τον ιατρό της τράπεζας, αλλά και από το πλήρωμα του Ε.Κ.Α.Β., είχε ήδη εκπνεύσει (βλ. την από …12-2013 έκθεση έρευνας του τεχνικού επιθεωρητή Ι. Ρ. και την από …-04-2013 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του Ιατροδικαστή Φ.

Κ., με συνημμένες τοξικολογική εξέταση και ιστολογική εξέταση, από την οποία προκύπτει έντονη πνευμονική συμφόρηση). Το ανωτέρω κτήριο, στο οποίο στεγάζεται το κατάστημα της τρίτης εναγομένης, ανήκει κατά κυριότητα στο πρώτο εναγόμενο και ήταν μισθωμένο, ήδη από το έτος 1983, στη δεύτερη εναγομένη τράπεζα, η οποία είχε έκτοτε τη χρήση του.

Κατά τον χρόνο παράδοσης του μισθίου, δεν υπήρχε ο ανελκυστήρας, ο οποίος εγκαταστάθηκε, εκ των υστέρων, από την μισθώτρια και συγκεκριμένα το έτος 1987 [...]. Περαιτέρω, με το από 23-11-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συνήφθη μεταξύ της μισθώτριας δεύτερης εναγομένης και της τέταρτης εναγομένης, η τελευταία ανέλαβε την προληπτική συντήρηση και επίβλεψη των ανελκυστήρων, πέντε τον αριθμό, του κτηρίου, μετά δε την ανάληψη του έργου, προέβη στον εκσυγχρονισμό τους, ούτως ώστε να πληρούν τις προδιαγραφές της κείμενης νομοθεσίας.

Σημειωτέον ότι, προ του εκσυγχρονισμού του, ο επίμαχος ανελκυστήρας λειτουργούσε χωρίς προστατευτικό ρολό, το οποίο τοποθετήθηκε από την τέταρτη εναγομένη, η δε τοποθέτησή του ολοκληρώθηκε προ της 31ης.07.2012, οπότε έλαβε χώρα και η τελευταία πιστοποίηση [...]. Το προστατευτικό ρολό (δίκην εσωτερικής θύρας του θαλάμου), κατέβαινε αυτόματα, από πάνω προς τα κάτω και απομόνωνε την καμπίνα από τον τοίχο.

Συνοδευόταν από σύστημα ασφαλείας και την ασφαλιστική διάταξη (διακόπτης στο κάτω μέρος του οδηγού του ρολού), η οποία ενεργοποιημένη δεν επέτρεπε την κίνηση του ανελκυστήρα, σε περίπτωση μη λειτουργίας του ρολού. Κατά τη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών, η προληπτική συντήρηση έπρεπε να πραγματοποιείται σε μηνιαία βάση, παρουσία τεχνικού της μισθώτριας, ο οποίος θα συνυπογράφει και το δελτίο τεχνικού ελέγχου (όρος 3 του ιδιωτικού συμφωνητικού).

Η τελευταία, προ του επίδικου ατυχήματος συντήρηση, έλαβε χώρα την 23η.01.2013 από τον έκτο εναγόμενο, υπάλληλο της τέταρτης εναγομένης, στον οποίο είχε αναθέσει τη συγκεκριμένη εργασία, το τελευταίο τρίμηνο, ο πέμπτος εναγόμενος, νόμιμος εκπρόσωπος της τέταρτης και υπεύθυνος συντηρητής. Κατά τους περιοδικούς ελέγχους, παρίστατο πράγματι υπάλληλος της τρίτης εναγομένης και συνυπέγραφε το δελτίο συντήρησης (βλ.

προσκομιζόμενα δελτία, τα οποία συνυπογράφει, για λογαριασμό της τρίτης εναγομένης, ο υπεύθυνος κτηρίου Κ. Κ., ηλεκτρολόγος ο ίδιος, πλην των δύο τελευταίων, προ του ατυχήματος, δελτίων, με ημερομηνία -12-2012 και -01-2013, αντίστοιχα, τα οποία δεν φέρουν υπογραφή του ανωτέρω, αλλά το μεν πρώτο δελτίο φέρει υπογραφή Β.

Κ, το δε δεύτερο και πλέον κρίσιμο φέρει μονογραφή απροσδιόριστου προσώπου). Σύμφωνα με τη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη, ο συγκεκριμένος ανελκυστήρας είναι υδραυλικός ανελκυστήρας προσώπων, τεσσάρων ατόμων δύο στάσεων και φορτίου 300 kg. Χρησιμοποιείτο για τη μεταφορά χρημάτων και εξυπηρετούσε δύο επίπεδα, το ισόγειο και το υπόγειο.

Έξω από τις θύρες του ανελκυστήρα, δεν υπήρχαν πινακίδες, οι οποίες να αναγράφουν τη χρήση του (προσώπων, φορτίων, κ.λ.π.) το βάρος ανύψωσης και τον αριθμό ατόμων. Στο εσωτερικό του θαλάμου, υπήρχε πινακίδα σήμανσης της τέταρτης εναγομένης, στη οποία αναγραφόταν 450 kg, 6 Pers, η οποία είναι εσφαλμένη, κατά τους πραγματογνώμονες.

Όπως αναφέρθηκε ήδη, κατά την ανακατασκευή του ανελκυστήρα, είχε τοποθετηθεί προστατευτικό ρολό αλουμινίου, προκειμένου να απομονώνεται ο θάλαμος από τον τοίχο και τις θύρες του φρεατίου. Στο κάτω μέρος του οδηγού του ρολού, υπήρχε διακόπτης, ο οποίος δεν επιτρέπει την κίνηση του θαλάμου, εάν δεν έχει κατεβεί πλήρως το ρολό.

Ο θάλαμος είχε παραμορφωθεί από την πίεση, στο μέρος που βρέθηκε ο θανών. Κατόπιν δοκιμών ελέγχου, διαπιστώθηκε ότι η μεν ασφαλιστική διάταξη, δοκιμαζόμενη αυτοτελώς, λειτουργούσε κανονικά, πλην, όμως, είχαν αποσυνδεθεί τα καλώδια τροφοδοσίας και εντολών ανόδου - καθόδου του ρολού, τα οποία βρέθηκαν τερματισμένα σε κλέμες, ακουμπισμένα στην οροφή του θαλάμου [...].

Οι λοιπές παραβάσεις που διαπιστώθηκαν από τους πραγματογνώμονες, ήτοι η μη υποβολή υπεύθυνων δηλώσεων ανάθεσης - ανάληψης συντήρησης, η μη καταχώρηση του ανελκυστήρα στην αρμόδια υπηρεσία του Δήμου Αθηναίων ή στις καταστάσεις συντηρούμενων ανελκυστήρων ή η μη ύπαρξη βιβλιαρίου συντήρησης, δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, καθόσον δεν συνδέονται αιτιωδώς με το επίδικο δυστύχημα.

Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι παρανόμως αφενός είχε αποσυνδεθεί η τροφοδοσία του ρολού με το ηλεκτρικό ρεύμα και, αφετέρου, προκειμένου να συνεχίσει να λειτουργεί ο ανελκυστήρας, ενώ δεν κατέβαινε το ρολό, είχε παρακαμφθεί το σύστημα ασφαλείας, είτε ηλεκτρολογικά, με την τοποθέτηση γέφυρας στον πίνακα ελέγχου, είτε μηχανικά, με την τοποθέτηση σφήνας, ούτως ώστε να είναι συνεχώς πατημένη η ασφαλιστική διάταξη, ήτοι ο διακόπτης, που βρίσκεται στο δάπεδο του ασανσέρ, τον οποίο υπό κανονικές συνθήκες, χτυπούσε το ρολό, κατεβαίνοντας και έτσι διδόταν εντολή στον πίνακα να λειτουργήσει ο ανελκυστήρας.

Εντούτοις, από τους διενεργήσαντες την πραγματογνωμοσύνη, ηλεκτρολόγους μηχανικούς, δεν ανευρέθη γέφυρα στον πίνακα, που θα παρέκαμπτε το σύστημα, ούτε μηχανική παράκαμψη [...]. Τούτο εξηγείται, σε περίπτωση που είχε τοποθετηθεί σφήνα, αφού ενδέχεται να αφαιρέθηκε ακουσίως, κατά την προσπάθεια της Πυροσβεστικής να απεγκλωβίσει τον θανόντα [...].

Δεν μπορεί, ωστόσο, να ειπωθεί το ίδιο, σε περίπτωση που είχε τοποθετηθεί γέφυρα στον πίνακα, διότι η μη ανεύρεσή της μόνον σε ηθελημένη αλλοίωση των στοιχείων του τόπου του ατυχήματος μπορεί να αποδοθεί. Είναι περισσότερο από προφανές ότι, τόσο η αποσύνδεση των καλωδίων, όσο και η παράκαμψη του συστήματος ασφαλείας, δεν οφείλονται σε κάποια βλάβη του συστήματος ή φθορά, αλλά σε εκούσια, ανθρώπινη παρέμβαση, η οποία έλαβε χώρα, σε μη επακριβώς εξακριβωθέντα χρόνο, αλλά πάντως κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε από την τελευταία πιστοποίηση (-07-2012) μέχρι τον χρόνο του επισυμβάντος δυστυχήματος.

Δεν αποδείχθηκε ποιο φυσικό πρόσωπο προέβη στην ανωτέρω ενέργεια, ούτε εάν αυτός ήταν προστηθείς της τρίτης εναγομένης ή της τέταρτης εναγομένης, πλην, όμως, άπαντες, τρίτη, τέταρτη, πέμπτος και έκτος εναγόμενοι γνώριζαν τη γενόμενη παρέμβαση και όφειλαν, ως εκ της θέσεώς τους, έκαστος εξ αυτών, να αποκαταστήσουν την ασφαλή λειτουργία του ανελκυστήρα, όπως θα εκτεθεί αναλυτικά κατωτέρω.

Περαιτέρω, η τρίτη εναγομένη είχε θέσει στη διάθεση του προσωπικού των χρηματοποστολών, για τη μεταφορά των κινητών αξιών, ανελκυστήρα, που προοριζόταν, κατά χρήση, για μεταφορά προσώπων και όχι φορτίων, καίτοι αυτό δεν ενδείκνυτο, ενόψει των διαστάσεων του συγκεκριμένου ανελκυστήρα και της ανεπάρκειας του ωφέλιμου χώρου του θαλάμου του, για μεταφορές φορτίων.

Η τρίτη εναγομένη όφειλε και μπορούσε, είτε να απαγορεύσει τη μεταφορά φορτίων με τον συγκεκριμένο ανελκυστήρα, υποδεικνύοντας άλλον τρόπο μεταφοράς, εντός του καταστήματός της, είτε να διασφαλίσει ότι η χρήση του ανελκυστήρα, γι' αυτόν τον σκοπό, δεν εγκυμονεί κινδύνους για τους χρήστες - συνοδούς χρηματαποστολών, θέτοντας λ.χ.

στη διάθεσή τους μικρότερων διαστάσεων καρότσια, συμβατά με τις διαστάσεις του υφιστάμενου ανελκυστήρα [...]. Τέλος, η τέταρτη εναγομένη δεν είχε μεριμνήσει για την τοποθέτηση των προβλεπόμενων σημάνσεων, ούτως ώστε να ενημερώνεται ο χρήστης ότι ο συγκεκριμένος ανελκυστήρας χρησιμοποιείται για τη μεταφορά προσώπων και όχι φορτίων.

Η εν λόγω υποχρέωση βαρύνει τον συντηρητή, ο οποίος οφείλει να υποδείξει στον ιδιοκτήτη ή τον διαχειριστή τη λήψη των αναγκαίων μέτρων, βάσει της κείμενης νομοθεσίας (άρθρο 6 παρ. 4 της ΚΥΑ Φ.Α/9.2/Οικ. 28425/2008 ΦΕΚ Β'2604/22-12-2008, όπως αυτή διορθώθηκε). Εξ όσων αναφέρθηκαν, ο θάνατος του Α. Μ. επήλθε εξαιτίας των προαναφερόμενων παράνομων πράξεων και παραλείψεων, ως μοναδικών αιτιών, που συνήργησαν στην επέλευση του αποτελέσματος, ήτοι της λειτουργίας του ανελκυστήρα, άνευ του προστατευτικού ρολού, με παράκαμψη του συστήματος ασφαλείας, της διάθεσης προς χρήση του (του ανελκυστήρα) για τη μεταφορά φορτίων, καθώς και της έλλειψης κατάλληλης σήμανσης αυτού.

Δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών συνέβαλε με τη συμπεριφορά του, στην επέλευση του αποτελέσματος. Ειδικότερα, ο θανών δεν έκλεισε το προστατευτικό ρολό, διότι αυτό δεν λειτουργούσε, όπως έχει εκτεθεί ήδη, η δε παράκαμψη της ασφαλιστικής διάταξης δεν οφείλεται σε δική του ενέργεια, όπως αβασίμως διαλαμβάνει η τρίτη εναγομένη.

Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο θανών έθεσε τους σάκους με τα χρήματα πάνω στο κλειστό καπάκι του καροτσιού, αντί να τους εναποθέσει στο εσωτερικό του καροτσιού, με αποτέλεσμα να μετατοπιστεί το βάρος, δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, το οποίο θα είχε αποτραπεί παντάπασιν, εάν παρεμβαλλόταν το ρολό, διότι θα προστάτευε το φορτίο από την πρόσκρουση στον τοίχο του φρεατίου και τον εγκλωβισμό του ανάμεσα σ' αυτόν (τον τοίχο) και τον θάλαμο.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος, που τείνει να θεμελιωθεί στα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά [...]. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 27-07-2012 ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της δεύτερης εναγομένης τράπεζας και περιουσιακά της στοιχεία μεταβιβάστηκαν στην τρίτη εναγομένη, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και έννομες σχέσεις, που πηγάζουν ή σχετίζονται με συμβάσεις μίσθωσης κινητής και ακίνητης περιουσίας, στις οποίες η δεύτερη εναγομένη έχει συμβληθεί, ως μισθωτής, όπως εν προκειμένω, καθώς και έννομες σχέσεις από συμβάσεις, που εξυπηρετούν τη λειτουργία της (περ. η' και ιζ' του Παραρτήματος της υπ' αριθ. 4/27-07-2012 αποφάσεως της ΤτΕ). Μεταξύ αυτών μεταβιβάστηκε και η μίσθωση του ακινήτου της Κ, στην τρίτη εναγομένη, γεγονός που συνομολογείται από άπαντες τους διαδίκους.

Συνεπώς, κατά τον χρόνο του επίδικου δυστυχήματος, η δεύτερη εναγομένη, είχε αποξενωθεί πλήρως από τη χρήση και διαχείριση του κτηρίου και, ως εκ τούτου, δεν είχε οιαδήποτε υποχρέωση, αλλά ούτε και δυνατότητα παρέμβασης στη λειτουργία του ανελκυστήρα ή λήψης μέτρων για την ασφαλή λειτουργία του Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η παράνομη παρέμβαση συντελέστηκε κατά τον χρόνο που η ανωτέρω βρισκόταν στη διαχείριση του κτηρίου και ούτως παραδόθηκε στην τρίτη εναγομένη η οποία παρέλειψε να άρει τη δημιουργηθείσα από την προκάτοχό της επικίνδυνη κατάσταση.

Κατά την τελευταία πιστοποίηση του ανελκυστήρα, η οποία, όπως αναφέρθηκε ήδη, είχε λάβει χώρα την 31η.07.2012 από την TUV HELLAS, ο Επιθεωρητής βεβαίωσε ότι ο ανελκυστήρας πληρούσε τις απαιτήσεις της κείμενης νομοθεσίας και, ως εκ τούτου, συνάγεται ότι μέχρι τον χρόνο εκείνον τουλάχιστον το προστατευτικό ρολό λειτουργούσε κανονικά (βλ.

προσκομιζόμενο πιστοποιητικό, στο οποίο αναφέρεται η ύπαρξη του ρολού). Κατά τον κρίσιμο χρόνο, στη χρήση και διαχείριση του κτηρίου ευρισκόταν η τρίτη εναγομένη όπως έχει εκτεθεί ήδη, η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τη σύμβαση μισθώσεως, στη θέση της δεύτερης εναγομένης, επιπλέον δε μεταβιβάστηκε σ' αυτήν (την τρίτη εναγομένη) και η συναφθείσα με την τέταρτη εναγομένη σύμβαση συντήρησης ανελκυστήρων, ως σύμβαση που συνδέεται με τη λειτουργία του καταστήματος.

Ως εκ τούτου, ευθύνεται για τυχόν αδικοπραξία, τελεσθείσα από τον υπεύθυνο συντηρητή. Αβασίμως δε ισχυρίζεται η τρίτη εναγομένη ότι η ανάθεση της συντήρησης στην τέταρτη απαλλάσσει την ίδια από οποιαδήποτε ευθύνη, ενόψει του (ότι), εκ του νόμου, οι εργασίες συντήρησης γίνονται αποκλειστικά και μόνο από το συνεργείο συντήρησης, ο δε υπεύθυνος συντηρητής έχει υποχρέωση να ενημερώνει τον ιδιοκτήτη ή το διαχειριστή ή το νόμιμο εκπρόσωπό τους, για τις απαραίτητες επισκευές και τη λήψη των αναγκαίων μέτρων και εν προκειμένω, ως μισθώτρια, είχε λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα (πιστοποίηση του ανελκυστήρα από αναγνωρισμένο φορέα ελέγχου, συντήρηση από αδειούχο συντηρητή, μέριμνα για περιοδική επιθεώρηση), συμμορφούμενη με την κείμενη νομοθεσία ενώ ουδέποτε ενημερώθηκε από τους συντηρητές για τη μη λειτουργία του ρολού ή οποιαδήποτε παράλειψη τήρησης των κανόνων ασφαλείας, όπως την τοποθέτηση των προβλεπόμενων σημάνσεων.

Τούτο διότι η ευθύνη της είναι αντικειμενική, απορρέουσα εκ της σχέσεως προστήσεως, που την συνδέει με την τέταρτη εναγομένη. Σχέση προστήσεως υφίσταται στην υπό κρίση περίπτωση, τόσο με το κριτήριο της εξάρτησης, δεδομένου ότι η τρίτη εναγομένη είχε επιφυλάξει, βάσει της συμβάσεως, δικαίωμα εποπτείας της προστησάσης, όσο και με το κριτήριο της ένταξης, ενόψει του ότι η δραστηριότητα της τέταρτης εναγομένης εντασσόταν στο πλαίσιο επαγγελματικής δράσης της τρίτης.

Θεμελιώνεται δε εν προκειμένω ευθύνη της τρίτης εναγομένης, εφόσον συντρέχει ευθύνη της προστηθείσης τέταρτης εναγομένης και των υποπροστηθέντων αυτής. Ειδικότερα, οι τέταρτη πέμπτος και έκτος εναγόμενοι, αν και είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, δυνάμει της προαναφερόμενης συμβάσεως, να μεριμνούν για την ασφαλή λειτουργία του ανελκυστήρα και πλέον ειδικότερα ο πέμπτος, ως εκπρόσωπος και διαχειριστής του νομικού προσώπου, που είχε αναλάβει τη συντήρηση, όφειλε κατά νόμο να επιβλέπει την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών του φυσικού προσώπου συντηρητή, εν προκειμένω του έκτου, προς τον χρήστη των υπηρεσιών αυτών, ο δε έκτος ήταν εκείνος που συντηρούσε τον ανελκυστήρα το τελευταίο χρονικό διάστημα, προ του συμβάντος, εντούτοις δεν ενήργησαν τον έλεγχο, που όφειλαν και μπορούσαν, ως εκ της επαγγελματικής τους ιδιότητας, επιτρέποντας να λειτουργεί ο ανελκυστήρας, χωρίς το προστατευτικό ρολό, ούτε μερίμνησαν για την κατάλληλη σήμανση του ανελκυστήρα, ούτως ώστε να μην εισέρχονται τα μεταλλικά καρότσια των χρηματαποστολών και, ως εκ τούτου, ευθύνονται οι μεν πέμπτος και έκτος υποκειμενικά, η δε τέταρτη εναγομένη αντικειμενικά (άρθρο 5 παρ. 8 ΚΥΑ Φ.Α/9.2/ΟΙΚ.28425/2008).

Οι ως άνω δε ζημιογόνες πράξεις και παραλείψεις της προστηθείσης, συνδέονται με την ανατεθείσα σ' αυτήν υπηρεσία και τελούν σε εσωτερική αιτιώδη συνάφεια μ' αυτήν, αφού δεν θα ήταν δυνατές χωρίς την πρόστηση. Πρέπει να τονιστεί ότι, η επιβαλλόμενη από το νόμο υποχρέωση ανάθεσης σε αδειούχο συντηρητή, δεν αναιρεί τη σχέση πρόστησης, όπως αβασίμως διαλαμβάνει η τρίτη εναγομένη, διότι ο Νόμος της επιβάλει μεν την ανάθεση του έργου σε αδειούχο συντηρητή, αλλά η επιλογή του φυσικού ή νομικού προσώπου, στο οποίο θα αναθέσει το εν λόγω έργο, εναπόκειται στη δική της διακριτική ευχέρεια και άρα η σύναψη της επίδικης συμβάσεως συντήρησης, είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησής της.

Κατά συνέπεια, είναι εύλογο να ευθύνεται για την ζημιογόνο συμπεριφορά του επαγγελματία, που επιλέγει να της παράσχει τη συγκεκριμένη υπηρεσία, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της. Εξάλλου, η τρίτη εναγομένη δεν μπορεί να επικαλείται ότι δεν ενημερώθηκε από τον υπεύθυνο συντηρητή, για τη μη λειτουργία του ρολού, όταν κατά τη συντήρηση παρίστατο και δικός της υπάλληλος και δη ηλεκτρολόγος, ενόψει του ότι η μη λειτουργία του ρολού μπορούσε να γίνει ευχερώς αντιληπτή, από τον οποιονδήποτε τρίτο, μη έχοντα τεχνικές γνώσεις.

Περαιτέρω, θεμελιώνεται και ίδια ευθύνη των οργάνων της τρίτης εναγομένης, τα οποία τελούσαν σε πλήρη γνώση της ανωτέρω παρέμβασης - εάν ήθελε υποτεθεί ότι η παρέμβαση δεν έγινε κατόπιν δικής τους εντολής ή πρωτοβουλίας - και εντούτοις παρέλειψαν να αποκαταστήσουν την ομαλή λειτουργία του ανελκυστήρα.

Ειδικότερα, πέραν του υπαλλήλου, που παρίστατο κατά τη συντήρηση, δεν μπορεί να είχε διαλάθει την προσοχή των υπαλλήλων του καταστήματος ότι ο θάλαμος κινείτο με το ρολό μονίμως ανοιχτό, ενόψει μάλιστα του ότι ο ανελκυστήρας βρισκόταν στον χώρο του κεντρικού θησαυροφυλακίου, ήτοι ενός καίριας σημασίας και μέγιστης ασφάλειας χώρου.

Το προσωπικό του θησαυροφυλακίου, που είχε πρόσβαση στο χώρο αυτό, αλλά και το προσωπικό ασφαλείας του καταστήματος, το οποίο θα επιθεωρούσε σε καθημερινή βάση τον συγκεκριμένο χώρο, θα είχαν αντιληφθεί ότι δεν λειτουργεί το ρολό, πλην, όμως, ουδέποτε αναφέρθηκε βλάβη. Η δε τρίτη εναγομένη, εφόσον γνώριζε, όφειλε πάραυτα να αναγγείλει την εν λόγω ανωμαλία στη λειτουργία του ανελκυστήρα στην τέταρτη εναγομένη, ως είχε εκ του νόμου υποχρέωση (άρθρο 8 παρ. 1β Κ.Υ.Α.

Φ.Α/9.2/ΟΙΚ. 28425/2008 ΦΕΚ 2604/22-12-2008), πράγμα που δεν έπραξε, μέχρι δε της αποκαταστάσεως της ασφαλούς λειτουργίας του ανελκυστήρα, να τον θέσει εκτός λειτουργίας, απαγορεύοντας τη χρήση του από οποιονδήποτε.

Συνεπώς, στοιχειοθετείται και υποκειμενική ευθύνη των δικών της προστηθέντων υπαλλήλων, ανεξαρτήτως της υποκειμενικής ευθύνης των προστηθέντων της τέταρτης εναγομένης ... ".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι θεμελιώνεται ευθύνη, εκτός της τέταρτης των εναγομένων και των προστηθέντων υπαλλήλων της - μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη - και της αναιρεσείουσας εταιρείας, στην επέλευση του επίδικου ατυχήματος και, μετά ταύτα, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την ένσταση συνυπαιτιότητας του Α.

Μ. στην επέλευση του ατυχήματος και στον θανάσιμο τραυματισμό αυτού, κατά ποσοστό 90%, την οποία αυτή προέβαλε και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με συνοπτικού περιεχομένου δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και με αναλυτική αναφορά στις κατατεθείσες στο ακροατήριο πρωτόδικες προτάσεις της, επικυρώνοντας, ως προς το ζήτημα αυτό, την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, μετά ταύτα, απέρριψε στο σύνολό της την έφεση της εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και ήδη αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με τις κρίσεις του αυτές και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922 και 932 του Α.Κ., τις οποίες, αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, οι οποίες ανταποκρίνονται στο πραγματικό των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, αναφορικά με ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει άλλες αιτιολογίες, προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Ειδικότερα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των άρθρων 914 και 922 του Α.Κ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η τρίτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία ευθύνεται αντικειμενικά, καθώς είχε επιφυλάξει, βάσει συμβάσεως, δικαίωμα εποπτείας της προστήσασας τέταρτης εναγομένης εταιρείας , επίβλεψη που ασκούσε η ίδια μέσω των δικών της υπαλλήλων.

Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι , από τον όρο 3 του από 23-11-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού συντήρησης, δεν προκύπτει ότι είχε επιφυλάξει για την ίδια την επίβλεψη και διεύθυνση της συντήρησης των ανεκλυστήρων του κτηρίου, με την παροχή δεσμευτικών οδηγιών και εντολών προς την τετάρτη των εναγομένων εταιρεία, η οποία είχε αναλάβει συμβατικά, εξ ολοκλήρου, την τακτική συντήρηση των ανελκυστήρων, ως υπεύθυνη Αδειούχος Συντηρήτρια , εξειδικευμένη επαγγελματίας του κλάδου, βάσει της Κ.Υ.Α.

Φ.Α. /9.2/ΟΙΚ. 28425/2008, αλλά ότι ο όρος αυτός είχε την έννοια της επιβεβαίωσης της μηνιαίας επίσκεψης συντήρησης από τον αρμόδιο συντηρητή, ώστε να είναι δυνατή και η επίσημη ενημέρωση, για τυχόν βλάβη ή δυσλειτουργία του ανελκυστήρα και ειδικότερα ότι ο τεχνικός αυτής (αναιρεσείουσας) που προσυπέγραφε το δελτίο ελέγχου ασκούσε διοικητικά καθήκοντα, επιβεβαιώνοντας απλώς την παρουσία του αρμόδιου κατά νόμο συντηρητή, χωρίς να έχει τη δυνατότητα ελέγχου, εποπτείας και παροχής οδηγιών στον συντηρητή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι, κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικά κρίσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, ως αναγόμενες στην ανάλυση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), από το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό προκύπτει επιφύλαξη της αναιρεσείουσας, ως προς τη διεύθυνση της επίβλεψης της συντήρησης των ανελκυστήρων του κτηρίου, μέσω των υπαλλήλων της, με την παραδοχή ότι στην προκειμένη περίπτωση, υφίστατο σχέση πρόστησης, τόσο με το κριτήριο της εξάρτησης όσο και με το κριτήριο της ένταξης, ενόψει του ότι η τέταρτη των εναγομένων ενεργούσε προς εξυπηρέτηση συμφερόντων της προστήσασας, ενώ επιπροσθέτως δέχθηκε ότι η επιβαλλόμενη από το νόμο υποχρέωση ανάθεσης, σε αδειούχο συντηρητή, με εξειδικευμένες γνώσεις, δεν αναιρούσε, για τους διαλαμβανόμενους λόγους, τη σχέση πρόστησης μεταξύ αυτής και της τέταρτης των εναγομένων.

Έτσι, έκρινε ότι η συνδέουσα την τέταρτη των εναγομένων με την τρίτη των εναγομένων και ήδη αναρεσείουσα σχέση, ήταν εκείνη της πρόστησης, αφού τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, καθιδρύουν πράγματι σχέση πρόστησης, κατά την έννοια του άρθρου 922 του Α.Κ. και εντεύθεν γνήσια αντικειμενική ευθύνη της αναιρεσείουσας, για την αδικοπρακτική συμπεριφορά των πέμπτου και έκτου των υποπροστηθέντων της τετάρτης των εναγομένων εταιρείας, στην οποία είχε αναθέσει το έργο της συντήρησης των ανελκυστήρων του κτηρίου, έχοντας επιφυλάξει για την ίδια, βάσει συμβάσεως, δικαίωμα ελέγχου και εποπτείας, παρέχοντας οδηγίες γενικού περιεχομένου, οι οποίες και αρκούν για να θεμελιώσουν, όπως προεκτέθηκε στο οικείο μέρος της μείζονος νομικής σκέψης που προηγήθηκε, την, κατ' άρθρο 922 του Α.Κ., σχέση πρόστησης.

Πέραν τούτου έκρινε ότι, στοιχειοθετείται και υποκειμενική ευθύνη των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, οι οποίοι, μολονότι τελούσαν σε πλήρη γνώση της παράκαμψης του συστήματος ασφαλείας του ανελκυστήρα, εντούτοις παρέλειψαν να αποκαταστήσουν την ομαλή λειτουργία του, επιπλέον δε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα είχε θέσει στη διάθεση του προσωπικού των χρηματοποστολών, για τη μεταφορά των κινητών αξιών, ανελκυστήρα, που προοριζόταν, κατά χρήση, για μεταφορά προσώπων και όχι φορτίων, καίτοι αυτό δεν ενδείκνυτο, ενόψει των διαστάσεων του συγκεκριμένου ανελκυστήρα και της ανεπάρκειας του ωφέλιμου χώρου του θαλάμου του, για μεταφορές φορτίων.

Εξάλλου, ο δεύτερος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, εξειδίκευσε τις αόριστες νομικές έννοιες της αμελούς συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας και της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της συμπεριφοράς τους και του προκληθέντος αποτελέσματος, δεχόμενο ότι η αμελής συμπεριφορά αυτών έγκειται στο ότι αυτοί, μολονότι τελούσαν σε πλήρη γνώση της παράκαμψης του συστήματος ασφαλείας του ανελκυστήρα, εντούτοις παρέλειψαν να αποκαταστήσουν την ομαλή λειτουργία του και ότι, συνεπεία της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς τους, επήλθε το θανάσιμο αποτέλεσμα του τραυματισμού του Α.

Μ.. Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: "η τρίτη εναγομένη, δεν μπορεί να επικαλείται ότι δεν ενημερώθηκε από τον υπεύθυνο συντηρητή, για τη μη λειτουργία του ρολού, όταν κατά τη συντήρηση παρίστατο και δικός της υπάλληλος και δη ηλεκτρολόγος, ενόψει του ότι η μη λειτουργία του ρολού μπορούσε να γίνει ευχερώς αντιληπτή, από τον οποιονδήποτε τρίτο, μη έχοντα τεχνικές γνώσεις ...", "...δεν μπορεί να είχε διαλάθει την προσοχή των υπαλλήλων του καταστήματος ότι ο θάλαμος κινείτο με το ρολό μονίμως ανοιχτό, ενόψει μάλιστα του ότι ο ανελκυστήρας βρισκόταν στον χώρο του κεντρικού θησαυροφυλακίου, ήτοι ενός καίριας σημασίας και μέγιστης ασφάλειας χώρου ... " και " ...

Το προσωπικό του θησαυροφυλακίου, που είχε πρόσβαση στο χώρο αυτό, αλλά και το προσωπικό ασφαλείας του καταστήματος, το οποίο θα επιθεωρούσε σε καθημερινή βάση τον συγκεκριμένο χώρο , θα είχαν αντιληφθεί ότι δεν λειτουργεί το ρολό, πλην όμως ουδέποτε αναφέρθηκε βλάβη ... ", δεν συνιστούν ενδοιαστικές (υποθετικές) κρίσεις, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αλλά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ανέφερε τα παραπάνω, προς άντληση επιπλέον επιχειρημάτων, αποτελούν δηλαδή το τελικό συμπέρασμα, υπέρ της παραδοχής της υποκειμενικής ευθύνης των προστηθέντων υπαλλήλων της.

Τέλος, δεν συνιστά αντίφαση ή ενδοιαστική κρίση, η παραδοχή του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ότι : " ... Η δε τρίτη εναγομένη, εφόσον γνώριζε, όφειλε πάραυτα να αναγγείλει την εν λόγω ανωμαλία στη λειτουργία του ανελκυστήρα στην τέταρτη εναγομένη, ως είχε εκ του νόμου υποχρέωση ... πράγμα που δεν έπραξε, μέχρι δε της αποκαταστάσεως της ασφαλούς λειτουργίας του ανελκυστήρα να τον θέσει εκτός λειτουργίας, απαγορεύοντας τη χρήση του από οποιονδήποτε ... ".

Ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεισείουσας, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι σε κανένα σημείο της η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχεται ότι η αναιρεσείουσα δεν γνώριζε την παράκαμψη του συστήματος ασφαλείας του ανελκυστήρα, αλλά, αντίθετα, κατά πιστή αντιγραφή, διαλαμβάνει ότι " ... άπαντες, τρίτη τέταρτη, πέμπτος και έκτος εναγόμενοι, γνώριζαν τη γενόμενη παρέμβαση και όφειλαν, ως εκ της θέσεώς τους, έκαστος εξ αυτών, να αποκαταστήσουν την ασφαλή λειτουργία του ανελκυστήρα ... ".

Δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο ότι, ακριβώς επειδή η αναιρεσείουσα γνώριζε την παράκαμψη του συστήματος ασφαλείας του ανελκυστήρα, όφειλε να αποκαταστήσει την ασφαλή λειτουργία του. Αυτή είναι προφανώς η έννοια της φράσης " ... Η δε τρίτη εναγομένη εφόσον γνώριζε ...". Σε κάθε περίπτωση και καθο μέρος οι αναφερόμενες στους παραπάνω αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559, αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ, πλήττουν την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Δικαστήριο στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ της αναιρεσείουσας και της τετάρτης των εναγομένων και ως προς την αδικοπρακτική συμπεριφορά των υπαλλήλων αμφοτέρων, επιχειρήματα τα οποία, όμως, δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά.

Τέλος, υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο παραθέτει με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ώστε να θεμελιώνεται σαφώς το διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της κατά τα άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, υπό τη μορφή αμέλειας, των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας και του επελθόντος αποτελέσματος, δηλαδή του θανάσιμου τραυματισμού του Α.

Μ., η οποία θεμελιώνεται στο ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, μολονότι αυτοί γνώριζαν την παράκαμψη του συστήματος ασφαλείας του ανελκυστήρα, εντούτοις παρέλειψαν να αποκαταστήσουν την ομαλή λειτουργία του, έτσι ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος πρόκλησης ατυχήματος, γεγονός το οποίο, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, αντικειμενικά και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανό (πρόσφορο) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο όντως επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις, από τους αριθμούς 1 εδαφ. α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικές πλημμέλειες, για ευθεία παραβίαση των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί των προαναφερομένων ζητημάτων, είναι αβάσιμοι στο σύνολό τους και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθούν.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, ως προς τη δευτέρα των αναιρεσιβλήτων και να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3Β περ. δ' του ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, η οποία εκπροσωπήθηκε στη δίκη και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 10-05-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 3021/404/11-05-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 2376/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 3987/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων Ε. - Μ. χήρα Α. Μ..

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης, ως προς τη δευτέρα των αναιρεσιβλήτων Μ. Μ. του Α..

Διατάσσει την εισαγωγή του με αριθμό ….. ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ, στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη της δευτέρας των αναιρεσιβλήτων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ