Supreme Court dismisses appeal, ruling employment contract exists due to employer control over work methods and location.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court ruling that declared employment contracts void. The plaintiff argued he was an independent contractor under work contracts, while the State contended he was an employee. The court determined that the State exercised control over the manner, place, and time of work, establishing an employment relationship rather than a work contract.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 652 of the Civil Code; Article 6 of Law 765/1943: An employment relationship exists when the employer gives binding instructions regarding the manner, place, and time of work and exercises supervision, regardless of the payment method or initial contract label.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 774 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 774/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρία Σταμέλου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Κλαουδάτο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/4/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2592/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2984/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το Ελληνικό Δημόσιο με την από 15/1/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 652 του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την Π.Υ.Σ. 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθ. 38 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, ενώ ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.
Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί μεν να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθ. 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.
Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών κλπ (ΑΠ 58/2015, ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 2202/2014, ΑΠ 1080/2014). Περαιτέρω με τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 (ΦΕΚ Α 206), με τον οποίο τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν οι διατάξεις του Ν. 2190/1994 που ρυθμίζει τους όρους και τη διαδικασία πρόσληψης προσωπικού, μεταξύ άλλων, και με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου από όλες τις δημόσιες υπηρεσίες, τα ΝΠΔΔ, τους ΟΤΑ και γενικότερα από όλους τους φορείς του δημοσίου τομέα κατά το άρθρο 14 παρ.1 του τελευταίου αυτού νόμου, ορίζεται ότι για τη σύναψη συμβάσεων μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ.
ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται προηγούμενη έκδοση Κοινής Υπουργικής Απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού, στην οποία καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο που πρέπει να εκτελεσθεί, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για τη μερική ή ολική παράδοση του έργου, ο τόπος εκτέλεσης του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεστεί από υπαλλήλους του.
Σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ` ολοκληρίαν άκυρη (παρ.1). Για την έκδοση της κατά τη προηγούμενη παράγραφο απόφασης, καθώς και για την προηγουμένη έγκριση αυτής, όπου αυτή προβλέπεται κατά τις κείμενες διατάξεις και για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας του νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα [ήδη του ΑΣΕΠ μετά την αντικατάσταση της παραγράφου αυτής και την αναρίθμησή της σε παρ. 5 με το άρθρο 10 του Ν. 3812/2009] ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου, που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία (παρ.2).
Ανανέωση ή παράταση της σύμβασης μίσθωσης έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη. (...) Ρήτρα καταβολής της εργολαβικής αμοιβής τμηματικώς κατά μήνα ή άλλο χρονικό όριο, χωρίς συνάρτηση με την πρόοδο του έργου, είναι αυτοδικαίως άκυρη (παρ. 3, αναριθμηθείσα ήδη σε παρ. 6 με το άρθρο 10 του Ν. 3812/2009) (ΑΠ 1022/2015.
ΑΠ 1080/2014, ΑΠ 2192/2014). Εξάλλου μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος το έτος 2001 από τη Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων και τη θέση αυτού σε ισχύ με το Ψήφισμα της 8.4.2001 (ΦΕΚ Α 85/18.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και τις διαφάνειας στις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στη διάταξη του άρθρου 103 αυτού η παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ.5 περί των οποίων δεν πρόκειται, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο της Ανεξάρτητης Αρχής, όπως νόμος ορίζει.
Επίσης στο ίδιο ως άνω άρθρο προστέθηκε και παρ. 8 με την οποία στα εδάφια α` και γ` ορίζεται ότι "νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δίκαιου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά για την κάλυψη, είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.
α` αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. (...). Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις και ενόψει του επιδιωκομένου από αυτές ως άνω σκοπού προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, οι οποίες το πρώτον συνήφθησαν υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρησή του, ήτοι μετά την 18 Απριλίου 2001, δεν μπορούν να μετατραπούν πλέον σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμη και με νόμο, έστω και εάν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του δημόσιου φορέα στον οποίο αφορούν, ούτε επ’ αυτών ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920.
Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ’ ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης από το δικαστήριο, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στη περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, ακόμη και εάν τούτο συμβαίνει, ο δημόσιος φορέας δεν έχει την ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεων αορίστου χρόνου, χωρίς τη τήρηση των διατάξεων του Ν. 2190/1994, όπως τροποποιηθείς ισχύει, ο δε περί τούτου ισχυρισμός του μισθωτού είναι αλυσιτελής (ΟλΑΠ 19, 20/2007, σχετ.
ΟλΑΠ 7/2011). Επίσης με το Π.Δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134), το οποίο αφορά τα μέτρα που λήφθηκαν στο δημόσιο τομέα για την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της με αριθμό 1999/70 Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία αποβλέπει, μεταξύ άλλων, στη καθιέρωση ενός πλαισίου αποτροπής τυχόν κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και του οποίου οι ρυθμίσεις κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380), [για τον ιδιωτικό τομέα εκδόθηκε το με αριθ. 81/2003 Π.Δ/μα προς εφαρμογή της οδηγίας] καθορίσθηκαν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες είναι επιτρεπτή κατ’ εξαίρεση η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και ορίσθηκε στην παράγραφο 7 παρ. 1 αυτού ότι οποιαδήποτε σύμβαση που συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Δ/τος είναι αυτοδικαίως άκυρη, ενώ στην παρ. 2 προβλέφθηκε η καταβολή των οφειλομένων σε περίπτωση εκτέλεσης εν όλω ή εν μέρει της άκυρης αυτής σύμβασης και η μη αναζήτηση των ήδη καταβληθέντων.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις έργου με δημόσιες υπηρεσίες ή φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας και καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτών είναι αυτοδικαίως άκυρες, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.1 εδ τελ. και 3 εδ.
α [ήδη 6 εδ.α] του Ν. 2527/1997, αυτές δε, εφόσον καταρτίσθηκαν μετά τις 18 Απριλίου 2001, δεν μπορεί, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών περιορισμών, να θεωρηθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Τέτοια δε δημόσια υπηρεσία του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου αποτελεί και η Επιτροπή Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφαλείας Πτήσεων, η οποία συστήθηκε με έδρα την Αθήνα με το άρθρο 5 του Ν. 2912/2001 (ΦΕΚ Α 94) για τη προσαρμογή στις διατάξεις της οδηγίας 94/56/ΕΚ για τη θέσπιση βασικών αρχών που διέπουν τις έρευνες ατυχημάτων και συμβάντων Πολιτικής Αεροπορίας, έχει διοικητική αυτοτέλεια, υπάγεται στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών και της οποίας ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας εγκρίθηκε με το υπ’ αριθ. 59/2004 Π.Δ/μα (ΦΕΚ Α 50) που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 6 του ανωτέρω Νόμου.
Μεταξύ των οργανικών θέσεων για τη λειτουργία της πιο πάνω Επιτροπής και τη κάλυψη των παγίων και διαρκών αναγκών αυτής προβλέφθηκε από τον ανωτέρω Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας αυτής μία (1) οργανική θέση οδηγού αυτοκινήτου έχοντος τα απαιτούμενα από το άρθρο 21 του Π.Δ/τος 50/2001 τυπικά προσόντα και κατόχου επαγγελματικής άδειας οδήγησης Δ’ κατηγορίας (άρθ. 7 παρ. 3 περ.
β και 18 του Π.Δ/τος 59/2004). Κατά συνέπεια η κάλυψη της πιο πάνω οργανικής θέσης οδηγού αυτοκινήτου για την εξυπηρέτηση των παγίων και διαρκών αναγκών της ανωτέρω Επιτροπής έπρεπε να λάβει χώρα με τη διαδικασία του Ν. 2190/1994, ενώ κατά το άρθρο 25 του εν λόγω Κανονισμού η στελέχωση αυτή μπορούσε να γίνει και με μετάταξη.
Περαιτέρω σε κάθε περίπτωση η φύση της σύμβασης ή της δικαιοπραξίας δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλά ο χαρακτηρισμός αυτής αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 1 του Συντάγματος, και ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο μετά από εκτίμηση όλων των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει αυτεπάγγελτα τον ορθό χαρακτηρισμό στη σύμβαση και συγκεκριμένα προβαίνει στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτής ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19, 20/2007, ΟλΑΠ 18/2006).
Ο δε χαρακτηρισμός αυτός της έννομης σχέσης δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19, 20/2007, ΟλΑΠ 18/2006). ειδικότερα δε από την απαγόρευση της μετατροπής, ακόμη και με νόμο, διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που θεσπίσθηκε με την παρ.8 του άρθρου 103 του Συντάγματος δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό αυτής κατά τη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014), υπό την ανωτέρω επιφύλαξη της απαγόρευσης χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου που άρχισαν να καταρτίζονται μετά τις 18.4.2001 στο δημόσιο και σε φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, λόγω της αλυσιτέλειας του σχετικού ισχυρισμού (ΟλΑΠ 19,20/2007).
Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι προϋπόθεση κάθε απαίτησης αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.
Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού μια τέτοια απαίτηση προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από νόμιμη αιτία. Έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, διότι προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου (ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 981/2013).
Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 535/2014). Αυτό ισχύει και επί αξιώσεων από απλή σχέση εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή έργου, διότι δεν εισάγεται υπέρ του Δημοσίου και των λοιπών φορέων του δημοσίου τομέα εξαίρεση για τις αξιώσεις αυτές με τις διατάξεις του άρθρο 103 παρ.2, 7 και 8 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση, ορίζουν ότι οι σχετικές προσλήψεις γίνονται με διαγωνισμό ή επιλογή βάσει προκαθορισμένων και αντικειμενικών κριτηρίων και υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής και απαγορεύουν τη μονιμοποίηση προσωπικού προσληφθέντος για τη κάλυψη πρόσκαιρων ή απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών ή τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών ή των συμβάσεων έργου σε αορίστου χρόνου.
Η παρά την απαγόρευση των διατάξεων αυτών κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή έργου, επαγόμενη την απόλυτη ακυρότητα της σύμβασης, συνιστά απλώς τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή ο φορέας του ευρύτερου δημοσίου τομέα ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την παρασχεθείσα σε αυτόν εργασία, εκ της οποίας κατέστη πλουσιότερος.
Στην περίπτωση απλής σχέσης εργασίας, για την οποία δεν οφείλεται μισθός, αλλά αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. ΑΚ, η αποζημίωση είναι ίση με την ωφέλεια του εργοδότη, την οποία αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία και η οποία υπολογίζεται με βάση τα όσα θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο με τα ίδια προσόντα και ικανότητες που θα προσελάμβανε με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για την παροχή της ίδιας εργασίας υπό τις αυτές συνθήκες (ΑΠ 1022/2015, ΑΠ 58/2015), η δε ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι οικείες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και Διαιτητικές Αποφάσεις (ΑΠ 58/2015).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006) Στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι: "Στις 16.4.2007 υπεγράφη μεταξύ του ενάγοντος [και ήδη αναιρεσίβλητου] και της Επιτροπής Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφαλείας Πτήσεων, η οποία υπαγόταν στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, σύμβαση μίσθωσης έργου, διάρκειας ενός έτους, με αντικείμενο τη συγκέντρωση, διαλογή, ταξινόμηση και αποθήκευση του υλικού που συγκεντρώθηκε από την Επιτροπή Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφαλείας Πτήσεων κατά τη συντριβή του αεροσκάφους της ...
και των λοιπών ατυχημάτων που συνέβησαν μετά τις 15 Αυγούστου 2005. Πριν τη λήξη της ανωτέρω σύμβασης, στις 7.12.2007 υπεγράφη μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων νέα, ετήσιας διάρκειας, σύμβαση, ιδίου περιεχομένου, η οποία λύθηκε στις 10.3.2008, οπότε ο ενάγων αποχώρησε από την εργασία. Ωστόσο ο ενάγων δεν εκτέλεσε το ανωτέρω έργο καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα των 10 μηνών και 25 ημερών, δηλαδή από τις 16 Απριλίου 2007 έως τις 10 Μαρτίου 2008, κατά το οποίο όμως παρείχε τις υπηρεσίες του ως οδηγού του αυτοκινήτου του Προέδρου της ανωτέρω Επιτροπής και ως οδηγός υπηρεσιακών αυτοκινήτων για τη μεταφορά υπηρεσιακών εγγράφων με πλήρες ωράριο πενθήμερης εργασίας, υποκείμενος στις εντολές του προϊσταμένου του ως προς τον τόπο και τρόπο παροχής των υπηρεσιών του.
Συνεπώς μεταξύ του ενάγοντος και της Επιτροπής Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφαλείας Πτήσεων υπήρχε σχέση εργασίας, όπως παραδεκτά κρίνει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο δεύτερο σκέλος της μείζονος πρότασης. Ο ενάγων για την απασχόλησή του αυτή δικαιούται του μισθού που προβλέπεται από την από 25.4.2007 ΣΣΕ ‘ ‘ Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών αυτοκινήτων Δημοσίου - ΝΠΔΔ - ΟΤΑ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου’ ‘ , η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Υ.Α. 11439/21.5.2007, δηλαδή συνολικά 8.092, 50 ευρώ [ 651 ευρώ (μισθός 18ου κλιμακίου για τους μισθωτούς υποχρεωτικής εκπαίδευσης - ΥΕ - με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου) + 96 ευρώ (κίνητρο απόδοσης) Χ 10 μήνες + 25/30 του μήνα), δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν το εναγόμενο [ήδη αναιρεσείον], αν συνήπτε έγκυρη σύμβαση εργασίας με άλλο μισθωτό, όμοιων επαγγελματικών προσόντων με τον ενάγοντα για την ίδια εργασία υπό τις ίδιες συνθήκες".
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού προηγουμένως επικύρωσε την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής περί καταβολής στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο του συνολικού ποσού των 33.000 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές αυτού (οφειλόμενες δόσεις της συμφωνηθείσας αμοιβής του), δυνάμει των πιο πάνω από 16.4.2007 και 7.12.2007 συμβάσεων έργου που κατά την αγωγή είχαν καταρτισθεί κατ’ επίφαση ως συμβάσεις έργου και ουσιαστικά συνιστούσαν έγκυρες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, στη συνέχεια, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης αυτού, δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οι ως άνω συμβάσεις εργασίας ήταν άκυρες και, μετά μερική εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως, επιδίκασε σε αυτόν όχι το αιτηθέν με την αγωγή ποσό των 33.000 ευρώ ως ωφέλεια του αναιρεσείοντος, αλλά το ανωτέρω ποσό των 8.092,50 ευρώ της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο από τη παροχή της εργασίας του ενάγοντος κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα με βάση την οικεία συλλογική σύμβαση εργασίας των οδηγών αυτοκινήτων που απασχολούνται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
Με τη κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ.2, 7 και 8 του ισχύοντος Συντάγματος, 6 παρ.1, 2 και 3 του Ν. 2527/1997, 21 του Ν. 2190/1994, 648, 649, 652 και 6 του Α.Ν 765/1943 που κυρώθηκε με την υπ’ αριθμό 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ και 904 επόμ.
του ΑΚ, ούτε εφάρμοσε τη μη ευρίσκουσα έδαφος εφαρμογής διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920. Τούτο δε διότι με βάση τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος τελούσε υπό καθεστώς εξάρτησης όσον αφορά τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του ως οδηγού του Προέδρου της Επιτροπής και υπηρεσιακών αυτοκινήτων για τη μεταφορά εγγράφων με πλήρες ωράριο εργασίας επί πενθήμερο, υποκείμενος στις εντολές του προϊσταμένου του, με συνέπεια η παροχή από τον ενάγοντα των ανωτέρω υπηρεσιών να προσήκει σε σχέση εξαρτημένης εργασίας, ενώ οι ως άνω από 16.4.2007 και 7.12.2007 συμβάσεις έργου που είχαν καταρτισθεί μεταξύ αυτού και της Επιτροπής Διερεύνησης Ατυχημάτων και Ασφαλείας Πτήσεων να είναι για το λόγο αυτό αυτοδικαίως και καθ’ ολοκληρία άκυρες, έστω και εάν για τη κατάρτιση αυτών είχαν τηρηθεί οι τυπικές προϋποθέσεις.
Κατά συνέπεια ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος συνδεόταν με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με απλή σχέση εργασίας, εφόσον για τη πρόσληψη αυτού ως οδηγού αυτοκινήτου δεν είχαν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 και του Π. Δ/τος 164/2004 για τη κατάρτιση έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με αυτό.
Επομένως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την παρασχεθείσα σε αυτό εργασία του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ως οδηγού αυτοκινήτων της πιο πάνω Υπηρεσίας του, εκ της οποίας αυτό κατέστη πλουσιότερο, η δε ωφέλεια αυτή δεν μπορούσε να είναι μικρότερη εκείνης που προέβλεπε η οικεία συλλογική σύμβαση εργασίας.
Ο ορθός δε κατά τα ανωτέρω χαρακτηρισμός της μεταξύ των διαδίκων σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας αποτελούσε έργο του δικαστηρίου της ουσίας, υποκείμενο στον αναιρετικό από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ έλεγχο και δεν εμποδιζόταν από τον δοθέντα από το νόμο χαρακτηρισμό στη σχέση, ως σύμβαση έργου.
Ζήτημα δε απαγορευμένης μετατροπής της συνδέουσας τους διαδίκους σχέσης εργασίας σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 103 παρ.2 και 8 του Συντάγματος δεν γεννάται από μόνο τον ανωτέρω χαρακτηρισμό της συνδέουσας τους διαδίκους σχέσης ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας, ο οποίος δεν συνιστά "μετατροπή" αυτής σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ούτε άλλωστε τέθηκε τέτοιο αίτημα με την ένδικη αγωγή.
Επομένως τα όσα αντιθέτως υποστηρίζει με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μοναδικό λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας αυτού (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ’ αριθμό 134423 οικ.
της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.1.2016 και με αριθ. κατάθ. ....1.2016 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 2984/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2017 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ