Greek Supreme Court partially allows appeal on Easter and Christmas bonuses for public sector employees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against a labor court decision regarding public sector employees. The State argued that certain bonus payments were invalid due to the lack of a specific legal basis for indefinite-term dependent contracts. The court accepted this argument for most plaintiffs but found the lower court erred in dismissing the specific claims for Easter and Christmas bonuses. Consequently, the appeal was allowed only for the first, third, and fourth plaintiffs, while the case was remitted for further examination regarding these specific bonus amounts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 242(2) and 243 of the Code of Civil Procedure; The appeal is admissible if the lower court erred in applying the law regarding the validity of contracts for dependent work of indefinite duration, specifically concerning the entitlement to statutory holiday bonuses.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1475 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1475/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσης ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση Α.Ε." (ΕΡΤ-Α.Ε.), που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και νόμιμα εκπροσωπείται α) από τον Υπουργό Οικονομικών και β) από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ορκωτοί Ελεγκτές, Λογιστές Ανώνυμη εταιρεία", όπως νομίμως εκπροσωπείται από τον ειδικώς προς τούτο νομίμως εξουσιοδοτηθέντα Χ. Σ., ως Ειδική Διαχειρίστρια του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της καταργηθείσης ΕΡΤ-ΑΕ, που μεταβιβάστηκαν στο Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαλλά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) …, και 20) …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Ασημακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/9/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1160/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3014/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 6/12/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 6 Δεκεμβρίου 2019 και με αριθ. κατάθεσης 12288/1219/23.12.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 3014/18.6.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών επί της από 27.9.2016 και με αριθ. κατάθ. 3868/27.9.2016 έφεσης των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την ιδιότητα του καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας αρχικώς εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ" (ΕΡΤ ΑΕ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ. 2 της με αριθ.
ΟΙΚ 02/11.6.2013 Κοινής Υπουργικής Απόφασης του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β 1414) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14Β του Ν. 3429/2005, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 66 παρ. 1 του Ν. 4002/2011 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 8 της από 31.12.2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, κυρωθείσας με το άρθρο δεύτερο του Ν. 4047/2012 (βλ.
σχετ. ΑΠ 1289/2020, ΑΠ 19/2020). Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και : α) απορρίφθηκε κατ' ουσία η ανωτέρω έφεση κατά της με αριθ. 1160/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τα κεφάλαια της από 29.9.2010 και με αριθ. κατάθ. 169339/5676/30.9.2010 αγωγής των εναγόντων να αναγνωρισθεί ότι αυτοί συνδεόταν με την αρχικώς ως άνω εναγομένη εταιρεία (ΕΡΤ ΑΕ) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική τους πρόσληψη, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της διακοπής της σύμβασης εργασίας τους, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται στο μέλλον τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να τους καταβάλει για επιδόματα εορτών και αδείας για τα αναγραφόμενα για έκαστο ενάγοντα χρονικά διαστήματα και ποσά με το νόμιμο τόκο, καθό μέρος οι ως άνω αξιώσεις των εναγόντων στηρίζονταν σε έγκυρες συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας και έτσι επικυρώθηκε, κατά το μέρος αυτό, η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία, κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει στο σύνολό της ως νομικά αβάσιμη την ως άνω αγωγή αυτών και β) κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης, εξαφανίσθηκε η άνω εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το κεφάλαιο που αφορούσε την αναγνώριση επιδίκασης επιδομάτων εορτών και αδείας για τα αναφερόμενα σ'αυτή για έκαστο ενάγοντα χρονικά διαστήματα και ποσά κατά το μέρος που στηρίζονταν οι ως άνω αξιώσεις τους σε άκυρες συμβάσεις εργασίας και από τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, αφού κρατήθηκε η υπόθεση κατά το κεφάλαιο αυτό από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ως άνω αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό και αναγνωρίσθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικός διάδοχος της καταργηθείσας αρχικώς εναγομένης ΕΡΤ ΑΕ, οφείλει να καταβάλει για την αιτία αυτή 1) στην 1η ενάγουσα το ποσό των 17.376 ευρώ, 2) στον 2ο ενάγοντα το ποσό των 6.378 ευρώ, 3) στον 3ο ενάγοντα το ποσό των 13.105 ευρώ, 4) στον 4ο ενάγοντα το ποσό των 8.225 ευρώ, 5) στην 5η ενάγουσα το ποσό των 7.503 ευρώ, 6) στον 6ο ενάγοντα το ποσό των 15.580 ευρώ, 7) στην 7η ενάγουσα το ποσό των 9.300 ευρώ, 8) στην 8η ενάγουσα το ποσό των 14.560 ευρώ, 9) στον 9ο ενάγοντα το ποσό των 12.113 ευρώ, 10) στον 10ο ενάγοντα το ποσό των 20.715 ευρώ, 11) στον 110 ενάγοντα το ποσό των 11.175 ευρώ, 12) στον 12ο ενάγοντα το ποσό των 20.289 ευρώ, 13) στην 13η ενάγουσα το ποσό των 12.450 ευρώ, 14) στην 14η ενάγουσα το ποσό των 11.889 ευρώ, 15) στον 15ο ενάγοντα το ποσό των 20.682 ευρώ, 16) στον 16ο ενάγοντα το ποσό των 17.082 ευρώ, 17) στην 17η ενάγουσα το ποσό των 8.411 ευρώ, 18) στην 18η ενάγουσα το ποσό των 10.533 ευρώ, 19) στην 19η ενάγουσα το ποσό των 22.853 ευρώ, και 20) στον 20ο ενάγοντα το ποσό των 21.798 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής), πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 441/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Για να είναι, δε, ορισμένη η αγωγή με την οποία ο εργαζόμενος ζητεί δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλα οφειλόμενα από την εργασιακή νομοθεσία ποσά, όπως επιδόματα εορτών και αδείας, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή η σύμβαση (ή η σχέση) εργασίας, ο καταβαλλόμενος μισθός (συμβατικός ή νόμιμος μισθός) και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα (ΑΠ 802/2018, ΑΠ 963/2018, ΑΠ 1630/2017).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται.
Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
και ελέγχεται, ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ δηλαδή, εάν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση, κυριαρχικώς, του δικογράφου της αγωγής, όπως ανταποκρίνεται στο πραγματικό της περιεχόμενο, έκρινε το δικόγραφο ορισμένο και την αγωγή παραδεκτή, παρά τη μη επαρκή έκθεση στο δικόγραφο των στοιχείων, τα οποία απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, θεωρώντας ότι αυτά τα στοιχεία εκτίθενται, με επάρκεια ή, αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη για αοριστία του δικογράφου της (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 1115/2020, ΑΠ 18/2020).
Σε κάθε περίπτωση, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στα δικαστήρια της ουσίας καθόσον δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 441/2020, ΑΠ 131/2020) και να αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης ότι είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης (ΑΠ 441/2020, ΑΠ 1321/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον, με τον πρώτο εκ των αριθμών 1, 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, μεταξύ των άλλων αναιρετικών πλημμελειών και την πλημμέλεια ότι "αντιπαρήλθε σιγή" την ένσταση περί αοριστίας του δικογράφου της από 29.9.2010 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων ως προς τα επιδικασθέντα αγωγικά κονδύλια επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών αδείας, που πρόβαλε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με τις από 12.3.2018 προτάσεις του ως εφεσίβλητο και την οποία είχε προβάλλει παραδεκτά και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για το λόγο ότι "οι αντίδικοι δεν προσδιορίζουν, ως όφειλαν, επακριβώς πως προκύπτει το ύψος του ποσού για καθένα των αντιδίκων, που οι ίδιοι αβασίμως θεωρούν ως δήθεν μισθό και με βάση το αόριστο αυτό ποσό υπολογίζουν τα διεκδικούμενα συνολικά κονδύλια, τα οποία συνεπώς είναι αυθαίρετα και εσφαλμένα".
Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος αυτού με το οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ως άνω αιτίαση, που στηρίζεται αληθώς στην εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, καθότι αναφέρεται σε ποσοτική και όχι σε νομική αοριστία της αγωγής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθότι δεν αναφέρεται, στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της από 29.9.2010 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων ώστε να καθίσταται εφικτό να ελεγχθεί αν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς τα αγωγικά κονδύλια επιδίκασης επιδομάτων εορτών και αδείας κατά την επικουρική βάση αυτής, με την οποία οι ενάγοντες στήριζαν τις ως άνω αξιώσεις τους σε άκυρες συμβάσεις εργασίας με την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία "Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση ΑΕ (ΕΡΤ ΑΕ)" (στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει, όπως προεκτέθηκε, ως καθολικός διάδοχος το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο) και στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, πράγματι, υπέπεσε ή όχι στην ως άνω επικαλουμένη αναιρετική παράβαση.
Σε κάθε, δε, περίπτωση ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθότι από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) της από 29.9.2010 αγωγής προκύπτει ότι αυτή, ως προς την ως άνω επικουρική βάση της, η οποία κρίθηκε νόμιμη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι επαρκώς ορισμένη, καθότι αναγράφονται οι καταβληθέντες εκ μέρους της ως άνω εναγόμενης εταιρείας μισθοί εκάστου ενάγοντος, τα χρονικά διαστήματα που έκαστος από αυτούς παρείχε, στα πλαίσια της άκυρης σχέσης εργασίας, τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη και τα αξιούμενα από έκαστο ενάγοντα ποσά για επιδόματα εορτών και αδείας για τα χρονικά αυτά διαστήματα, με βάση τους κατά τα άνω καταβληθέντες σε αυτούς μισθούς, τα οποία (επιδόματα), σημειωτέον δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, με απλή, δηλαδή, σχέση εργασίας (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 497/2020, ΑΠ 975/2019, ΑΠ 513/2019, ΑΠ 25/2018).
Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε σιωπηρά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ως προς τις ένδικες αξιώσεις των εναγόντων για επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας κατά την επικουρική βάση της αγωγής που στηρίζεται σε άκυρη σχέση εργασίας, εφόσον δέχθηκε ότι η αγωγή είναι νόμιμη κατά την επικουρική της βάση ως προς τις ως άνω ένδικες αξιώσεις και, εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει μη νόμιμη την αγωγή στο σύνολό της, κράτησε αυτή (αγωγή) ως προς την επικουρική βάση, την οποία και ερεύνησε κατ'ουσία (ΑΠ 1162/2019), ορθά κατά νόμο έκρινε καθό μέρος απέρριψε σιωπηρά την ένσταση του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αγωγής ως προς την επικουρική της βάση και δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 της ΚΥΑ 19040/1981 (Β 742), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του Ν. 1082/1980 (Α 250), τα επιδόματα (δώρα) εορτών καταβάλλονται ολόκληρα εφόσον η σχέση εργασίας των μισθωτών με τον υπόχρεο εργοδότη διήρκεσε χωρίς διακοπή καθ' όλη τη χρονική περίοδο που ορίζεται για κάθε περίπτωση και είναι για το επίδομα εορτής Πάσχα από 1 Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου και για το επίδομα εορτής Χριστουγέννων από 1 Μαΐου μέχρι 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους.
Εάν, όμως, η εργασιακή σχέση διήρκεσε μικρότερο χρονικό διάστημα μέσα στα χρονικά όρια που αναφέρθηκαν, τότε καταβάλλεται ως δώρο Χριστουγέννων ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού (ή 2 ημερομίσθια, ανάλογα με τον συμφωνημένο τρόπο αμοιβής) για κάθε 19ημερο χρονικό διάστημα της εργασιακής σχέσης και ως δώρο Πάσχα ποσό ίσο με το 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού (ή 1 ημερομίσθιο, αντίστοιχα) για κάθε 8ημερο χρονικό διάστημα της εργασιακής σχέσης.
Για διαστήματα μικρότερα του 19ημέρου ή του 8ημέρου καταβάλλεται ανάλογο κλάσμα (ΑΠ 1605/2018, ΑΠ 811/2012, ΑΠ 1425/2008). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 539/1945, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της αρχικά με την παρ.1 του άρθρου 13 του Ν. 3227/2004 και ακολούθως με την παρ.1 του άρθρ.1 του Ν. 3302/2004 και του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, προκύπτει ότι ο μισθωτός δικαιούται από το πρώτο ημερολογιακό έτος εργασίας του και μέχρι τη συμπλήρωση δώδεκα μηνών συνεχούς απασχόλησης τις αναλογούσες στο χρόνο εργασίας που έχει συμπληρώσει στην ίδια υπόχρεη επιχείρηση στο έτος αυτό αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας (ΑΠ 1161/2014, ΑΠ 437/2010).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010).
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 19/2020). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 19/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες ότι με το να κρίνει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι απασχολήθηκαν από την αρχικώς εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." με απλές σχέσεις εργασίας αντί να αποφανθεί ότι συνδεόταν με αυτήν με συμβάσεις έργου, ως εξωτερικοί συνεργάτες, και να επιδικάσει στη συνέχεια σε αυτούς επιδόματα εορτών και αδείας, κατ' εφαρμογή της κείμενης εργατικής νομοθεσίας:
Α) παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1, 3, 4 και 5 του ισχύοντος από 1.5.1989 Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της ΕΡΤ ΑΕ, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 9 του Ν. 1730/1987 και εγκρίθηκε με την με αριθ. 8256/Ζ2/815/1989 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, δημοσιευθείσα στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β 283) και ως εκ τούτου έχοντος ισχύ νόμου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 5 του Π.Δ/τος 164/2004, 6 του Ν. 2527/1997 και 681 του ΑΚ, εκ των οποίων η πρώτη (άρθ. 3 του ΓΚΠ - ΕΡΤ) προβλέπει στην παρ. 1 αυτής τη δυνατότητα ανάθεσης με έγγραφη σύμβαση σε εξωτερικούς συνεργάτες, που δεν αποτελούν προσωπικό της ΕΡΤ ΑΕ, ορισμένου και συγκεκριμένου έργου για συγκεκριμένη εκπομπή, σύμφωνα με όρους που καθορίζει το Δ.Σ αυτής, η οποία υπογράφεται από τον αρμόδιο γενικό διευθυντή, μετά από γνώμη τριμελούς επιτροπής σχετικά με την αναγκαιότητα εκτέλεσης του συγκεκριμένου έργου και στην παρ. 3 αυτής ότι η ανάθεση και η εκτέλεση του έργου γίνεται αποκλειστικά και μόνο κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού και αποκλείεται η μετατροπή με οποιονδήποτε τρόπο της σύμβασης έργου σε σύμβαση εργασίας.
Και τούτο διότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στον οικείο αναιρετικό λόγο, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι απασχολήθηκαν καθ' όλο το διάστημα της εργασίας τους ως εξωτερικοί συνεργάτες της ΕΡΤ ΑΕ, δυνάμει των σχετικών διαδοχικών συμβάσεων που κατήρτισαν με αυτήν στο πλαίσιο της διάταξης αυτής και ότι τα συμβαλλόμενα μέρη απέβλεψαν στο αποτέλεσμα του έργου και όχι σε παροχή εργασίας.
Ότι επίσης παραβίασε α) τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 του Ν. 2527/1997, 10 παρ.1 του Ν. 3812/2009 και 9α και 9β του Ν. 3861/2010, από το συνδυασμό των οποίων προκύπτει ότι εγκυροποιήθηκαν όλες οι συμβάσεις έργου που είχαν συναφθεί με την ΕΡΤ ΑΕ, πριν από την ισχύ του Ν. 3812/2009 μέχρι τη λήξη τους, οπότε και διακόπτονται οριστικά και β) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι οποίες μετά την αναθεώρησή του στις 18.4.2001 απαγορεύουν την και με νόμο μονιμοποίηση του προσωπικού ή τη μετατροπή σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου του προσωπικού που προσλήφθηκε με συμβάσεις εργασίας ορισμένης διάρκειας για την κάλυψη πρόσκαιρων ή απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών ή με συμβάσεις έργου (Α λόγος αναίρεσης).
Β) ότι ψευδώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της με αριθμ 19040/1981 ΚΥΑ, 1 παρ.1 και 2 του ΑΝ 539/1945 και 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και 904 ΑΚ που δεν ήταν εφαρμοστέες και ότι παρέλειψε να εφαρμόσει τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της ΕΡΤ που ήταν εφαρμοστέες, που με το άρθρο 3 αυτού ρητά απαγορεύεται η μετατροπή των συμβάσεων έργου σε συμβάσεις εργασίας και ως εκ τούτου απαγορεύουν την καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας στους εξωτερικούς συνεργάτες, κατηγορία στην οποία ανήκουν και οι αναιρεσίβλητοι (Β λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του).
Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω πρώτος και δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι στην ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης [δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του ότι έκαστος των αναιρεσίβλητων συνδέεται με την αρχικώς εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ με άκυρη σύμβαση (σχέση) εξαρτημένης εργασίας και ότι ως εκ τούτου δικαιούται τα επιδικασθέντα επιδόματα εορτών και αδείας για τα επίδικα χρονικά διαστήματα], υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Ειδικότερα το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ότι δηλαδή οι ένδικες συμβάσεις των αναιρεσίβλητων έστω και αν είχαν χαρακτηρισθεί ως συμβάσεις έργου λειτούργησαν ως συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας οι οποίες όμως είναι αυτοδικαίως άκυρες γιατί δεν είχαν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κατάρτιση εγκύρων συμβάσεων εργασίας και το αποδιδόμενο στο Εφετείο νομικό σφάλμα που ανάγεται στη μη εφαρμογή των πιο πάνω επικαλουμένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να αναφερθεί, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο ανωτέρω συμπέρασμα.
Επομένως οι πρώτος και δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Περαιτέρω το αναιρεσείον με το δεύτερο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες ότι α) σε εσφαλμένα επιδίκασε στην πρώτη αναιρεσίβλητη επιδόματα εορτών και αδείας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 έως 30.10.2006 καθότι η σύμβαση συνεργασίας της διεκόπη για το διάστημα από 1.11.2006 και για τέσσαρις μήνες και ως εκ τούτου τυγχάνει γνήσια σύμβαση έργου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ΠΔ 164/2004, β) ότι εσφαλμένα επιδίκασε αα) στην πρώτη αναιρεσίβλητη για το έτος 2007 επίδομα αδείας ενώ η συνεργασία της με την ΕΡΤ ΑΕ άρχισε στις 5.2.2007 και το έτος 2007 δεν δικαιούταν άδεια και επίδομα αδείας, καθότι δεν είχε παρέλθει έτος από την έναρξη της σύμβασής της, και ββ) στον τρίτο αναιρεσίβλητο για το έτος 2005 επίδομα αδείας ενώ αυτός προσλήφθηκε από την ΕΡΤ ΑΕ στις 1.2.2005 και για το έτος αυτό (2005) δεν δικαιούταν άδεια και επίδομα αδείας, καθότι δεν είχε παρέλθει έτος από την έναρξη της σύμβασής του, γ) ότι εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη τα χρονικά διαστήματα διακοπών των συμβάσεων συνεργασίας αναιρεσίβλητων και ειδικότερα αα)του τρίτου αναιρεσίβλητου για το διάστημα από 1-7-2005 έως από 31-7-2005, ββ) του έκτου αναιρεσίβλητου για τα διαστήματα από 1-7-2005 έως 31-8-2005, από 1-11-2006 (ενν. 1-1-2006) έως 28-2-2006 και από 1-1-2009 έως 30-4-2009, γγ) της όγδοης αναιρεσίβλητης για το διάστημα από 1-7-2005 έως από 31-7-2005, δδ) του ένατου αναιρεσίβλητου για το διάστημα από 1-10-2008 έως 31-12-2008, εε) του δέκατου αναιρεσίβλητου για το διάστημα από 1-11-2006 έως 28-2-2007, στστ) του ενδέκατου αναιρεσίβλητου για το διάστημα από 1-11-2006 έως 31-1-2007, ζζ) του δωδέκατου αναιρεσίβλητου για το διάστημα από 1-11-2006 έως 30-11-2006, ηη) της δέκατης τρίτης αναιρεσίβλητης για τα διαστήματα από 1-7-2005 έως 30-6-2006 και από 1-11-2006 έως 30-11-2006 και θθ) του εικοστού αναιρεσίβλητου για το διάστημα από 1-11-2006 έως 30-11-2006, με συνέπεια να υπολογίσει και επιδικάσει εσφαλμένα τα οφειλόμενα ποσά για επιδόματα εορτών, δ) ότι, εσφαλμένα επιδίκασε αα) στην πρώτη αναιρεσίβλητη για δώρο Πάσχα 2007 το ποσό των 675 ευρώ, που ανερχόταν στο 1/2 του μισθού του καταβαλλόμενου σ'αυτή μηνιαίου εργολαβικού ανταλλάγματος ύψους 1.350 ευρώ, ενώ αυτή συνήψε σύμβαση από 5.2.2007 και επομένως δεν δικαιούταν ολόκληρο το δώρο Πάσχα αλλά τμήμα αυτού και συγκεκριμένα το 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού της για κάθε 8 ημέρες εργασίας του ως άνω διαστήματος, ββ) στον τέταρτο αναιρεσίβλητο αναλογία δώρου Χριστουγέννων για το χρονικό διάστημα εργασίας από 1.7.2007 έως 31.12.2007 ύψους 1.225 ευρώ, με μηνιαίες αποδοχές ύψους 1.400 ευρώ, ενώ το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε 1.084,16 ευρώ (2/25 του μισθού για κάθε 19ημερο εργασίας) και γγ) στον τρίτο αναιρεσίβλητο για δώρο Πάσχα 2005 το ποσό των 585 ευρώ για το χρονικό διάστημα εργασίας από 1.2.2005 έως 30.4.2005 με μηνιαίες αποδοχές ύψους 1.300 ευρώ, ενώ το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε 438,50 ευρώ (1/15 του 1/2 του μηνιαίου μισθού για κάθε 8 ημέρες εργασίας).
Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης (κατά το δεύτερο σκέλος του) α) κατά το μέρος που το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα επιδίκασε στην πρώτη ενάγουσα και στον τρίτο ενάγοντα επιδόματα αδείας για το πρώτο έτος απασχόλησής τους, ενώ αυτοί δεν δικαιούνταν άδεια και επίδομα αδείας κατά το πρώτο έτος εργασίας τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 539/1945, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της αρχικά με την παρ.1 του άρθρου 13 του Ν. 3227/2004 και ακολούθως με την παρ.1 του άρθρ.1 του Ν. 3302/2004 και από το άρθρο 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 προκύπτει ότι ο μισθωτός δικαιούται από το πρώτο ημερολογιακό έτος εργασίας του τις αναλογούσες στο χρόνο εργασίας που έχει συμπληρώσει στην ίδια υπόχρεη επιχείρηση στο έτος αυτό αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας χωρίς ν' απαιτείται η συμπλήρωση ενός έτους υπηρεσίας και επομένως δεν έσφαλε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που επιδίκασε στους ως άνω ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους επίδομα αδείας για το πρώτο ημερολογιακό έτος απασχόλησής τους, β) κατά το μέρος που το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα επιδίκασε στην πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη επιδόματα εορτών και αδείας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 έως 30.11.2006 καθότι η σύμβαση συνεργασίας της με την ΕΡΤ ΑΕ διεκόπη για το διάστημα από 1.11.2006 και για τέσσερις μήνες και ως εκ τούτου τυγχάνει γνήσια σύμβαση έργου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ΠΔ 164/2004,ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της, έκρινε ότι, κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό, η σχέση που συνέδεε την πρώτη ενάγουσα με την εναγόμενη (ΕΡΤ ΑΕ), έστω και αν είχε χαρακτηρισθεί ως σύμβαση μίσθωσης έργου στην πραγματικότητα λειτούργησε ως άκυρη σύμβαση (σχέση) εξαρτημένης εργασίας (ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 368/2020, ΑΠ 774/2017), γ) κατά το μέρος που το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών εσφαλμένα έλαβε υπόψη της και τα αναγραφόμενα στην αίτηση αναίρεσης χρονικά διαστήματα διακοπών των συμβάσεων συνεργασίας των τρίτου, έκτου, όγδοης, ένατου, δέκατου, ενδέκατου, δωδέκατου, δέκατης τρίτης και εικοστού αναιρεσίβλητων με την εναγόμενη (ΕΡΤ ΑΕ) ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος γιατί στην ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δηλαδή τα ποσά που επιδίκασε ως επιδόματα εορτών στους ως άνω αναιρεσίβλητους και τα χρονικά διαστήματα για τα οποία επιδίκασε αυτά, με βάση τις μηνιαίες αποδοχές τους, προκειμένου να κριθεί αν συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 1 παρ.3 της υπ'αριθμ. 19040/1981 ΚΥΑ, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Τέλος το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα επιδίκασε α) στην πρώτη αναιρεσίβλητη, για το χρονικό διάστημα από 5.2.2007 έως 30.4.2007 που εργάσθηκε (2η σελίδα 15ου φύλλου) ολόκληρο το επίδομα εορτής Πάσχα του έτους 2007 ύψους 675 ευρώ (2η σελίδα 17ου φύλλου), με βάση το μηνιαίο καταβαλλόμενο μισθό της (1.350 ευρώ), καθότι της επιδίκασε μεγαλύτερο ποσό από αυτό που δικαιούται για χρονικό διάστημα εργασίας 85 ημερών (από 5.2.2007 έως 30.4.2007), που ανέρχεται στο 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού της για κάθε 8ημερο χρονικό διάστημα της εργασιακής της σχέσης και στο ποσό των 478,50 ευρώ (1.350 ευρώ Χ 1/15 Χ 1/2 Χ 85/8), β) στον τρίτο αναιρεσίβλητο, για το χρονικό διάστημα από 1.2.2005 έως 30.4.2005 που εργάσθηκε (2η σελίδα 15ου φύλλου) επίδομα εορτής Πάσχα έτους 2005 ύψους 585 ευρώ (2η σελίδα 17ου φύλλου), με βάση το μηνιαίο καταβαλλόμενο μισθό (1.300 ευρώ), καθότι του επιδίκασε μεγαλύτερο ποσό από αυτό που δικαιούται για χρονικό διάστημα εργασίας 89 ημερών (από 1.2.2005 έως 30.4.2005), που ανέρχεται στο 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού του για κάθε 8ημερο χρονικό διάστημα της εργασιακής του σχέσης και στο ποσό των 482,08 ευρώ (1.300 ευρώ Χ 1/15 Χ 1/2 Χ 89/8) και γ) στον τέταρτο αναιρεσίβλητο για το χρονικό διάστημα από 1.7.2007 έως 31.12.2007 που εργάσθηκε (1η σελίδα 16ου φύλλου) επίδομα εορτής Χριστουγέννων έτους 2007 ύψους 1.225 ευρώ (1η σελίδα 18ου φύλλου), με βάση το μηνιαίο καταβαλλόμενο μισθό (1.400 ευρώ), καθότι του επιδίκασε μεγαλύτερο ποσό από αυτό που δικαιούται για χρονικό διάστημα εργασίας 184 ημερών (από 1.7.2007 έως 3.12.2007), που ανέρχεται σε ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού του για κάθε 19ημερο χρονικό διάστημα διαρκείας της εργασιακής σχέσης του και στο ποσό των 1.084,63 ευρώ (1.400 Χ 2/25 Χ 184/19) και παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 της ΚΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού και το μέρος που (εσφαλμένα) το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε α) στην πρώτη αναιρεσίβλητη για επίδομα εορτής Πάσχα του έτους 2007 το ποσό των 675 ευρώ, β) στον τρίτο αναιρεσίβλητο για επίδομα εορτής Πάσχα του έτους 2005 το ποσό των 585 ευρώ και γ) στον τέταρτο αναιρεσίβλητο, για επίδομα εορτής Χριστουγέννων του έτους 2007 το ποσό των 1.225 ευρώ.
Κατά την διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά την διάταξη αυτή, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 144/2019, ΑΠ 238/2011, ΑΠ 1248/2011).
Η δε κατά τα άνω επιχειρούμενη από τον δικαιούχο εκ των υστέρων ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης, απαιτείται να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 308/2020). Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που επιφέρει η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 626/2020, ΑΠ 472/2020).
Δεν είναι, όμως, νόμιμος ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, όταν ουσιαστικά τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αναφέρονται στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος, αλλά κωλύουν τη γέννηση ή καταλύουν το δικαίωμα, ώστε να πλήττουν αυτή την ίδια την ύπαρξη του δικαιώματος, το οποίο φέρεται ότι ασκείται καταχρηστικά, αφού στην περίπτωση αυτή ο ισχυριζόμενος τα ανωτέρω αρνείται απλά ή αιτιολογημένα την ύπαρξη του δικαιώματος και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση αυτού από τον αντίδικό του (ΑΠ 144/2019, ΑΠ 1884/2013, ΑΠ 1119/2007).
Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 44/1990, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 581/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση τα αναιρεσείον με τον τρίτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι επί του ισχυρισμού του (ένστασης) περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσειόντων, που είχε νόμιμα προβληθεί τόσο πρωτοδίκως, όσο και ενώπιον του Εφετείου, με το εξής περιεχόμενο "ότι οι αντίδικοι όλως καταχρηστικά και κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ άσκησαν την από 30.9.2010 αγωγή, αφού αυτοί με τις συμβάσεις συνεργασίας που υπέγραψαν με την ΕΡΤ ΑΕ συνομολογούν ότι οι συμβάσεις αυτές υπογράφηκαν με βάση διατάξεις του άρθρου 3 του ΓΠΚ και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997, ότι δεν αποτελούν μέλη του προσωπικού της ΕΡΤ ΑΕ, δεν υποκρύπτεται σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, ότι δεν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της ΕΡΤ ΑΕ και έτσι δημιούργησαν στην ΕΡΤ ΑΕ την εύλογη πεποίθηση ότι αυτοί δεν θα ασκήσουν τις ένδικες αξιώσεις, η ικανοποίηση των οποίων θα έχει δυσβάστακτες οικονομικές συνέπειες" το Εφετείο εσφαλμένα και με αντιφατικές παραδοχές απέρριψε την ως άνω ένσταση με το σκεπτικό ότι "είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθώς ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός των ενδίκων συμβάσεων αποτελεί έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας και όχι των συμβαλλομένων" και ως εκ τούτου υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης ευθέως και εκ πλαγίου της διάταξης του άρθρου 281 του ΚΠολΔ.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, προϋποθέτει για τη θεμελίωσή του, την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, ενώ στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος από το άρθρο 281 ΑΚ ως μη νόμιμη και, επομένως, δεν συντρέχει η προϋπόθεση της ουσιαστικής κρίσης επ' αυτής.
Κατά το μέρος δε που με τον ως άνω αναιρετικό λόγο προσάπτεται η εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ, αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσίβλητων με το ακόλουθο σκεπτικό: "Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης ....είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθώς ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός των ενδίκων συμβάσεων αποτελεί έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας και όχι των συμβαλλομένων" ορθά κατ' αποτέλεσμα εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ.
Και τούτο διότι, εφόσον ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι οι συμβάσεις συνεργασίας της εναγόμενης ΕΡΤ με τους αναιρεσίβλητους ήταν συμβάσεις μίσθωσης έργου που υπογράφηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ΓΚΠ της ΕΡΤ ΑΕ και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 και δεν υπέκρυπταν συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση του ασκουμένου με την επικουρική βάση της αγωγής δικαιώματος των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων για αναγνώριση της οφειλής επιδομάτων εορτών και αδείας για τα αναφερόμενα σ'αυτή χρονικά διαστήματα, που στηρίζεται (επικουρική βάση) στην ακυρότητα των συμβάσεων έργου των αναιρεσίβλητων με την ΕΡΤ ΑΕ για το λόγο ότι υποκρύπτουν άκυρη (απλή) σχέση εργασίας και η οποία (επικουρική βάση) κρίθηκε από το Εφετείο νόμιμη και ακολούθως και κατ'ουσία βάσιμη (δεδομένου ότι η κυρία βάση της αγωγής απορρίφθηκε, όπως προεκτέθηκε, ως μη νόμιμη και ως εκ τούτου ως προς αυτήν δεν συνέτρεχε νόμιμη περίπτωση εξέτασης της βασιμότητας της ένστασης του άρθρου 281 του ΑΚ), δεν καταλείπεται έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ που προϋποθέτει παραδοχή (και όχι άρνηση) της ύπαρξης του ως άνω δικαιώματος (ότι δηλαδή οι ενάγοντες συνδέονταν με την εναγόμενη με σχέση εργασίας και ότι ως εκ τούτου δικαιούνται επιδόματα εορτών και αδείας) το οποίο, όμως, ασκείται καταχρηστικά από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, αντίδικους της "ενισταμένης" εναγομένης και ήδη του "ενιστάμενου" αναιρεσείοντος.
Μόνη δε η απλή αναφορά του αναιρεσείοντος ότι η ικανοποίηση του δικαιώματος των αναιρεσίβλητων θα επέφερε δυσβάστακτες οικονομικές συνέπειες δε θεμελιώνει από μόνη της κατάχρηση κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ (ΑΠ 543/2019). Περαιτέρω ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ενώ απέρριψε ως μη νόμιμη την ως άνω ένσταση του άρθρου 281 του ΑΚ με την αιτιολογία ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός των ένδικων συμβάσεων αποτελεί έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας και όχι των συμβαλλομένων (20ο φύλλο πρώτη σελίδα), δέχθηκε, αντιφατικά, σε άλλο σημείο της προσβαλλόμενης απόφασης (7ο φύλλο πρώτη σελίδα) ότι υπό την ισχύ των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος δεν ήταν δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, ο ως άνω ισχυρισμός στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθότι η τελευταία αυτή παραδοχή του Εφετείου αφορούσε την απόρριψη ως μη νόμιμης της κυρίας βάσης της αγωγής με την οποία οι ενάγοντες ισχυρίζονταν ότι συνδέονται με την εναγόμενη (ΕΡΤ ΑΕ) με έγκυρες συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την αιτιολογία ότι υπό την ισχύ των διατάξεων του αναθεωρημένου άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος δεν μπορούν να μετατραπούν κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, οι συμβάσεις των εναγόντων σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου ακόμα και στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, ενώ η ως άνω ετέρα παραδοχή του Εφετείου ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός των ένδικων συμβάσεων αποτελεί έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας και όχι των διαδίκων αφορούσε την εξέταση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της επικουρικής βάσης της αγωγής, που στηριζόταν στην απλή σχέση εργασίας των εναγόντων με την εναγόμενη και στην από τη σχέση αυτή αναγνώριση οφειλής επιδομάτων εορτών και αδείας.
Και τούτο διότι η απαγόρευση της μετατροπής, διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υπό την ισχύ (από 18.4.2001) της παρ.8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α` 85/2001), δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό αυτής κατά τη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 774/2017, ΑΠ 126/2015), υπό την επιφύλαξη της από το Σύνταγμα απαγόρευσης χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου που άρχισαν να καταρτίζονται μετά τις 18.4.2001 στο Δημόσιο και σε φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα ως (έγκυρων) συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, λόγω της αλυσιτέλειας του σχετικού ισχυρισμού (ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 20/2007, ΑΠ 774/2017).
Επομένως μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει α) να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αυτής και κατά το δεύτερο σκέλος του αα) ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε σ'αυτή επίδομα εορτής Πάσχα έτους 2007 ύψους 675 ευρώ, ββ) ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε σ'αυτόν επίδομα εορτής Πάσχα έτους 2005 ύψους 585 ευρώ, και γγ) ως προς τον τέταρτο αναιρεσίβλητο κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε σ'αυτόν επίδομα εορτής Χριστουγέννων έτους 2007 ύψους 1.225 ευρώ, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), β) να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως προς τους 2ο, 5ο, 6ο, 7η, 8η, 9ο, 10ο, 11ο, 12ο, 13η, 14η, 15ο, 16ο, 17η, 18η, 19η και 20ο αναιρεσίβλητους.
Τέλος πρέπει α) να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας αυτού (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των 2ου, 5ου, 6ου, 7ης, 8ης, 9ου, 10ου, 11ου, 12ου, 13ης, 14ης, 15ου, 16ου, 17ης, 18ης, 19ης και 20ου αναιρεσίβλητων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ'αριθμ. 134423 οικ.
της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ.5 του ν. 1738/1987 (ΑΠ 298/2020, ΑΠ 1020/2018) και β) να συμψηφισθεί στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη μεταξύ του αναιρεσείοντος και των 1ης, 3ου και 4ου αναιρεσίβλητων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων αυτών κατ' άρθρο 22 παρ. 2 του Ν. 3693/1957 (ΑΠ 576/2018, ΑΠ 110/2006).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.12.2019 με αριθ. καταθ. 12288/1219/23.12.2019 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 3014/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους 2ο, 5ο, 6ο, 7η, 8η, 9ο, 10ο, 11ο, 12ο, 13η, 14η, 15ο, 16ο, 17η, 18η, 19η και 20ο αναιρεσίβλητους.
Αναιρεί την με αριθ. 3014/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους 1η, 3ο και 4ο αναιρεσίβλητους, κατά το αναγραφόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ως προς τους 1η, 3ο, και 4ο αναιρεσίβλητους, κατά το αναγραφόμενο στο σκεπτικό μέρος στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των 2ου, 5ου, 6ου, 7ης, 8ης, 9ου, 10ου, 11ου, 12ου, 13ης, 14ης, 15ου, 16ου, 17ης, 18ης, 19ης και 20ου αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ του αναιρεσείοντος και των 1ης, 3ου και 4ου αναιρεσίβλητων, της παρούσας αναιρετικής δίκης .
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ