Supreme Court dismisses appeal for failure to pay court fees, ruling it constitutes a substantive bar creating res judicata.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance judgment, ruling that the failure to pay the required court fee constituted a substantive ground for dismissal rather than a procedural defect. The court held that this outcome created a binding res judicata regarding the substantive inadmissibility of the claim. Consequently, the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs and the court fees.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2 and 8 of Law 701/1912; The failure to pay the required court fee constitutes a substantive ground for dismissal, creating a res judicata regarding the substantive inadmissibility of the claim if the decision becomes final.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1470 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1470/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: τεθείσας υπό ασφαλιστική εκκαθάριση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την ασφαλιστική εκκαθαριστή Ε. Π. του Χ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόφιλο Ρουμελιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως αυτή μετονομάστηκε από "...." (....), που εδρεύει στο ... στις ..., έχει εγκατασταθεί στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Αντώνιο Τσαβδαρίδη και 2) Νικόλαο Μπούτσικο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 27-12-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 4357/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-6-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια των άρθρων 2 και 8 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", όπως αυτός μεταγενεστέρως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς, με το ν.δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το ν.δ. 4189/1961 - και υπό την ισχύ των διατάξεων των αρθρ.70 Ν.3994/2011 και 21 Ν.4055/2012, προ της ισχύος δε του άρθρ. 33 Ν.4446/2016 - εάν ο ενάγων παραλείψει την προκαταβολή του οφειλομένου τέλους δικαστικού ενσήμου, λογίζεται ερήμην δικαζόμενος κι η αγωγή του απορρίπτεται, η απόρριψη δε αυτή θεωρείται ότι γίνεται για ουσιαστικό (κι όχι για τυπικό) λόγο, γεγονός που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, εάν η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη (ΑΠ 1337/2011).
Περαιτέρω με τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της κυρωθείσης με το ν.δ. 53/1974 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης του 1950 για τα δικαιώματα του ανθρώπου, καθιερώνεται η προστασία του δικαιώματος του διαδίκου να διατυπώσει τις απόψεις του ενώπιον του δικαστηρίου. Οι διατάξεις, όμως, αυτές δεν αποκλείουν παράλληλα στον κοινό νομοθέτη, να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και δαπανήματα και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς την λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου από τις εν λόγω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας.
Στο πλαίσιο αυτό επιτρεπτώς επιβάλλεται από το ν. ΓΠΟΗ/1912 η υποχρέωση καταβολής αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου επί των αναφερομένων στις διατάξεις του αποτιμητών σε χρήμα αγωγών, χωρίς εντεύθεν να αναιρείται ή περιορίζεται το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακροάσεως του διαδίκου από την δικονομική συνέπεια της ερημοδικίας του, σε περίπτωση παραλείψεώς του να ανταποκριθεί στην εν λόγω υποχρέωσή του, που καθιερώνεται με τα άρθρα 2 ν.
ΓΠΟΗ/1912 και 7 παρ. 1 του ν.δ. 1544/1942 (ΑΠ2031/2017). Κατά της αποφάσεως εξ άλλου που απορρίπτει την αγωγή, λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας δύναται να είναι η άρση της ειρημένης παραλείψεως, δηλαδή η εκ των υστέρων καταβολή του ως άνω τέλους.
Αν ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται. Μετά δε την εξαφάνισή της χωρεί ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, νέα συζήτηση της υποθέσεως, κατά την οποία ο ενάγων, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 του ΚΠολΔ,, δύναται να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως ηδύνατο να προτείνει, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1572 / 2013).
Η διάταξη του άρθ.2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 δεν περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον καθορίζει τις προϋποθέσεις δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο του δικονομικού δικαίου. Γι' αυτό σε περίπτωση παραβάσεως των σχετικών διατάξεων εφόσον δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησής της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην, δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναιρέσεως παρά μόνον αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ.6 ΚΠολΔ και μόνο για τη περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος δικάστηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση και μάλιστα, αν αυτός δικάστηκε κατ' αντιμωλία, (AΠ 2031/2017, ΑΠ1424/2012).
Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ` εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις του εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής. Με τη διάταξη αυτή, επιτρέπεται, μεταξύ των άλλων η ολική ή μερική παραίτηση του ενάγοντος από το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής και, έτσι, περιορίζεται η αγωγή στο αναγνωριστικό του δικαιώματος αίτημα, το οποίο υποκρύπτεται στο καταψηφιστικό.
Στην περίπτωση αυτή, ο περιορισμός του αιτήματος αν και, κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β` του ΚΠολΔ, θεωρείται μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (ΟλΑΠ 6/1997 και 5/1997) δεν κρίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν στην παραίτηση από το δικόγραφο (άρθρο 297 ΚΠολΔ), αλλά εφαρμόζονται οι διατάξεις, που προβλέπουν ειδικά τη θεμιτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, με συνέπεια να μην υπόκειται στον διαγραφόμενο από το άρθρο 297 ΚΠολΔ, τύπο.
Κατά συνέπειαν, ο περιορισμός του αιτήματος γίνεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ,, η οποία είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 297 του ίδιου κώδικα, δηλαδή γίνεται με τις προτάσεις ή όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή αυτών, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, άλλως θεωρείται ανίσχυρος και δεν λαμβάνεται υπ` όψη.
Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, κατά τη σαφή λεκτική της διατύπωση, σε συνδυασμό και με το άρθρο 526 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος δύναται να γίνει έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό (ΑΠ368/2016,ΑΠ1572/2013).
Εν προκειμένω με την κρινόμενη από 18-6-2018 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 4357/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε κατ' ουσίαν τις από 23-2-2016 και 5-7-2016 εφέσεις της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης αντιστοίχως, οι οποίες ασκήθηκαν κατά της 75/2016 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών .
Το πρωτόδικο Δικαστήριο με την άνω απόφασή του απέρριψε την από 27-6-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατ' ουσίαν και την από 27-12-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτη κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα σ' αυτή. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η εδώ αναιρεσείουσα και υπό ασφαλιστική εκκαθάριση κατά τα άρθρα 10 και 12Α του ν.400/1970 τεθείσα λόγω ανακλήσεως της άδειας σύστασης και λειτουργίας της εταιρεία "..." άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ήδη αναιρεσίβλητης "..." την από 27-6-2011 καταψηφιστική αγωγή, (που κατέθεσε στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου την 23-1-2012), με την οποία ζήτησε να επιδικασθεί υπέρ αυτής και σε βάρος της αντιδίκου της το ποσό των 5.612.336,50 ευρώ για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτει στην αγωγή της, νομιμοτόκως κατά τις στην αγωγή διακρίσεις.
Η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 27-11-2011 ομοίως καταψηφιστική αγωγή ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου (αρ.κατ.δικογρ.12132/28-11-2011) με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η παραπάνω αντίδικός της να της καταβάλει για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτει στην αγωγή της το συνολικό ποσό των 3.200.833,66 ευρώ νομιμοτόκως κατά τις στην αγωγή διακρίσεις.
Οι αγωγές αυτές, κατόπιν αναβολών, συνεκδικάστηκαν στις 22-4-2015, οπότε η εδώ αναιρεσείουσα (τότε ενάγουσα της από 27-11-2011 αγωγής) παραδεκτά μετέτρεψε με σχετική δήλωση κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τις τότε έγγραφες προτάσεις της το αγωγικό καταψηφιστικό της αίτημα σε αναγνωριστικό στο σύνολό του.
Το Δικαστήριο εκείνο με την 75/2016 απόφασή του έκρινε ότι η αναιρεσείουσα πρέπει να θεωρηθεί δικονομικώς απούσα λόγω μη καταβολής του προσήκοντος γι' αυτήν τέλους δικαστικού ενσήμου παρά την προαναφερθείσα τροπή του αγωγικού αιτήματός της σε αναγνωριστικό, καθόσον οι ισχύουσες κατά τον κρίσιμο χρόνο ως ανωτέρω διατάξεις επιβάλλουν την υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου και για τις αγωγές αυτές.
Έτσι απέρριψε την αγωγή της κατ' ουσίαν, ενώ την αγωγή της αναιρεσίβλητης (απέρριψε) ως απαράδεκτη λόγω αναστολής των καταδιωκτικών μέτρων των ανεγγύων δανειστών κατά της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση τελούσας εναγόμενης (αναιρεσείουσας), κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 25 του Πτωχευτικού Κώδικα. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν από αμφότερα τα αντίδικα μέρη εφέσεις (η από 23-2-2016 εκ μέρους της αναιρεσείουσας και η από 5-7-2016 εκ μέρους της αναιρεσίβλητης), οι οποίες συνεκδικάσθηκαν κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων την 1-6-2017 και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν με την 4357/ 12-9-2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης άσκησε η ενάγουσα της από 27-6-2011 αγωγής την από 18-6-2018 αίτηση αναιρέσεως επικαλούμενη ότι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεσή της για τον προμνημονευόμενο λόγο και μη εφαρμόζοντας το άρθρο 33 παρ.2 του ν.4446/2016, παρότι κατά τη δημοσίευσή του (22-12-2016) η αγωγή της είχε ήδη μετατραπεί σε αναγνωριστική (από 22-4-2015) και ήταν εκκρεμής, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.6 και 14 ΚΠολΔ.
Ωστόσο σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η αναιρεσείουσα ώφειλε στο Εφετείο να καταβάλει το προσήκον για το αντικείμενο της αγωγής της δικαστικό ένσημο ώστε να αρθεί η ως άνω παράλειψη, να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη με αυτήν πρωτόδικη απόφαση και να ερευνηθεί κατ'ουσίαν η αγωγή της.
Και τούτο διότι η εν λόγω αγωγή ασκήθηκε ως καταψηφιστική στις 23-1-2012, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος (στις25-7-2011) του ν.3994/2011 και μετατράπηκε σε αναγνωριστική (παραδεκτά κατ' άρθρο 223 ΚΠολΔ), ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 22-4-2015.
Συνεπώς δεν πληροί τις απαιτούμενες από τις ισχύουσες κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο για τη μη καταβολή δικαστικού ενσήμου διατάξεις. Ο ισχυρισμός της μάλιστα ότι η έφεσή της ήταν εκκρεμής κατά την έναρξη της ισχύος του Ν. 4446/2016, αφού συζητήθηκε την 1-6-2017, ήτοι μετά τη δημοσίευση (στις 22-12-2016) του ως άνω νόμου, και επομένως δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου ως προς το μετατραπέν ήδη από 22-4-2015 καταψηφιστικό της αίτημα σε αναγνωριστικό ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως για τους ακόλουθους λόγους:
Πράγματι σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α` 240/22-12-2016), καταργήθηκε η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου επί των αναγνωριστικών αγωγών, κατά δε την παρ. 2 αυτού, η ως άνω διάταξη καταργήσεως του δικαστικού ενσήμου επί των αναγνωριστικών αγωγών εφαρμόζεται στις εκκρεμείς (κατά την έναρξη της ισχύος του) αναγνωριστικές αγωγές, καθώς και στις αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευσή του, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όμως με την άσκηση της εν λόγω εφέσεως αναβίωσε μεν η εκκρεμοδικία της ενδίκου αγωγής, κατέστη όμως και πάλιν ενεργός η υποχρέωση της αναιρεσείουσας- εκκαλούσας να εκπληρώσει τη νόμιμη υποχρέωσή της προς καταβολή του προσήκοντος τέλους δικαστικού ενσήμου κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, εφόσον η μετατροπή του καταψηφιστικού αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό και εντεύθεν ο παραδεκτός περιορισμός του κατά τα προεκτεθέντα έλαβε χώρα έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό την 22-4-2015, δηλαδή πριν τη δημοσίευση (22-12-2016) της επικαλούμενης ως άνω διάταξης.
Συνεπώς δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω όμως πρέπει να σημειωθεί ότι είναι αλυσιτελής η επιχειρούμενη θεμελίωση του λόγου αναίρεσης τόσο στον αρ.6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δικάστηκε κατ' αντιμωλία (ΑΠ2031/2017) όσο και στον αρ.14 του ίδιου ως άνω άρθρου, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του (η κήρυξη δηλαδή δικονομικού απαράδεκτου (ΑΠ181/2013).
Τέλος, θέμα αντίθεσης προς το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και την αρχή της αναλογικότητας δεν τίθεται σε σχέση με την υποχρέωσή της να καταβάλει δικαστικό ένσημο για την ως άνω αγωγή της, όπως αβάσιμα παραπονείται η αναιρεσείουσα (με λόγο που εκτιμάται ότι επιχειρείται να θεμελιωθεί στον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), αφενός διότι το τέλος δικαστικού ενσήμου συμπεριλαμβάνεται στα δικαστικά έξοδα που επιδικάζονται στον διάδικο που νίκησε (ΑΠ675/2010), αφετέρου η πρόνοια για την ακώλυτη πρόσβαση των πολιτών χαμηλού εισοδήματος στη δικαστική προστασία καλύπτεται από τις διατάξεις του ν.3226/2004.
Ειδικά δε επί της αιτίασης για παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ κατά το οποίο οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας το ως άνω παράπονο δεν συνιστά λόγο για τον οποίον το Εφετείο δεν ήταν δίκαιο και αμερόληπτο δικαστήριο.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττάται τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρο 176,183,189 παρ.1,191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-6-2018 αίτηση της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ..." για αναίρεση της με αριθμό 4357/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών .
Διατάσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ