Legislator Case Law & Legislation
1464/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment due to vague grounds and lack of evidence of illegal evidence use.

Case Number 1464/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a labor court judgment regarding an employment contract dispute. The appellant argued the lower court accepted unproven claims and improperly considered witness affidavits, but the court found these grounds legally insufficient. The court ruled that the appeal request lacked specific factual details and was based on false premises regarding the evidence record.

Legislator headnote

AI generated

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559 παρ. 10, 11α: Η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται όταν οι λόγοι της είναι αόριστοι, ερειδόμενοι σε εσφαλμένες προϋποθέσεις ή όταν δεν αποδεικνύεται η παράβαση του νόμου στην αποδοχή αποδεικτικών μέσων.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal vague grounds rejection evidence admissibility witness affidavits false premises appeal legal costs award labor court judgment

Cited Legislation

AI generated
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559 παρ. 10
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559 παρ. 11α
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 561 παρ. 2
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 577 παρ. 1
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 577 παρ. 3
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 176
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 183
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 189 παρ. 1
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 191 παρ. 2
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 552
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 553
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 556
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 558 παρ. 3
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 566 παρ. 1
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 144

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1464 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1464/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", κατόπιν διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσύστεθείσα εταιρεία - πιστωτικό ίδρυμα, η oποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αθανάσιο Συρράκο και Αθανάσιο Μακρυνιώτη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/02/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1977/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4837/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/9/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 27-9-2019 και με αριθ. κατάθεσης 10066/967/24-10-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 4837/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 4-12-2015 με αρ. καταθ. 7302/2015 έφεση της αναιρεσίβλητης-εναγομένης κατά της υπ' αριθ. 1977/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 20-2-2012 και με αρ. καταθ. 33588/627/2012 αγωγή του αναιρεσείοντος κατ' αυτής (αναιρεσίβλητης) και αφού εξαφάνισε αυτή απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Με την αγωγή του, ο ενάγων-αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη-αναιρεσίβλητη Τράπεζα στις … με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και απασχολήθηκε σ' αυτή έως τις…, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, επικαλούμενη σπουδαίο λόγο, χωρίς όμως, να υφίσταται τέτοιος λόγος, άλλως, η καταγγελία είναι άκυρη, ως καταχρηστική για τους αναφερόμενους λόγους. Ζήτησε δε, βάσει τούτων, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με τους ίδιους όρους και συνθήκες όπως και πριν την καταγγελία, η οποία πρέπει να θεωρηθεί ως μη γενομένη και να καταδικασθεί σε χρηματική ποινή 300 € για κάθε ημέρα αρνήσεώς της να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει 20.707,23 € και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει επί πλέον για την ίδια αίτια 301.881,58 €, ως μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 22-11-2011 έως 22-11-2014 και να αναγνωριστεί ότι οφείλει να του καταβάλει 30.000 € ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όλα εντόκως.

Από τη διάταξη του άρθρου 669 ΑΚ προκύπτει ότι, σε αντίθεση με την σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει όταν η διάρκεια της είναι σαφώς καθορισμένη, είτε διότι συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε διότι συνάγεται από τον σκοπό και το είδος της (ΑΠ 1164/2019, ΑΠ 57/2015, ΑΠ 1248/2014, ΑΠ 115/2013).

Σύμβαση ορισμένου χρόνου κατά την ανωτέρω έννοια υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή τον οργανισμό λειτουργίας του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του οριζόμενου ορίου ηλικίας (ΟλομΑΠ 8/2007, ΑΠ 225/2021, ΑΠ 1164/2019, ΑΠ 57/2015). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 672 εδ. α' ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει την δυνατότητα να καταγγείλει την εργασιακή σύμβαση οποτεδήποτε, χωρίς να τηρήσει προθεσμία, εφόσον υφίσταται σπουδαίος προς τούτο λόγος, ως εκ τούτου δε, εάν ο εργοδότης καταγγείλει την σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου πριν τη λήξη της χωρίς σπουδαίο λόγο, η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη (ΑΚ 174, 180), εξακολουθεί να υφίσταται η σύμβαση εργασίας και ο εργοδότης αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού οφείλει κατ' άρθρο 656 ΑΚ μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 1164/2019, ΑΠ 57/2015, ΑΠ 1248/2014, ΑΠ 1115/2013).

Εξάλλου, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 672 εδ. α' ΑΚ "σπουδαίο λόγο" καταγγελίας αποτελούν εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, ακόμη και το μεμονωμένο εκείνο περιστατικό, τα οποία, ανεξάρτητα από τη προέλευσή τους και την ύπαρξη υπαιτιότητας, καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή από τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης μέχρι τη (συμφωνημένη ή υποχρεωτική κατά το νόμο) λήξη της, για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου, την κρίση δηλ.

αν συντρέχουν τέτοια περιστατικά (η οποία ως αφορώσα αόριστη νομική έννοια υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο), συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης, ενώ τα περιστατικά αυτά που συνιστούν σπουδαίο λόγο μπορεί να είναι τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει, στην σφαίρα ποιου από τα συμβαλλόμενα μέρη γεννήθηκαν.

Τέτοιος λόγος, ειδικότερα, συντρέχει για τον εργοδότη σε περίπτωση παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού (ΑΚ 673), καθώς και όταν λόγω της συμπεριφοράς του εργαζομένου επήλθε κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, αλλά και σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία με βάση τα ως άνω ουσιαστικά κριτήρια η συνέχιση της εργασιακής σχέσης παρίσταται ως μη ανεκτή απ' αυτόν (ΟλομΑΠ 8/2007, ΑΠ 1164/2019, ΑΠ 504/2017, ΑΠ 57/2015).

Τέλος, κατά το εδ. β' του άρθρου 672 ΑΚ, θεσπίζεται αναγκαστικού δικαίου διάταξη, κατά την οποία το δικαίωμα της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία των μερών. Επομένως, η πρόβλεψη στον κανονισμό του εργοδότη, που έχει συμβατική ισχύ, πειθαρχικών παραπτωμάτων και αντίστοιχων ποινών, δεν αφαιρεί από αυτόν το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, χωρίς προηγούμενη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, διότι επιδιώκονται διαφορετικοί σκοποί με την πειθαρχική διαδικασία και την καταγγελία για σπουδαίο λόγο της εργασιακής σχέσης, αφού με την πρώτη και όταν προβλέπεται από τον κανονισμό η ποινή της οριστικής παύσης επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, ενώ με τη δεύτερη απομακρύνεται ο εργαζόμενος του οποίου η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχισθεί, ως επαχθής για τον εργοδότη.

Η καταγγελία αυτή, κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας, ελέγχεται από τα δικαστήρια κατά τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ. Το δικαστήριο ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση από τον εργοδότη του δικαιώματος απόλυσης, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και της αρχής της μη κατάχρησης των δικαιωμάτων και απορρέει από τη Συνταγματική αρχή του Κράτους δικαίου, έχει δε ήδη καθιερωθεί, κατά την πρόσφατη αναθεώρηση, στο άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος.

Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα, εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 1164/2019, ΑΠ 458/2013).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει τα εξής: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) προσλήφθηκε στην υπηρεσία της "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε." (η οποία σταδιακά μετεξελίχθηκε στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία εναγομένη-αναιρεσίβλητη) στις 2/2/1998 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τον βαθμό του Τμηματάρχη Β'.

Η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος διέπεται από τον Οργανισμό Προσωπικού της εναγομένης, με το άρθρο 32 του οποίου ορίζονται τα εξής: Η σύμβαση εργασίας του προσωπικού λύεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας των ανδρών και του 57ου των γυναικών. Η σύμβαση του προσωπικού λύεται και πριν τη συμπλήρωση των ανωτέρω ορίων ηλικίας μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) δια του θανάτου του μισθωτού, 2) στην περίπτωση αδικαιολόγητης ή αυθαίρετης συνεχούς απουσίας του υπαλλήλου πέραν του μηνός, επιφέρουσα αυτοδικαίως τη λύση της σχέσης εργασίας, 3) για σπουδαίο λόγο, σύμφωνα με το άρθρο 672 του Αστικού Κώδικα, 4) στην περίπτωση ποινικής δίωξης του υπαλλήλου, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των νόμων.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την Κυριακή ….. και ώρα 16.08' διαπράχθηκε ένοπλη ληστεία στο Κατάστημα Αερολιμένος Αθηνών, κατά την οποία αποσπάσθηκε βιαίως το μεγαλύτερο μέρος του χρηματικού αποθέματος του Καταστήματος, που ήταν τοποθετημένο εντός τριών χρηματοκιβωτίων, ύψους 1.586.781 ευρώ. Την ώρα της ληστείας στο κατάστημα εργάζονταν οι υπάλληλοι Π.

Δ. (κάτοχος Α' υπογραφής), Α. Χ. (υπεύθυνη Ταμειακών Συναλλαγών) και Ν.-Μ. Κ. (Κεντρικός Ταμίας), υιός του ενάγοντος, ο οποίος είχε προσληφθεί από την εναγομένη το έτος 2008, συνελήφθη δε και προφυλακίσθηκε λίγες ημέρες μετά με τις κατηγορίες της άμεσης συνέργειας στην εν λόγω ληστεία και της παράνομης οπλοφορίας.

Ο ενάγων, ο οποίος είχε υπηρετήσει στην Ελληνική Αστυνομία κατά τα έτη 1980 έως 1998, είχε προσληφθεί, όπως προεκτέθηκε, από την εναγομένη Τράπεζα στις ….με τον βαθμό του Τμηματάρχη Β' και εξελίχθη βαθμολογικώς στον βαθμό του Υποδιευθυντή, κατά τον ως άνω χρόνο υπηρετούσε ως Υποδιευθυντής της Διευθύνσεως Διαχειρίσεως Περιουσίας και Ασφάλειας της εναγομένης και ήταν ο μόνος αρμόδιος για θέματα ασφαλείας των Καταστημάτων και Μονάδων της Τράπεζας.

Στα πλαίσια των ως άνω αρμοδιοτήτων του και της ορθής και επιμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του, δεν μερίμνησε, όπως ώφειλε, για τη λήψη αυξημένων μέτρων ασφαλείας και, ειδικότερα, για την παρακολούθηση σε πραγματικό χρόνο (on line) από το Κέντρο Ελέγχου (control room) της Τράπεζας τουλάχιστον των Καταστημάτων διευρυμένου ωραρίου, όπως ήταν το προαναφερόμενο Κατάστημα Αερολιμένος Αθηνών, το οποίο είναι το μόνο που λειτουργεί το Σαββατοκύριακο και αργίες, τα οποία λειτουργούν κατά τη βάρδια διευρυμένου ωραρίου με πολύ μειωμένο προσωπικό σε σχέση με την κανονική βάρδια.

Αποτέλεσμα της ως άνω πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του ήταν να παραμείνει ο δράστης της ληστείας, προσποιούμενος ότι προσήλθε στο κατάστημα ως τεχνικός για την εκτέλεση μετρήσεων κατ' ανάθεση της σχετικής εργασίας από την Διεύθυνση Διαχειρίσεως Περιουσίας και Ασφαλείας, επί 44 συνολικά λεπτά της ώρας (21 λεπτά φαίνεται από τις κάμερες ασφαλείας του Καταστήματος να περιφέρεται και 23 λεπτά της ώρας παρέμεινε εντός του δωματίου με τα χρηματοκιβώτια, πραγματοποιώντας τη ληστεία) και να αφαιρέσει από τα χρηματοκιβώτια το προαναφερόμενο ποσό.

Κατά τον έλεγχο για τη διαλεύκανση της ευθύνης του ενάγοντος, ο τελευταίος τέθηκε από 8/10/2011 στη διάθεση της Διευθύνσεως Ανθρωπίνου Δυναμικού της εναγομένης, καταργήθηκε το δικαίωμα Α' υπογραφής του για την ανωτέρω Διεύθυνση Διαχειρίσεως Περιουσίας και Ασφάλειας, λόγω δε της απομακρύνσεώς του από την θέση του Υποδιευθυντή αυτής, έπαυσε η καταβολή σε αυτόν των ειδικών πρόσθετων απολαβών, εταιρικού αυτοκινήτου, εταιρικής κάρτας, εταιρικού τηλεφώνου, οι οποίες ήταν συνδεδεμένες με την ως άνω θέση ευθύνης και μετά την διαπίστωση των προαναφερομένων παραλείψεων, κατά παράβαση της ορθής και επιμελούς άσκησης των καθηκόντων του, σχετικά με τον σχεδιασμό των μέτρων ασφαλείας του Καταστήματος Αερολιμένος, στις 21/11/2011, η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του για την προαναφερομένη παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων και καθηκόντων του που συνιστούν σπουδαίο λόγο, κατ' άρθρο 672 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 32 του Κανονισμού του Προσωπικού της, αναφέροντας, επί λέξει, τα εξής "Καταγγέλλω τη μεταξύ μας σύμβαση εργασίας από την ημέρα που θα σας κοινοποιηθεί η παρούσα, χωρίς αποζημίωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 32 του Οργανισμού Προσωπικού της Τραπέζης, για σπουδαίο λόγο που συνίσταται στη βαρύτατη παράβαση των καθηκόντων και των συμβατικών σας υποχρεώσεων, ιδία δε, της υποχρεώσεώς σας πίστεως προς την Τράπεζα και συγκεκριμένα διότι, ως Υποδιευθυντής της Διευθύνσεως Διαχειρίσεως Περιουσίας και Ασφαλείας της Τραπέζης, επιφορτισμένος, πλην άλλων, και με την τήρηση των μέτρων που αφορούσαν στην ασφάλεια των Καταστημάτων - χώρων της Τραπέζης, του προσωπικού και των πελατών της, προέβητε σε βαρύτατες και κρίσιμες παραλείψεις, εν αντιθέσει με την αναμενόμενη εκ μέρους σας ορθή, επιμελή και σύμφωνα με την εμπειρία και τα εκ της ειδικής θέσεώς σας ευθύνης αντανακλαστικά, άσκηση των καθηκόντων σας.

Η ασυμβίβαστη με την ανωτέρω ιδιότητά σας συμπεριφορά συνιστά συστηματική πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων σας, παραβίαση των κανονισμών και οδηγιών της Τραπέζης και στοιχειοθετεί, τόσο μεμονωμένως, όσο και στο σύνολό της, μεμπτή, επιλήψιμη και αντίθετη με την προστασία κα προαγωγή των συμφερόντων της Τραπέζης συμπεριφορά.

Ειδικότερα, αν και ως εκ της θέσεώς σας και των ιδιαίτερης σημασίας και υψίστης ασφαλείας καθηκόντων σας είχατε την ευθύνη της παρακολουθήσεως σε πραγματικό χρόνο, μέσω του control room, όλων των Καταστημάτων της Τραπέζης, εν τούτοις δεν είχατε μεριμνήσει, ούτε κατ' ελάχιστον για την κατά τα ως άνω παρακολούθηση των Καταστημάτων της Τραπέζης, πολλώ μάλλον αυτών που λειτουργούν με διευρυμένο ωράριο, μεταξύ των οποίων και αυτό του Αερολιμένος Αθηνών.

Αποτέλεσμα αυτής της μη αποδεκτής και λίαν σοβαρής και αδικαιολόγητης παραλείψεώς σας ήταν να καταστεί ιδιαιτέρως ευχερής η είσοδος, στις…., ληστή στο Κατάστημα Αερολιμένος Αθηνών, η επί 40 περίπου λεπτά της ώρας άνετη παραμονή του στους χώρους του, η αφαίρεση από τον χώρο των χρηματοκιβωτίων του Καταστήματος ιδιαιτέρως υψηλού χρηματικού ποσού εξ ευρώ 1.481.375 (ένα εκατομμύριο τετρακόσιες ογδόντα μια χιλιάδες τριακόσια εβδομήντα πέντε ευρώ), USD 31.076 (τριάντα μια χιλιάδες εβδομήντα έξι δολάρια), GBP 9.210 (εννέα χιλιάδες διακόσιες δέκα λίρες Αγγλίας), AUD 280 (διακόσια ογδόντα δολάρια Αυστραλίας), CAD 1.170 (χίλια εκατόν εβδομήντα δολάρια Καναδά), SEK 200 (διακόσιες κορώνες Σουηδίας) και JPY 10.000 (δέκα χιλιάδες γιέν) και η μετέπειτα ακώλυτη αποχώρηση και διαφυγή του από το Κατάστημα.

Οι ανωτέρω παραλείψεις σας κατέληξαν να αποβούν καθοριστικές στην ακώλυτη διάπραξη της ληστείας, λαμβανομένων υπόψη και των ιδιαιτέρων περιστάσεων υπό τις οποίες αυτή τελέστηκε, καθώς εξασφάλισαν στο ληστή και τους λοιπούς συνεργούς του (μεταξύ των οποίων και ο υιός σας - πρώην υπάλληλος του ανωτέρω Καταστήματος και της Τραπέζης) ιδιαιτέρως πρόσφορες, έως δε και εκ των προτέρων γνωστές, συνθήκες αναφορικά με τα τηρούμενα μέτρα ασφαλείας και συγκεκριμένα αυτών που αφορούσαν στη συνεχή καταγραφή και κυρίως στη συνεχή μετάδοση σε πραγματικό χρόνο της εικόνας του ως άνω καταστήματος και ειδικώς του χώρου των χρηματοκιβωτίων.

Η ως άνω πλημμελέστατη εκτέλεση των καθηκόντων σας συνέβαλε περαιτέρω στο να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η ζωή και η σωματική ακεραιότητα συναδέλφων σας, οι οποίοι κρατήθηκαν βιαίως από το ληστή και υπό την απειλή όπλου εκβιάσθηκαν να συμμορφωθούν στις διαταγές του. Οι ως άνω παραλείψεις σας κρίνονται, σε κάθε περίπτωση, μεμονωμένως ή και στο σύνολό τους ως ιδιαιτέρως σοβαρές, αθέμιτες και ασυμβίβαστες με το λειτούργημα του τραπεζικού υπαλλήλου, με τις εκ της συμβάσεώς σας εργασίας και του Οργανισμού Προσωπικού υποχρεώσεις σας, κυρίως δε με την όλως ειδική θέση ευθύνης που λόγω της εμπειρίας σας και των εξ αυτής εχεγγύων αξιοπιστίας και επάρκειας, σας εμπιστεύθηκε κατά την πρόσληψή σας η Τράπεζα και προκάλεσαν, πλην άλλων, σοβαρή οικονομική ζημία στην Τράπεζα, σημαντική ηθική βλάβη, έντονη προσβολή και δυσφήμηση του ονόματος και του κύρους της έναντι του προσωπικού της και του συναλλακτικού κοινού και είχαν ως αποτέλεσμα να κλονισθεί ανεπανόρθωτα η εμπιστοσύνη της στο πρόσωπό σας και να καταστεί, εκ των πραγμάτων, αδύνατη η συνέχιση της ισχύος της συμβάσεως εργασίας σας".

Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος για τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της διατάξεως της ΑΚ 672 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 32 του Οργανισμού του Προσωπικού της, τα οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, καθιστούν, εν προκειμένω, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για την εναγομένη τη συνέχιση της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, ήταν δε αυτή (καταγγελία) το μόνο πρόσφορο και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της εναγομένης, ενώ ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, επειδή προσέφυγε στις 27/10/2011 στο τμήμα της Επιθεώρησης Εργασίας Ανατολικού Τομέα Αθηνών, της κοινοποίησε δε τις από 14/10/2011 και 19/10/2011 εξώδικες διαμαρτυρίες -προσκλήσεις - δηλώσεις του, τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμος".

Και με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την Πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε την αγωγή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και θεώρησε την καταγγελία ως μη γενομένη, καταδίκασε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα 100 ευρώ για κάθε ημέρα μη αποδοχής των υπηρεσιών του, υποχρέωσε αυτήν (εναγομένη) να καταβάλλει στον ενάγοντα 20.707,23 € για μισθούς υπερημερίας και αναγνώρισε ότι υποχρεούται να του καταβάλει επί πλέον για μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 301.881,58 € και 4.000 ευρώ αντιστοίχως, νομιμοτόκως, και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Σύμφωνα με τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας, η παράβαση των οποίων αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, πρέπει να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση και να προσδιορίζεται ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η κατά τον αναιρεσείοντα ορθή έννοια του κανόνα δικαίου που προκύπτει από τα διδάγματα αυτά που το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε, δηλ.

να εκτίθεται η αποδοθείσα από το δικαστήριο της ουσίας έννοια στον κανόνα δικαίου, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτήρισε εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του ορθή έννοια αυτού, η προκύπτουσα από τα επικαλούμενα διδάγματα που το δικαστήριο, είτε πλημμελώς χρησιμοποίησε, είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (ΑΠ 421/2021, ΑΠ 1378/2018, ΑΠ 574/2010, 225/2009, 737/2008).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλομΑΠ 1/1999, ΟλομΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του ΑΚ. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα ανελέγκτως γενόμενα πραγματικά περιστατικά στην έννοια του σπουδαίου λόγου του άρθρου 672 ΑΚ και έκρινε ότι η καταγγελία δεν είναι καταχρηστική διότι υπαγορεύθηκε από σπουδαίο λόγο, η άσκησή της δεν υπερέβη προφανώς τα προβλεπόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια, και στην οποία είχε δικαίωμα να προβεί, χωρίς να τηρήσει την προβλεπομένη από τον Κανονισμό πειθαρχική διαδικασία και ήταν το μόνο πρόσφορο, αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της αναιρεσίβλητης, δεν τελεί δε σε δυσαναλογία σε σχέση με την συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, ώστε η αναιρεσίβλητη να είναι υποχρεωμένη να χρησιμοποιήσει, αντί της καταγγελίας, ηπιότερα μέτρα.

Διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα αυτά, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης. Πλέον συγκεκριμένα στο αιτιολογικό μέρος της εν λόγω αποφάσεως παρατίθενται επαρκώς και σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοσθείσας διατάξεως του άρθρου 672 ΑΚ για την άσκηση της επίδικης καταγγελίας με τη συνδρομή σπουδαίου λόγου.

Ειδικότερα, διαλαμβάνονται με επάρκεια και σαφήνεια οι περί του λόγου αυτού κρίσιμες παραδοχές βάσει των, κατά το αποδεικτικό πόρισμα, αποδειχθέντων περιστατικών: α) Της διαπραχθείσας ληστείας και των συναφών συνθηκών, με τη συμμετοχή του υιού του αναιρεσείοντος και πρώην υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης.

β) Της αποκλειστικής αρμοδιότητας και εποπτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος για θέματα ασφαλείας των καταστημάτων της αναιρεσίβλητης, για τη λήψη και εφαρμογή αυξημένων μέτρων ασφαλείας προς τον σκοπό της προλήψεως και αποτροπής περιστατικών, όπως η διαπραχθείσα ληστεία, με την εγκατάσταση και λειτουργία μηχανισμού παρακολουθήσεως των Καταστημάτων διευρυμένου ωραρίου, όπως το Κατάστημα του Αερολιμένος Αθηνών, σε πραγματικό χρόνο (on line) από το Κέντρο Ελέγχου (control room) της Τράπεζας.

γ) Της μη εκπληρώσεως των αναγομένων στην αποκλειστική αρμοδιότητά του καθηκόντων, υψηλής ευθύνης και εξειδικευμένης γνώσεως, εκ της οποίας κατέστη δυνατή, κατ' αιτιώδη συνάφεια, η διάπραξη της ληστείας σε ένα Κατάστημα το οποίο είναι το μόνο που λειτουργεί το Σαββατοκύριακο και τις αργίες με μειωμένο προσωπικό, δηλαδή υπό συνθήκες γνωστές στον αναιρεσείοντα από μακρού χρόνου, που επιβάλλουν αυξημένα μέτρα ασφαλείας και το καθιστούν ελκυστικό στόχο ληστείας, λόγω και της καταθέσεως μεγάλων χρηματικών ποσών, γνωστού και αυτού του γεγονότος στον αναιρεσείοντα.

δ) Της αξιολογήσεως της παραβάσεως των συμβατικών υποχρεώσεων του αναιρεσείοντος, ως βαρύτατης παραβάσεως καθηκόντων, αναγομένων στην αποκλειστική αρμοδιότητά του και στις εξειδικευμένες γνώσεις του για τις οποίες και προσελήφθη και της πλημμελούς εκτελέσεως αυτών, ενόψει της θέσεώς του και των ιδιαίτερης σημασίας και υψίστης ασφαλείας καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί και της ευθύνης που είχε επωμισθεί για την, κατά τα ανωτέρω, παρακολούθηση του προαναφερομένου καταστήματος.

Και ε) του ανεπανόρθωτου κλονισμού της εμπιστοσύνης της αναιρεσίβλητης προς το πρόσωπο του αναιρεσείοντος, ο οποίος προσλήφθηκε σε όλως ειδική θέση ευθύνης και τον οποίο η Τράπεζα εμπιστεύθηκε λόγω της εμπειρίας του και των, εξ αυτής και των ειδικών γνώσεών του, εχεγγύων αξιοπιστίας και επάρκειας. Υπό τα ως άνω διαγνωσθέντα ως συντρέξαντα περιστατικά είχε καταστεί, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, προδήλως μη ανεκτή από την αναιρεσίβλητη η συνέχιση της ένδικης συμβάσεως μέχρι τη λήξη της.

Κατά τα λοιπά, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος δεν ιδρύουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι αναφέρονται σε ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, το οποίο διατυπώνεται με σαφήνεια και είναι απαράδεκτες.

Επομένως οι πρώτος κατά το α' σκέλος του και τέταρτος (πλην του άνω απαραδέκτου) λόγοι αναίρεσης με τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1α και 19 ΚΠολΔ αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι. Όσον αφορά το β' σκέλος του πρώτου λόγου για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.

β'), αυτός είναι αόριστος και απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση, ούτε προσδιορίζεται ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά.

Περαιτέρω, είναι απαράδεκτος κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ, αφού υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στα διδάγματα της κοινής πείρας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αιτιάται την Εφετειακή απόφαση διότι μετά την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής περί ακυρότητας της επίδικης καταγγελίας λόγω μη συνδρομής σπουδαίου λόγου όφειλε να εξετάσει την επικουρική βάση αυτής περί ακυρότητας της καταγγελίας ως προσχηματικής εξαιτίας της εμπλοκής του υιού του στη διαπραχθείσα ληστεία. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της αγωγής δεν προβλήθηκε επικουρική βάση με το επικαλούμενο αίτημα, αλλά μόνο περί ακυρότητας της καταγγελίας ως προσχηματικής εξαιτίας της προσφυγής του στην Επιθεώρηση Εργασίας και για τις εξώδικες διαμαρτυρίες -προσκλήσεις - δηλώσεις του που επέδωσε στην αναιρεσίβλητη (σελ. 15, 19 της αγωγής). Απλώς το σχετικό γεγονός της εμπλοκής του υιού του αναιρεσείοντος στη ληστεία, αναφέρεται διηγηματικά χωρίς συγκεκριμένο αίτημα. Επομένως, ο λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Σε κάθε περίπτωση αντικρούεται από το Εφετείο που δέχεται ότι η άνω πλημμελής συμπεριφορά του αναιρεσείοντος συνιστά σπουδαίο λόγο, συνεπεία του οποίου δεν μπορεί να συνεχισθεί η εργασιακή σχέση ως επαχθής για τον εργοδότη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (ΟλομΑΠ 2/2008).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 § 1, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης εκ του αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για το λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά έγγραφα τα οποία προσκόμισε με επίκληση και αποδεικνύουν το βάσιμο της αγωγής του.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, μνημονεύεται ειδικώς σ' αυτή ότι έλαβε υπόψη "και όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα". Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις περιεχόμενο των παραδοχών της απόφασης, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα που αναφέρει ο αναιρεσείων, ανεξαρτήτως του ότι δεν κάνει ειδική μνεία ως προς αυτό.

Στην πραγματικότητα, η προβαλλόμενη αιτίαση του αναιρεσείοντος ανάγεται στην εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των εν λόγω αποδεικτικών μέσων και αποτελεί ουσιαστική εκ μέρους του προσέγγιση, που εκτιμά διαφορετικά τα αποδεικτικά αυτά μέσα, τα οποίο θεωρεί μείζονος σπουδαιότητας, η οποία και απαραδέκτως προβάλλεται κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ.

Επομένως και ο λόγος αυτός (τρίτος) της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο αναιρετήριο έγγραφο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση, αν και ποιον από τους ανωτέρω λόγους αναίρεσης θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Εάν ο αναιρετικός λόγος δεν περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα και χωρίς να αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 56/2020, ΑΠ 275/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης εκ του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινούς όλους τους διαλαμβανόμενους στην καταγγελία της αναιρεσίβλητης ισχυρισμούς χωρίς απόδειξη. Ωστόσο, δεν εκτίθεται ποια "πράγματα" έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς απόδειξη, ενώ, εξ άλλου, στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως, καθόσον, από την επισκόπηση (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά τις παραδοχές του, άντλησε την κρίση του από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν με επίκληση (έγγραφα κλπ), ενώ ως προς την ορθότητα ή μη του αποδεικτικού του πορίσματος στο οποίο κατέληξε, η κρίση του είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη και συνεπώς, δεν δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη.

Τέλος, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ (δηλ. το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει), για το λόγο ότι έλαβε υπόψη τις υπ' αρ. 5794 και 5795/2015 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της αναιρεσίβλητης που επικαλέσθηκε η τελευταία, οι οποίες όμως δεν λήφθηκαν νομότυπα. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν μνημονεύεται σ' αυτή ότι έλαβε υπόψη τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις ενώ διαλαμβάνει αντιθέτως ότι έλαβε υπόψη τις εκεί μνημονευόμενες άλλες ένορκες βεβαιώσεις, η δε έλλειψη της μνείας αυτής καταδεικνύει ότι οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 18/2021, ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 574/2011, ΑΠ 2178/2009). Το αποδεικτικό δε αυτό μέσο (ένορκες βεβαιώσεις) δεν περιλαμβάνεται στη βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη "και όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα", όπως εσφαλμένα υπονοεί ο αναιρεσείων, καθότι οι ένορκες βεβαιώσεις, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, αποτελούν ίδιον αποδεικτικό μέσο και όχι έγγραφα. Επομένως, ο λόγος ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-9-2019 και με αριθ. κατάθεσης 10066/967/24-10-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4837/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ